Αριθμός 1010/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E." ("... ΑΕ"), πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E.", με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5772/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3188/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …87 Ε' /19-3-2018 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφ' όσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ' όσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής ( ΑΠ 31/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπ' όψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών στις οποίες αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου ως άνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων, α).....ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο και επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις....λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση. Οι ανωτέρω, ενδεικτικώς αναφερόμενες, περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου, (per se), από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπ' όψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών στις οποίες αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διαταράξεως της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, των οποίων η διατάραξη της ισορροπίας εις βάρος του καταναλωτή δυνατόν να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι, κατά τη νέα διατύπωση της παρ. 6 του άρθρου 2 του άνω νόμου, που επέφεραν τα άρθρα 10 παρ. 24 του ν. 2741/1999, και 2 παρ. 2 του ν. 3587/2007 σημαντική ή ουσιώδης (ΟλΑΠ 15/2007) σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπ' όψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποίο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποίο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποίες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα δύναται κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και να προστατευθεί από τις συνέπειες της επελεύσεως του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005). Εξ άλλου, η Τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β' του ν. 2251/1994 - ως ίσχυε πριν από την επελθούσα κωδικοποίηση του εν λόγω νόμου δυνάμει του Ν.4512/2018 - που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή", οι δε παρεχόμενες από τις Τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποιήσεως. Εν όψει των ανωτέρω, ο N. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών. Ως καταναλωτής νοείται όχι μόνον ο πελάτης της Τράπεζας, ο οποίος δυνατόν να είναι πιστολήπτης (άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' N. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 1 N. 3587/2007), αλλά και ο εγγυητής, (ΑΠ 1242/2017). Με βάση τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, επί ατομικών διαφορών, δεν κρίνεται συμφώνως προς το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο της αρχικής διατυπώσεως του ή της καταρτίσεως της συγκεκριμένης συμβάσεως, αλλά με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ανακύπτει το πρόβλημα, το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 788/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ α` ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017). Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για την θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΟλΑΠ 18/1998, AΠ 807/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ . Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον : 1) εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, καθ' όσον έκρινε ότι ο περιλαμβανόμενος στη σύμβαση χορηγήσεως πιστώσεως( προς τον συνδικαιούχο του επίδικου λογαριασμού) συμβατικός όρος, με τον οποίο παρεχόταν στην Τράπεζα δικαίωμα συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη ανταπαίτηση του πιστούχου, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση, είναι καταχρηστικός και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, και 2) περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, και δη δεν αναφέρει κανένα από τα κριτήρια της γενικής ρήτρας της ως άνω διατάξεως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα: ''...Ο νυν εφεσίβλητος-ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, με τον συνδικαιούχο Α. Χ. του Κ. ... στο ενταύθα κατάστημα της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας)... Στις 26-1-2006 ο ενάγων έδωσε στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης εντολή πώλησης 336 μετοχών του (μετοχές έκδοσης της ... ΑΕ) και μετά την πώληση το καθαρό τίμημα των 10.295,59 ευρώ πιστώθηκε την 31-1-2006 από το κατάστημα απ' ευθείας στον ως άνω κοινό λογαριασμό. Ο λογαριασμός αυτός, πριν την 31-1-2006 είχε υπόλοιπο 645,08 ευρώ, μετά δε την κατάθεση του ποσού των 10.295,59 ευρώ είχε υπόλοιπο 10.940,67 ευρώ. Την 1-2-2006 ο ενάγων προέβη σε ανάληψη ποσού 5.470,00 ευρώ και το υπόλοιπο του άνω λογαριασμού διαμορφώθηκε σε 5.470,67 ευρώ. Ο ως άνω λογαριασμός του ενάγοντος δεσμεύτηκε κατά ποσοστό 50% από το Ελληνικό Δημόσιο .... Κατά το έτος 2013 ... η Δ.Ο.Υ. ... επέβαλε εκ νέου κατάσχεση στα χέρια της εναγομένης ως τρίτης με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …4/7-3-2013 αναγκαστική κατάσχεση (που αφορούσε όσα η τράπεζα του όφειλε ή μελλοντικά θα του οφείλει και μέχρι του ποσού των 3.065,49 ευρώ). Επρόκειτο και πάλι για ατομική οφειλή του ενάγοντος από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 2012 .... Η εναγόμενη με τη ... δήλωση τρίτου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών δήλωσε ότι: α) υφίσταται επ' ονόματί του στα χέρια της το ποσό των 2,68 ευρώ και 2,10 ευρώ σε κοινό λογαριασμό, τα οποία δεσμεύθηκαν και θα αποδοθούν, β) έχει επιβληθεί κι άλλη κατάσχεση στα χέρια της από τη … Δ.Ο.Υ. … μέχρι του ποσού των 2.772,63 ευρώ, με κατάσχεση που κοινοποιήθηκε στην τράπεζα στις 29-11-2012, γ) έχει επιβληθεί άλλη κατάσχεση εις χείρας της από τη Δ.Ο.Υ. ... με κατασχετήριο έγγραφο που της κοινοποιήθηκε στις 29-10-2007 και μέχρι του ποσού των 452.273,79 ευρώ. Από το βιβλιάριο και την κίνηση του ... κοινού λογαριασμού του ενάγοντος στην εναγόμενη τράπεζα αποδεικνύεται ότι την 31-12-2012 το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχονταν σε 5.544,10
ευρώ. Την 1-3-2013 η εναγόμενη χρέωσε μονομερώς τον κοινό λογαριασμό με το ποσό των 5.544,10 ευρώ, το οποίο και ανέλαβε, με αποτέλεσμα αυτός (κοινός λογαριασμός) να εμφανίζει μηδενικό υπόλοιπο, τη στιγμή που προϋπήρχε αφενός η κατάσχεση της Δ.Ο.Υ. ... (από το 2007), αλλά και η με αριθμό πρωτοκόλλου ….24/27-11-2012 αναγκαστική κατάσχεση της … Δ.Ο.Υ. …., που αφορούσε όσα η τράπεζα του όφειλε ή μελλοντικά θα του οφείλει και μέχρι του ποσού των 2.772,63 ευρώ και η οποία είχε κοινοποιηθεί στην τράπεζα στις 29-11-2012. Η εναγόμενη ύστερα από προφορικές οχλήσεις του ενάγοντος, προς το κατάστημα στο οποίο διατηρούσε τον άνω κοινό λογαριασμό, ενημέρωσε τον τελευταίο (ενάγοντα) ότι η τράπεζα (δια του καταστήματος) χρέωσε τον κοινό λογαριασμό του με το ποσό των 5.544,10 ευρώ, λόγω οφειλών προς αυτήν του συνδικαιούχου του λογαριασμού, Α. Χ. και αρνήθηκε να του αποδώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο πριν από το συμψηφισμό ανέρχονταν σε 5.544,10 ευρώ. Μάλιστα με το από 27-3-2013 έγγραφο της η εναγόμενη απαντώντας στην από 4-3-2013 επιστολή του τον πληροφόρησε, χωρίς ωστόσο να του κοινοποιήσει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, ότι "εφόσον υπάρχει οφειλή από δάνειο ή πιστωτική κάρτα, η Τράπεζα μπορεί να πιστώσει το λογαριασμό της κάρτας ή του δανείου χρεώνοντας αντίστοιχα οποιονδήποτε καταθετικό λογαριασμό του οφειλέτη, ακόμη κι αν ο λογαριασμός είναι κοινός. Η δυνατότητα αυτή απορρέει από σχετική εντολή που ο πελάτης δίνει με την σύμβαση. Η εναγομένη, όπως αποδείχθηκε, ουδέποτε γνωστοποίησε με σχετική δήλωση (με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας) τη βούληση της να προβεί σε συμψηφισμό είτε στον ενάγοντα, είτε στον συνδικαιούχο του λογαριασμού (οφειλέτη της κατά τους ισχυρισμούς της), αλλά προέβη σ' αυτόν (συμψηφισμό) εξωτερικεύοντας τη βούληση της με μόνη την υλική ενέργεια της χρέωσης του λογαριασμού, αρνούμενη δε να του αποδώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού. Σύμφωνα όμως με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκαν, ο ως άνω συμβατικός όρος τον οποίον επικαλείται η εναγόμενη, δηλαδή το δικαίωμα αυτής να προβαίνει, χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση της δήλωσης βούλησης της, στον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίον απευθύνεται, σε μονομερή συμψηφισμό, είναι καταχρηστικός και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η απαίτηση του αντιδίκου για ανάληψη του ποσού του επιδίκου κοινού λογαριασμού αποσβέστηκε με συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό με ανταπαίτησή της κατά του άλλου συνδικαιούχου του λογαριασμού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, διότι ο σχετικός συμβατικός όρος να προβαίνει η τράπεζα που έχει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή από την παρούσα σύμβαση σε δικαίωμα συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη ανταπαίτηση του πιστούχου ή και του εγγυητή, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση εφόσον συμφωνήθηκε ότι οι όροι του άρθρου 441 του ΑΚ πληρούνται με την σύμβαση αυτή, είναι γενικός όρος συναλλαγών που έχει διατυπωθεί (στη σύμβαση) εκ των προτέρων μονομερώς για μελλοντικές συμβάσεις, δεν έχει γίνει αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης των αντισυμβαλλομένων και είναι ως εκ τούτου άκυρος ως καταχρηστικός και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, όπως ορθώς δέχτηκε ερμηνευόμενη ως προς αυτό η εκκαλουμένη.
Συνεπώς ενόψει των ανωτέρω, εφόσον ο ως άνω συμψηφισμός της εναγομένης, που ασκήθηκε καταχρηστικά, είναι άκυρος και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, οφείλει η τελευταία (εναγομένη) να επιστρέψει στον ενάγοντα το ποσό των 5.544,10€, που είχε αναλάβει, την 1.3.2013, από τον ως άνω κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Η άρνηση δε της εναγομένης να επιστρέφει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό συνιστά αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως, η οποία ειδικότερα απορρέει από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης. ...''. Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 3188/2016 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσία την από 18-9-2014 έφεση της αναιρεσείουσας.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις, του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 3587/2007, εφ' όσον αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές προς εφαρμογή τους, και δη η ακυρότητα του όρου θεμελιώθηκε στο γεγονός ότι αυτός δεν έχει γίνει αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης των αντισυμβαλλομένων. Ταύτα πάντα τελούν υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δικαιούται να επικαλεσθεί την κατά τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα όρου συμβάσεως πιστώσεως, στην οποία δεν υπήρξε συμβαλλόμενος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καλύπτεται από τα ήδη δεκτά γενόμενα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ προκύπτει ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την, δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο, και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαδραμών χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 633/2015, 1617/2009). Βασικό δηλαδή στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού δύναται να λάβει χώρα είτε εξωδίκως, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται αναδρομικώς από το χρόνο που συνυπήρξαν (ΑΠ 435/2015). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξωδίκως, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικώς ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση "εξοφλήσεως" διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 132/2017) 450/2013).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559, αριθμού 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι το μεν παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, το δε διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό της εκκαλούσας αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''...Εξάλλου, παρά τις προαναφερθείσες κατασχέσεις των Δ.Ο.Υ. …. και ..., η εναγόμενη δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο το υπόλοιπο του λογαριασμού, που μέχρι 1-3-2013 ανέρχονταν σε ποσό 5.544,10 ευρώ, κατά δε την 1-3-2013, όπως προαναφέρθηκε, χρέωσε το λογαριασμό με το ως άνω ποσό και το ανέλαβε, ενεργώντας αντισυμβατικά και καταχρηστικά, με μονομερή συμψηφισμό, επικαλούμενη χρέος προς αυτήν του συνδικαιούχου του λογαριασμού και σχετικό συμβατικό της δικαίωμα και δεν γνωστοποίησε, όπως όφειλε, πριν τον συμψηφισμό, τη δήλωση βούλησής της (με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας) στον ενάγοντα και στον συνδικαιούχο του λογαριασμού. Με το δεύτερο λόγο της έφεσης νυν εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε τον επικουρικά προβαλλόμενο ισχυρισμό της πως η απαίτηση του αντιδίκου για ανάληψη του ποσού του επιδίκου κοινού λογαριασμού αποσβέστηκε με μονομερή ή ακούσιο συμψηφισμό με ανταπαίτησή της κατά του άλλου συνδικαιούχου του λογαριασμού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι η εναγομένη-εκκαλούσα συνομολογώντας το γεγονός ότι άσκησε μονομερώς το συμβατικό δικαίωμά της προς συμψηφισμό, δε γνωστοποίησε με σχετική δήλωση τη βούλησή της (να προβεί σε συμψηφισμό) ούτε στον καθ' ου, ούτε στο συνδικαιούχο του προφορικά ή με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας που έπρεπε να αποστείλει σ' αυτόν πριν από τη χρέωση και ανάληψη του ποσού των 5.544,10 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό (καθόσον μάλιστα η επικαλούμενη από αυτήν με την από 27-3-2013 έγγραφη απάντησή της δήλωση είναι μεταγενέστερη του συμψηφισμού που έλαβε χώρα στις 1-3-2013), αλλά προέβη στην υλική ενέργεια της χρέωσης του κοινού λογαριασμού, αρνούμενη να αποδώσει στον καθ' ου το υπόλοιπο του λογαριασμού του...''.
Υπό τις ως άνω παραδοχές και συμφώνως προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, το ανωτέρω δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, καθ' όσον έκρινε ότι για τη βασιμότητα της προβληθείσας ενστάσεως αποσβέσεως της οφειλής διά του συμψηφισμού απαιτούνται κατά νόμο οι προϋποθέσεις της γνωστοποιήσεως της δηλώσεως βουλήσεως του προτείνοντος τον συμψηφισμό το μεν και δι' εγγράφου (φέροντος βεβαία χρονολογία), το δε σε χρόνο μεταγενέστερο του επελθόντος συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καλύπτεται από τα ήδη δεκτά γενόμενα.
Συμφώνως προς το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ` στοιχ. Α` ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ` ιδία δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφ' ενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ' ετέρου, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, και δύναται να τα χρησιμοποιεί, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως, έναντι του δέκτη της καταθέσεως, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαιτήσεως επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαιτήσεώς της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της καταθέσεως, εφ' όσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου 5638/1932 "κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη". Με τη διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Δηλαδή πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών, δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαίρεται όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ` ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη, που διαφεύγει την κατάσχεση, -συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό συζήτηση διάταξη, ακατάσχετο-, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη. Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 4 του ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής Έτσι, καθ' όσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο εκ μέρους της οφειλέτριας Τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως και ως προς τους εις ολόκληρο από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της καταθέσεως(ΑΠ 1812/2007). Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επ` αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 854/2017). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 806, 822 και 830 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξαρτήτως του αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, συνάπτεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην Τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει, τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της ως άνω λειτουργίας είναι ότι μετά την κατάθεση, αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και καταθέσεως, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε Τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (ΑΚ 1034), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο, όταν της ζητηθεί. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας η θεματοφύλακας τράπεζα οφείλει σε περίπτωση αμφιβολίας, αφενός μεν να αποδώσει τα χρήματα, αν τα απαιτεί ο παρακαταθέτης και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίσθηκε προς φύλαξή τους (άρθρα 830 παρ. 1 εδ. α` και 827 του ΑΚ), αφ' ετέρου δε να καταβάλει νομίμους τόκους επί του οφειλόμενου ποσού από την όχλησή της (άρθρα 340, 431, 345 και 346 ΑΚ), η οποία είναι οιονεί δικαιοπραξία και δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τύπο ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει με τη σαφή πρόσκληση καταβολής, μεταξύ των άλλων, το είδος και το ποσό της αξιουμένης παροχής (ΑΠ 1220/2014). Συναφώς, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της καταθέσεως, ακόμα κι αν είναι αυθαίρετη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως και όχι καθαυτή αδικοπραξία, υπό την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, με αποτέλεσμα να μη γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και αξίωση αποζημιώσεως τούτου, εκτός αν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτιως. Η Τράπεζα δικαιούται κατ' άρθρο 1000 ΑΚ, να διαθέσει τα κατατεθειμένα σ' αυτή χρήματα "κατ' αρέσκεια", επομένως και αν ακόμη αρνείται αυτή ν' αποδώσει στον καταθέτη κατά τον προσήκοντα χρόνο, τα κατατεθειμένα χρήματα, ο καταθέτης δεν έχει εναντίον της την κατ' άρθρο 914 επ. ΑΚ αξίωση προς αποζημίωση, αλλά μόνο την αγωγή από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, κατά τα άρθρα 806, 822 και 830 ΑΚ. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η κατά της Τράπεζας αγωγή, με την οποία ζητείται από τον καταθέτη το ποσόν της καταθέσεώς του, δεν δύναται να έχει άλλη βάση πλην της εκ της ανωμάλου παρακαταθήκης, όχι δε και εξ αδικοπραξίας, διότι η Τράπεζα, ακόμη και αν αυθαίρετα παρακρατεί το ποσόν της καταθέσεως, δεν αδικοπραγεί, κατά τα προεκτεθέντα (ΑΠ 854/2017). Για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ευθύνης δεν απαιτείται να προέβη ο υπαίτιος στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον παθόντα, αλλά αρκεί και η γνώση αυτού ότι η επέλευση ζημίας στον άλλον ήταν ενδεχόμενη και παρά ταύτα αυτός δε θέλησε να απόσχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκάλεσε την ζημία (ΑΠ 356/2013).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον : 1) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 830 § 1 ΑΚ και 985 § 3 ΚΠολΔ - εφ' όσον δέχθηκε ότι : α) η μη απόδοση της καταθέσεως από την Τράπεζα στον πελάτη της συνιστά ταυτοχρόνως και άδικη πράξη, β) η υποβολή ανειλικρινούς δηλώσεως, εν όψει κατασχέσεως από την ….ΔΟΥ ….. εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης, θεμελιώνει την αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας - και 2) στέρησε την αιτιολογία της προσβαλλομένης από την αναγκαία νόμιμη βάση, διότι δεν εκτίθεται αν η δήλωσή της αναιρεσείουσας ως τρίτης είναι ανειλικρινής και σε ποιο σημείο της.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας δέχθηκε τα ακόλουθα:
''...Η ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης στοιχειοθετεί παράλληλα και τη συρρέουσα αδικοπρακτική της ευθύνη έναντι του ενάγοντος-εφεσίβλητου, καθόσον παραβίασε υπαίτια, εν γνώσει της και προς βλάβη της περιουσίας του τις περί συμψηφισμού διατάξεις του ΑΚ, αλλά και τη διάταξη της παρ. 6 του ν. 2251/1994 για τους καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών σε συνδυασμό με την ΑΚ 281, καθώς κατά το χρόνο του συμψηφισμού (1-3-2013) γνώριζε ότι η όποια απαίτηση της κατά του συνδικαιούχου του λογαριασμού δεν ήταν ούτε βέβαιη, ούτε εκκαθαρισμένη, ενώ επίσης γνώριζε και ότι τα χρήματα ανήκαν ουσιαστικά στον ενάγοντα. Παραβίασε επομένως υπαίτια τους ανωτέρω επιτακτικούς κανόνες δικαίου και παράλληλα ενήργησε παραβιάζοντας την αρχή της καλής πίστης και των χρηστών ηθών κάνοντας κατάχρηση της εμπιστοσύνης του ενάγοντος ως αντισυμβαλλόμενου της και ως καταναλωτή.
Συνεπώς αν η εκκαλούσα-εναγόμενη είχε αποδώσει, μετά τη με αριθμό πρωτοκόλλου …..77/8-10-2007 κατασχετήρια έκθεση της Δ.Ο.Υ, ... το ποσό που δήλωσε τότε ότι υπήρχε στο λογαριασμό (5.475,66 ευρώ και συνέχισε να υπάρχει μέχρι 1-3-2013), όπως όφειλε, τότε δεν θα μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε συμψηφισμός για τις δικές τις απαιτήσεις κατά του συνδικαιούχου του λογαριασμού. Μετά την τελική ευδοκίμηση των προσφυγών της εταιρίας "...", η Δ.Ο.Υ, ... θα προχωρούσε σε διαγραφή του χρέους για το οποίο του είχε επιβάλει την κατάσχεση και επομένως θα του επέστρεφε το ποσό των 5.475,66 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν, συμψηφίζοντας ταυτόχρονα (αφού για την είσπραξη χρημάτων από το Δημόσιο απαιτείται αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας) τις ατομικές οφειλές του προς τη …. Δ.Ο.Υ. ….. ποσού 3.065,49 ευρώ στις 7-3-2013). Η εναγομένη επικαλούμενη τον άκυρο συμψηφισμό δεν του απέδωσε υπαίτια και παράνομα το υπόλοιπο του λογαριασμού ποσού 5.544,10 ευρώ και με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά της (εναγόμενης), δια των υπαλλήλων της δεν μειώθηκε μόνο το ενεργητικό της περιουσίας του ενάγοντος κατά το ποσό των 5.544,10 ευρώ, αλλά αυξήθηκε και το παθητικό της, καθώς δεν εξοφλήθηκε η ατομική οφειλή του, ποσού κεφαλαίου 2.773,63 ευρώ προς το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω της με αριθμό ….24/27-11-2012 αναγκαστικής κατάσχεσης γεγονός που ματαιώθηκε με την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης...''. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας Τράπεζας, την στρεφομένη κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), το οποί δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 6.094,10 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία, που υπέστη, καθώς και για την ηθική βλάβη αυτού εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 830 παρ 1 ΑΚ άρθρων 985 παρ. 3 ΚΠολΔ, άρθρα 1 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 5638/1932, και άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, καθ' όσον, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, ο δυνάμει συμβατικού όρου συμψηφισμός, στον οποίον προέβη η εναγόμενη Τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού και η εντεύθεν μη απόδοση στον ενάγοντα συνδικαιούχο του υπ' αυτού αιτηθέντος προς απόδοση χρηματικού ποσού λόγω μη υπάρξεως υπολοίπου χρημάτων στον λογαριασμό αυτό - η κατάθεση των οποίων έφερε τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης - δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής (Τράπεζας).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα τούτου ως προς το τμήμα του από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καλύπτεται από τα ήδη δεκτά γενόμενα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνην που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3188/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