Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 314 / 2025    (Α3, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 314/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Δ. Σ. του Π., κατοίκου Α. Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σπυράκο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... (όπως η επωνυμία της τροποποιήθηκε από ... που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, Χρήστο Παρασκευόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και Πελαγία Λεοντιάδου, η οποία ανακάλεσε την από 11.10.2024 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.02.2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2073/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1349/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.05.2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 03.05.2023 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 397/03.05.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ.1349/ 15.03.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν.3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α`), "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2257/2014). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν.Δ. 400/1970, όπως αυτό τροποποιήθηκε υπό την ώθηση της κοινοτικής νομοθεσίας με βάση το άρθρο 15 του Π.Δ. 252/1996, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (καταργήθηκε με το άρθρο 278 παρ. 1 Ν. 4364/2016, στο οποίο και κωδικοποιήθηκε, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016), προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες ηδύναντο να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούσαν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετείχαν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Linked). Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούσαν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Ειδικότερα, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 Α περ.15 του Ν.Δ. 400/1970,όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με βάση το άρθρο 15 του Π.Δ. 252/1996, σε συνδυασμό και με το άρθρο 24 του Ν. 2076/1992, ως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 92 παρ.1 του Ν. 3601/2007, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε με το άρθρο 166 παρ. 1 του Ν. 4261/2014 (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 107 Α'/5-5-2014), ίσχυαν δε κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης υπόθεσης, προσαρμοσθεισών, εν τέλει, της σχετικών διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας στο άρθρο 16 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, με το άρθρο 13 του μεταγενέστερου Ν.4364/2016, ως ισχύει από 1-1-2016, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούσαν να προβαίνουν σε άσκηση εργασιών παροχής εγγυήσεων στον κλάδο των ασφαλίσεων κατά ζημιών και εργασιών, που εκτελούνταν άμεσα ή έμμεσα στα πλαίσια ασφαλίσεων ζωής, για να εξασφαλίζονται παροχές στον ασφαλισμένο συνδεδεμένες με τις επενδύσεις αυτές, για να εξυπηρετούνται εργασίες κεφαλαιοποίησης και ομαδικά προγράμματα πρόνοιας και για να υλοποιείται η αναλαμβανόμενη διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων και κεφαλαίων. Ειδικά, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που συνδέονταν με επενδύσεις, το άρθρο 13 Γ του Ν.Δ. 400/1970, όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο, προέβαινε σε μία διττή διάκριση. Διέκρινε, δηλαδή, μεταξύ επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολό τους συγκροτούσαν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "Unit Linked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα. Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτούσε συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιοριζόταν εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία ήταν διαιρεμένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια-αμοιβαία ή μεταβλητά - ήταν συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 Δ (xii) και 13 Γγ παρ. Α (ια) και (ιδ) περ. ii του Ν.Δ. 400/1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτούνταν από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα με τρόπο ορισμένο και "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστούσε κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από τη λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Χαρακτηριζόταν, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετούσε, των παροχών ασφαλίσεως ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, ήταν εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούσαν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό"). Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου εγκείμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρέωνε συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτούσε στα πλαίσια του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή απέβλεπε πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριείχαν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι` αυτό ο νόμος θέσπιζε ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούσαν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων. Μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13 Γ παρ. Α περ. ιζ' του προεκτεθέντος Ν.Δ. 400/1970 προβλέπονταν τα εξής: "Η ασφαλιστική επιχείρηση αποστέλλει στον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος της διαχειριστικής χρήσης, κατάσταση η οποία περιλαμβάνει τα εξής: i)Τα συνολικά καταβεβλημένα ποσά από τον αντισυμβαλλόμενο συμπεριλαμβανομένων φόρων και τελών. ii)Τα συνολικά επενδυόμενα ποσά. ii) Συνολικό αριθμό μονάδων. iv)Τιμή μονάδας. v) Τα στοιχεία στα οποία επενδύονται οι μονάδες αναφέροντας τις τιμές τους ιδίως για αα) τις μετοχές, τιμή αγοράς και πώλησης, ββ) τα μερίδια Α/Κ, καθαρή τιμή, τιμή διάθεσης και εξαγοράς γγ) τις ομολογίες, τιμή αγοράς και πώλησης.". Εξάλλου, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. Οι διατάξεις της Οδηγίας 2002/92 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το Π.