Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 845 / 2019    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΑΡΙΘΜΟΣ 845/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5383/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Π. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του ,διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 10398/20-9-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2018.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια Δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψής του. Ως "τρίτος", κατά την έννοια των παραπάνω άρθρων, είναι κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή και αρχή, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορεί να γίνει και με κατάθεση δικογράφου, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονται σ' αυτό, λαμβάνουν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, οι δικαστικοί επιμελητές και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, κατά καθήκον, λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η παραβίαση της διάταξης αυτής κατά πλάγιο τρόπο, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 5383/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα κάτωθι: "ότι στη Θεσσαλονίκη, ο κατηγορούμενος -αφού είχε προηγούμενα στο τέλος του 2001 συνάψει με (την έως τότε συνεταίρο του Δ. Π. και) τον πολιτικώς ενάγοντα δύο έγγραφες συμφωνίες, με τις οποίες ο πολιτικώς ενάγων αποχώρησε από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Π. και Σία Ο.Ε." και εισήλθε σε αυτήν ο κατηγορούμενος (ως νέος συνέταιρος της Δ. Π. του Σ., με την οποία ο κατηγορούμενος τότε είχε ερωτική σχέση), επειδή από την λειτουργία της εν λόγω εταιρίας προέκυψαν μεταγενέστερα, χρέη προς το ΙΚΑ και την Εφορία, ύψους τουλάχιστον 30.000 ευρώ περίπου, ο κατηγορούμενος μόλις τον Αύγουστο του 2012 (προφανώς διότι πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλάσσονταν από τα ως άνω χρέη της εν λόγω εταιρίας)- κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 9-8-2012 αναγνωριστική αγωγή (την οποία έστρεψε εναντίον και του πολιτικώς ενάγοντα) στην οποία ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του στα επίμαχα δύο συμφωνητικά, δηλαδή ισχυρίστηκε με πρόθεση ενώπιον τρίτων, ισχυρισμούς που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του πολιτικώς ενάγοντα, οι οποίοι ήταν ψευδείς, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος καθότι ήταν παρών όταν συνέβησαν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην επίμαχη αγωγή "Την 6-10-2001 φέρεται να υπογράφηκε, μεταξύ της πρώτης των εναγομένων, Δ. Π. του Σ., του δευτέρου των εναγομένων Δ. Π. του Γ., και εμού, ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο την τροποποίηση της μεταξύ των δύο εναγομένων υφιστάμενης ομόρρυθμης εταιρίας "Δ. Π. και Σία Ο.Ε." και δη την αποχώρηση από την ανωτέρω εταιρεία του εκ των ομορρύθμων Δ. Π. και την ανάληψη της μέχρι τότε συμμετοχής του (50%) από την πρώτη των εναγομένων Δ. Π. κατά ποσοστό 45% και από εμένα κατά ποσοστό 5%. Στην πραγματικότητα όμως εγώ, ως θα καταδειχθεί κατωτέρω, ουδέποτε υπέγραψα τέτοιο έγγραφο, η δε υπογραφή που το τελευταίο φέρει αποδιδόμενη σε εμένα, είναι πλαστή, και δη απομίμηση, ως θα αναπτυχθεί αναλυτικότερα στη συνέχεια, της γνήσιας υπογραφής μου δια της μεθόδου της "δουλικής απομίμησης...." (σελ.3-4 αγωγής): "....Μέχρι που αρκετά έτη αργότερα, μου επιδόθηκε η με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 12052/4-8-2005 αγωγή του δεύτερου των νυν εναγομένων, στρεφόμενη κατά της πρώτης των εναγομένων συνεταίρου του Δ. Π. και εμού, με την οποία, όπως προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα, ο δεύτερος των νυν εναγομένων Δ. Π. επικαλείτο την ύπαρξη δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, ειδικότερα του φέροντος ημερομηνία 6-10-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ομόρρυθμης εταιρίας, το οποίο δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αρ. δημοσίευσης 3145/16-10-2001, και του φέροντος ημερομηνία 26-9-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, περί ρύθμισης οικονομικών θεμάτων σχετικώς με την ανωτέρω τροποποίηση, και βάσει των - ανωτέρω δύο συμφωνητικών, ζητούσε την πληρωμή και από εμένα ως υποτιθέμενο ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας, οφειλών της τελευταίας που είχε αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος, συγκεκριμένα ποσού 9.587,23 Ευρώ που κατέβαλε για υποχρεώσεις της εταιρίας στην Α' ΔΥΟ Θεσσαλονίκης και στο ΙΚΑ. Με το πρώτο των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών, στο οποίο συμβάλλονται οι Δ. Π., ο Δ. Π. και φέρομαι να συμβάλλομαι κι εγώ, τροποποιείται η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία "Δ. Π. & Σία Ο.