Αριθμός 606/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρογγύλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-7-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 109912, 109917 και 109926/2013) αγωγές προσώπων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 29-11-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 163397, 163405 και 163415/2013) προσεπικλήσεις σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2939/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2958/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-6-2016 (αρ. κατ. 5725/2018) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 2958/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμ. 2958/2017 του Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι από 15.7.2013 και με αριθμό καταθέσεως 4220, 4221 και 4223/2013 κύριες αγωγές αποζημίωσης, που στρέφονταν μεταξύ άλλων και κατά της ως άνω εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με τις οποίες οι ενάγοντες και μη διάδικοι εν προκειμένω ζήτησαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχική οδύνης επικαλούμενοι ότι από αμέλεια του οδηγού του περιγραφομένου με αριθμό κυκλοφ. ... ΔΧΦ ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου (επικαθήμενου) οχήματος, εκ των οποίων το ρυμουλκό ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία συνέβη τροχαίο ατύχημα, στο οποίο τραυματίστηκαν θανάσιμα οι στενοί συγγενείς των εναγόντων, οδηγός και συνεπιβαίνοντες στο με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ακολούθως, η ως άνω αναιρεσείουσα εταιρία επικαλούμενη την ιδιαίτερη ασφάλιση στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." του με αριθμ. κυκλοφ. ... ρυμουλκούμενου οχήματος το οποίο είχε χώρα συνήθους στάθμευσης την Ιταλία και ήταν εφοδιασμένο κατά το χρόνο εκείνο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, και την, ως εκ τούτου ισομερώς και εις ολόκληρον με αυτήν, ευθύνη της τελευταίας για την καταβολή της, από το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα, αποζημίωσης και χρηματικής λόγω ψυχικής οδύνης ικανοποίησης που επρόκειτο να επιδικασθεί σε βάρος της, άσκησε εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου ως εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" και συντομογραφικώς "Γ.Δ.Α", τις ένδικες από 29-11.2013 παρεμπίπτουσες αγωγές αναγωγής, αιτούμενη να αναγνωρισθεί η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 29 παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986, (με το οποίο έχει κωδικοποιηθεί ο "περι υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων" Ν. 489/1976), υποχρέωση του τελευταίου να της καταβάλει, λόγω της, εις ολόκληρον με τη δική της, ευθύνης της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας κατά ποσοστό 50% του ποσού που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους δικαιούχους ενάγοντες των κυρίων αγωγών για τις παραπάνω αιτίες. Οι ένδικες εξ αναγωγής αγωγές συνεκδικασθείσες με τις κύριες αγωγές απερρίφθησαν με τη με αριθμό 2939/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά της απόφασης αυτής και μόνο κατά τις αναφερόμενες στις παρεμπίπτουσες αγωγές διατάξεις της, η ηττηθείσα ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία άσκησε, στρεφομένη κατά του αντιδίκου της (παρεπιπτόντως) εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ έφεση. Επ' αυτής εξεδόθη η προσβαλλομένη, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκαν και δικάστηκαν εκ νέου οι ένδικες παρεμπίπτουσες αγωγές, οι οποίες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρύθμισης είναι διαφορετικές. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη). Ο νόμος 489/1976 καλύπτει τις ζημίες τρίτων προσώπων που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου. Η έννοιά του, λόγω της σημασίας της δίνεται από τον ίδιο το νόμο (άρθρο 1 περ. α'). Σύμφωνα με το εδάφιο β' της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 "ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη". Το άρθρο 21 της Κ4/585/1978 AYE (ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 17 περ. γ' του ν. 3557/2007) περιείχε αναλυτική ρύθμιση, που αφορούσε την ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία ρυμουλκούμενων οχημάτων και ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας υπό την έννοια ότι η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος ίσχυε μόνο αν ήταν ανασφάλιστο το ρυμουλκό. Για το ζήτημα, όμως του εάν και ως προς το ρυμουλκούμενο και τις εξ αυτού προκαλούμενες ζημίες έχει εφαρμογή το καθιερούμενο με το Ν ΓΠΝ/1911, σύστημα αντικειμενικής ευθύνης, κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 2 Ν. 2696/1999, που ορίζει ως ρυμουλκούμενο "το όχημα που στερείται ιδίας κινητήριας δύναμης και είναι κατασκευασμένο κατά τρόπο ώστε να έλκεται από άλλα μηχανοκίνητα οχήματα" και ως ρυμουλκό "το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται για την έλξη άλλων οχημάτων". Με βάση αυτούς τους ορισμούς προκύπτει ότι όταν το ρυμουλκούμενο όχημα συνδεθεί με το ρυμουλκό και δεν δύναται να τροχοπεδήσει ή να διευθυνθεί μόνο του, τότε αμφότερα τα οχήματα πρέπει να θεωρηθούν ως ενότητα και ως εκ τούτου σε περίπτωση ατυχήματος ευθύνονται μόνο ο κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού (έλκοντος) οχήματος. Το ρυμουλκούμενο όχημα δεν μπορεί εννοιολογικά να έχει κάτοχο και οδηγό κατά την έννοια του άρθρου 4 Ν. ΓΠΝ/1911. Τα δύο οχήματα (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο), όταν συνδεθούν αποτελούν μία λειτουργική ενότητα, ο δε κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού είναι κάτοχος και οδηγός του όλου ενιαίου συρμού, με αποτέλεσμα, αν, διαρκούσης της λειτουργικής ενότητος, προκληθεί ζημία σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό (είτε από το ρυμουλκό είτε από το ρυμουλκούμενο) ευθύνονται κατά το Ν. ΓΠΝ/1911 ο κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού. Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη και στην περίπτωση που τα δύο οχήματα έχουν διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Εξ αυτών συνάγεται ότι σε περίπτωση ατυχήματος που προκαλείται από τον ενιαίο συρμό, η εκ του νόμου ΓΠΝ/1911 αστική ευθύνη θεμελιώνεται μόνο σε βάρος του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του ρυμουλκού, εφόσον το ρυμουλκούμενο στερείται αυτόνομης κίνησης (ΑΠ 309/2005, ΑΠ 259/2004) και μόνο, αν το αίτιο του ατυχήματος προήλθε αποκλειστικώς από το ρυμουλκούμενο (π.χ. κακή στοιβασία του φορτίου ή ελαττωματικότητα του σημείου σύνδεσης τούτου), τότε, παράλληλα με την αντικειμενική ευθύνη του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτου του ρυμουλκού, (που οπωσδήποτε υφίσταται), θεμελιώνεται και ευθύνη του ιδιοκτήτου του ρυμουλκούμενου, με βάση όμως το υποκειμενικό σύστημα των άρθρ. 914 επομ. ΑΚ. Επίσης με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014). Με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 προστέθηκε στο π.δ. 237/1986 νέο άρθρο 6α (που ήδη με το άρθρο 169 § 11 Ν. 4261/2014 διεγράφη από το άρθρο 6α και προστέθηκε αυτούσια στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 6 Π.Δ 237/1986), σύμφωνα με το οποίο, χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή στην προκύπτουσα από το άρθρο 1 Ν. 489/1976, (όπως κωδικοποιήθηκε με το άνω Π.Δ), η ιδιότητα του ρυμουλκούμενου, ως αυτοκινήτου, ορίζονται τα εξής: "Αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται, με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται σε ολόκληρο έναντι των ζημιωθέντων τρίτων. Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, η οποία σαφώς διαφοροποιείται από το προηγούμενο δίκαιο, με το οποίο ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου οχήματος, είναι οι παρακάτω: 1. Πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, δηλαδή ενόσω το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο είναι συνδεδεμένα. Η κυριότητα του ρυμουλκού δύναται να ανήκει σε διαφορετικό πρόσωπο από την κυριότητα του ρυμουλκούμενου. 2. Δεν ερευνάται, όταν το ατύχημα προκαλείται από τον εν κινήσει ενιαίο συρμό (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο) από ποιο συγκεκριμένο όχημα προκλήθηκε το ατύχημα, δηλαδή αν από το ρυμουλκό ή το ρυμουλκούμενο. Τούτο όμως ισχύει μόνο, όταν αντιμετωπίζεται το θέμα της ευθύνης των ασφαλιστών έναντι του παθόντος τρίτου. Έχει όμως σημασία το ζήτημα αυτό στην περαιτέρω δίκη αναγωγής μεταξύ των πλειόνων ασφαλιστών. 3. Να έχουν συναφθεί δύο (2) συμβάσεις ασφαλίσεως, δηλαδή, μία για το ρυμουλκό και μία για το ρυμουλκούμενο. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή αν έχει συναφθεί μία μόνο σύμβαση ασφαλίσεως. Ενόσω προκαλείται ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, γεννάται σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών κατά την έννοια της ΑΚ 481 επ. Για την εφαρμογή της διατάξεως είναι αυτονόητο ότι η εις ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών τελεί υπό την προϋπόθεση της υπάρξεως αστικής ευθύνης των συνδεομένων με το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο προσώπων (ΑΠ 1976/2017). Και τούτο, γιατί η ασφάλιση συνάπτεται για να καλύψει αυτήν ακριβώς την αστική ευθύνη, η οποία, όσον αφορά τα συνδεόμενα με το ρυμουλκούμενο ασφαλιζόμενα πρόσωπα μόνο στις αδικοπραξίες μπορεί να στηρίζεται (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη), αφού ο νομοθέτης δεν είναι δυνατόν με τη διάταξη αυτή να θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξαρτήτως υπάρξεως αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με αμφότερα τα τμήματα του ενιαίου συρμού. Τούτων παρέπεται ότι για την περίπτωση ασκήσεως της αμέσως προηγούμενης προβλεπόμενης αναγωγής, ο ενάγων συνυπόχρεος ασφαλιστής που επιδιώκει την μεταξύ των δύο ασφαλιστών κατανομή της ζημίας, πρέπει να αναφέρει στην αγωγή τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συμβολή του ετέρου οχήματος του ενιαίου συρμού στην πρόκληση της ζημίας. Περαιτέρω, στη δίκη αναγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976, εναγόμενος ο ένας εκ των δύο ασφαλιστών από τον παθόντα τρίτο θα δύναται, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, είτε με αυτοτελή αγωγή, να στραφεί κατά του άλλου ασφαλιστή για τη μεταξύ τους κατανομή της ζημίας. Η πρώτη ασκείται στα πλαίσια της δίκης αποζημίωσης για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής ηττηθεί από τον παθόντα - ενάγοντα. Η αυτοτελής αγωγή ασκείται όταν ο εναγόμενος στη δίκη αποζημίωσης πρώτος ασφαλιστής έχει ήδη ικανοποιήσει τον παθόντα. Μπορεί όμως η αναγωγή να ασκηθεί και πριν από την καταβολή και για την περίπτωση αυτή μέσω του μηχανισμού της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε' ΚΠολΔ (ΑΠ 1976/2017). Στη δίκη αναγωγής αποτελεί αντικείμενο η κατανομή της ζημίας μεταξύ των αυτοκινήτων του ενιαίου συρμού (ρυμουλκού-ρυμουλκούμενου) και συνακόλουθα των ποσοστών που βαρύνουν κάθε ασφαλιστή. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα, ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1976/2017 οπ.π, ΑΠ 462/2017, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, προκειμένου να αχθεί εις την κρίση του για το απαράδεκτο των ένδικων παρεμπιπτουσών αγωγών που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ λόγω αοριστίας του δικογράφου τους διέλαβε τις εξής κρίσιμες για την αναίρεση παραδοχές: "...Η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα) ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" με τις από 29-11-2013 αναγωγές της που άσκησε παρεμπιπτόντως στα πλαίσια των ως άνω τριών αγωγών αποζημιώσεως των ζημιωθέντων τρίτων, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Την 5.11.2011 και ώρα 4.40' περίπου, στη χ.θ. 91,600 της ΝΕΟ Αθηνών - Πατρών έλαβε χώρα σοβαρό τροχαίο ατύχημα, που είχε ως συνέπεια το θανατηφόρο τραυματισμό των Γ. Σ. Θ. Χ. και Β. Ι.. Συγκεκριμένα, το υπ' αριθμ. ... Δ.Χ.Φ ρυμουλκό, που είχε χώρα συνήθους στάθμευσης την Ιταλία, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες, στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, ενεπλάκη σε ατύχημα, με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Σ., στο οποίο επέβαιναν και οι λοιποί θανόντες. Η ενάγουσα εταιρία στις υπό κρίση αναγωγές της, έχει ενσωματώσει, αντιστοίχως, τις κύριες αγωγές αποζημιώσεως, όπου περιγράφονται τα περιστατικά υπαιτιότητας του οδηγού του ρυμουλκού Δ. Χ., τα οποία δεν αρνείται η ίδια. Σύμφωνα με τις αγωγές αυτές, αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο οδηγός του ρυμουλκού, προστηθείς στην οδήγηση τούτου από τη δεύτερη εναγομένη, ιδιοκτήτρια τούτου, περιστατικά που συνομολόγησε και η εναγομένη (νυν εκκαλούσα) εταιρία και δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς, κατά το κεφάλαιο τούτο, να πλήττεται η κρίση του. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του τροχαίου συμβάντος είναι ο πιο πάνω οδηγός. Ειδικότερα, αυτός, κινούμενος στην πιο πάνω οδό, με κατεύθυνση προς Αθήνα, από έλλειψη της επιβαλλομένης επιμέλειας και λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία έβαινε, απώλεσε τον έλεγχο, υπερέβη τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώμαος, και εισελθών στο αντίθετο ρεύμα, καταπλάκωσε το δεύτερο όχημα. Ακόμη έγινε δεκτό ότι στην απώλεια του ελέγχου του ενιαίου συρμού συνετέλεσε αποφασιστικά και η κατάρρευση του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού του ρυμουλκού, η οποία ναι μεν οφείλεται σε αστοχία υλικού, πλην όμως καταλογίζεται στον ως άνω οδηγό και την ιδιοκτήτρια του ρυμουλκού, διότι δεν είχαν μεριμνήσει ώστε το όχημα να υποβληθεί στον απαιτούμενο τεχνικό έλεγχο ΚΤΕΟ. Κατόπιν τούτων, οι αγωγές έγιναν δεκτές και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι (εκκαλούσα εταιρία, οδηγός και ιδιοκτήτρια του ρυμουλκού) καθένας εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ποσά. Περαιτέρω, η ενάγουσα, στο δικόγραφο των αναγωγών, επικαλείται την άνω διάταξη του άρθρου 6α § 4 Ν. 489/1976 καθώς και τα άρθρα 26, 27 του ίδιου νόμου που εγκαθιδρύουν την ευθύνη του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., και ζητεί αναγωγικά από τούτο το 50% οποιουδήποτε ποσού υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ζημιωθέντες με τις προαναφερόμενες αγωγές αντιστοίχως. Με το περιεχόμενο αυτό, οι υπό κρίση (αν)αγωγές είναι αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως (άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ), καθόσον στα δικόγραφα δεν γίνεται επίκληση των περιστατικών συγκλίνουσας υπαιτιότητος και αιτιώδους συμβολής των ασφαλιζομένων από την αλλοδαπή εταιρία προσώπων που συνδέονται με το ασφαλιζόμενο απ' αυτήν ρυμουλκούμενο όχημα και δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η αιτιώδης συμμετοχή των προσώπων τούτων στο ατύχημα, που προκλήθηκε από τον ενιαίο συρμό, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, μόνη η ως άνω διάταξη του άρθρου 6α Ν. 489/1976 που προβλέπει το δικαίωμα της αναγωγής, δεν θεμελιώνει άνευ άλλου ευθύνη του εναγομένου ΝΠΙΔ, χωρίς την ύπαρξη αστικής ευθύνης των ως άνω προσώπων. Επιπροσθέτως, δεν εκτίθεται το ποσοστό συμμετοχής τούτων στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως θα έπρεπε, με βάση το άρθρο 927 ΑΚ, αφού όπως έγινε δεκτό, στις προκείμενες αναγωγές, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 487 § 1 ΑΚ που κατανέμει τη ζημία κατ' ίσα μέρη. Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά που να συνδέουν αιτιωδώς την πρόκληση του ατυχήματος με το ρυμουλκούμενο όχημα που ασφάλιζε αλλοδαπή εταιρία (ρήξη ελαστικού του ρυμουλκούμενου, τυχόν ελάττωμα του προορισμένου για τη σύνδεση σημείου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του). Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα έχει συνομολογήσει ότι το ζημιογόνο ένδικο ατύχημα και οι συνέπειες τούτου οφείλονται σε αποκλειστικό πταίσμα του οδηγού του ρυμουλκού, την αστική ευθύνη του οποίου ασφάλιζε η ίδια. Επομένως, σύμφωνα, και με το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της εναγομένης, οι αναγωγές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες για τον ως άνω τυπικό λόγο". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστες τις ένδικες, όμοιες κατά το ιστορικό και το αίτημά τους παρεμπίπτουσες αγωγές, το περιεχόμενο του δικογράφου των οποίων μετά του ενσωματωμένου σ' αυτό περιεχομένου των κυρίων αγωγών παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και το οποίο επαναλαμβάνεται κατά ουσιώδη στοιχεία του στην προσβαλλομένη όπως εκτέθηκε αμέσως παραπάνω, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. α' εδ. β' ν. 489/76, 2, 4 του ν. ΓΠΝ/1911, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε με την υπαγωγή της ευθύνης του ιδιοκτήτη ρυμουλκούμενου σ' αυτές, αλλά ούτε και την ΑΚ 914 για την εφαρμογή της οποίας, τα αιτιώδη για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου θανατηφόρου ατυχήματος περιστατικά, που παρατέθηκαν στα δικόγραφα των ενδίκων αγωγών αναγωγής, αφορούσαν πράξεις και παραλείψεις, (εκτροπή του ενιαίου συρμού στο αντίθετο ρεύμα σε εθνική οδό λόγω υπερβολικής για της περιστάσεις ταχύτητα και θραύση ελαστικού του ρυμουλκού οφειλόμενη σε πλημμελή συντήρηση του αυτοκινούμενου οχήματος), του οδηγού και του ιδιοκτήτη μόνο του ρυμουλκού. Με βάση τα ίδια περιστατικά ουδεμία ευθύνη στοιχειοθετείται για τον ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου οχήματος, εφόσον στις ένδικες αγωγές δεν εκτίθενται περιστάσεις και γεγονότα αναφορικά με τη συμβολή του ρυμουλκούμενου οχήματος στο τροχαίο ατύχημα. Οι επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στον πρώτο λόγο αναίρεσης σχετικά με την υπαγωγή της ευθύνης του ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου στο ν. ΓΠΝ/1911 και ειδικότερα: α) ότι ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ της προκαλούμενης από το ρυμουλκό ζημίας και εκείνης που προκαλείται από το ρυμουλκούμενο, β) ότι οι παραπάνω διατάξεις θεμελιώνουν αντικειμενική ευθύνη των ιδιοκτητών των οχημάτων του ενιαίου συρμού, γ) ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ν. ΓΠΝ/1911 δεν αποκλείει από την έννοια του αυτοκινήτου τον ενιαίο συρμό οχημάτων είναι αβάσιμες, καθώς, σύμφωνα με όσα και στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν η εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ/1911 (αντικειμενική) ευθύνη δεν καταλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου. Εξάλλου η παράλληλη με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ θεμελίωση της ευθύνης του υπαίτιου οδηγού του φορτηγού ρυμουλκού αυτοκινήτου, που συνδέεται με μη αυτοκινούμενο συρόμενο όχημα, στο άρθρο 914 ΑΚ, δεν οδηγεί αυτοδικαίως στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6α παρ. 4 εδ. β' του Ν. 486/1976), αναγωγή του καταβάλλοντος στους δικαιούχους την αποζημίωση ασφαλιστή του ρυμουλκού έναντι του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, όπως αβασίμως προβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό στοιχ. (ιν) αιτίαση στον ίδιο λόγο αναίρεσης, καθώς η δημιουργία του δικαιώματος αυτού τελεί υπό την αναγκαία προϋπόθεση, η αιτία πρόκλησης του ατυχήματος να προήλθε αποκλειστικά από το ρυμουλκούμενο. Περαιτέρω και η συναφώς με την προηγούμενη προβαλλόμενη με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο μεταξύ άλλων, επί μέρους αιτίαση ότι από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του 922 ΑΚ, συνάγεται ότι ο οδηγός του ρυμουλκού ενεργεί και ως προστηθείς του ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου και συνεπώς, σε περίπτωση ζημίας σε τρίτους, ευθύνονται από κοινού τόσο ο ιδιοκτήτης του ρυμουλκού, όσο και ο ιδιοκτήτης του ρυμουλκούμενου, ερείδεται στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι και για τον τελευταίο, σε περίπτωση ατυχήματος από το ενιαίο όχημα συντρέχει η αντικειμενική ευθύνη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ/1911. Τούτο δε διότι ευθύνη του ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου ως προστήσαντος συντρέχει μόνο αν το αίτιο του ατυχήματος προήλθε αποκλειστικώς από το ρυμουλκούμενο, οπότε παράλληλα με την ευθύνη του οδηγού και του κατόχου του ρυμουλκού θεμελιώνεται ευθύνη και του ιδιόκτητη του ρυμουλκούμενου με βάση όμως το υποκειμενικό σύστημα των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προϋπόθεση όμως που εν προκειμένω δεν συντρέχει, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις ένδικες αγωγές (αναγωγής) περιστατικά, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το αίτιο του ατυχήματος οφείλεται μόνο στο ρυμουλκό και συνεπώς ευθύνη από τις διατάξεις περί πρόστησης για τις πράξεις του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος ως προστηθέντος συντρέχει μόνο στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης ιδιοκτήτριας του ρυμουλκού. Επομένως το Εφετείο, με το να μην εφαρμόσει στην ένδικη περίπτωση τις ως άνω συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. α' εδ. β' και 10 του ν. 489/76, 2, 4 του ν. ΓΠΝ/1911, 914, 922, 927 και 974 ΑΚ και να απορρίψει ως αόριστες τις ένδικες αγωγές, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του π.δ/τος 239/1987, αλλά και η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ για την θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη ταυτόσημες κατά περιεχόμενο αιτιάσεις, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι κατά το δεύτερο μέρος τους με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 πλημμέλεια είναι απαράδεκτοι, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ Ολ. 44/1990, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 101/2005). Τέλος, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/ 1976 και ήδη 6 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, εφόσον στο δικόγραφο των ενδίκων αγωγών αναγωγής δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συμβολή του "ετέρου οχήματος του ενιαίου συρμού", δηλαδή του ρυμουλκούμενου, στην πρόκληση της ζημίας, τα οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη είναι κατά νόμον αναγκαία για θεμελίωση της ευθύνης του ιδιοκτήτου του ρυμουλκούμενου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, χωρίς τη διαπίστωση της οποίας, δεν ενεργοποιείται έναντι του ασφαλιστού του ρυμουλκούμενου η προς αναγωγή αξίωση του ασφαλιστού του ρυμουλκού για την κατανομή της ζημίας. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους τις ένδικες αγωγές, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, αλλά και η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ για τη θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής της αναιρεσείουσας, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 18-6-2018 (αρ. κατ. 5725/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2958/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