Δ. 190/2006, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 47 παρ.1 του Ν.4583/2018, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.7 του ως άνω Π.Δ. 190/2006 ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές. Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησής του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1111/2020). Επίσης, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω Π.Δ. 190/2006 και υπό τον τίτλο "Πληροφορίες που οφείλουν να παρέχουν οι διαμεσολαβητές" ορίζονται τα εξής: "παρ.1. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πριν τη σύναψη της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης και, αν είναι αναγκαίο, σε περίπτωση τροποποίησης ή ανανέωσης αυτής, παρέχει στον πελάτη τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες: α) την ταυτότητα και διεύθυνσή του, β) το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τα μέσα για την εξακρίβωση της εγγραφής του, γ) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε συγκεκριμένη ασφαλιστική επιχείρηση, όταν η συμμετοχή του υπερβαίνει το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου αυτής, δ) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή μητρικής επιχείρησης συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης που υπερβαίνει το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ε) τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και σε κάθε ενδιαφερόμενο, να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και, ενδεχομένως, για τις διαδικασίες εξώδικης επίλυσης των διαφορών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10. Για την προτεινόμενη σύμβαση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενημερώνει επιπλέον τον πελάτη για το κατά πόσον: α) παρέχει συμβουλές βάσει της υποχρέωσης της παραγράφου 2 να παρέχει αμερόληπτη ανάλυση, ή β) έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Στην περίπτωση αυτή, μετά από σχετικό αίτημα του πελάτη, ενημερώνει αυτόν για τις επωνυμίες των συγκεκριμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή γ) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ούτε παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2. Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, μετά από σχετικό αίτημα του πελάτη, οφείλει να ενημερώσει αυτόν για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες μπορεί να ασκεί και πράγματι ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται ότι μία συγκεκριμένη πληροφορία παρέχεται μόνο μετά από αίτημα του πελάτη, ο πελάτης ενημερώνεται σχετικά με το δικαίωμά του να ζητεί την πληροφορία αυτή. παρ.2. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παρέχει συμβουλές στον πελάτη βάσει αμερόληπτης ανάλυσης και τον πληροφορεί σχετικά, οφείλει να τις παρέχει με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε αυτός να είναι σε θέση να προτείνει, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την ασφαλιστική σύμβαση που θα ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες του πελάτη. παρ.3 Πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πρέπει, τουλάχιστον, βάσει ιδίως των πληροφοριών τις οποίες παρέσχε ο πελάτης, να διευκρινίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, καθώς και τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι συμβουλές που δίδονται σε αυτόν, σχετικά με συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν. Οι διευκρινίσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με το σύνθετο χαρακτήρα της προτεινόμενης ασφαλιστικής σύμβασης. παρ.4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1,2 και 3 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων και στην περίπτωση αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης.". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019,ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011,ΑΠ 1648/ 2014). Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022,ΟλΑΠ 1/2020,ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με τη νέα της επωνυμία "... είναι ημεδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ζωής, η οποία συστάθηκε στις 14.2.2002, με αρχική επωνυμία ...,με σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και αντασφαλίσεων στις ασφαλίσεις ζωής και στην εκχώρησή τους, καθώς και στην αντιπροσώπευση αλλοδαπών επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής στην Ελλάδα. Εν συνεχεία, με διαδοχικές αποφάσεις της ΓΣ αυτής τροποποιήθηκε η επωνυμία της και σήμερα φέρει την επωνυμία ".... Από το έτος 2009 η τράπεζα "..." λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εξ ονόματος και για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών στις συμβάσεις ασφάλισης ζωής, διαμέσου του δικτύου των καταστημάτων της. Τον Οκτώβριο του 2009, η τελευταία διέθεσε στο κοινό, μεταξύ άλλων, το ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής, συνδεδεμένο με επενδύσεις, με την επωνυμία "...", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, το ασφαλιστικό, κατά το οποίο ο συμβαλλόμενος ασφαλιζόταν για την περίπτωση θανάτου από ατύχημα και το επενδυτικό, το οποίο παρείχε εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη, για τους σκοπούς του εν λόγω προγράμματος, θα συγκροτούσε Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο (εφεξής ΕΜΚ), από 20.11.2009 έως 20.11.2019, με καθαρή τιμή έκδοσης του μεριδίου δέκα (10) ευρώ, το οποίο θα επενδυόταν, στο σύνολό του, για χρονικό διάστημα 5 ετών, ήτοι από 20.11.2009 έως 20.11.2014, σε ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τράπεζας με την επωνυμία "... εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, ενώ, κατά την επόμενη πενταετία, θα τοποθετούνταν σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις, η δε αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού θα γίνονταν σε τρέχουσες τιμές αγοράς. Σύμφωνα με τη λειτουργία του ΕΜΚ, όπως αυτή περιγράφεται στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το εν λόγω ομόλογο παρείχε προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη διάρκειάς του από τον εκδότη, ήτοι στις 20.11.2014, καθώς και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση 4,35% ετησίως. Έτσι, σε κάθε ετήσια επέτειο της ασφάλισης θα καταβαλλόταν στον ασφαλισμένο τοκομερίδιο μικτής αξίας 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού, που αντιστοιχεί σε καθαρή αξία ίση με το 90% της μικτής αξίας, η δε αξία του ομολόγου μπορούσε να αυξηθεί ή να μειωθεί, ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Στις 22.10.2009, ο ενάγων(και ήδη αναιρεσείων) μετέβη στο κατάστημα του παραπάνω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή-αντιπροσώπου της εναγομένης στο Μαρούσι Αττικής και υπέγραψε, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε προφορικά από τον τραπεζικό υπάλληλο του διαμεσολαβητή της εναγόμενης, Β. Μ., για τα γενικά χαρακτηριστικά του ως άνω ασφαλιστικού προγράμματος, ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή σε αυτό με λήπτη της ασφάλισης τον ίδιο και δικαιούχους του ασφαλίσματος, σε περίπτωση θανάτου του, τα δύο τέκνα του, Π. και Κ. Σ., έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 100.000 ευρώ. Από την επισκόπηση της από 22.10.2009 αίτησης προκύπτει ότι πρόκειται για "ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις" και όχι για ένταξη σε προθεσμιακό πρόγραμμα, όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων, καθόσον αυτό είναι απολύτως σαφές, τόσο από τον τίτλο της αίτησης, όσο και από το ότι απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία, την "... και όχι το διαμεσολαβήσαν πιστωτικό ίδρυμα. Στην κρίση αυτή συνηγορεί το όλο περιεχόμενο της αίτησης, που δεν καμία σχέση με προθεσμιακή κατάθεση, αφού συνεχώς γίνεται λόγος σε "ασφαλιζόμενο", "λήπτη της ασφάλισης", "ασφαλιστικό πρόγραμμα", "συνολικό εφάπαξ ασφάλιστρο", "διάρκεια ασφάλισης", "ασφαλιστικό διαμεσολαβητή", ενώ στην πρώτη σελίδα της αίτησης περιλαμβάνεται "Ερωτηματολόγιο Υγείας Ασφαλιζομένου", στο οποίο έχει απαντήσει ο ενάγων και στο τέλος αυτού έχει δηλώσει υπεύθυνα ότι "...πιστεύω είμαι υγιής, όλα τα στοιχεία που έχω παραπάνω δηλώσει είναι αληθή και πλήρη και δέχομαι οι δηλώσεις μου να αποτελέσουν τους όρους συμμετοχής μου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων την ίδια ως άνω ημέρα υπέγραψε εξουσιοδότηση χρέωσης του τραπεζικού του λογαριασμού για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος στην οποία γινόταν λόγος για "...πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν .... Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι δεν έλαβε αντίγραφο της αίτησης ή άλλο έντυπο για την ασφάλιση, ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο ενάγων να επενδύει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό μέσω ενός τραπεζικού καταστήματος με το οποίο είχε συναλλαγές, όπως ο ίδιος αναφέρει στην 3η σελίδα της αγωγής του, μόλις από τον Ιούνιο του 2009 και ν' αποχωρεί χωρίς να λάβει ένα αντίγραφο της προαναφερόμενης αίτησης. Σε κάθε περίπτωση και αληθώς υποτιθέμενου του παραπάνω ισχυρισμού, η παραλαβή από τον ενάγοντα του υπ' αριθ. 53082 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής στις 10.12.2009 και η απλή ανάγνωση αυτού, ουδόλως δικαιολογεί τον ισχυρισμό του περί παραπλάνησής του και προσομοίωσης της ασφάλισης προς προθεσμιακή κατάθεση. Οποιοσδήποτε αναγνώστης του ασφαλιστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να έχει οικονομικές γνώσεις και εμπειρία στις συναλλαγές, εύκολα θα καταλάβαινε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για προθεσμιακή κατάθεση, αλλά για ασφάλιση ζωής συνδεόμενη με επενδύσεις. Ειδικότερα, όπως στην προαναφερόμενη αίτηση ασφάλισης, έτσι και στο ασφαλιστήριο, στο πάνω μέρος αυτού έχει τεθεί το λογότυπο της ασφαλιστικής εταιρίας "...", ενώ γίνεται συνεχώς λόγος για "ασφάλιση ζωής", "ασφάλιστρα", "ασφαλισμένο κεφάλαιο", "τιμή διάθεσης μεριδίου" και "δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης". Επιπλέον, στο ασφαλιστήριο έχουν επισυναφθεί οι "Γενικοί Όροι Ασφαλιστικής Σύμβασης", όπου επαναλαμβάνονται οι παραπάνω όροι που συνάδουν αποκλειστικά και μόνο σε ασφαλιστική σύμβαση και όχι σε προθεσμιακή κατάθεση, καθώς και οι "Γενικοί Όροι Ασφάλισης Ζωής που συνδέεται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου", στο άρθρο των οποίων και σε μιάμισι σελίδα αναπτύσσεται ο "Κανονισμός του ... από τον οποίο με σαφή και ευσύνοπτο τρόπο προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ότι το ενεργητικό του ΕΜΚ, για την πρώτη πενταετία, θα τοποθετηθεί σε ομόλογο και ακολούθως σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις, ότι εκδότης του ομολόγου, που είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, είναι η κυπριακή τράπεζα ... και επισημαίνονται οι κίνδυνοι της ως άνω επένδυσης, ήτοι ο κίνδυνος πρόωρης ρευστοποίησης, ο κίνδυνος αγοράς (αύξηση ή μείωση της αξίας του ομολόγου ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά), ο κίνδυνος