Ε.", με τον Δ. Π. να αποχωρεί, και το μερίδιο του (50%) να το αναλαμβάνει κατά 45% η Δ. Π. και κατά 5% εγώ ως νεοεισερχόμενος ομόρρυθμος εταίρος, τροποποιείται η επωνυμία της εταιρίας σε "Δ. Π. & Σία Ο.Ε.", και ορίζεται μόνος διαχειριστής αυτής ο πατέρας της πρώτης των εναγομένων, Σ. Π. του Φ. και Δ.. Με το δεύτερο των ανωτέρω συμφωνητικών ρυθμίζονται τα συνδεόμενα με την (υποτιθέμενη) αποχώρηση του δεύτερου των εναγομένων από την εταιρία οικονομικά ζητήματα...." (σελ.5 της αγωγής) ".....Η ομοιότητα της υπογραφής μου στο επίδικο έγγραφο, με οδήγησε τότε (2006) στο συμπέρασμα ότι είτε επρόκειτο για γνήσια, δική μου υπογραφή, την οποία η πρώτη εναγόμενη είχε καταφέρει κάπως να υφαρπάξει (η μόνη πιθανότητα που έφερα στο μυαλό μου ήταν να είχε γίνει σε κάποια από τις όχι σπάνιες τότε επισκέψεις μου στο γραφείο της επιχείρησης, καθώς όταν η ίδια ήταν απασχολημένη μου ζητούσε ορισμένες να υπογράψω για την παραλαβή κάποιου κουριερ κλπ, ειδάλλως θα μπορούσε να την έχει υφαρπάξει, δεν μπορώ βέβαια να αναλογιστώ με ποιον τρόπο, στο σπίτι που τότε συζούσαμε) είτε για αριστοτεχνικούς πλαστογραφημένη, καθώς και ο ίδιος, όσο προσεκτικά και εάν την εξέταζα δεν κατόρθωνα να εξεύρω διαφορές. Πραγματικά, δεν κατόρθωσα τότε να καταλήξω σε άλλη εκδοχή παρά από εκείνη της αριστοτεχνικής - και αδύνατο να αποδειχθεί, ως τουλάχιστον πίστευα -πλαστογράφηση ή άλλως της υφαρπαγής με κάποιον τρόπο της υπογραφής μου από την πρώτη των εναγομένων ή και από τον συνέταιρο της (δηλαδή εμένα), σε ανύποπτο χρόνο τον όποιο απλά δεν μπορούσα, έπειτα από 5 χρόνια να θυμηθώ" (σελ. 14 αγωγής): "Εν προκειμένω πλαστογραφήθηκε η υπογραφή μου κρυφίως, δολίως και εν αγνοία μου (δεν έλαβα γνώση του εγγράφου παρά μόνο μετά από 4 έτη!), προκειμένου να δημοσιευθεί το ανωτέρω έγγραφο στα Βιβλία Εταιριών και να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα, και δη να μπορέσει ο δεύτερος των εναγομένων να αποχωρήσει από την τρίτη εναγόμενη εταιρία, η οποία έδειξε εν συνέχεια δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική πορεία".
Τα ανωτέρω, όμως, περιστατικά που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, τα οποία έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός ανθρώπων, όπως δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι και οικείοι του πολιτικώς ενάγοντα (συγγενείς, ο πεθερός του και σύνοικοι της οικοδομής του), ήταν αφ'ενός μεν δυσφημιστικά για τον πολιτικώς ενάγοντα καθότι παρουσίαζαν αυτόν ως επαγγελματία που μετέρχεται παράνομες πράξεις για τα συμφέροντα του, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την επαγγελματική τιμή και την υπόληψη του, αφ' ετέρου δε ψευδή, καθότι τα δύο επίμαχα συμφωνητικά είχαν πράγματι υπογραφεί από τον κατηγορούμενο είτε αυτοπρόσωπα είτε σε κάθε περίπτωση διά της Δ. Π. του Σ., η οποία ενέργησε σχετικά σε πλήρη γνώση του κατηγορουμένου και με την συναίνεση- έγκριση του (όπως άλλωστε δέχθηκε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε την επίμαχη αγωγή και την απέρριψε οριστικά με την 11656/2017 απόφαση του), αυτός δε προφανώς τελούσε σε γνώση της αναλήθειας όσων αντίθετων ανέφερε στην ως άνω αγωγή καθότι ήταν παρών όταν συνέβησαν τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ένοχο (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.δ' του Π.Κ.) του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, την 22-8-2012, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίστηκε, με πρόθεση, ενώπιον τρίτων, για κάποιον άλλο, ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του. Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 9-8-2012 αναγνωριστική αγωγή εναντίον και του εγκαλούντος Δ. Π. του Γ., με την οποία ισχυρίστηκε ότι αυτός (εγκαλών) τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της πλαστογραφίας, και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων και τα κάτωθι ψευδή:
"Την 6-10-2001 φέρεται να υπογράφηκε, μεταξύ της πρώτης των εναγομένων Δ. Π. του Σ., του δευτέρου των εναγομένων Δ. Π. του Γ., και εμού, ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο την τροποποίηση της μεταξύ των δύο εναγομένων υφιστάμενης ομόρρυθμης εταιρίας "Δ. Π. και Σία Ο.Ε." και δη την αποχώρηση από την ανωτέρω εταιρεία του εκ των ομορρύθμων Δ. Π. και την ανάληψη της μέχρι τότε συμμετοχής του (50%) από την πρώτη των εναγομένων Δ. Π. κατά ποσοστό 45% και από εμένα κατά ποσοστό 5%.
Στην πραγματικότητα όμως εγώ, ως θα καταδειχθεί κατωτέρω, ουδέποτε υπέγραψα τέτοιο έγγραφο, η δε υπογραφή που το τελευταίο φέρει αποδιδόμενη σε εμένα, είναι πλαστή, και δη απομίμηση, ως θα αναπτυχθεί αναλυτικότερα στη συνέχεια, της γνήσιας υπογραφής μου δια της μεθόδου της "δουλικής απομίμησης"....". (σελ.3-4 αγωγής): " ....Μέχρι που αρκετά έτη αργότερα, μου επιδόθηκε η με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 12052/4-8-2005 αγωγή του δεύτερου των νυν εναγομένων, στρεφόμενη κατά της πρώτης των εναγομένων συνεταίρου του Δ. Π. και εμού, με την οποία, όπως προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα, ο δεύτερος των νυν εναγομένων Δ. Π. επικαλείτο την ύπαρξη δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, ειδικότερα του φέροντος ημερομηνία 6-10-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ομόρρυθμης εταιρίας, το οποίο δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αρ. δημοσίευσης 3145/16-10-2001, και του φέροντος ημερομηνία 26-9-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, περί ρύθμισης οικονομικών θεμάτων σχετικώς με την ανωτέρω τροποποίηση, και βάσει των - ανωτέρω δύο συμφωνητικών, ζητούσε την πληρωμή και από εμένα ως υποτιθέμενο ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας, οφειλών της τελευταίας που είχε αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος, συγκεκριμένα ποσού 9.587,23 Ευρώ που κατέβαλε για υποχρεώσεις της εταιρίας στην Α' ΔΥΟ Θεσσαλονίκης και στο ΙΚΑ.
Με το πρώτο των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών, στο οποίο συμβάλλονται οι Δ. Π., ο Δ. Π. και φέρομαι να συμβάλλομαι κι εγώ, τροποποιείται η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία "Δ. Π. & Σία Ο.Ε.", με τον Δ. Π. να αποχωρεί, και το μερίδιο του (50%) να το αναλαμβάνει κατά 45% η Δ. Π. και κατά 5% εγώ ως νεοεισερχόμενος ομόρρυθμος εταίρος, τροποποιείται η επωνυμία της εταιρίας σε "Δ. Π. & Σία Ο.Ε.", και ορίζεται μόνος διαχειριστής αυτής ο πατέρας της πρώτης των εναγομένων, Σ. Π. του Φ. και Δ.. Με το δεύτερο των ανωτέρω συμφωνητικών ρυθμίζονται τα συνδεόμενα με την (υποτιθέμενη) αποχώρηση του δεύτερου των εναγομένων από την εταιρία οικονομικά ζητήματα...." (σελ.5 της αγωγής) αναφέρει: " Η ομοιότητα της υπογραφής μου στο επίδικο έγγραφο, με οδήγησε τότε (2006) στο συμπέρασμα ότι είτε επρόκειτο για γνήσια, δική μου υπογραφή, την οποία η πρώτη εναγόμενη είχε καταφέρει κάπως να υφαρπάξει (η μόνη πιθανότητα που έφερα στο μυαλό μου ήταν να είχε γίνει σε κάποια από τις όχι σπάνιες τότε επισκέψεις μου στο γραφείο της επιχείρησης, καθώς όταν η ίδια ήταν απασχολημένη μου ζητούσε ορισμένες να υπογράψω για την παραλαβή κάποιου κουριερ κλπ, ειδάλλως θα μπορούσε να την έχει υφαρπάξει, δεν μπορώ βέβαια να αναλογιστώ με ποιον τρόπο, στο σπίτι που τότε συζούσαμε) είτε για αριστοτεχνικώς πλαστογραφημένη, καθώς και ο ίδιος, όσο προσεκτικά και εάν την εξέταζα δεν κατόρθωνα να εξεύρω διαφορές. Πραγματικά, δεν κατόρθωσα τότε να καταλήξω σε άλλη εκδοχή παρά από εκείνη της αριστοτεχνικής - και αδύνατο να αποδειχθεί, ως τουλάχιστον πίστευα -πλαστογράφηση ή άλλως της υφαρπαγής με κάποιον τρόπο της υπογραφής μου από την πρώτη των εναγομένων ή και από τον συνέταιρο της (δηλαδή εμένα), σε ανύποπτο χρόνο τον όποιο απλά δεν μπορούσα, έπειτα από 5 χρόνια να θυμηθώ".
(σελ.14 αγωγής): "Εν προκειμένω πλαστογραφήθηκε η υπογραφή μου κρυφίως, δολίως και εν αγνοία μου (δεν έλαβα γνώση του εγγράφου παρά μόνο μετά από 4 έτη!), προκειμένου να δημοσιευθεί το ανωτέρω έγγραφο στα Βιβλία Εταιριών και να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα, και δη να μπορέσει ο δεύτερος των εναγομένων να αποχωρήσει από την τρίτη εναγόμενη εταιρία, η οποία έδειξε εν συνέχεια ότι δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική πορεία". Τα ανωτέρω, όμως, γεγονότα που ισχυρίσθηκε, τα οποία έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός ανθρώπων, όπως δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι και οικείοι του (συγγενείς, όπως ο πεθερός του και σύνοικοι της οικοδομής του), ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε σε γνώση της αναλήθειας τούτων. Με τον τρόπο αυτόν μπορούσε να βλάψει την επαγγελματική τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζε ως επαγγελματία που μετέρχεται παράνομες πράξεις για τα συμφέροντα του.".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή με πλάγιο τρόπο, με ελλιπή δηλαδή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της από 9-8-2012 αναγνωριστικής αγωγής, την οποία έστρεψε ο αναιρεσείων εναντίον και του πολιτικώς ενάγοντα και στην οποία ισχυρίστηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του σε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά (ήτοι το από 26-9-2001 και το από 6-10-2001), με τα οποία επήλθε η λύση της με την επωνυμία "Δ. Π. και Σια ΟΕ" εταιρείας και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις των εταίρων και τα χρέη αυτής, ήταν ψευδές, δηλαδή δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο, ότι αυτός ισχυρίσθηκε με πρόθεση, ενώπιον τρίτων, ισχυρισμούς που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντα, οι οποίοι όμως ήταν ψευδείς, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος καθότι ήταν παρών όταν συνέβησαν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα εκτίθενται: α) ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα περί πλαστογράφησης των δύο ιδιωτικών συμφωνητικών ήταν ψευδή, β) ότι το αληθές είναι, ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν πλαστογράφησε αυτά, όπως δέχθηκε συναφώς και η μνημονευόμενη πολιτική δικαστική απόφαση, γ) ότι των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός ανθρώπων, όπως δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι και οικείοι του (συγγενείς, όπως ο πεθερός του και σύνοικοι της οικοδομής του), δ) αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του, ήτοι η ακριβής γνώση περί αναληθείας των όσων ισχυρίσθηκε στην ως άνω αγωγή του, αφού, ο σχετικός με το ψευδές ως άνω γεγονός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη και γνώση του ιδίου, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ε) ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν δυνατό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως ατόμου, διότι τον ενεφάνιζε ως πλαστογράφο. Τέλος, η ειδικότερη αιτίαση ότι ο γραμματέας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός επιμελητής, δικαστές, εισαγγελείς κλπ δεν θεωρούνται τρίτοι αποτελεί νομικό επιχείρημα, το οποίο ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι στην έννοια του τρίτου, ενώπιον του οποίου μπορεί να γίνει ο ψευδής ισχυρισμός ή διάδοση για την στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος, είναι δυνατό να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή ως εξετέθη στην προηγηθείσα νομική σκέψη και, ως εκ τούτου, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, εντάσσοντας και τους ανωτέρω αναφερομένους στην έννοια του τρίτου ούτε διαφοροποιείται το γεγονός της γνώσης των αναληθών περιστατικών εκ μέρους τρίτων από τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι ο δικαστικός επιμελητής προέβη σε θυροκόλληση της αγωγής σε σφραγισμένο φάκελλο, αφού το Δικαστήριο στις παραδοχές του δέχεται ότι έλαβαν γνώση και όλα τα πρόσωπα (πεθερός, σύνοικοι κλπ) του πολιτικώς ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται, απαραδέκτως, η περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα αναιρετικοί λόγοι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Πρέπει, επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2018 αίτηση-δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-9-2018 (αριθ. πρωτ. 10398) του Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της 5383/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή