Αριθμός 602/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λιναρίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2019 αίτησή της.
Με την υπ' αριθμ. 164/2023 Πράξη του Αναπληρωτή Προέδρου του Α3' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 582/2016, ΑΠ 642/2016). Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25.9.2023), η από 30.7.2019 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 106/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατόπιν της από 19.6.2023 με αριθμό 164/2023 Πράξης του Αναπληρωτή Προέδρου του Α3 Πολιτικού Τμήματος, Θεόδωρου Κανελλόπουλου, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 7.2.2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (παραίτηση του ήδη συνταξιοδοτηθέντος Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, Χρήστου Τζανερρίκου). Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης (την 7.2.2022) η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λιναρίτη, καταθέτοντας και προτάσεις και η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου-Τσικρικά (με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), καταθέτοντας και προτάσεις, ενώ οι διάδικοι αυτοί εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους τους και κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25.9.2023) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 106/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22.9.2016 έφεσης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ήδη παριστάμενη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", με νέο ΑΦΜ 996763330, λόγω διάσπασης της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσίβλητης, όπως η διάσπαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 139241/30.12.2020 απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Ανώνυμων Εταιριών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) κατά της υπ' αριθ. 165/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 5.11.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, κατά τη βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, και είχε υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 237.118,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 14.3.2012, ευθυνόμενη ενδοσυμβατικά λόγω της άρνησής της να αποδώσει στην παρακαταθέτη αναιρεσείουσα το ανωτέρω ποσό της κατάθεσής της σε τηρούμενο σ' αυτήν κοινό λογαριασμό. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ως άνω αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης δια συμψηφισμού, που προέβαλε η εκκαλούσα-εναγόμενη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη). Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 13.8.2019, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 17.7.2019, όπως συνομολογείται από την τελευταία και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά, όμως, με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και, συνεπώς, κατά το άρθρο 830 εδ. α' ΑΚ, έχουν σ` αυτή εφαρμογή, τόσο η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 854/2017, ΑΠ 1220/2014). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζεται ότι "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι, εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης (η οποία μπορεί να γίνει και "επί προθεσμία") επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων (δικαιούχων) σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό, και ανεξαρτήτως, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ' αυτούς, δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της δέκτριας της κατάθεσης τράπεζας αφετέρου οιονεί ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια, ότι οποιοσδήποτε δικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, ενώ η τράπεζα έχει την υποχρέωση να τα αποδώσει μόνο μία φορά, χωρίς να έχει δικαίωμα να τα αποδώσει, κατ' αρέσκειαν επιλογής, σε οποιονδήποτε δικαιούχο (ΑΠ 345/2015), το οποίο (δικαίωμα) απορρέει από το άρθρο 490 ΑΚ, που ορίζει ότι "όταν υπάρχει απαίτηση εις ολόκληρον ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή", καθόσον η εν λόγω διάταξη εκτοπίζεται από την ιδιομορφία του θεσμού του κοινού λογαριασμού γιατί δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώκουν τα μέρη με τον κοινό λογαριασμό, αφού στο δικαίωμα του κάθε καταθέτη να αποσύρει, ολικώς ή εν μέρει, το ποσό της κατάθεσης και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, δεν αντιστοιχεί και δικαίωμα της οφειλέτιδας τράπεζας να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους καταθέτες.
Συνεπώς, στην περίπτωση του εν λόγω κοινού λογαριασμού, η τράπεζα έχει την υποχρέωση, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, κατά την οποία προτιμάται ο συνδικαιούχος που ζήτησε πρώτος την ανάληψη του ποσού της κατάθεσης, να καταβάλει το ποσό αυτό στο συνδικαιούχο που ζήτησε πρώτος την ανάληψή του, στο πρόσωπο του οποίου επέρχεται "συγκέντρωση" της απαίτησης για το ποσό της κατάθεσης, χωρίς να μπορεί αυτή (τράπεζα) να επιλέξει για την πληρωμή του άλλο συνδικαιούχο. Είναι δε αδιάφορο, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους συνδικαιούχους (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Εξάλλου, η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης από ένα από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου και, αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης, εις ολόκληρον, έναντι της τράπεζας (υπόχρεης) και ως προς τους άλλους, δηλαδή τους μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι πλέον αποκτούν από το νόμο απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ' ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής κατά εκείνου που προέβη στην ανάληψη (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 364/2022, ΑΠ 671/2022). Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφόσον, κατ' άρθρο 491 ΑΚ, και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019). Επίσης, η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της ανωτέρω λειτουργίας είναι ότι, μετά την κατάθεση, δικαιούχος της κατάθεσης είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε τράπεζα από τότε, που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί (ΑΠ 813/2022, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η έννοια του συμψηφισμού περιλαμβάνει τόσο την ενέργεια (δήλωση) του ενός μέρους, που επιφέρει την απόσβεση των απαιτήσεων, όσο και το διαπλαστικό δικαίωμα εκάστου μέρους να προβεί στο συμψηφισμό, διαπλάθοντας έτσι νέα κατάσταση, δηλαδή την απόσβεση των απαιτήσεων. Από το γεγονός, όμως, ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή ακούσιο συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017). Τα αποτελέσματα της σύμβασης συμψηφισμού κρίνονται προφανώς από την σχετική συμφωνία των μερών, ενώ, σε περίπτωση έλλειψης σχετικής βούλησης, θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεψαν στα αποτελέσματα του μονομερούς συμψηφισμού. Επίσης, η σχετική βούληση των μερών ως προς την αναδρομική ενέργεια του συμψηφισμού δεν τεκμαίρεται και θα πρέπει να έχει σαφώς εκφρασθεί με την συμφωνία περί συμψηφισμού, για να έχει ο συμβατικός συμψηφισμός αναδρομικά αποτελέσματα. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 1-11-1999, στην Άρτα, μεταξύ της εδρεύουσας στην Άρτα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που ακολούθως μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", και της τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που στις 16-6-2000 απορροφήθηκε λόγω συγχωνεύσεως από την εναγόμενη τραπεζική εταιρία (αναιρεσίβλητη), συνήφθη η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας, σε συνδυασμό και με τις επακολουθήσασες πρόσθετες πράξεις αυτής, χορηγήθηκε στην παραπάνω πιστούχο εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 970.000 ευρώ. Με τις υπ' αριθμ. ......./19-2-2008 και ......./19-5-2008 έγγραφες συμβάσεις παροχής εγγύησης, που συνήφθησαν μεταξύ αφενός της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, η οποία είχε υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας τράπεζας που απέρρεαν από την παραπάνω σύμβαση, και αφετέρου του Ι. Κ. του Θ., υιού της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας), ο τελευταίος εγγυήθηκε, υπέρ της ως άνω πιστούχου και μέχρι του ποσού των 260.000 ευρώ, για την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της πιστούχου έναντι της εναγομένης από την παραπάνω σύμβαση παροχή, πίστωσης, αποδεχόμενος να ενέχεται ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρον, μετά της πιστούχου, διαιρέσεως και διζήσεως και από όλα τα δικαιώματα, τις ενστάσεις ή ευεργετήματα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 852, 853, 855, 858, 862, 864, 866, 867 και 868 του Α.Κ. Σύμφωνα με τον 10 όρο της υπ' αριθμ. .../2-11-1999 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις παροχής εγγύησης ορίζεται ρητά ότι: ".... α. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε να χρεώνει (ή και να πιστώνει) σε οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς του όρου με οποιοδήποτε ληξιπρόθεσμη ή μη οφειλή (ή αντίστοιχα απαίτηση, ακόμα και αν προέρχεται από κατάθεση σε κοινό λογαριασμό) του Πιστούχου ή/και του Εγγυητή προς αυτήν (ή έναντι αυτής), σε οποιοδήποτε νόμισμα ή συνάλλαγμα, από οποιαδήποτε αιτία ή/και αυτοτελή συμβατική σχέση κι αν προέρχεται αυτή, ακόμα κι αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον εισαχθεί στο Λογαριασμό: α) οποιαδήποτε μη ληξιπρόθεσμη απαίτηση, θεωρείται αυτοδίκαια ότι αυτή έχει καταστεί, ήδη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή β) οποιαδήποτε υπό αναβλητική αίρεση οφειλή, θεωρείται αυτοδίκαια ότι πληρώθηκε, ήδη, η αίρεση αυτή και γ) οποιαδήποτε υπό διαλυτική αίρεση οφειλή, θεωρείται αυτοδίκαια ότι ματαιώθηκε, ήδη, η αίρεση αυτή. Αν η απαίτηση (ή αντίστοιχα η οφειλή) είναι σε διαφορετικό νόμισμα από εκείνο που τηρείται α Λογαριασμός, η Τράπεζα δικαιούται να τη μετατρέπει στο νόμισμα στο οποίο τηρείται αυτός (ο Λογαριασμός), β. Η ύπαρξη του παραπάνω (υπό α) δικαιώματος της Τράπεζας, έχει σαν αποτέλεσμα την απομείωση του ποσού της πίστωσης των δανείων που χορηγήθηκαν ή θα χορηγηθούν και ή των λοιπών απαιτήσεων της (και ενδεικτικά των άμεσων και έμμεσων πιστώσεων που παρασχέθηκαν ή θα παρασχεθούν προς τον Πιστούχο ή/και τον Εγγυητή)". Επίσης σύμφωνα με τον όρο 8 της υπ' αριθ. ..../20-6-2000 πρόσθετης πράξης ρητά ορίζεται ότι: "Η Τράπεζα δικαιούται να συμψηφίζει στην απαίτηση της από την παρούσα πίστωση και τον σε σχέση μ' αυτή λειτουργούντα αλληλόχρεο λογαριασμό οποιοδήποτε ποσό τυχόν οφείλει στον Πιστούχο από οποιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη και ενδεικτικά από καταθέσεις κάθε είδους σε δραχμές ή ξένο νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις Ταμιευτηρίου, από εμβάσματα ή εντολές τρίτων, από γραμμάτια και πάσης φύσεως αξιόγραφα που παραδόθηκαν σ' αυτή προς είσπραξη κλπ.". Τέλος δυνάμει της συμβάσεως παροχής εγγύησης ....19-2- 2008 και ....19-5-2008, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και των εκ των συνδικαιούχων του λογαριασμού Ι. Κ. στο όρο 9 της σύμβασης παροχής εγγύησης ρητά ορίζεται ότι: ο εγγυητής έχει λάβει γνώση και δεσμεύεται από όλους τους όρους και δεσμεύσεις του πιστούχου, όπως αυτός διατυπώνεται στη σύμβαση πίστωσης, και τις τυχόν πρόσθετες και τροποποιητικές πράξεις.
Συνεπώς δεσμεύεται και από τους προαναφερόμενους όρους της υπ' αριθμ. .../1-11-1999 σύμβασης παροχής πιστώσεων καθώς και της υπ' αριθμ. ..../20-6-2000 πρόσθετης πράξης. Εξάλλου, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), στις 20-1-2012, συνήψε με την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Άρτα, σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης δίμηνης διάρκειας, δυνάμει της οποίας κατά την έναρξη αυτής κατέθεσε στην εναγομένη το ποσό των 305.000 ευρώ και θα ελάμβανε, κατά τη λήξη της (20-3-2012), από αυτή το ποσό των 307.470,50 ευρώ, ήτοι το κατατεθέν κεφάλαιο πλέον των συμφωνημένων, μετά την αφαίρεση του σχετικού φόρου, τόκων ποσού 2.470,50 ευρώ. Όρισε, δε, η ενάγουσα ως συνδικαιούχους της ανωτέρω καταθέσεως, εκτός από την ίδια, και τα μέλη της οικογένειας της, ήτοι το σύζυγό της, Θ. Κ. και τα τέκνα τους, Ι. και Φ. Κ.. Στην ως άνω σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης υπήρχε ρητός όρος και συγκεκριμένα ο υπ' αριθμ. 2 όρος της ως άνω σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα Τραπεζική εταιρία αντίγραφο επικυρωμένο της απόδειξης προθεσμιακής κατάθεσης σύμφωνα με τον οποίο (όρο): "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την κατάθεση αυτή για την κάλυψη κάθε ληξιπρόθεσμης οφειλής του καταθέτη". Στη συνέχεια στις 1-3-2012 η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα Τραπεζική εταιρία προέβη μονομερώς σε κλείσιμο των λογαριασμών, που τηρούσε στα πλαίσια της υπ' αριθμ. .../1-11-1999 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με συνολικό οριστικό χρεωστικό, σε βάρος της πιστούχου, κατάλοιπο ποσού 877.471,85 ευρώ. Εν συνεχεία, στις 12-3-2012 η εναγομένη κοινοποίησε στον υιό της ενάγουσας, Ι. Κ., την από 7-3- 2012 εξώδικη δήλωση της, με την οποία γνωστοποίησε σ' αυτόν το κλείσιμο των λογαριασμών της παραπάνω σύμβασης και τον κάλεσε να προβεί σε εξόφληση του παραπάνω καταλοίπου μέχρι του ποσού εκείνου, κατά το οποίο αυτός είχε εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου εταιρίας... Την επόμενη δε ημέρα (13-3-2012) η εναγομένη κοινοποίησε σε αυτόν και την από 13-3-2012 εξώδικη δήλωση της, με την οποία, αφού τον ενημέρωσε ότι η ίδια μεν έχει σε βάρος του ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 260.000 ευρώ στηριζόμενη στις προμνημονευθείσες συμβάσεις παροχής εγγυήσεως, αυτός δε έχει κατ' αυτής, ως δικαιούχος δύο τηρούμενων σ' αυτή τραπεζικών λογαριασμών, συνολική απαίτηση ύψους 22.881,92 ευρώ, γνωστοποίησε σε αυτόν ότι προβαίνει σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων σε όσο ποσό αυτές αλληλοκαλύπτονται.... Θορυβηθείσα, δε, η ενάγουσα από τις παραπάνω εξώδικες δηλώσεις προς τον υιό της -και συγκεκριμένα φοβούμενη το ενδεχόμενο να προβεί η εναγόμενη σε παρόμοιο συμψηφισμό και της έτερης απαιτήσεως του υιού της κατ' αυτής, ως συνδικαιούχου της από 20-1-2012 προθεσμιακής καταθέσεως-έσπευσε την επόμενη ημέρα (14-3-2012) και αιτήθηκε εγγράφως προς την εναγόμενη την πρόωρη και άμεση εξόφληση της κατάθεσης αυτής, ως είχε κάθε δικαίωμα βάσει της σχετικής συμβάσεως της με την εναγομένη, και την κατάθεση του συνολικού ποσού αυτής, μετά την αφαίρεση του προβλεπόμενου κόστους προεξόφλησης, στον υπ' αριθμ. ... ατομικό τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας στην εναγομένη... Εν συνεχεία, την ίδια ημέρα (14-3-2012) και αφού η ανωτέρω έγγραφη αίτηση της ενάγουσας είχε περιέλθει εις χείρας των εκπροσώπων της εναγομένης, η τελευταία κοινοποίησε προς τον Ι. Κ. και την από 14-3-2012 εξώδικη δήλωση της, που συγκοινοποιήθηκε στην ενάγουσα..., με την οποία (δήλωση), αφού τον ενημέρωσε ότι η ίδια μεν έχει σε βάρος του ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύφους 237.118,08 ευρώ (καθώς από το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ της εγγύησης είχε αφαιρεθεί το ήδη συμψηφισθέν ποσό των 22.881,92 ευρώ), αυτός δε έχει κατ' αυτής, ως συνδικαιούχος της επίμαχης προθεσμιακής κατάθεσης, συνολική απαίτηση ύψους 307.123,45 ευρώ, γνωστοποίησε σε αυτόν ότι προβαίνει σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων σε όσο ποσό αυτές αλληλοκαλύπτονται και ότι το απομένον, μετά το συμψηφισμό, υπόλοιπο της προθεσμιακής καταθέσεως ποσού (307.123,45 ευρώ - 237.118,08 = 70.005,37 ευρώ) θα αποδοθεί στην ενάγουσα βάσει του προηγηθέντος αιτήματος της για πρόωρη εξόφληση. Το συμβατικό δικαίωμα που επικαλέσθηκε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Τράπεζα με τις νομότυπες προτάσεις που κατέθεσε εμπρόθεσμα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τον συμψηφισμό στον οποίο προέβη, αναλαμβάνοντας το ποσό των 237.118.08 ευρώ από τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, απορρέει σαφώς από τους ως άνω αναφερόμενους όρους 10 της υπ' αριθμ. .../1-11-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις παροχής εγγύησης σύμφωνα με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε: "....α. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε να χρεώνει (ή και να πιστώνει) σε οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς του όρου 1ε οποιοδήποτε ληξιπρόθεσμη ή μη οφειλή (ή αντίστοιχα απαίτηση, ακόμα και αν προέρχεται από κατάθεση σε κοινό λογαριασμό) του Πιστούχου ή/και του Εγγυητή προς αυτήν (ή έναντι αυτής), σε οποιοδήποτε νόμισμα ή συνάλλαγμα, από οποιαδήποτε αιτία ή/και αυτοτελή συμβατική σχέση κι αν προέρχεται αυτή, ακόμα κι αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον εισαχθεί στο Λογαριασμό: α) οποιαδήποτε μη ληξιπρόθεσμη απαίτηση, θεωρείται αυτοδίκαια ότι αυτή έχει καταστεί, ήδη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή β) οποιαδήποτε υπό αναβλητική αίρεση οφειλή, θεωρείται αυτοδίκαια ότι πληρώθηκε, ήδη, η αίρεση αυτή και γ) οποιαδήποτε υπό διαλυτική αίρεση οφειλή, θεωρείται αυτοδίκαια ότι ματαιώθηκε, ήδη, η αίρεση αυτή. Αν η απαίτηση (ή αντίστοιχα η οφειλή) είναι σε διαφορετικό νόμισμα από εκείνο που τηρείται α Λογαριασμός, η Τράπεζα δικαιούται να τη μετατρέπει στο νόμισμα στο οποίο τηρείται αυτός (ο Λογαριασμός), β. Η ύπαρξη του παραπάνω (υπό α) δικαιώματος της Τράπεζας, έχει σαν αποτέλεσμα την απομείωση του ποσού της πίστωσης των δανείων που χορηγήθηκαν ή θα χορηγηθούν και ή των λοιπών απαιτήσεων της (και ενδεικτικά των άμεσων και έμμεσων πιστώσεων που παρασχέθηκαν ή θα παρασχεθούν προς τον Πιστούχο ή/και τον Εγγυητή)", καθώς επίσης και από ως άνω αναφερόμενο όρο 8 της υπ' αριθ. ..../20-6-2000 πρόσθετης πράξης ρητά ορίζεται ότι: 8.2. "Ο λογαριασμός που τηρείται για την ως άνω σύμβαση παροχής πιστώσεως, αντίστοιχα, θα πιστώνεται υπέρ του πιστούχου με χρηματικά ποσά που θα προέρχονται από καταθέσεις χρημάτων, εμβάσματα, επιδοτήσεις, πληρωμή αξιογράφων κ.λπ. και μάλιστα ανεξαρτήτως του χρέους του πιστούχου" καθώς και τον υπ' αριθμ. 8.3. "Η Τράπεζα δικαιούται να συμψηφίζει στην απαίτηση της από την παρούσα πίστωση και τον σε σχέση μ' αυτή λειτουργούντα από αλληλόχρεο λογαριασμό οποιοδήποτε ποσό τυχόν οφείλει στον Πιστούχο από οποιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη και ενδεικτικά από καταθέσεις κάθε είδους σε δραχμές ή ξένο νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις Ταμιευτηρίου, από εμβάσματα ή εντολές τρίτων, από γραμμάτια και πάσης φύσεως αξιόγραφα που παραδόθηκαν σ' αυτή προς είσπραξη κλπ.". Τέλος δυνάμει της συμβάσεως παροχής εγγύησης ..../19-2-2008 και ..../19-5-2008, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και αυτού, δήλωσε ότι εγγυάται χωρίς επιφύλαξη προς την Τράπεζα και υπέρ του πιστούχου ως αυτοφειλέτης για την τήρηση των όρων της σύμβασης, του οποίου, δήλωσε ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα, συνεπώς προκύπτει ότι αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως, των προσθέτων αυτής πράξεων και της κινήσεως των αλληλόχρεων λογαριασμών που τηρήθηκαν δυνάμει της σύμβασης αυτής, εγγυήθηκε προς την εναγόμενη τράπεζα και υπέρ της πιστούχου εταιρείας την τήρηση των όρων της συμβάσεως πιστώσεως και την ολοσχερή εξόφληση παντός κατά το οριστικό κλείσιμο της ως άνω πιστώσεως και των δυνάμει αυτής τηρουμένων λογαριασμών καταλοίπου, κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και πάσης φύσεως έξοδα και επιβαρύνσεις, παραιτούμενη (εννοεί παραιτούμενος) από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως και από όλα τα δικαιώματα, τις ενστάσεις ή ευεργετήματα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 852, 853, 855, 858, 862, 864, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα, ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτιδα (εννοεί ευθυνόμενος ως πρωτοφειλέτης). Με βάση τα παραπάνω, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η Τράπεζα, αναλαμβάνοντας στις 14-3-2012 το συνολικό ποσό των 237.118,08 ευρώ, δεν πάσχει εκ του λόγου ότι δεν είχε προηγηθεί η κατ' άρθρο 441 ΑΚ απευθυντέα μονομερής δήλωση. Και τούτο, διότι πρόκειται για συμβατικό συμψηφισμό, το περιεχόμενο του οποίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη, καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, μεταξύ των οποίων και η πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, ο παραπάνω συμψηφισμός έλαβε χώρα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβατικών όρων, τον οποίον (εννοεί τους οποίους) γνώριζε ο συμβαλλόμενος εγγυητής, συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχοντας παράσχει μάλιστα ανέκκλητη πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να προβαίνει σε χρέωση οποιοσδήποτε λογαριασμού του με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής του, και, επομένως, δεν απαιτείτο για το κύρος του να γίνει και με δήλωση προς αυτόν, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα την κρινόμενη αγωγή τους (εννοεί στην κρινόμενη αγωγή της) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, δεν έχει νομική συνέπεια, ούτε επιφέρει ακυρότητα του συμψηφισμού, το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε η μονομερής απευθυντέα δήλωση περί συμψηφισμού της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, Τράπεζας προς την ενάγουσα και τον Ι. Κ., συνδικαιούχο του ως άνω κοινού λογαριασμού και συμβληθέντος εγγυητή τη (εννοεί της) ως άνω με αριθμό .../01-11-1999 σύμβαση (εννοεί σύμβασης) παροχής πιστώσεων, με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, πριν από το έγγραφο αίτημα της ενάγουσας με το οποίο αιτούνταν την πρόωρη και άμεση εξόφληση της κατάθεσης, και ειδικότερα δεν επιφέρει ακυρότητα του συμψηφισμού το γεγονός ότι προηγήθηκε χρονικά η επίδοση του ως άνω αιτήματος της ενάγουσας για πρόωρη εξόφληση της κατάθεσης, προς την εναγομένη Τράπεζα από την μονομερή απευθυντέα δήλωση συμψηφισμού της απαίτησης της εναγομένης Τράπεζας προς τον Ι. Κ., εγγυητή της ως άνω σύμβασης παροχής πίστωσης ύψους 237.118,08 ευρώ, προερχόμενης από το κατάλοιπο του ως άνω λογαριασμού που τηρήθηκε για την σύμβαση αυτή, μετά την καταγγελία της σύμβασης πιστώσεων και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με την ισόποση ανταπαίτηση που είχε ο ως άνω εγγυητής ως συνδικαιούχος του ως άνω κοινού λογαριασμού... Κι αυτό, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για συμβατικό (εκούσιο) και όχι για μονομερή (αναγκαστικό) συμβιβασμό, και όπως προαναφέρθηκε στον συμβατικό συμβιβασμό, ο οποίος συνάσσεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) το περιεχόμενό του καθορίζεται ελεύθερα από τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν, όπως εν προκειμένω, τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι καν ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς, όπως εν προκειμένω να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Το γεγονός δε, ότι δεν προηγήθηκε η δήλωση και επίδοση της μονομερούς απευθυντέας δήλωσης της Τράπεζας περί συμψηφισμού προς τον συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, εγγυητή της σύμβασης παροχής πιστώσεως, πριν από την επίδοση του αιτήματος προθεσμιακής κατάθεσης στον ως άνω κοινό λογαριασμό των συνδικαιούχων, ουδεμία ακυρότητα επιφέρει στον ως άνω γενόμενο από την εναγομένη Τράπεζα ήδη εκκαλούσα, συμψηφισμό, ο οποίος είναι καθ' όλα έγκυρος και επιφέρει τα αποτελέσματά του, δεδομένου ότι εν προκειμένω, στον συμβατικό άνευ συμβιβασμό (εννοεί στον συμβατικό συμψηφισμό), επήλθε αυτοδικαίως ή λόγω συμψηφισμού απόσβεσης (εννοεί η λόγω συμψηφισμού απόσβεση) μόλις γεννήθηκαν και συνυπήρξαν αντιμέτωπες οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις μεταξύ των μερών... Επομένως, δεν απαιτείτο για το κύρος του συμψηφισμού, όπως προαναφέρθηκε να γίνει και με δήλωση προς τον εγγυητή, συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, πολλώ δε μάλλον που είχε προηγηθεί από την εναγομένη Τράπεζα η από 7-3-2012 εξώδικη δήλωσή της κοινοποιηθείσα στον ως άνω εγγυητή, Ι. Κ. με την οποία γνωστοποίησε σε αυτόν το κλείσιμο των λογαριασμών της παραπάνω σύμβασης πίστωσης και το κάλεσε να προβεί σε εξόφληση του παραπάνω λογαριασμού, μέχρι του ποσού εκείνου, κατά το οποίο είχε αυτός εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου εταιρίας, στη συνέχεια δε, όπως προαναφέρθηκε, κοινοποίησε προς τον Ι. Κ. και την από 14-3-2012 εξώδικη δήλωση της, που συγκοινοποιήθηκε στην ενάγουσα..., με την οποία (δήλωση), αφού τον ενημέρωσε ότι η ίδια μεν έχει σε βάρος του ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 237.118,08 ευρώ (καθώς από το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ της εγγύησης είχε αφαιρεθεί το ήδη συμψηφισθέν ποσό των 22.881,92 ευρώ), αυτός δε έχει κατ' αυτής, ως συνδικαιούχος της επίμαχης προθεσμιακής κατάθεσης, συνολική απαίτηση ύψους 307.123,45 ευρώ, γνωστοποίησε σε αυτόν ότι προβαίνει σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων σε όσο ποσό αυτές αλληλοκαλύπτονται και ότι το απομένον, μετά το συμψηφισμό, υπόλοιπο της προθεσμιακής καταθέσεως ποσού (307.123,45 ευρώ - 237.118,08 = 70.005,37 ευρώ) θα αποδοθεί στην ενάγουσα βάσει του προηγηθέντος αιτήματος της για πρόωρη εξόφληση. Ο ανωτέρω συμψηφισμός είναι καθ' όλα έγκυρος και επιφέρει τα αποτελέσματά του για το σύνολο της απαίτησης της εναγομένης-εκκαλούσας Τράπεζας που πρότεινε η τελευταία σε συμψηφισμό με τη ανταπαίτηση του εγγυητή, Ι. Κ., από το ως άνω κατάλοιπο που παρουσίαζε κατά το χρόνο συμψηφισμού, ο ως άνω κοινός λογαριασμός κατάθεσης... Ενόψει των ανωτέρω, η εναγομένη Τράπεζα με την ενέργειά της, να αναλάβει το ποσό των 237.118,08 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό της ενάγουσας και των λοιπών συνδικαιούχων, δεν φέρει ευθύνη αποδόσεως του παραπάνω ποσού εκ της συνδέουσας αυτήν (τράπεζα) με την ενάγουσα συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, η δε άρνησή της ν' αποδώσει στην ενάγουσα το ισόποσο της καταθέσεως είναι σύννομη. Επομένως η εκκαλούσα τράπεζα νομίμως συμψήφισε κατά ισόποσο μέρος την ανταπαίτησής της από την εγγύηση πληρωμής του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού της με αριθμό .../04-11-1999 σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού στην απαίτηση του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, Ι. Κ., εγγυητή στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως. Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα Τράπεζα επικαλέστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης συμψηφισμό που είχε λάβει χώρα εξώδικα πριν την έναρξή της, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξόφλησης, η οποία αντιμετωπίζεται όπως οι κοινές ενστάσεις του δικονομικού δικαίου και δεν απολαύει την ιδιαίτερη δικονομική μεταχείριση της ένστασης συμψηφισμού..., ούτε επιφέρει τα άλλα αποτελέσματα... που ο νόμος αναγνωρίζει στην τελευταία... Την ένσταση συμψηφισμού επανάλαβε η εκκαλούσα με τις προτάσεις της που κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήδη δε επαναφέρει αυτήν με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης. Η ένσταση, όμως αυτή ήταν νόμιμη... και έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, η δε ένδικη αγωγή, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα όσα αναδείχθηκαν, δεν φέρει ευθύνη αποδόσεως του παραπάνω ποσού εκ της συνδέουσας αυτήν (εναγομένη) Τράπεζα, με την ενάγουσα και τους λοιπούς, συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού της κατάθεσης συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, ως προς την οποία είχε κριθεί νόμιμη η αγωγή με την εκκαλούμενη απόφαση, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τη βάση της αυτή που κρίθηκε νόμιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης δια συμβατικού συμψηφισμού, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την ενέργειά της να αναλάβει, την 14.3.2012, το ποσό των 237.118,08 ευρώ από τον τηρούμενο σ' αυτήν κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό της αναιρεσείουσας και των λοιπών συνδικαιούχων, ασκώντας το συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού της ανταπαίτησής της κατά του Ι. Κ. από την εγγύηση αυτού για την πληρωμή του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού της αναφερόμενης σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού με την κατά της ίδιας απαίτηση του τελευταίου ως συνδικαιούχου του εν λόγω κοινού λογαριασμού, δηλαδή σε χρόνο που είχε ήδη λάβει το έγγραφο αίτημα της αναιρεσείουσας, συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, για ανάληψη όλου του ποσού της κατάθεσης του εν λόγω λογαριασμού, δεν φέρει ευθύνη απόδοσης του ανωτέρω ποσού εκ της συνδέουσας αυτήν (αναιρεσίβλητη) με την αναιρεσείουσα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης και ότι η άρνησή της να αποδώσει στην τελευταία το ποσό της κατάθεσης είναι σύννομη, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 5638/1932 και 489, 491, 827, 830 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθώς και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 490 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογείται η κατάφαση της βασιμότητας της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης εξόφλησης δια συμψηφισμού και η συνακόλουθη, για την αιτία αυτή, απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμης. Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) η αναιρεσείουσα, την 20.1.2012, συνήψε με την αναιρεσίβλητη, στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Άρτα, σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης δίμηνης διάρκειας σε κοινό λογαριασμό, δυνάμει της οποίας κατά την έναρξη αυτής κατέθεσε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 305.000 ευρώ και θα ελάμβανε, κατά τη λήξη της (20.3.2012), από αυτήν το ποσό των 307.470,50 ευρώ, ήτοι το κατατεθέν κεφάλαιο πλέον των συμφωνημένων, μετά την αφαίρεση του σχετικού φόρου, τόκων, ορίζοντας ως συνδικαιούχους της ανωτέρω κατάθεσης, εκτός από την ίδια, και τα μέλη της οικογένειας της, ήτοι το σύζυγό της, Θ. Κ. και τα τέκνα τους, Ι. και Φ. Κ., β) την 13.3.2012 η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον Ι. Κ. (υιό της αναιρεσείουσας) την από 13.3.2012 εξώδικη δήλωση της, με την οποία, αφού τον ενημέρωσε ότι η ίδια έχει σε βάρος του ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 260.000 ευρώ στηριζόμενη στις αναφερόμενες συμβάσεις παροχής εγγύησης, εκείνος δε έχει κατ' αυτής, ως δικαιούχος δύο (διαφορετικών από τον επίδικο λογαριασμό) τηρούμενων σ' αυτήν τραπεζικών λογαριασμών, συνολική απαίτηση ύψους 22.881,92 ευρώ, γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι προβαίνει σε συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων σε όσο ποσό αυτές αλληλοκαλύπτονται, γ) η αναιρεσείουσα την επόμενη ημέρα (14.3.2012) ζήτησε εγγράφως από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία την πρόωρη και άμεση εξόφληση της προθεσμιακής κατάθεσης του εν λόγω κοινού λογαριασμού, ως είχε δικαίωμα βάσει της σχετικής μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και την κατάθεση του συνολικού ποσού αυτής, μετά την αφαίρεση του προβλεπόμενου κόστους προεξόφλησης, στον αναφερόμενο ατομικό τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας στην αναιρεσίβλητη και δ) μεταγενέστερα την ίδια ημέρα (14.3.2012) και αφού η ανωτέρω έγγραφη αίτηση της αναιρεσείουσας είχε περιέλθει εις χείρας των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία επέδωσε στον Ι. Κ. την από 14.3.2012 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε και στην αναιρεσείουσα, με την οποία (δήλωση), αφού τον ενημέρωσε ότι η ίδια μεν έχει σε βάρος του ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 237.118,08 ευρώ από τις ανωτέρω συμβάσεις παροχής εγγύησης αυτού (αφού από το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ της απαίτησης από τη σύμβαση εγγύησης είχε αφαιρεθεί το ήδη συμψηφισθέν, την προηγούμενη ημέρα, ποσό των 22.881,92 ευρώ), αυτός δε έχει κατά της ίδιας, ως συνδικαιούχος της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, συνολική απαίτηση ύψους 307.123,45 ευρώ, γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι προβαίνει σε συμψηφισμό των ως άνω εκατέρωθεν απαιτήσεων σε όσο ποσό αυτές αλληλοκαλύπτονται και ότι το απομένον, μετά το συμψηφισμό, υπόλοιπο της προθεσμιακής κατάθεσης ύψους 70.005,37 ευρώ (307.123,45 ευρώ - 237.118,08) θα αποδοθεί στην αναιρεσείουσα βάσει του προηγηθέντος αιτήματός της για πρόωρη εξόφληση, δεν δικαιολογείται η άρνηση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας να καταβάλει το ποσό της κατάθεσης του εν λόγω κοινού λογαριασμού στην αναιρεσείουσα συνδικαιούχο, η οποία ζήτησε πρώτη την ανάληψή του με συνέπεια να έχει επέλθει στο πρόσωπό της "συγκέντρωση" της απαίτησης για όλο το ποσό της ανωτέρω κατάθεσης και, συνακόλουθα, να έχουν καταλυθεί οι απαιτήσεις των λοιπών συνδικαιούχων (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Ι. Κ.) για το εν λόγω ποσό καθώς και το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να προβεί σε συμψηφισμό της κατ' αυτής απαίτησης του συνδικαιούχου Ι. Κ. από τον κοινό λογαριασμό με τη δική της ανταπαίτηση κατά του τελευταίου. Τούτο δε γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα πρόταση της παρούσας, στην περίπτωση του κοινού (διαζευκτικού) λογαριασμού που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932, η τράπεζα έχει την υποχρέωση, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, να καταβάλει το ποσό της κατάθεσης του λογαριασμού αυτού στο δικαιούχο που ζήτησε πρώτος την ανάληψή του, στο πρόσωπο του οποίου επέρχεται "συγκέντρωση" της απαίτησης για το ποσό της κατάθεσης, χωρίς να μπορεί αυτή (τράπεζα) να επιλέξει για την πληρωμή του άλλο συνδικαιούχο.
Συνεπώς, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον, στην προκείμενη υπόθεση, η επίμαχη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό είχε χαρακτήρα διαζευκτικό, που σημαίνει ότι έκαστος των συνδικαιούχων είχε το δικαίωμα από την ίδια τη σύμβαση να ζητήσει την απόδοση του ποσού της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων και εφόσον η αναιρεσείουσα ήταν η συνδικαιούχος που ζήτησε πρώτη, την 14.3.2012, την πρόωρη και άμεση ανάληψη του συνόλου του ποσού της κατάθεσης αυτής, μετά την αφαίρεση του προβλεπόμενου κόστους προεξόφλησης, δηλαδή σε χρόνο που η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία δεν είχε ασκήσει ακόμη το συμβατικό δικαίωμά της περί συμψηφισμού της απαίτησης του έτερου συνδικαιούχου Ι. Κ. για το ποσό της εν λόγω κατάθεσης με την αναφερόμενη δική της ανταπαίτηση κατ' αυτού, το οποίο (δικαίωμα) άσκησε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταγενέστερα την ίδια ημέρα (14.3.2012), με την ανάληψη από αυτήν του ποσού των 237.118,08 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό και αφού είχε περιέλθει στους εκπροσώπους της το έγγραφο αίτημα της αναιρεσείουσας για άμεση ανάληψη του ποσού της κατάθεσης, η αναιρεσίβλητη είχε την υποχρέωση, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, να καταβάλει την 14.3.2012 το σύνολο της κατάθεσης του τηρούμενου σ' αυτήν κοινού λογαριασμού στην συνδικαιούχο αναιρεσείουσα, η οποία προηγείτο χρονικά, ενώ αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν είχε το δικαίωμα της απορρέουσας από το άρθρο 490 ΑΚ κατ' αρεσκεία επιλογής ικανοποίησης έτερου συνδικαιούχου και συγκεκριμένα του Ι. Κ., συμψηφίζοντας την απαίτηση του τελευταίου για το ποσό της εν λόγω κατάθεσης με τη δική της ανταπαίτηση κατ' αυτού. Εξάλλου, ναι μεν επί συμβατικού συμψηφισμού μπορεί να συμφωνηθεί από τους συμβαλλόμενους ο συμψηφισμός των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να απαιτείται η κατ' άρθρο 441 ΑΚ πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλόμενου προς τον άλλον, πλην όμως, για την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, απαιτείται η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του συμψηφισμού, η οποία (άσκηση), στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, έλαβε χώρα, με την ανάληψη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του ποσού των 237.118,08 ευρώ από το ποσό της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, την 14.3.2012 και συγκεκριμένα σε χρόνο που είχε ήδη περιέλθει στους εκπροσώπους της το έγγραφο αίτημα της αναιρεσείουσας για άμεση ανάληψη όλου του ποσού της κατάθεσης του εν λόγω λογαριασμού. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
ΙV. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 106/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