μεταβολής συνθηκών και ο πιστωτικός κίνδυνος (κίνδυνος πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του ομολόγου). Εκτός, όμως, από τα παραπάνω έγγραφα, ο ενάγων είχε παραλάβει και το τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών. Το γεγονός της παραλαβής του ως άνω εντύπου, προκύπτει σαφώς από την ιδιόχειρη υπογραφή, που ο ίδιος ο ενάγων είχε θέσει επί της προαναφερόμενης ατομικής αίτησης ασφάλισης και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος αυτής, όπου είχε τεθεί βεβαίωση παραλαβής του ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών. Το ως άνω έντυπο παρουσίαζε συνοπτικά τους κυριότερους όρους του ένδικου ασφαλιστικού - επενδυτικού προγράμματος, ώστε ο ενδιαφερόμενος να λάβει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσει αν επιθυμεί ή όχι να το επιλέξει. Ειδικότερα, στο ως άνω έντυπο περιγράφεται με σαφήνεια το διατιθέμενο προϊόν, κατά το ασφαλιστικό και επενδυτικό σκέλος του, με ακριβή περιγραφή, αλλά και με χρήση παραδειγμάτων, της λειτουργίας του ΕΜΚ, το οποίο ρητώς αναγράφεται ότι για την περίοδο 20.11.2009 έως 20.11.2014 τοποθετείται σε ομόλογο και στο άρθρο 17,που φέρει τον τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", αναφέρονται οι κίνδυνοι που συνδέονται με το ένδικο ομόλογο και επαναλαμβάνονται με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο στο άρθρο 14 παρ. 8 των συνημμένων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο Γενικών Όρων Ασφάλισης Ζωής που συνδέονται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου. Από το σύνολο των προαναφερθέντων εγγράφων που τέθηκαν στη διάθεση του ενάγοντος, σε συνδυασμό και με την προφορική ενημέρωση που είχε από τον υπάλληλο της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας της εναγομένης, Β. Μ., προκύπτει αναμφίβολα ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί επαρκώς και είχε αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του ένδικου προγράμματος, χωρίς να υφίσταται καμία περίπτωση παρερμηνείας αυτού ή σύγχυσής του με απλή προθεσμιακή κατάθεση. Το δε γνωστικό και συναλλακτικό προφίλ του ενάγοντος ήταν απολύτως επαρκές για την κατανόηση των βασικών στοιχείων ενός όχι ιδιαίτερα περίπλοκου επενδυτικού προγράμματος, όπως ήταν το επίμαχο. Ειδικότερα, ο ενάγων, ηλικίας 57 ετών, κατά τον χρόνο της επένδυσης, απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Ηλεκτρονικών, με ιδιαίτερη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, ως φωτογράφος στις ταινίες του Θ. Α., αλλά και με συμμετοχή σε επενδύσεις, όπως αγορά και εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ... είχε αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του ασφαλιστικού προγράμματος της εναγομένης και συνειδητά είχε επιλέξει την τοποθέτηση του κεφαλαίου του στο συγκεκριμένο προϊόν, καθόσον επιθυμούσε το πολύ καλύτερο επιτόκιο του 4,35% που εξασφάλιζε το πρόγραμμα αυτό ετησίως και για τα πρώτα 5 έτη, σε αντίθεση με το μεσοσταθμικό επιτόκιο 3,55% περίπου, που θα εξασφάλιζε αν είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακή κατάθεση για το ίδιο χρονικό διάστημα (το τελευταίο επιτόκιο προκύπτει από υπολογισμό του μέσου όρου των επιτοκίων που, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στη σελ. 86 της αγωγής του, ίσχυσαν στις τρίμηνες προθεσμιακές καταθέσεις κατά το χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2009-Νοεμβρίου 2014), αλλά και την επιπλέον ασφαλιστική κάλυψη, που του παρείχε το πρόγραμμα. Στην ως άνω κρίση συνηγορεί και το γεγονός ότι η εναγομένη απέστειλε ετησίως στον ενάγοντα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α ΝΔ 400/1970, ενημερώνοντας αυτόν για την εξέλιξη της επένδυσής του και την αξία του λογαριασμού του την τελευταία ημέρα εκάστου έτους. Ειδικότερα, η εναγομένη του απέστειλε: 1) την από 26.2.2010 επιστολή της με την οποία τον ενημέρωνε ότι στις 31.12.2009 διέθετε πίστωση 10.000 μεριδίων στο ΕΜΚ του επίδικου προγράμματος, με καθαρή αξία εκάστου μεριδίου 9,384 ευρώ και του λογαριασμού επένδυσης 93.840 ευρώ, β) την από 28.3.2011 επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε ότι διέθετε στις 31.12.2010, τα ίδια ως άνω μερίδια, αξίας εκάστου 9,130 ευρώ και του λογαριασμού επένδυσης 91.300 ευρώ και γ) την από 28.2.2012 επιστολή για τα ίδια μερίδια, αξίας εκάστου, στις 31.12.2011, 6,754 ευρώ και του λογαριασμού επένδυσης 67.540 ευρώ. Μάλιστα, μετά από την τελευταία ενημέρωση και προφανώς λόγω της επελθούσας σημαντικής μείωσης της καθαρής τιμής μεριδίου, ο ενάγων ζήτησε τον υπολογισμό του ποσού που θα λάμβανε σε περίπτωση που θα προέβαινε σε διακοπή του ένδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ... Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων, αφενός ενημερωνόταν τακτικά για την πορεία της επένδυσής του - την οποία, σε κάθε περίπτωση, ήταν εύκολο να παρακολουθεί και μόνος του, μέσω του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου - αφετέρου ότι αυτός είχε αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, αφού κατά τα ανωτέρω διαστήματα ήταν εμφανής η απομείωση του κεφαλαίου του κατά τις επιστολές της εναγομένης, γεγονός που δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά της προθεσμιακής κατάθεσης, πλην όμως ο ενάγων προτίμησε να εμμείνει στην καταρτιθείσα ασφαλιστική σύμβαση, ένεκα του τοκομεριδίου 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίδραση ακόμη και όταν το 2012 η απομείωση του κεφαλαίου του υπερέβη το 30%·Επίσης, ο ενάγων με την αγωγή του κατηγορεί την εναγομένη ότι δεν προέβη σε έλεγχο της καταλληλότητας της συγκεκριμένης επένδυσης, λαμβανομένου υπόψη αφενός του επενδυτικού του προφίλ, αφετέρου της σιωπηρώς μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης διαμεσολάβησης, που την υποχρέωνε σε παροχή συμβουλών και πληροφοριών για την ασφάλιση επενδυτικού χαρακτήρα. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε μετά βεβαιότητας η σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης διαμεσολάβησης, αφού ο ρόλος της διαμεσολαβήτριας τράπεζας περιορίσθηκε αποκλειστικά και μόνο στην ενημέρωση του ενάγοντος για τα χαρακτηριστικά της ένδικης ασφαλιστικής επένδυσης, η δε απόφαση συμμετοχής σ' αυτό ήταν συνειδητή επιλογή του ιδίου, ο οποίος, βάσει και του προαναφερόμενου επενδυτικού του προφίλ, ήταν σε θέση και μπορούσε να εκτιμήσει τα ιδιαίτερα στοιχεία και τους κινδύνους αυτού του όχι πολύπλοκου ένδικου ασφαλιστικού προγράμματος. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτών, η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη και εκ του νόμου και συγκεκριμένα εκ του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 για τη διεξαγωγή τέτοιου ελέγχου, δεδομένου ότι η εναγομένη και το ένδικο ασφαλιστικό πρόγραμμα εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του, ούτε μπορεί να θεμελιωθεί τέτοια υποχρέωση της εναγομένης στο άρθρο 11 παρ. 3 ΠΔ 190/2006 σε συνδυασμό με την αρχή της καλής πίστης ... Περαιτέρω, η εναγόμενη δεν ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη να προβεί σε ενημέρωση για την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, αλλά ούτε και να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησής του από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Εξάλλου, ο Κανονισμός του ΕΜΚ, στον οποίο αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, υποβλήθηκε στις 26.11.2009 από την εναγομένη και στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου, ενώ και η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως διέθετε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της. Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2009, η εκδότρια τράπεζα είχε λάβει από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης "MOODY'S" και "FITCH" βαθμό αξιολόγησης A3 και ΒΒΒ+ αντίστοιχα, εκ των οποίων ο βαθμός Α αντιστοιχεί σε "υποχρεώσεις μέτριας προς υψηλής ποιότητας, που υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο", ο δε βαθμός ΒΒΒ+ αντιστοιχεί σε "καλή πιστοληπτική ικανότητα και η προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής, αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλέψουν την εν λόγω δυνατότητα". Μάλιστα, την ίδια περίοδο οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας είχαν λάβει χαμηλότερη αξιολόγηση (ΒΒΒ) από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης "MOODY'S". Εξάλλου, το εν λόγω προϊόν ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13 Γ του ΝΔ 400/1970, το οποίο ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του ΕΜΚ μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ. Ως εκ τούτου δεν απαγορευόταν η τοποθέτηση του συνόλου του ΕΜΚ σε ένα και μόνο περιουσιακό στοιχείο, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το ΕΜΚ τοποθετήθηκε μόνο στο επίδικο ομόλογο της κυπριακής τράπεζας και, επομένως, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη ενημέρωση των επενδυτών για τυχόν κίνδυνο από την απουσία διασποράς, που σε κάθε περίπτωση αποτελούσε έναν υποθετικό και αρκετά απομακρυσμένο κίνδυνο, δεδομένης της προαναφερόμενης αρκετά καλής πιστοληπτικής αξιολόγησης της εκδότριας τράπεζας, και ήταν επαρκής η ενημέρωση για τους κινδύνους του ομολόγου, που παρείχετο με την ασφαλιστική σύμβαση και το Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών, στο οποίο γινόταν λόγος περί ελαχιστοποίησης του επενδυτικού κινδύνου και όχι περί ανυπαρξίας ή εκμηδένισής του. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη, κατά παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 190/2006, αποσιώπησε τη σύγκρουση συμφερόντων που υπήρχε μεταξύ της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, της διαμεσολαβήσασας τράπεζας και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς η πρώτη κατείχε, αφενός το 49,90% των μετοχών της εταιρίας "... που κατείχε το 100% των μετοχών της εναγομένης, αφετέρου δε το 97,02% των μετοχών της διαμεσολαβήσασας τράπεζας. Ωστόσο, οι ως άνω μετοχικές σχέσεις δεν στοιχειοθετούν εκ του νόμου απαγορευμένη σύγκρουση συμφερόντων, ούτε επιβάλλουν υποχρέωση γνωστοποίησης αυτών στον πελάτη, κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του ΠΔ 190/2006. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει ούτε συμμετοχή της διαμεσολαβήσασας τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής εταιρίας, ούτε συμμετοχή της ασφαλιστικής εταιρίας στο μετοχικό κεφάλαιο της διαμεσολαβήσασας τράπεζας (περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 11 του ΠΔ 190/2006). Επίσης, το άρθρο 13γ του ΝΔ 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προέβλεπε υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε όριζε ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απώλεσε το ποσό της επένδυσής του, λόγω αδυναμίας της εκδότριας τράπεζας να του καταβάλει την αξία του ομολόγου, μετά την ένταξη της τράπεζας αυτής σε ειδική διαχείριση, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το ΕΜΚ του επίδικου προϊόντος Η περίπτωση δε αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθρο 8 περ. IV) και του σχετικού ενημερωτικού έντυπου πληροφοριών (άρθρο 17 περ. IV), των οποίων είχε λάβει γνώση ο ενάγων. Η κατάρρευση δε της κυπριακής τράπεζας-εκδότριας του ομολόγου συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο το διάστημα 2012-2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο, χωρίς ανάλογο μέχρι τότε προηγούμενο στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενο να προβλεφθεί, κατά τον χρόνο σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, από τον μέσο λογικό και επιμελή άνθρωπο. Επομένως, ακόμη κι αν υφίστατο επιλήψιμη συμπεριφορά της εναγομένης, δεν θα υπήρχε πρόσφορη αιτιώδης σύνδεση αυτής με τη ζημία που υπέστη ο ενάγων, καθώς θα οφειλόταν σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή του, την οποία δεν θα μπορούσε να προβλέψει η εναγομένη, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου ... Η συμπεριφορά, όμως, της εναγόμενης στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τον ενάγοντα ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας και ως εκ τούτου η συμπεριφορά της αυτή ούτε παράνομη ήταν, ούτε υπαίτια και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας του ενάγοντος. Επομένως, ουδόλως γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης, ούτε κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρα 281, 288 και 914 ΑΚ), ούτε κατά τους λοιπούς επικαλούμενους νόμιμους λόγους ευθύνης της. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των τριών πρώτων λόγων της υπό κρίση έφεσης. Τέλος, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής περί παράλειψης ενημέρωσης από την εναγομένη για την επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας τράπεζας, η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη εκ του νόμου, ούτε από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, ούτε και από τις αρχές της καλής πίστης, να ενημερώσει τον ενάγοντα για οποιαδήποτε τυχόν επιδείνωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας. Σύμφωνα με το επικαλούμενο από τον ενάγοντα άρθρο 13γ παρ. Αιζ του ΝΔ 400/1970, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να του αποστέλλει "...στο τέλος της διαχειριστικής χρήσης, κατάσταση η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: i) τα συνολικά καταβεβλημένα ποσά από τον αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένων φόρων και τελών, ii) τα συνολικά επενδυόμενα ποσά, iii) συνολικό αριθμό μονάδων και iv) τιμή μονάδας...", υποχρέωση στην οποία ανταποκρίθηκε μέσω των προαναφερόμενων ετήσιων ενημερωτικών επιστολών που του απέστειλε, ενώ η πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας τράπεζας ήταν ευχερώς αντιληπτή για τον ενάγοντα μέσω του ηλεκτρονικού και έγγραφου τύπου, λαμβανομένης υπόψη και της προαναφερόμενης συναλλακτικής εμπειρίας του και ήταν άμεσα συνδεδεμένη και με την ελληνική οικονομική κρίση και την μεγάλη έκθεση της κυπριακής τράπεζας σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, στοιχεία τα οποία ήταν ευρέως και κατ' επανάληψη προβαλλόμενα στον ελληνικό τύπο της περιόδου εκείνης. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο 4°ς λόγος της έφεσης, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την σχετική επικουρική βάση ως νομικά αβάσιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, κατέληξε σε ορθό διατακτικό ... Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ.2073/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 23.02.2018 αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ.1-3 του Π.Δ. 190/2006,288,281,297,298,330,914 του ΑΚ, 13γ παρ. Α περ. ιζ' του Ν.Δ. 400/1970 και 8 παρ.1 του Ν.2251/ 1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αρμοδίου υπαλλήλου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στον αναιρεσείοντα ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων του εν λόγω αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο άνω αρμόδιος υπάλληλος της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας παρείχε πλήρη ενημέρωση στον αναιρεσείοντα, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης ως προς τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος, καθιστώντας σε αυτόν σαφές, ότι δεν πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση αλλά για επενδυτικό προϊόν που ενείχε το πλεονέκτημα της υψηλής απόδοσης συνάμα δε και το μειονέκτημα ότι δεν ήταν εγγυημένο το κεφάλαιο που επρόκειτο να επενδυθεί, και ότι τα χαρακτηριστικά αυτής της επένδυσης έγιναν πλήρως κατανοητά από τον αναιρεσείοντα, υποψήφιο επενδυτή, αυτός δε συμφώνησε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, έχοντας ενημερωθεί τόσο προφορικά, όσο και γραπτά, από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο, κατά τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό σχετικά με το ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν "..., και μάλιστα, ενημερώθηκε προφορικά από τον ίδιο υπάλληλο και, σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο του τρισέλιδου ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών που παρέλαβε, ταυτόχρονα με την κατάρτιση και υπογραφή από αυτόν της ως άνω αίτησης ασφάλισης, και για τους κινδύνους του προϊόντος, που αναφέρονται στο άρθρο 17 του ως άνω εντύπου με τον τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", και επαναλαμβάνονται με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο στο άρθρο 14 παρ.8 των συνημμένων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο Γενικών Όρων Ασφάλισης Ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου, στους οποίους(κινδύνους) περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος μεταβολής συνθηκών και ο πιστωτικός κίνδυνος, με την έννοια ότι η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη και ότι η αδυναμία του εκδότη να καταβάλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυόμενου ποσού, αλλά παρ' όλα αυτά ο ενάγων, έχοντας αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, ανέλαβε τους ως άνω κινδύνους και υπέβαλε την αίτηση συμμετοχής του στο εν λόγω πρόγραμμα, κρίνοντας αυτό ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, β) o υποπροστηθείς της αναιρεσίβλητης τραπεζικός υπάλληλος δεν παρασιώπησε ή απέκρυψε από τον αναιρεσείοντα την τοποθέτηση του ως άνω κεφαλαίου του ως εφάπαξ ασφάλιστρο στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η αναιρεσίβλητη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τράπεζας με την επωνυμία "... γ) η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στα πλαίσια της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του πελάτη της - αναιρεσείοντος, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τον αναιρεσείοντα, δ) κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα η εκδότρια του ομολόγου Τράπεζα δεν αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έθεταν σε αμφισβήτηση τη φερεγγυότητά της, ε) δεν αποδείχθηκε αμελής διαχείριση από την αναιρεσίβλητη του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, δεδομένου ότι το επίμαχο ομόλογο εκδόθηκε και εισήχθη στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και ως εκ τούτου αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει την αξία του, στ) το εν λόγω προϊόν ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ του ΝΔ 400/1970, το οποίο όριζε ότι περιουσιακά στοιχεία του ΕΜΚ μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ, και, επομένως, δεν απαγορευόταν η τοποθέτηση του συνόλου του ΕΜΚ σε ένα και μόνο περιουσιακό στοιχείο, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το ΕΜΚ τοποθετήθηκε μόνο στο επίδικο ομόλογο της κυπριακής τράπεζας και, επομένως, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη ενημέρωση των επενδυτών για τυχόν κίνδυνο από την απουσία διασποράς, που σε κάθε περίπτωση αποτελούσε έναν υποθετικό και αρκετά απομακρυσμένο κίνδυνο, δεδομένης της προαναφερόμενης αρκετά καλής πιστοληπτικής αξιολόγησης της εκδότριας τράπεζας, και ήταν επαρκής η ενημέρωση για τους κινδύνους του ομολόγου, που παρείχετο με την ασφαλιστική σύμβαση και το Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών, στο οποίο γινόταν λόγος περί ελαχιστοποίησης του επενδυτικού κινδύνου και όχι περί ανυπαρξίας ή εκμηδένισής του, ζ)δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, κατά παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 190/2006, αποσιώπησε δήθεν τη σύγκρουση συμφερόντων που υπήρχε μεταξύ της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, της διαμεσολαβήσασας τράπεζας και της ίδιας(αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας), καθώς η πρώτη κατείχε, αφενός το 49,90% των μετοχών της εταιρίας "... που κατείχε το 100% των μετοχών της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε το 97,02% των μετοχών της διαμεσολαβήσασας τράπεζας. Και τούτο, διότι οι ως άνω μετοχικές σχέσεις δεν στοιχειοθετούν εκ του νόμου απαγορευμένη σύγκρουση συμφερόντων, ούτε επιβάλλουν υποχρέωση γνωστοποίησης αυτών στον πελάτη, κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του ΠΔ 190/2006, δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης στην υπό κρίση περίπτωση δεν συνέτρεχε ούτε συμμετοχή της διαμεσολαβήσασας τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής εταιρίας, ούτε συμμετοχή της ασφαλιστικής εταιρίας στο μετοχικό κεφάλαιο της διαμεσολαβήσασας τράπεζας, ενώ κατ' ορθήν ερμηνεία του άρθρου 13γ του ΝΔ 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλεπόταν υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε ορίζετο ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων(ΑΠ 1111/ 2020) και η) η ζημία που υπέστη ο αναιρεσείων δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και πρωτίστως του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συναφείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, διατεινόμενος ότι η αναιρεσίβλητη παραβίασε τις υποχρεώσεις της προς τον ίδιο α) για συμβουλευτική καθοδήγηση και διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας, β) για γνωστοποίηση της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων, γ) για ενημέρωση ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού, δ) για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου και τις συνέπειες αυτής, ε) για τις διαφορές που το επίδικο προϊόν είχε σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιούσαν ως τότε, και στ) για ενημέρωση για τον αυξημένο κίνδυνο από την απουσία διασποράς, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι δε λόγοι (κατά τα άνω σκέλη τους), καθ` ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία του αναιρεσείοντος δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του άνω υποπροστηθέντος τραπεζικού υπαλλήλου, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι από την από 22.10.2009 αίτηση που υπέγραψε ο αναιρεσείων προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση προθεσμιακής κατάθεσης, β) ότι ο αναιρεσείων συμπλήρωσε, υπέγραψε και επισύναψε στην ανωτέρω αίτηση την αναφερόμενη εξουσιοδότηση, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή του ήταν να τοποθετήσει το διατεθέν κεφάλαιό του στο επίμαχο ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση του και είχαν γίνει αποδεκτά από αυτόν, γ) ότι ο αναιρεσείων, κατά την υπογραφή της ανωτέρω ατομικής αίτησης ασφάλισης, παρέλαβε και το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το οποίο περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τις οποίες ο εκάστοτε κάτοχος είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του επίμαχου προϊόντος, στο οποίο επρόκειτο να τοποθετήσει τα χρήματά του, αφού γινόταν αναφορά στους κυριότερους όρους του προγράμματος ..." κατά το ασφαλιστικό και το επενδυτικό σκέλος του, ενώ περιλαμβανόταν ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυομένου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος και επισημαίνονταν και οι κίνδυνοι του προϊόντος, δ) ότι ο αναιρεσείων ενημερώθηκε τόσο προφορικά, όσο και γραπτά, κατά τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο σχετικά με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν ...", το οποίο ο ίδιος έκρινε ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, ε) ότι η αναιρεσίβλητη απέστειλε ετησίως στον αναιρεσείοντα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α ιζ' του Ν.Δ. 400/1970, ενημερώνοντας αυτόν για την εξέλιξη της επένδυσής του και την αξία του λογαριασμού του την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, στ) ότι ο αναιρεσείων είχε πλήρως αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος και δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, παρά τη συνεχή απομείωση των κεφαλαίων του, αλλά ενέμεινε στην καταρτισθείσα με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική σύμβαση, εξαιτίας του τοκομεριδίου 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού που αυτός εισέπραττε, αλλά και της επιπλέον ασφαλιστικής κάλυψης, που του παρείχε το πρόγραμμα, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσης αυτού, ζ) ότι o υποπροστηθείς της εναγόμενης τραπεζικός υπάλληλος δεν παρασιώπησε ή απέκρυψε από τον αναιρεσείοντα την τοποθέτηση του ως άνω κεφαλαίου του ως εφάπαξ ασφάλιστρο στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η αναιρεσίβλητη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... η)ότι το επίδικο προϊόν..."ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ του Ν.Δ. 400/1970, η δε αναιρεσίβλητη δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, θ) ότι η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της, ι) ότι ο αναιρεσείων απώλεσε το ποσό της επένδυσής του, λόγω της αδυναμίας της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να του καταβάλει την αξία αυτού, μετά την ένταξή της σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος, περίπτωση που συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που συνήψε ο αναιρεσείων με την αναιρεσίβλητη, ια) ότι η κατάρρευση της εκδότριας του ομολόγου κυπριακής τραπεζικής εταιρείας, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία τα έτη 2012 - 2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο, ακόμη και για τους τραπεζικούς κύκλους, και μη δυνάμενο να προβλεφθεί, κατά τον χρόνο σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, από τον μέσο λογικό και επιμελή άνθρωπο, ιβ) ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στα πλαίσια της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του πελάτη της - αναιρεσείοντα, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τον αναιρεσείοντα, και ιβ) ότι, ενόψει αυτών, η ζημία που υπέστη ο αναιρεσείων δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος (κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αν τηρήθηκε ή μη η υποχρέωση για συμβουλευτική καθοδήγηση του ιδίου, δια της διερευνήσεως του επενδυτικού του προφίλ και αιτιολογήσεως της εκ μέρους των οικείων τραπεζικών υπαλλήλων παρασχεθείσης συμβουλής, και για έλεγχο καταλληλότητας του επίδικου προϊόντος για αυτόν, καθώς επίσης αναφορικά με το αν παραβιάστηκαν ή όχι οι υποχρεώσεις πληροφόρησης και διαφώτισης και ειδικότερα για παράλειψη ενημέρωσης του αναιρεσείοντος α) για την υφιστάμενη σύγκρουση συμφερόντων, β) για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς, γ) για την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού, δ) για τις διαφορές που το επίδικο προϊόν είχε σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιούσαν ως τότε, ε) για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που τοποθετήθηκε σε ομόλογο, καθώς και στ) ως προς την παραβίαση των υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης, που απέρρεαν από το άρθρο 13γ παρ. Α περ.ιζ' του Ν.Δ. 400/1970 και ζ) την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας του και τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι δε λόγοι (κατά τα άνω σκέλη τους), καθ` ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ` αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 447/2019). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 853/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τα αντίστοιχα σκέλη των πέμπτου και όγδοου λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τις παραδοχές του σχετικά με την παράβαση της αναιρεσίβλητης για ενημέρωση του αναιρεσείοντος για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς της επένδυσης του κεφαλαίου του σε διαφορετικά προϊόντα, και ότι τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογούν, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την επέμβαση ενός εξωτερικού παράγοντα που να προκάλεσε με αιφνίδιο και απρόβλεπτο τρόπο την αδυναμία πληρωμής του επίδικου ομολόγου από την εκδότριά του. Οι λόγοι αυτοί, κατά τα προαναφερόμενα σκέλη τους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, εφόσον δεν τελεσφόρησε η προσβολή, με τους άλλους λόγους αναιρέσεως, της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία (κύρια αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το προαναφερόμενο τμήμα τους, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με την επίφαση αυτών ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ότι η ζημία που υπέστη αυτός δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.05.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1349/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή