Αριθμός 609/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 5) Α. Γ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και 2) Κ. Σ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Πελαγία Λεοντιάδου, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 19-3-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και την από 30-3-2015 πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10976/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1203/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 429 Β'/26-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Κ., την οποία προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1203/2019 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου που υπάρχουν κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Ορέστη Γεωργιάδη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο (άρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ) του δευτέρου αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο (23-11-2020), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο ανωτέρω δεύτερος αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 4/2015). Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, καθόσον ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους, που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αφορά στον αναιρεσίβλητο αυτό, και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Με την κρινόμενη από 9-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1203/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-3-2014 αγωγή κατά της Τράπεζας ..., κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και κατά της Τράπεζας ..., με την οποία επικαλούμενοι αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά των υποπροστηθέντων από την πρώτη αναιρεσίβλητη υπαλλήλων της τράπεζας "...", ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες, εις ολόκληρον ο κάθε μία, να καταβάλουν: Α) ως θετική ζημία το ποσό των 140.000 ευρώ στον πρώτο από αυτούς, το ποσό των 120.000 ευρώ στο δεύτερο, το ποσό των 250.000 ευρώ στον τρίτο, το ποσό των 225.000 ευρώ στον τέταρτο και το ποσό των 225.000 ευρώ στον πέμπτο από αυτούς, Β) ως αποθετική ζημία το ποσό των 7.306,85 ευρώ στον πρώτο, το ποσό των 6.271,60 στο δεύτερο, το ποσό των 13.065,83 ευρώ στον τρίτο, το ποσό των 11.759,24 ευρώ στον τέταρτο και το ποσό των 11.759,24 ευρώ στον πέμπτο από αυτούς και Γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τη σε βάρος τους αδικοπραξία, το ποσό των 103.693,15 ευρώ στον πρώτο και το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα από τους λοιπούς. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αγωγή, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-3-2015 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά των Μ. Σ., Ε. Κ. και Κ. Σ. (δευτέρου των αναιρεσιβλήτων), από την οποία παραιτήθηκε στη συνέχεια ως προς τους δύο πρώτους εξ αυτών, με την οποία ζήτησε να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή της ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Σ. και σε περίπτωση που γίνει δεκτή η κύρια αγωγή κατ' αυτής, να καταβάλει στην ίδια κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια στους τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων-αναιρεσειόντων, επειδή, όπως εξέθετε στην παρεμπίπτουσα αγωγή της, αυτός, ως διευθυντής της προστηθείσας από την ίδια "..." στο υποκατάστημα αυτής στη Λαμία, κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων με τους ανωτέρω τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες. Στα πλαίσια της ίδιας ως άνω δίκης, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Σ. άσκησε την από 30-3-2015 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εναγομένης της κύριας αγωγής Τράπεζας ... και με ενωμένη στην πρόσθετη παρέμβαση παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά της δεύτερης εναγομένης της κύριας αγωγής και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία τον προσεπικάλεσε στη δίκη, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το σε βάρος του συκοφαντικό περιεχόμενο της προσεπίκλησής του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 10976/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσες) και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την κύρια αγωγή ως μη νόμιμη και συνακόλουθα και την προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου. Απέρριψε, επίσης, την πρόσθετη παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκησή της, καθώς και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, την οποία έστρεψαν κατά της δεύτερης εναγομένης της κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς και κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην πρωτόδικη δίκη και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Κ. Σ.. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 1203/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος της με το οποίο στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και περαιτέρω το Εφετείο, αφού έκρινε νόμιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε τη δεύτερη εναγομένη και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την τελευταία, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, αναφορικά με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 348/2018, ΑΠ 157/2018). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο δε αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 637/2020, ΑΠ 157/2018). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι με την αγωγή τους προέβαλαν την απόλυτη ακυρότητα και ζήτησαν την κήρυξη της ακυρότητας των ακόλουθων όρων των επιδίκων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που κατήρτισαν με την πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της αντίθεσής τους με τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 ΑΚ και 2 Ν. 2251/1994: 1) του όρου με στοιχεία 14.8.IV, σύμφωνα με τον οποίο "Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυόμενου ποσού", 2) του όρου με στοιχεία 14.8.
ΙΙ, σύμφωνα με τον οποίο "Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις αυτές" και 3) του όρου με στοιχεία 14.8.Ι, σύμφωνα με τον οποίο "Πριν από τη λήξη του ομολόγου η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνουν αλλά δεν εξαντλούνται τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι η λήξη του ομολόγου. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του επενδυόμενου ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή ενδέχεται να επιφέρει μείωση του επενδυόμενου ποσού". Ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε την έφεσή τους και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έκρινε νόμιμη την αγωγή τους, ουδόλως ασχολήθηκε με τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό τους περί ακυρότητας των πιο πάνω όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τον οποίον επανέλαβαν με τις ενώπιόν του κατατεθείσες προτάσεις τους, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικουρικά στην πλημμέλεια της παράβασης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου και εντελώς επικουρικά στην πλημμέλεια της παράβασης του αριθμού 8 του ίδιου επίσης άρθρου. Επί του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αγωγή των αναιρεσειόντων, αναφορικά με το αίτημα για αποζημίωση λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας αυτών και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απορρίφθηκε με την 10976/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως μη νόμιμη και ειδικότερα επειδή κρίθηκε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, οι αξιώσεις των εναγόντων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν είχαν ακόμα πλήρως γεννηθεί και διαμορφωθεί. Απορρίφθηκε δε σιωπηρά από το ίδιο Δικαστήριο ο περιεχόμενος στην αγωγή αυτοτελής ισχυρισμός των εναγόντων-αναιρεσειόντων περί ακυρότητας των ανωτέρω όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και το σχετικό αίτημα κήρυξης της ακυρότητας αυτών. Οι αναιρεσείοντες, ωστόσο, όπως ομολογούν εμμέσως πλην σαφώς με το πρώτο λόγο της αναίρεσης, δεν προέβαλαν με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού τους και του σχετικού αιτήματός τους, αλλά ισχυρίζονται ότι επανέφεραν τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις προτάσεις τους.
Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός των εναγόντων-αναιρεσειόντων με το σχετικό αίτημα, εφόσον, ενόψει της απόρριψής του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης, αλλά με τις προτάσεις, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο αυτό. Επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, και δεδομένου ότι ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός των εναγόντων-αναιρεσειόντων δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, δεν ισχυρίζονται δε επί πλέον οι αναιρεσείοντες ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. Εξάλλου, ορίζεται α) στο άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των άλλων, ότι η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, β) στο άρθρο 97 ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να ενεργεί όλες τις κύριες και παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης και γ) στο άρθρο 104 ότι για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμα και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 544 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. 233, 236 και 238 ΑΚ, όπως επίσης τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015 και οι οποίες διατάξεις έχουν εφαρμογή και στις δικονομικές δικαιοπραξίες, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο θεωρείται μέχρι την πρώτη συζήτηση το ακροατήριο ότι είναι πληρεξούσιος του ενάγοντος. Εφόσον, λοιπόν, ο τελευταίος συνεχίζοντας τη δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή, ενέκρινε ρητώς ή σιωπηρώς τη διεξαγωγή της, όλες οι διαδικαστικές πράξεις που ενεργήθηκαν από το δικηγόρο που υπέγραψε την αγωγή μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, ωφελούν και βλάπτουν το διάδικο και γενικά τον δεσμεύουν ανεξάρτητα από το αν μεταγενέστερα συνέχισε τη δίκη και παραστάθηκε στο δικαστήριο με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο που διόρισε νόμιμα. Περαιτέρω, ο δικηγόρος που υπέγραψε την αγωγή, σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. νόμιμα παραλαμβάνει την βασικής σημασίας για την παραπέρα πορεία της δίκης κλήση για την πρώτη συζήτηση της αγωγής έστω και αν παραστεί άλλος στο ακροατήριο απ` αυτόν που την υπέγραψε. Επομένως, κατά μείζονα λόγο είναι δεκτικός παραλαβής και της κλήσης του αντιδίκου του να παραστεί σε ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφο για λήψη ένορκης βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 271 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η άποψη αυτή, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, διευκολύνει τη διεξαγωγή της ιδίως σε περιπτώσεις πολυπρόσωπων δικών, που σε αντίθετη εκδοχή, ο διάδικος θα ήταν υποχρεωμένος για μια απλή ένορκη βεβαίωση που πρέπει να γίνει πριν από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, να προβεί σε αντίστοιχες με τον αριθμό των αντιδίκων του επιδόσεις, υποβαλλόμενος σε υπέρογκες δαπάνες ενώ επί πλέον με τη γενόμενη δεκτή άποψη, ικανοποιείται πλήρως ο σκοπός του νόμου να μάθει ο αντίδικος αυτόν που πρόκειται να βεβαιώσει ενόρκως και να παραστεί κατά την εξέτασή του, εάν το επιθυμεί (ΑΠ 1068/1991, ΑΠ 497/1991). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις από την πρώτη αναιρεσίβλητη επικληθείσες και προσκομισθείσες …/19-5-2015 και …/21-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ. και Μ. Σ. αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον των συμβολαιογράφων Υπάτης Μαρίας Τσιγκόλη η πρώτη και Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Γεωρτζόγλου η δεύτερη, πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσειόντων με σχετική κλήση προς τούτο, που επιδόθηκε, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 11.052/14-52015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ. Δ., που προσκομίζεται και από τους αναιρεσείοντες, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των τελευταίων Παναγιώτη Γιαννόπουλο, ο οποίος υπέγραψε και την αγωγή τους. 'Ετσι που έπραξε το Εφετείο, και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, επικαλούμενοι εσφαλμένα τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, επειδή επιδόθηκε στον ανωτέρω πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο τους μία μόνο κλήση και όχι πέντε, όσοι δηλαδή είναι οι ίδιοι, ώστε να θεωρηθεί ότι κλητεύθηκαν όλοι νόμιμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικού μέσου, την έλλειψη της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως. Δεκτικός της κλήτευσης αυτής να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου είναι εκτός από τον αντίδικο του αποδεικνύοντος και ο κατά το άρθρο 143 ΚΠολΔ δικαστικός πληρεξούσιος - αντίκλητος, ενώ η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από αντίστοιχη προφορική στο ακροατήριο δήλωση, που καταχωρείται στα πρακτικά (ΑΠ 678/2007, ΑΠ 1877/2005).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη την .../22-6-2015 πρόσθετη ένορκη βεβαίωση της Μυροφόρας Σπονδυλίδου ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Γεωρτζόγλου, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεχόμενο επί λέξει ως προς τη νόμιμη κλήτευση των αναιρεσειόντων προσκομίσθηκε πρωτοδίκως προς αντίκρουση αυτών (ενν. των ενόρκων βεβαιώσεων) των αντιδίκων της, ύστερα από νομότυπη γνωστοποίηση προς τους αντιδίκους της, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, και σύμφωνα με την εκτεθείσα αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, την οποία προσκόμισε η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεχόμενο ότι προηγήθηκε νόμιμη κλήτευση των αναιρεσειόντων με τη γνωστοποίηση της εξέτασης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σημειωτέον ότι οι αναιρεσείοντες συνομολογούν ότι η δήλωση γνωστοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου της πρώτης αναιρεσίβλητης καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και συγκεκριμένα ότι η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο επειδή δεν προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση". Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και, επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος, (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 320/2012). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 Ν. 4194/2013 ?Κώδικας Δικηγόρων? "Οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Στους ανωτέρω επιτρέπεται η παροχή γνωμοδοτήσεων και η παράσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των ανακριτικών αρχών για υποθέσεις κακουργηματικού χαρακτήρα, των Εφετείων, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και Μικτού Ορκωτού Εφετείου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις παράστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 περ. ζ' Ν. 2530/1997 ?περί αναμορφώσεως μισθολογίου προσωπικού ΑΕΙ - ΤΕΙ κλπ?, τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) πλήρους απασχόλησης μπορούν να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις οποίες τέθηκαν οι προαναφερθέντες περιορισμοί για λόγους γενικότερου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, συνάγεται ότι οι δικηγόροι μέλη ΔΕΠ, πλήρους απασχόλησης, μπορούν να ασκούν το επάγγελμα τους, υπό τους όρους, όμως, και περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία δεν αντίκειται κατά τούτο στη διάταξη του αρθ.1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και του άρθρου 2 παρ. 2 περ. ζ' του Ν. 2530/1997, καθώς και ότι η παράσταση των εν λόγω προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων κατά παράβαση της πρώτης εκ των ως άνω διατάξεων επάγεται την ακυρότητα της διαδικαστικής αυτής πράξης (ΑΠ 834/2011, ΑΠ 193/2008), και μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του αντιδίκου, δεδομένου ότι η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας προς το δικολογείν (άρθρ. 94 ΚΠολΔ) ελέγχεται αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1332/2007).
Εν προκειμένω, διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι οι …/19-5-2015 και .../21-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ. και Μ. Σ. αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον των συμβολαιογράφων Υπάτης Φθιώτιδας Μαρίας Τσιγκόλη η πρώτη και Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Γεωρτζόγλου η δεύτερη, αποτελούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθώς η από 14-5-2015 σχετική κλήση που επέδωσε σ' αυτούς η αναιρεσίβλητη ενόψει της λήψης των συγκεκριμένων ενόρκων βεβαιώσεων ήταν άκυρη, επειδή η κλήση αυτή υπογραφόταν από δικηγόρο που στερούταν της ικανότητας προς το δικολογείν ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων και συγκεκριμένα από το δικηγόρο Ιωάννη Τζιώνα, ο οποίος κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ότι παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκαν τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου το απαράδεκτο των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων για τον προαναφερθέντα λόγο, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν κηρύχθηκαν απαράδεκτες, αλλά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ενόψει της συζήτησης της αγωγής των αναιρεσειόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 12-6-2015, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στους ενάγοντες την πρόθεσή της να εξετάσει ενόρκως μάρτυρες ενώπιον συμβολαιογράφου, καλώντας αυτούς να παραστούν κατά την εξέταση των μαρτύρων με την από 14-5-2015 κλήση της κατά τις αναφερόμενες σε αυτήν ημέρες και ώρες. Η κλήση αυτή συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης Ιωάννη Τζιώνα, ο οποίος όμως κατείχε τότε τη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, όπως, συνομολογεί εμμέσως πλην σαφώς και η αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο εν λόγω δικηγόρος, λόγω της παράλληλης ιδιότητάς του ως καθηγητή σε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, βρισκόταν, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 32 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος και ειδικότερα στερούταν της ικανότητας να επιχειρεί διαδικαστικές πράξεις στα πλαίσια δίκης ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τέτοια δε διαδικαστική πράξη αποτελεί και η σύνταξη και υπογραφή της πιο πάνω από 14-5-2015 κλήσης, η οποία επομένως, και σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, είναι άκυρη ως τέτοια. Συνακόλουθα, οι ανωτέρω…/19-5-2015 και .../21-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ. και Μ. Σ. αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον των συμβολαιογράφων Υπάτης Φθιώτιδας Μαρίας Τσιγκόλη η πρώτη και Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Γεωρτζόγλου η δεύτερη, που δόθηκαν με βάση την πιο πάνω από 14-5-2015 κλήση της αναιρεσίβλητης, αποτελούν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, καθώς δόθηκαν χωρίς νόμιμη κλήτευση των αναιρεσειόντων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (και όχι του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες), κατά το βάσιμο περί τούτου τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, Α.Π. 831/2005, Α.Π. 174/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011). Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 290/2011). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του ΝΔ 400/1970, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (καταργήθηκε με το άρθρο 278 παρ. 1 Ν. 4364/2016, στο οποίο και κωδικοποιήθηκε, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016), προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δύνανται να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Liked). Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Ειδικότερα, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις, το άρθρο 13 Γ του ΝΔ 400/1970 προβαίνει σε μία διττή διάκριση. Διακρίνει, δηλαδή, μεταξύ των επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολο τους συγκροτούν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "UnitLiked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα. Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτά συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιορίζεται εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία είναι διηρημένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια-αμοιβαία ή μεταβλητά - είναι συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.3 Δ (xii) και 13 Γγ παρ. Α (ια) και (ιδ) περ.ii του ΝΔ 400/1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα με τρόπο ορισμένο και "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστά κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από την λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Χαρακτηρίζεται, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετεί, των παροχών ασφαλίσεως ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, είναι εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό"). Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου εγκείμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρεώνει συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτά στα πλαίσια του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή αποβλέπει πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριέχουν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι' αυτό ο νόμος θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων. Περαιτέρω, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. Οι διατάξεις της Οδηγίας 2002/92 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 190/2006, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 7 του ΠΔ 190/2006 ως "συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές. Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη (ΑΠ 1689/2018). Συνάγεται, επομένως, από τα ανωτέρω ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, τα ακόλουθα: ?Η εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ανήκει στον Όμιλο εταιριών "...", ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα στην Ελλάδα και την .... Η αρχική επωνυμία της εναγομένης ήταν "..." και ο διακριτικός της τίτλος "..." ή "..."...και εν συνεχεία, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, μετονομάστηκε σε "...", με διακριτικούς τίτλους "..." ή "..."...Ήδη δε φέρει την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...."...Από τις 19-10-2009 έως τις 13-11-2009 το δίκτυο των καταστημάτων της τράπεζας με την επωνυμία "..." ενεργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας (που τότε έφερε την επωνυμία "...") για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών προς σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής. Συγκεκριμένα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα διατίθετο από το δίκτυο καταστημάτων της προαναφερόμενης Τράπεζας ένα ασφαλιστικό προϊόν της εναγομένης συνδεδεμένο με επενδύσεις. Επρόκειτο για ένα προϊόν αποτελούμενο από δύο (2) διακριτά και αλληλοεξαρτώμενα σκέλη, ήτοι το ασφαλιστικό, όπου ο συμβαλλόμενος ασφαλιζόταν για ασφάλιση θανάτου από ατύχημα, και το επενδυτικό, όπου παρείχε εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου. Η εναγομένη θα συγκροτούσε εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο ("..."), το ενεργητικό του οποίου για την πρώτη πενταετία (20-11-2009 έως 20-11-2014) θα τοποθετούνταν σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου, εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, εκδότρια του οποίου ήταν η εδρεύουσα στην ... τράπεζα με την επωνυμία "..." (η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "...") και ακολούθως για τη δεύτερη πενταετία (20-11-2014 έως 20-11-209) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Σύμφωνα με τη λειτουργία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, όπως αυτή περιγράφεται στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών ..., το ως άνω ομόλογο για την περίοδο από 20-11-2009 έως και 20-11-2014 παρείχε προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη διάρκειάς του από τον εκδότη του, ήτοι στις 20-11-2014 και ετήσιο τοκομερίδιο, με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού, που ανερχόταν στο ποσό του 4,35% ετησίως. Ο πρώτος ενάγων είναι απόστρατος αξιωματικός (ταξίαρχος υγειονομικού), με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία, στη Στρατιωτική Κτηνιατρική και στη Στρατιωτική Ιατρική. Ο ανωτέρω, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, ηλικίας τότε 71 ετών, διατηρούσε προθεσμιακές καταθέσεις στην τράπεζα "...." και σε επίσκεψή του, κατά τον παραπάνω χρόνο, στο υποκατάστημα του ... της ως άνω Τράπεζας, στη Θεσσαλονίκη, η υπάλληλος της ως άνω Τράπεζας Μ. Σ. τον ενημέρωσε προφορικά για το προαναφερόμενο προϊόν "..." της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, παρουσιάζοντας τα γενικά χαρακτηριστικά του, το οποίο ο ενάγων έκρινε ως συμφέρον, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις έδιναν, τότε, χαμηλότερο επιτόκιο και συνεπώς χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν. Ακολούθως, στις 21-10-2009, ο πρώτος ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη εταιρία, δια των υπαλλήλων της Τράπεζας "....", αίτηση για συμμετοχή στο επίδικο ασφαλιστικό πρόγραμμα, η οποία έφερε τον τίτλο "Ατομική Αίτηση Ασφάλισης ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις". Από την εν λόγω αίτηση, προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση για ?προθεσμιακή κατάθεση?. Ούτε θα μπορούσε να εκληφθεί ως τέτοια ακόμη και από τον πλέον αδαή στα οικονομικά. Και τούτο διότι, πέραν του ως άνω τίτλου της αίτησης, αυτή καταρχήν απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία και δη προς την εναγομένη εταιρία, τότε, "... Α.Ε.", όπως προκύπτει από το λογότυπό της, που ήταν τυπωμένο στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας αυτής (αίτησης), ο δε χαρακτήρας και το περιεχόμενό της δεν έχουν καμία σχέση και δεν θυμίζουν ?προθεσμιακή κατάθεση?, αφού αναφέρεται στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "...", διάρκειας δέκα (10) ετών και σε συνολικό εφάπαξ ασφαλιστήριο ύψους 140.000 ευρώ, ο δε πρώτος ενάγων συμπλήρωσε, επί του εντύπου της αίτησης τα ατομικά του στοιχεία και απάντησε σε συνοπτικό ερωτηματολόγιο, που αφορούσε την κατάσταση της υγείας του. Αυτός αυθημερόν (στις 21-10-2009), συμπλήρωσε, υπέγραψε και επισύναψε στην αίτηση ασφάλισής του έντυπη εξουσιοδότηση, προκειμένου να χρεωθεί ο λογαριασμός του για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση, ο ενάγων δήλωνε επί λέξει, ότι ?επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν "..." με χρέωση του τηρούμενου στην Τράπεζά σας επ' ονόματί μου λογαριασμού καταθέσεων?. Από τη δήλωσή του αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή του ήταν να τοποθετήσει το κεφάλαιό του στο επίμαχο προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση του. Αυθημερόν (21-10-2009) με την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης και τη χορήγηση της εξουσιοδότησης, ο πρώτος ενάγων παρέλαβε το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", όπως προκύπτει από την υπογεγραμμένη από τον ίδιο βεβαίωση παραλαβής, επί της Αίτησης Ασφάλισης. Στο εν λόγω τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο περιγράφεται με σαφήνεια το ως άνω διατιθέμενο προϊόν, τόσο κατά το ασφαλιστικό (π.χ. περιγραφή των παρεχόμενων καλύψεων ασφάλισης και λεπτομέρειες για το χρόνο καταβολής των ασφαλίστρων) όσο και κατά το επενδυτικό του σκέλος (π.χ. περιγραφή λειτουργίας εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μέσω της χρήσης παραδειγμάτων και του καθορισμού των τιμών εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου), ενώ διευκρινίζεται ότι το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, κατά την περίοδο από 20-11-2009 έως 20-11-2014, τοποθετείται σε ομόλογο εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, του οποίου (ομολόγου) εκδότρια είναι η "...". Επίσης, το ίδιο ως άνω εημερωτικό έντυπο περιέχει αναλυτικές πληροφορίες για το δικαίωμα τη ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και για τα δικαιώματα του τελευταίου εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ενώ επισημαίνονται και οι κίνδυνοι του παρουσιαζόμενου προϊόντος. Ειδικότερα, στο άρθρο 11 του εντύπου αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο "ΔΙΚΑΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ", αναφέρεται: "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, να εναντιωθεί ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της σχετικής σύμβασης, εφόσον αυτή παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδόθηκε, ή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της, αν δεν περιέχει τους γενικούς και ειδικούς όρους ή αν δεν παρέλαβε το παρόν ενημερωτικό έντυπο. Σε περίπτωση εναντίωσης επιστρέφεται το εφάπαξ ασφάλιστρο και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ", σε δε άρθρο 12 με τίτλο "ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ" αναφέρεται: "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα για οποιοδήποτε λόγο να υπαναχωρήσει ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής σύμβασης. Σε περίπτωση υπαναχώρησης καταβάλλεται η αξία εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ", ενώ στο άρθρο 17, με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", αναφέρονται τα κάτωθι: "Ι. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΩΡΗΣ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ: Πριν από τη λήξη του ομολόγου, η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη του ομολόγου. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του επενδυόμενου ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή ενδέχεται να επιφέρει μείωση του επενδυόμενου ποσού.
ΙΙ. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές, οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους, που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις στις χώρες αυτές.
ΙΙΙ. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ: Μπορεί να υπάρξουν αλλαγές σχετικά με τους όρους του ομολόγου λόγω γεγονότων, όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, διαταραχή τιμολόγησης, αναστολή διαπραγμάτευσης, σημαντική αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού και το περιεχόμενο καθώς και αλλαγή στη φορολογία, όπως καθορίζεται στην παρούσα αίτηση. IV. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυόμενου ποσού". Η Αίτηση Ασφάλισης του ενάγοντος εγκρίθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία εξέδωσε (την 20-11-2009) το υπ' αριθ. ... Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 140.000,00 ευρώ, με συνημμένους τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστικής σύμβασης και τις δηλώσεις εναντίωσης και υπαναχώρησης. Στη δεύτερη σελίδα της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης παρατίθενται τα κάτωθι δικαιώματα του ενάγοντος: "Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ: 1)Ο Συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα εναντίωσης για κάθε τυχόν παρέκκλιση του παρόντος Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου από την αίτησή του για ασφάλιση, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της ... Α.Α.Ε. το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (Α), που επισυνάπτεται στο παρόν Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του παρόντος. 2) Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο Συμβαλλόμενος δεν παρέλαβε έγγραφο με τις πληροφορίες που προβλέπονται από το άρθρο 4 παρ. 3 περίπτ. Δ του ΝΔ 400/70, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή παρέλαβε το παρόν Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο χωρίς τους Γενικούς και Ειδικούς όρους που διέπουν την ασφάλιση, έχει δικαίωμα εναντίωσης, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της ... Α.Α.Ε. το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (Β), που επισυνάπτεται στο παρόν Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή του παρόντος. Β. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ: Ο Συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο από τη σύμβαση, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της ... Α.Α.Ε. το έντυπο υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης (Γ), που επισυνάπτεται στο παρόν Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με συστημένη επιστολή, εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή του παρόντος". Στο ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο επισυνάπτονται οι γενικοί όροι που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, καθώς και οι γενικοί όροι ασφάλισης ζωής που συνδέονται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου, όπου αναλύονται επαρκώς και τα δύο (2) σκέλη του προγράμματος "...". Στους γενικούς όρους μάλιστα του δεύτερου σκέλους παρατίθενται, μεταξύ άλλων, όλες εκείνες οι πληροφορίες που αποτελούσαν το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εντύπου πληροφοριών, τα κυριότερα σημεία του οποίου ήδη επισημάνθηκαν ανωτέρω, ενώ το άρθρο 14 παρ. 8 με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ" έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 17 του ως άνω ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών. Το εν λόγω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με τα συνημμένα έγγραφα παρέλαβε ο πρώτος ενάγων, όπως προκύπτει από την από 18-1-2010 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής, όπου βεβαιώνεται ότι του παραδόθηκαν από την εναγομένη το εν λόγω ασφαλιστήριο ζωής, με συνημμένους σε αυτό τους γενικούς και τους ειδικούς όρους και διατάξεις που διέπουν την ασφάλισή του, καθώς και τα υποδείγματα των δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης. Ο ισχυρισμός αυτού ότι έλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά δεν σκέφτηκε να το αναγνώσει, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, διότι, αφενός το τοποθετηθέν κεφάλαιο ήταν, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, αποταμιεύσεις μίας ζωής, ήτοι 140.000,00 ευρώ, τις οποίες δεν είναι λογικό να επενδύει κάποιος χωρίς προηγουμένως να μελετήσει το προϊόν, που τις επενδύει και αφετέρωου δεν ήταν νέος, άπειρος ή στερούμενος γνώσεων άνθρωπος, αλλά ανώτατος απόστρατος αξιωματικός (ταξίαρχος υγειονομικού), με σπουδές σε τρεις ανώτατες σχολές, ο οποίος είχε και προηγούμενες συναλλαγές με τραπεζικές εταιρίες. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της ετήσιας ενημέρωσης του ενάγοντος για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, που συνδέεται με επενδύσεις, η εναγομένη του απέστελλε, στις αρχές κάθε έτους, έγγραφο, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13Γ παρ. Α ιζ' του ΝΔ 400/1970. Συγκεκριμένα, στις 26-2-2010 η εναγομένη απέστειλε στον πρώτο ενάγοντα επιστολή, σχετική με την ετήσια ενημέρωσή του για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής του, με σαφή αναφορά στο επίδικο πρόγραμμα, στον λογαριασμό επένδυσης του προγράμματος και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που συνδέεται με επενδύσεις. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι ο ενάγων διέθετε την 31-12-2009, 14.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ανερχόταν σε 131.376,00 ευρώ. Η χρήση των όρων ?μερίδια?, ?αξία λογαριασμού επένδυσης? και ?ασφαλιστήριο συμβόλαιο? δεν αφήνουν περιθώρια εντύπωσης ότι η υπογραφείσα σύμβαση αφορούσε τοποθέτηση χρημάτων σε ?προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση?. Στις 14-4-2010 ο πρώτος ενάγων, με επιστολή του προς την εναγομένη, ζήτησε την τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, ως προς τα στοιχεία των δικαιούχων, σε περίπτωση θανάτου της συζύγου του, που ήταν η ασφαλισμένη. Αιτήθηκε να καταστεί ο ίδιος κύριος δικαιούχος του ασφαλίσματος και ως υποκατάστατοι δικαιούχοι οι Μ. Δ. και Α.. Από την επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είχε παραλάβει και αναγνώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι γνώριζε ότι αντισυμβαλλόμενός του ήταν η εναγομένη και όχι η "...", όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, εφόσον τη χειρόγραφη επιστολή του την απευθύνει προς την εναγομένη, ότι είχε καταρτίσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο και όχι ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως πάλι ο ίδιος ισχυρίζεται, ότι αντιλαμβανόταν πλήρως τους όρους του συμβολαίου, όπως π.χ. τη διάκριση μεταξύ ?Δικαιούχου?, ?Υποκατάστατου? ?Δικαιούχου?, ?Ασφαλισμένου? και ?Συμβαλλόμενου?, αφού το σχετικό αίτημά του ήταν να τροποποιηθούν οι δικαιούχοι του συμβολαίου, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένους ασφαλιστικούς όρους, όπως αυτόν του "υποκατάστατου δικαιούχου". Ακόμη, ο πρώτο ενάγων, επί της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, την οποία είχε επισυνάψει στην ανωτέρω αίτησή του, είχε αναγράψει, επί λέξει, τα εξής: "Η οικονομικά συμφέρουν ΛΗΞΗΣ 20-11-2014 έως 19-12-2014 (διετία) - τότε δεν έχω επιβάρυνση έως 2% και έχω προστασία της επένδυσης από τον Εκδότη - ΕΚΔΟΤΗΣ - ... με έδρα την ... 4,35% ετησίως". Από τις ως άνω σημειώσεις, που, όπως αποδείχθηκε από την από 10-10-2014 γραφολογική εξέταση της δικαστικής γραφολόγου Α. Σ., γράφηκαν από τον ενάγοντα, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός αυτού περί δήθεν άγνοιας της φύσης και των όρων της σύμβασης. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι γνώριζε ότι τοποθετεί τα χρήματά του σε ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο συνδέεται με επενδύσεις, ότι είχε διαβάσει προσεκτικά τους όρους του συμβολαίου, δεδομένου ότι στις ως άνω σημειώσεις του συνοψίζει τα κύρια στοιχεία του συμβολαίου, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά του, όπως τη λήξη και τους κινδύνους. Κατόπιν του ανωτέρω αιτήματός του, η εναγομένη εξέδωσε τη με αριθ. 1-10-10-0001 πρόσθετη πράξη στο με αρ. ... συμβόλαιο του πρώτου ενάγοντος. Στις 24-11-2010, ο πρώτος ενάγων απέστειλε στην εναγομένη επιστολή για την πίστωση του εκεί αναφερόμενου λογαριασμού του, με το ποσό που αντιστοιχούσε στο ετήσιο κουπόνι του ομολόγου. Από την επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι ο ενάγων γνώριζε ότι τοποθέτησε τα χρήματά του σε ασφαλιστικό προϊόν συνδεδεμένο με ομόλογο, με ετήσια απόδοση με τη μορφή κουπονιού και ότι αφορά το επενδυτικό/ασφαλιστικό πρόγραμμα "...". Ανταποκρινόμενη στο εν λόγω αίτημα, η εναγομένη πίστωσε την ίδια ημέρα, ήτοι την 24-11-2010 τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό των 5.481,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ετήσιο κουπόνι για το 2010 και στις 29-3-2011 η εναγομένη εξέδωσε βεβαίωση καταβολής κουπονιού για το 2010. Στις 28-3-2011 η εναγομένη απέστειλε στον πρώτο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε, ότι διέθετε την 31-12-2010, 14.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,13 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ήταν 127.820,00 ευρώ. Στις 28-2-2012, η εναγομένη απέστειλε και πάλι στον πρώτο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνονται αναφορές πάλι στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε, ότι διέθετε την 31-12-2011, 14.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ήταν 94.556,00 ευρώ. Αν ο ενάγων πίστευε ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακό ή καταθετικό προϊόν, θα έπρεπε, βλέποντας ότι η εναγομένη τον ενημερώνει ότι έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνδεόμενο με επενδύσεις και ότι έχει 14.000 μερίδια αξίας 94.556,00 ευρώ (αντί των 140.000,00 ευρώ της αρχικής του τοποθέτησης), να διαμαρτυρηθεί ή να καταγγείλει το συμβόλαιο, όπως θα αντιδρούσε ένας συντηρητικός αποταμιευτής σε μία τέτοια απομείωση της περιουσίας του. Όμως δεν το έπραξε, είτε διότι έκρινε ότι η αξία των μεριδίων της επένδυσής του θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε διότι προτίμησε να επιμείνει στην επένδυσή του, διότι θεωρούσε ότι θα λάβει στο ακέραιο το επενδυμένο κεφάλαιό του στη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσής του. Ο δεύτερος ενάγων είναι συνταξιούχος ιδιωτικός υπάλληλος, εργάσθηκε επί σειρά ετών σε κατασκευαστικές εταιρίες και ακολούθως εργάστηκε στην επιχείρηση "...", απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Ο ανωτέρω, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, ηλικίας τότε 63 ετών, διατηρούσε προθεσμιακές καταθέσεις στην τράπεζα "...." και σε επίσκεψή του στο υποκατάστημα του ... της ως άνω Τράπεζας, στη …, η υπάλληλος της ως άνω Τράπεζας Μ. Σ. τον ενημέρωσε, προφορικά, για το προαναφερόμενο προϊόν "..." της αναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, παρουσιάζοντας τα γενικά χαρακτηριστικά του, το οποίο ο ενάγων έκρινε ως συμφέρον, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις έδιναν, τότε, χαμηλότερο επιτόκιο και συνεπώς χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν. Ακολούθως, στις 19-10-2009, ο δεύτερος ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη εταιρία, δια των υπαλλήλων της Τράπεζας "....", αίτηση για συμμετοχή στο επίδικο ασφαλιστικό πρόγραμμα, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 120.000,00 ευρώ. Από την εν λόγω αίτηση, η οποία είχε το προαναφερθέν περιεχόμενο, προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση για ?προθεσμιακή κατάθεση?. Αυθημερόν (στις 19-10-2009), ο δεύτερος ενάγων συμπλήρωσε, υπέγραψε και επισύναψε στην αίτηση ασφάλισής του έντυπη εξουσιοδότηση, προκειμένου να χρεωθεί ο λογαριασμός του για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος. Από τη δήλωσή του αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή του ήταν να τοποθετήσει το κεφάλαιό του στο επίμαχο προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση του. Με την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης και τη χορήγηση της εξουσιοδότησης, ο δεύτερος ενάγων παρέλαβε το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", που είχε το περιεχόμενο, που παραπάνω αναφέρθηκε. Ο δεύτερος ενάγων αρνείται ότι ενημερώθηκε από την ως άνω υπάλληλο της Τράπεζας για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στο οποίο επένδυσε τα χρήματά του, διότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του βρισκόταν στις Η.Π.Α., όπου η ανωτέρω υπάλληλος του απέστειλε με τηλεομοιοτυπία αντίγραφο της αίτησης και λοιπά έντυπα της "...", ήτοι συνολικά πέντε σελίδες, στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόταν το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών". Το γεγονός ότι ο δεύτερος ενάγων τότε βρισκόταν στις Η.Π.Α., δεν αποκλείει την ενημέρωσή του από την ως άνω υπάλληλο, η οποία (ενημέρωσή του), όπως η υπάλληλος αυτή διευκρίνισε στην υπ' αριθμ. 10591/22-6-2015 ένορκη βεβαίωσή της, είχε προηγηθεί της αναχώρησής του στις Η.Π.Α. Το δε γεγονός της παραλαβής απ' αυτόν του "Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών", βεβαιώνεται από την υπογεγραμμένη από τον ίδιο βεβαίωση παραλαβής, επί της Αίτησης Ασφάλισης, την οποία (αίτηση) ο ίδιος, εν συνεχεία και αφού τη συμπλήρωσε, απέστειλε πάλι με τηλεομοιοτυπία στο Υποκατάστημα της "...." Κατόπιν η Αίτηση Ασφάλισης του δευτέρου ενάγοντος εγκρίθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία εξέδωσε (την 20-11-2009) το υπ' αριθμ. 53254 Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 120.000,00 ευρώ, με συνημμένους τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστικής σύμβασης και τις δηλώσεις εναντίωσης και υπαναχώρησης, με ίδιο περιεχόμενο με αυτό του συμβολαίου το πρώτου ενάγοντος. Το εν λόγω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με τα συνημμένα έγγραφα παρέλαβε ο δεύτερος ενάγων, όπως προκύπτει από την από 18-1-2010 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής, όπου βεβαιώνεται ότι του παραδόθηκαν από την εναγομένη το εν λόγω ασφαλιστήριο ζωής, με συνημμένους σε αυτό τους γενικούς και τους ειδικούς όρους και διατάξεις που διέπουν την ασφάλισή του, καθώς και τα υποδείγματα των δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης. Ο ισχυρισμός αυτού ότι έλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά δεν σκέφτηκε να το αναγνώσει, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, διότι, αφενός το τοποθετηθέν κεφάλαιο ήταν, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, αποταμιεύσεις μίας ζωής, ήτοι 120.000,00 ευρώ, τις οποίες δεν είναι λογικό να επενδύει κάποιος, χωρίς προηγουμένως να μελετήσει το προϊόν που τις επενδύει και αφετέρου δεν ήταν νέος, άπειρος ή στερούμενος γνώσεων άνθρωπος, αλλά έμπειρος, ηλικίας 63 ετών, ο οποίος είχε και προηγούμενες συναλλαγές με τραπεζικές εταιρίες. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της ετήσιας ενημέρωσης του ενάγοντος για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, που συνδέεται με επενδύσεις, η εναγομένη του απέστειλε στις αρχές κάθε έτους έγγραφο με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α ιζ' του ΝΔ 400/1970. Συγκεκριμένα, στις 26-2-2010 η εναγομένη του απέστειλε επιστολή, σχετική με την ετήσια ενημέρωσή του για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής του, με σαφή αναφορά στο επίδικο πρόγραμμα, στο λογαριασμό επένδυσης του προγράμματος και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι ο ενάγων διέθετε την 31-12-2009, 12.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία η αξία του λογαριασμού ανερχόταν σε 112.608,00 ευρώ. Η χρήση των όρων ??μερίδια?, ?αξία λογαριασμού επένδυσης? και ?ασφαλιστήριο συμβόλαιο? δεν αφήνου περιθώριο εντύπωσης ότι η υπογραφείσα σύμβαση αφορούσε τοποθέτηση χρημάτων σε ?προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση?. Στις 24-11-2010, η σύζυγος του δευτέρου ενάγοντος, ως δικαιούχος των ετήσιων κουπονιών, απέστειλε στην εναγομένη επιστολή για την πίστωση του εκεί αναφερόμενου λογαριασμού της με το ποσό, που αντιστοιχούσε στο ετήσιο κουπόνι του ομολόγου. Από την επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ενάγων και η σύζυγός του γνώριζαν ότι τοποθέτησαν τα χρήματά τους σε ασφαλιστικό προϊόν συνδεδεμένο με ομόλογο, με ετήσια απόδοση με τη μορφή κουπονιού και ότι αφορά το επενδυτικό/ασφαλιστικό πρόγραμμα "...". Ανταποκρινόμενη στο εν λόγω αίτημα, η εναγομένη πίστωσε την ίδια ημέρα, ήτοι την 24-11-2010, τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό των 4.698,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ετήσιο κουπόνι για το 2010 και στις 29-3-2011 η εναγομένη εξέδωσε βεβαίωση καταβολής κουπονιού για το 2010. Στις 28-3-2011 η εναγομένη απέστειλε στο δεύτερο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθετε την 31-12-2010, 12.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,13 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ήταν 109.560,00 ευρώ. Στις 28-2-2012 η εναγομένη απέστειλε και πάλι στο δεύτερο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνονται αναφορές πάλι στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθετε την 31-12-2011, 12.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ήταν 81.048,00 ευρώ. Αν ο ενάγων πίστευε ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακό ή καταθετικό προϊόν, θα έπρεπε, βλέποντας ότι η εναγομένη τον ενημερώνει ότι έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνδεόμενο με επενδύσεις και ότι έχει 12.000 μερίδια αξίας 81.048,00 ευρώ (αντί των 120.000,00 ευρώ της αρχικής του τοποθέτησης), να διαμαρτυρηθεί ή να καταγγείλει το συμβόλαιο, όπως θα αντιδρούσε ένας συντηρητικός αποταμιευτής σε μία τέτοια απομείωση της περιουσίας του. Όμως, δεν το έπραξε, είτε διότι έκρινε ότι η αξία των μεριδίων της επένδυσής του θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε διότι προτίμησε να επιμείνει στην επένδυσή του, διότι θεωρούσε ότι θα λάβει στο ακέραιο το επενδυμένο κεφάλαιο στη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσής του. Ο τρίτος ενάγων είναι δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος επί σειρά ετών στην Πολεοδομία, στα .... Ο ανωτέρω, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, ηλικίας, τότε, 44 ετών, διατηρούσε προθεσμιακές καταθέσεις στην τράπεζα "...." και σε επίσκεψή του στο υποκατάστημα των ... της ως άνω Τράπεζας, ο υπάλληλος της ως άνω Τράπεζας Ε. Κ. τον ενημέρωσε, προφορικά, για το προαναφερόμενο προϊόν "..." της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, παρουσιάζοντας τα γενικά χαρακτηριστικά του, το οποίο ο ενάγων έκρινε ως συμφέρον, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις έδιναν, τότε, χαμηλότερο επιτόκιο και συνεπώς χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν. Ακολούθως, στις 26-10-2009, ο τρίτος ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη εταιρία, δια των υπαλλήλων της Τράπεζας "....", αίτηση για συμμετοχή στο επίδικο ασφαλιστικό πρόγραμμα, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 250.000,00 ευρώ. Από την εν λόγω αίτηση, η οποία είχε το προαναφερθέν περιεχόμενο, προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστήριου ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση για ?προθεσμιακή κατάθεση?. Αυθημερόν (στις 26-10-2009), ο τρίτος ενάγων συμπλήρωσε, υπέγραψε και επισύναψε στην αίτηση ασφάλισής του έντυπη εξουσιοδότηση, προκειμένου να χρεωθεί ο λογαριασμός του για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος. Από τη δήλωση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή του ήταν να τοποθετήσει το κεφάλαιό του στο επίμαχο προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση του. Με την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης και τη χορήγηση της εξουσιοδότησης, ο τρίτος ενάγων παρέλαβε το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", που είχε το περιεχόμενο που παραπάνω αναφέρθηκε. Το γεγονός της παραλαβής από αυτόν του "Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών", βεβαιώνεται από την υπογεγραμμένη από τον ίδιο βεβαίωση παραλαβής, επί της Αίτησης Ασφάλισης. Κατόπιν η Αίτηση Ασφάλισης του τρίτου ενάγοντος εγκρίθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία εξέδωσε το με αριθ. ... Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 250.000,00 ευρώ, με συνημμένους τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστικής σύμβασης και τις δηλώσεις εναντίωσης και υπαναχώρησης, με το ίδιο περιεχόμενο με αυτό του συμβολαίου του πρώτου ενάγοντος. Το εν λόγω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με τα συνημμένα έγγραφα παρέλαβε ο τρίτος ενάγων, όπως προκύπτει από την από 26-12-2009 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής, όπου βεβαιώνεται ότι του παραδόθηκαν από την εναγομένη το εν λόγω ασφαλιστήριο ζωής, με συνημμένους σε αυτό τους γενικούς και τους ειδικούς όρους και διατάξεις που διέπουν την ασφάλισή του, καθώς και τα υποδείγματα των δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης. Ο ισχυρισμός αυτού ότι έλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά δεν σκέφτηκε να το αναγνώσει, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός διότι, αφενός το τοποθετηθέν κεφάλαιο ήταν, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, αποταμιεύσεις μίας ζωής, ήτοι 250.000,00 ευρώ, τις οποίες δεν είναι λογικό να επενδύει κάποιος χωρίς προηγουμένως να μελετήσει το προϊόν που τις επενδύει και αφετέρου δεν ήταν νέος, άπειρος ή στερούμενος γνώσεων άνθρωπος, αλλά έμπειρος, ηλικίας 44 ετών δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος είχε και προηγούμενες συναλλαγές με τραπεζικές εταιρίες. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της ετήσιας ενημέρωσης του ενάγοντος για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, που συνδέεται με επενδύσεις, η εναγομένη του απέστελλε στις αρχές κάθε έτους έγγραφο, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13Γ παρ. Α ιζ' του ΝΔ 400/1970. Συγκεκριμένα, στις 26-2-2010, η εναγομένη του απέστειλε επιστολή, σχετική με την ετήσια ενημέρωσή του για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής του, με σαφή αναφορά στο επίδικο πρόγραμμα, στο λογαριασμό επένδυσης του προγράμματος και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι ο ενάγων διέθετε την 31-12-2009, 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία η αξία του λογαριασμού ανερχόταν σε 234.600,00 ευρώ. Η χρήση των όρων ?μερίδια?, ?αξία λογαριασμού επένδυσης? και ?ασφαλιστήριο συμβόλαιο? δεν αφήνουν περιθώρια εντύπωσης ότι η υπογραφείσα σύμβαση αφορούσε τοποθέτηση χρημάτων σε ?προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση?. Στις 28-3-2011 η εναγομένη απέστειλε στον τρίτο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθετε την 31-12-2010, 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,13 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία η αξία του λογαριασμού ήταν 228.250,00 ευρώ. Στις 28-2-2012, η εναγομένη απέστειλε και πάλι στον τρίτο ενάγοντα την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής του. Στην επιστολή αυτή γίνονται αναφορές πάλι στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθετε την 31-12-2011, 25.000 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού ήταν 168.850,00 ευρώ. Αν ο ενάγων πίστευε ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακό ή καταθετικό προϊόν, θα έπρεπε, βλέποντας ότι η εναγομένη τον ενημερώνει ότι έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνδεόμενο με επενδύσεις και ότι έχει 25.000 μερίδια αξίας 168.850,00 ευρώ (αντί 250.000,00 ευρώ της αρχικής του τοποθέτησης), να διαμαρτυρηθεί ή να καταγγείλει το συμβόλαιο, όπως θα αντιδρούσε ένας συντηρητικός αποταμιευτής σε μία τέτοια απομείωση της περιουσίας του. Όμως, δεν το έπραξε, είτε διότι έκρινε ότι η αξία των μεριδίων της επένδυσής του θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε διότι προτίμησε να επιμείνει στην επένδυσή του, διότι θεωρούσε ότι θα λάβει στο ακέραιο το επενδυμένο κεφάλαιό του στη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσής του. Ο τέταρτος ενάγων εργάσθηκε επί σειρά ετών ως ηλεκτρονικός και εργολάβος ιδιωτικών έργων, ενώ εν συνεχεία διατηρεί επιχείρηση ηλεκτρονικών μαζί με τον υιό του, πέμπτο ενάγοντα, με έδρα τη Λαμία. Οι ανωτέρω, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, διατηρούσαν προθεσμιακές καταθέσεις στην τράπεζα "...." και σε επίσκεψή τους στο υποκατάστημα της Λαμίας της ως άνω Τράπεζας οι υπάλληλοί της τους ενημέρωσαν, προφορικά, για το προαναφερόμενο προϊόν "..." της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, παρουσιάζοντας τα γενικά χαρακτηριστικά του, το οποίο οι ενάγοντες έκριναν ως συμφέρον, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις έδιναν, τότε, χαμηλότερο επιτόκιο και συνεπώς, χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν. Ακολούθως, στις 26-10-2009, οι τέταρτος και πέμπτος ενάγοντες υπέβαλαν προς την εναγομένη εταιρία, δια των υπαλλήλων της Τράπεζας "....", αίτηση για συμμετοχή στο επίδικο ασφαλιστικό πρόγραμμα, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 225.000,00 ευρώ για τον καθένα τους. Από την εν λόγω αίτηση, η οποία είχε το προαναφερθέν περιεχόμενο, προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση για ?προθεσμιακή κατάθεση?. Αυθημερόν (στις 26-10-2009), οι ανωτέρω ενάγοντες συμπλήρωσαν, υπέγραψαν και επισύναψαν στην αίτηση ασφάλισής τους έντυπη εξουσιοδότηση, προκειμένου να χρεωθεί ο λογαριασμός τους για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος. Από τη δήλωσή τους αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή τους ήταν να τοποθετήσουν το κεφάλαιό τους στο επίμαχο προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση τους. Με την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης και τη χορήγηση της εξουσιοδότησης, οι τέταρτος και πέμπτος ενάγοντες παρέλαβαν το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", που είχε το περιεχόμενο που παραπάνω αναφέρθηκε. Το γεγονός της παραλαβής από αυτούς του "Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών", βεβαιώνεται από την υπογεγραμμένη από τους ίδιους βεβαίωση παραλαβής, επί της Αίτησης Ασφάλισης. Κατόπιν η Αίτηση Ασφάλισης των παραπάνω εναγόντων εγκρίθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία εξέδωσε τα με αριθ. ... και ... Ασφαλιστήρια Συμβόλαια, αντίστοιχα, με εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο ποσού 225.000,00 ευρώ για τον καθένα τους, με συνημμένους τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστικής σύμβασης και τις δηλώσεις εναντίωσης και υπαναχώρησης, με το ίδιο περιεχόμενο με αυτό του συμβολαίου του πρώτου ενάγοντος. Τα εν λόγω Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με τα συνημμένα έγγραφα παρέλαβαν οι τέταρτος και πέμπτος των εναγόντων, όπως προκύπτει από τις από 18-12-2009 αποδείξεις παράδοσης και παραλαβής, όπου βεβαιώνεται ότι τους παραδόθηκαν από την εναγομένη τα εν λόγω ασφαλιστήρια ζωής, με συνημμένους σε αυτά τους γενικούς και τους ειδικούς όρους και διατάξεις που διέπουν την ασφάλισή τους, καθώς και τα υποδείγματα των δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης. Ο ισχυρισμός αυτών ότι έλαβαν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, αλλά δεν σκέφτηκαν να το αναγνώσουν, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός διότι, αφενός το τοποθετηθέν κεφάλαιο ήταν, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, αποταμιεύσεις μίας ζωής, ήτοι 225.000,00 ευρώ για τον καθένα τους, τις οποίες δεν είναι λογικό να επενδύει κάποιος χωρίς προηγουμένως να μελετήσει το προϊόν που τις επενδύει και αφετέρου δεν ήταν νέοι, αδαείς ή στερούμενοι γνώσεων άνθρωποι, αλλά έμπειροι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν και προηγούμενες συναλλαγές με τραπεζικές εταιρίες. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της ετήσιας ενημέρωσης των εναγόντων για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους, που συνδέεται με επενδύσεις, η εναγομένη τους απέστελλε στις αρχές κάθε έτους έγγραφο, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13Γ παρ. Α ιζ' του ΝΔ 400/1970. Συγκεκριμένα, στις 26-2-2010, η εναγομένη τους απέστειλε επιστολή, σχετική με την ετήσια ενημέρωσή τους για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής τους, με σαφή αναφορά στο επίδικο πρόγραμμα, στο λογαριασμό επένδυσης του προγράμματος και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι οι τέταρτος και πέμπτος των εναγόντων διέθεταν, ο καθένας τους, την 31-12-2009, 22.500 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία η αξία του λογαριασμού του καθενός ανερχόταν σε 211.140,00 ευρώ. Η χρήση των όρων ?μερίδια?, ?αξία λογαριασμού επένδυσης? και ?ασφαλιστήριο συμβόλαιο? δεν αφήνουν περιθώρια εντύπωσης ότι η υπογραφείσα σύμβαση αφορούσε τοποθέτηση χρημάτων σε ?προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση?. Στις 30-6-2010, ο τέταρτος ενάγων απέστειλε στην εναγομένη επιστολή, με την οποία ζήτησε να του αποσταλεί αντίγραφο των τοποθετήσεών του στο προϊόν "..." με τα με αριθ. ... και ... Ασφαλιστήρια Συμβόλαια, στα οποία να αναγράφεται το ποσό και το επιτόκιο της επένδυσής του. Από την επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι ο τέταρτος ενάγων γνώριζε ότι τοποθέτησε τα χρήματά του στο επίδικο επενδυτικό πρόγραμμα. Ανταποκρινόμενη στο εν λόγω αίτημα η εναγομένη του απέστειλε την από 1-7-2010 επιστολή της, γνωστοποιώντας του ότι διατηρεί το με αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, που συνδέεται με επενδύσεις, με επενδυόμενο ποσό 225.000,00 ευρώ και η αποτίμηση του λογαριασμού των μεριδίων, την 30-6-2010, ανέρχεται σε 204.669,00 ευρώ. Στις 28-3-2011 η εναγομένη απέστειλε στους τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής τους. Στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθεταν την 31-12-2010, 22.500 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 9,13 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία η αξία του λογαριασμού εκάστου ήταν 205.425,00 ευρώ. Στις 28-2-2012, η εναγομένη απέστειλε και πάλι στους τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες την ετήσια ενημερωτική επιστολή για την εξέλιξη του λογαριασμού της επένδυσής τους. Στην επιστολή αυτή γίνονται αναφορές, πάλι, στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις, αναφέρεται δε ότι διέθεταν την 31-12-2011, 22.500 μερίδια, καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την ίδια ημερομηνία, η αξία του λογαριασμού εκάστου ήταν 151.965,00 ευρώ. Αν οι ενάγοντες πίστευαν ότι είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε προθεσμιακό ή καταθετικό προϊόν, θα έπρεπε, βλέποντας ότι η εναγομένη τους ενημερώνει ότι έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνδεόμενο με επενδύσεις και ότι έχουν 22.500 μερίδια αξίας 151.965,00 ευρώ (αντί 225.000,00 ευρώ της αρχικής τους τοποθέτησης), να διαμαρτυρηθούν ή να καταγγείλουν το συμβόλαιο, όπως θα αντιδρούσε ένας συντηρητικός αποταμιευτής σε μία τέτοια απομείωση της περιουσίας του. Όμως, δεν το έπραξαν, είτε διότι έκριναν ότι η αξία των μεριδίων της επένδυσής τους θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε διότι προτίμησαν να επιμείνουν στην επένδυσή τους, διότι θεωρούσαν ότι θα λάβουν στο ακέραιο το επενδυμένο κεφάλαιό τους στη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσής του. Η εκδότρια του ομολόγου τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία αργότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, μετονομάσθηκε σε "...", κατέβαλε στους ενάγοντες, μέχρι και για το έτος 2012, την αξία του ετήσιου τοκομεριδίου, ποσοστού 4,35% (αφαιρουμένου ποσοστού 10%). Ωστόσο, όταν, στο διάστημα από 16.3.2013 - 26.3.2013, κορυφώθηκε η πιστωτική κρίση στην ..., με αποτέλεσμα η τελευταία να ζητήσει την ένταξή της στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, η ως άνω Τράπεζα, από τις 26-3-2013 τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 17(1)/2013, ο οποίος συνιστά προσαρμογή της ... Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/24/ίας 2001/24/EC "σχετικά με την αναδιοργάνωση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" (Ν. 125/5-5-2001), που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με σκοπό να περιορίσει τις τυχόν δυσμενείς συνέπειες της εκκαθάρισης ενός πιστωτικού ιδρύματος στην Ευρωπαϊκή Οικονομία. Μετά τις ως άνω εξελίξεις στην ..., οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων, με τις από 23-4-2013 και 25-4-2013 επιστολές τους, αντίστοιχα, προς την εναγομένη, ζήτησαν να ενημερωθούν, ανησυχώντας για την τύχη της επένδυσής τους, λόγω των γεγονότων στην Εκδότρια του Ομολόγου. Η εναγομένη απέστειλε σε όλους τους ενάγοντες την από 22-5-2013 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι, βάσει σχετικής ανακοίνωσης του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, στις 26-3-2013 ανεστάλη η διαπραγμάτευση του ως άνω ομολόγου και ότι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δυνατή η επίσημα αποτίμησή του στο εν λόγω Χρηματιστήριο. Ακολούθησε η αποστολή της από 17-6-2013 επιστολής της εναγομένης προς τους ενάγοντες, στην οποία ανέφερε ότι η μόνη, σχετικά με την αποτίμηση του ομολόγου, πληροφόρηση που είχε, προερχόταν από τον αρμόδιο θεματοφύλακα, ήτοι την Υπηρεσία Θεματοφυλακής και Μετοχολογίου της Τράπεζας ..., η οποία της γνωστοποιήθηκε στις 27-5-2013, βάσει δε αυτής η επίσημη αποτίμηση της αξίας του ομολόγου είναι μηδενική, με ημερομηνία αναφοράς την 30-4-2013. Ακολούθως, στις 21-11-2013 η εναγομένη, με νέα ενημερωτική επιστολή, τους πληροφορούσε ότι η Εκδότρια του ως άνω ομολόγου τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και ότι για τους σκοπούς αυτής είχε διορισθεί Ειδική Διαχειρίστρια, η οποία ανέλαβε την εφαρμογή στην Εκδότρια Τράπεζα των μέτρων εξυγίανσης. Περαιτέρω, τους ενημέρωνε ότι η Εκδότρια δεν κατέβαλε στις 20-11-2013 την αξία του ετήσιου κουπονιού, ενώ τόνιζε τις προσπάθειές της για παροχή ενημέρωσης τόσο από την Κεντρική Τράπεζα ...υ όσο και από την Ειδική Διαχειρίστρια της Εκδότριας. Ακολούθησε η αποστολή της από 19-5-2014 επιστολής της εναγομένης, με την οποία τους ενημέρωνε ότι στην Εκδότρια Τράπεζα έχει απαγορευθεί η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών, καθώς και της από 5-12-2014 επιστολής της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι η Εκδότρια Τράπεζα δεν κατέβαλε στις 20-11-2014 την αξία του ετήσιου τοκομεριδίου ποσοστού 4,35%, κουπονιού, ενώ με την από 16-1-2015 επιστολή της, επιπλέον τους ενημέρωνε ότι αποτέλεσμα της υπαγωγής της Εκδότριας Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης, είναι η αναστολή των πληρωμών των τόκων ή αποπληρωμών ή αποπληρωμών κεφαλαίου επί του ομολόγου, που όμως αυτά παραμένουν ακόμη και για όλους τους σκοπούς θεωρούνται ως υποχρεώσεις της Εκδότριας Τράπεζας. Κατά συνέπεια, δεν είχε δυνατότητα η Εκδότρια Τράπεζα να καταβάλει, είτε την αξία του ετήσιου τοκομεριδίου, ποσοστού 4,35%, είτε την αξία του ομολόγου, κατά την λήξη του, με συνακόλουθη συνέπεια για τους ενάγοντες να απολέσουν το σύνολο του επενδυόμενου κεφαλαίου της, καθώς και την αξία των ετήσιων τοκομεριδίων των ετών 2013 και 2014. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, κατά την όλη συναλλαγή, δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με εκπρόσωπο της ... (πρώην διακριτικός τίτλος της εναγομένης) και ότι τους δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι συναλλάσσονται με την Τράπεζα "....". Από όλα, όμως, τα προαναφερόμενα έγγραφα και επιστολές, που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, διαψεύδεται ο ισχυρισμός τους αυτός, καθόσον, πέραν των ενημερωτικών συμβατικών εντύπων, που έφεραν το διακριτικό τίτλο της εναγομένης, αντηλλάγησαν μεταξύ τους οι προαναφερόμενες επιστολές, οι οποίες προερχόταν ή απευθυνόταν στην εναγομένη και συνακόλουθα οι ενάγοντες γνώριζαν ότι είχαν συμβληθεί με την εναγομένη. Επίσης, ισχυρίζονται ότι το επίδικο προϊόν τους παρουσιάστηκε ως "ένα νέο προθεσμιακό προϊόν". Και ο ισχυρισμός τους αυτός, επίσης, διαψεύδεται από τα ως άνω έγγραφα και επιστολές. Τούτο δε διότι, αφενός τόσο στο "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", που, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, οι ενάγοντες παρέλαβαν με την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης, όσο και στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, που επίσης παρέλαβαν, περιγράφεται με σαφήνεια το ως άνω διατιθέμενο προϊόν, κατά το ασφαλιστικό και κατά το επενδυτικό το σκέλος, αφετέρου δε στις ετήσιες ενημερωτικές επιστολές, που απέστειλε η εναγομένη στους ενάγοντες για την ενημέρωσή τους, για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσής τους, γίνεται σαφής αναφορά στο επίδικο προϊόν, σε λογαριασμό επένδυσης και σε συμβόλαιο, που συνδέεται με επενδύσεις. Ακόμη, ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας "...." τους ενημέρωσαν ελλιπώς σχετικά με το πρόγραμμα "...", αποκρύπτοντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιό τους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι τα χρήματα που θα επενδύσουν θα είναι ασφαλή και ότι η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα αυτό μόνο κέρδη μπορεί να τους αποφέρει. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ως άνω υπάλληλοι δεν φρόντισαν να ερευνήσουν και να αναλύσουν τις ανάγκες τους, ως πελατών, που θα τους επέτρεπαν να σχηματίσουν το επενδυτικό τους προφίλ, ώστε να τους προτείνουν το κατάλληλο επενδυτικό προϊόν και να είναι σίγουροι ότι είναι σε θέση να το κατανοήσουν. Σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι ενάγοντες, όπως προαναφέρθηκε, σε επίσκεψή τους σε υποκατάστημα της Τράπεζας "....", ενημερώθηκαν, προφορικά, από τους αρμόδιους υπαλλήλους για το προϊόν "..." της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας παρουσιάζοντας τα γενικά χαρακτηριστικά του, το οποίο οι ενάγοντες έκριναν ως συμφέρον, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις έδιναν, τότε, χαμηλότερο επιτόκιο και συνεπώς χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν είχαν προβεί σε προφορική επισήμανση των κινδύνων του επιδίκου προϊόντος, το "Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών", που τους παρέδωσαν με την υποβολή της αίτησης ασφάλισης, περιείχε, όπως παραπάνω αναλυτικά αναφέρθηκε, σαφή ενημέρωση για τις ιδιότητες και τα βασικά χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος και επί πλέον έκανε σαφή και αναλυτική αναφορά, τόσο στα δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησης του επενδυτή, όσο και στους κινδύνους που εγκυμονούσε το εν λόγω προϊόν. Στην αρχή δε της δεύτερης σελίδας του (άρθρο 8 με τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ") αναγραφόταν: "...Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ειδικά για την περίοδο από 20-11-2009 έως και την 20-11-2014, τοποθετείται σε ομόλογο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20-11-2014) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις... Το ομόλογο είναι εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου. Εκδότης του ομολόγου είναι η ... με έδρα την ......". Τα ίδια στοιχεία παρατίθενται και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επομένως, η εναγομένη ουδέποτε απέκρυψε από τους ενάγοντες το γεγονός ότι θα τοποθετούσε το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα σε ένα ομόλογο της εδρεύουσας στην ... τράπεζας με την επωνυμία "...". Στο σημείο δε τούτο πρέπει να διευκρινισθεί ότι η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Επί δε του ισχυρισμού των εναγόντων ότι απαγορευόταν ρητά η διάθεση του εν λόγω ομολόγου στο ευρύ καταναλωτικό κοινό τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ..., πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εναγομένη εταιρία συγκρότησε ένα εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, το ενεργητικό του οποίου τοποθέτησε στο εν λόγω ομόλογο. Δηλαδή, το επίμαχο ομόλογο αγοράστηκε από την εναγομένη, η οποία εν συνεχεία το διέθεσε προς πώληση στη δευτερογενή αγορά, για την οποία, πώληση ουδεμία απαγόρευση υπάρχει. Οι ενάγοντες δεν αγόρασαν το ομόλογο, απλά επένδυσαν τα χρήματά τους σε ένα ασφαλιστικό-επενδυτικό προϊόν, του οποίου η απόδοση συνδεόταν με την απόδοση του εν λόγω ομολόγου. Άλλωστε, το επίδικο προϊόν ήταν σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 13Γ παρ. Α περ. ια' (i) του ΝΔ 400/1970, σύμφωνα με το οποίο, περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών των κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμη, ο Κανονισμός του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου ..., όπου αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του επιδίκου προϊόντος, υποβλήθηκε στις 26-11-2009 από την εναγομένη στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α. - Ν.Π.Δ.Δ.), εκ μέρους της οποίας δεν υπήρξε οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου. Επί πλέον, οι ενάγοντες, με το προαναφερθέν μορφωτικό επίπεδο που διέθετε ο καθένας τους, κατανόησαν τόσο την εν γένει λειτουργία του επιδίκου προϊόντος, όσο και τους κινδύνους, που αυτό εγκυμονούσε για το κεφάλαιό τους, δεδομένου άλλωστε ότι, αν και από τις ετήσιες ενημερώσεις της εναγομένης προέκυπτε σαφώς ότι η αξία της επένδυσής τους ήταν πτωτική, εκείνοι ποτέ δεν είχαν απευθυνθεί στην τράπεζα ... για να ζητήσουν εξηγήσεις και διευκρινίσεις περί του γεγονότος αυτού. Επομένως, η εναγομένη, δια των υπαλλήλων της τράπεζας ..., προέβη σε πλήρη και σαφή ενημέρωση των εναγόντων περί της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών του επιδίκου προϊόντος, αλλά και των κινδύνων που αυτό εγκυμονούσε για το κεφάλαιό τους. Ο ισχυρισμός εξ άλλου των εναγόντων ότι οι υπάλληλοι της ως άνω τράπεζας τους άσκησαν πίεση να υπογράψουν την ασφαλιστική σύμβαση, επικαλούμενοι τη μικρή χρονική διάρκεια διάθεσης του επιδίκου προϊόντος, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν την αίτηση ασφάλισης στις 21-10-2009 ο πρώτος, στις 19-10-2009 ο δεύτερος και στις 26-10-2009 οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των εναγόντων, ενώ η καταληκτική ημερομηνία συμμετοχών ήταν η 13η /11/2009. Επομένως, είχαν στη διάθεσή τους αρκετές ημέρες, από τότε που έλαβαν γνώση του εν λόγω προϊόντος, προκειμένου να μελετήσουν το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, να αναζητήσουν πληροφορίες από τρίτους που διέθεταν ειδικές γνώσεις επί των ζητημάτων αυτών (λογιστές, δικηγόρου κλπ) και να αποφασίσουν, εάν ήταν συμφέρουσα για τους ίδιους η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα "...". Ακόμη, όμως, και αν οι ενάγοντες μετάνιωναν, μετά την υποβολή της αίτησης ασφάλισης, για την απόφασή τους αυτή, μπορούσαν να προβούν σε ανάκληση της εξουσιοδότησης προς χρέωση του λογαριασμού τους με το ποσό των ασφαλίστρων. Επίσης, μετά την έγκριση της ως άνω αίτησης ασφάλισης, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να εναντιωθούν στη σύμβαση αυτή ή να υπαναχωρήσουν από αυτή, δικαιώματα για τα οποία είχαν λάβει γνώση, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ίδιοι επέλεξαν ωστόσο να μην τα ασκήσουν. Επομένως, οι ενάγοντες, αφού έλαβαν πλήρη και σαφή ενημέρωση σχετικά με το πρόγραμμα "...", επέλεξαν συνειδητά να τοποθετήσουν στο εν λόγω προϊόν το παραπάνω αναφερόμενο κεφάλαιο ο καθένας τους. Περαιτέρω, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, η Εκδότρια του ομολόγου, στο οποίο τοποθετήθηκε από την εναγομένη το μεταβλητό εσωτερικό κεφάλαιο, ήτοι η "..." δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αντιθέτως εμφάνιζε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενη κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την εναγομένη συνοπτική επεξηγηματική κατάσταση οικονομικών αποτελεσμάτων του Ομίλου ... για το έτος που έληξε 31-12-2009). Επίσης, η ανωτέρω τράπεζα λάμβανε, το Νοέμβριο του 2009, βαθμό αξιολόγησης Α3 και ΒΒΒ+ από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης Moody's και Fitch αντίστοιχα. Ειδικότερα, για τον οίκο Moody's ο βαθμός Α αντιστοιχεί στο εξής: "Υποχρεώσεις που αξιολογούνται ως Α θεωρούνται ως μέτριας προς υψηλής ποιότητας και υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο" και για τον οίκο Fitch ο βαθμός ΒΒΒ+ αντιστοιχεί στο εξής: "Καλή πιστοληπτική ικανότητα: Οι κλίμακες "ΒΒΒ" υποδεικνύουν ότι η προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής, αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλάψουν την εν λόγω δυνατότητα". Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγομένη σχεδίασε και έθεσε σε κυκλοφορία το επίδικο προϊόν, προκειμένου να εξασφαλίσει ρευστότητα στην τράπεζα "...", η οποία αντιμετώπιζε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, σοβαρά προβλήματα, τα οποία παρανόμως της απέκρυψε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από τα παραπάνω αναφερόμενα προέκυψε ότι οι ενάγοντες απώλεσαν το επενδυόμενο κεφάλαιό τους, λόγω αδυναμίας της Εκδότριας Τράπεζας να τους καταβάλει την αξία του ομολόγου, μετά την ένταξη της Τράπεζας αυτής σε ειδική διαχείριση, το διορισμό Ειδικής Διαχειρίστριας για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις ανωτέρω εξελίξεις, για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου, στο οποίο είχε τοποθετηθεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος. Η περίπτωση δε αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους (άρθρο 14 παρ. 8
ΙΙΙ) των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων, που είχαν συνάψει οι ενάγοντες με την εναγομένη. Η κατάρρευση δε της ... Τράπεζας "...", η οποία επήλθε συνεπεία της γενικότερης χρηματοπιστωτικής κρίσης, που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία το διάστημα 2012-2013, ήταν ένα γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο ακόμη και για τους τραπεζικούς κύκλους, ενώ ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγομένη, από πληροφορίες που είχε, μπορούσε να είχε προβλέψει το γεγονός αυτό και να προειδοποιήσει τους πελάτες της, ώστε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα και να μη χάσουν τα χρήματα που είχαν επενδύσει, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της τότε ... Κυβέρνησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της εν λόγω κρίσης, αλλά το Κυπριακό Κοινοβούλιο ψήφισε στις 22-3-2013, μεταξύ άλλων, τον προαναφερόμενο νόμο (Ν. 17(Ι)/2013) "περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων". Κατόπιν τούτων, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν παρέβη, στα πλαίσια της ανωτέρω συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της, όπως η υποχρέωσή της αυτή υπαγορεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Ακόμη, πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγοντες υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή και συνεπώς, πρέπει να τύχουν της προστασίας του Ν. 2251/1994, καθώς δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι ούτε τα ποσά που επένδυαν ήταν τόσο υψηλά, ούτε αποδεικνύεται συστηματική ενασχόλησή τους με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε διέθεταν υπερβαίνουσα το μέσο όρο των καταναλωτών, με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γνώση και εμπειρία από συναλλαγές τέτοιου είδους. Ωστόσο η συμπεριφορά της εναγομένης στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους ενάγοντες, ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας και ως εκ τούτου, η συμπεριφορά της αυτή δεν ήταν ούτε παράνομη ούτε υπαίτια. Ακόμη, ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί "αμελούς" διαχείρισης του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου από την εναγομένη. Ενόψει του ότι το ομόλογο εξεδόθη και εισήχθη στο Χρηματιστήριο, η εναγομένη δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει την αξία του. Η διαχείριση του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου από την εναγομένη περιοριζόταν στις εξής ενέργειες: 1) Να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα εξαγοράς των πελατών της, που είχαν λάβει χώρα πριν από τα γεγονότα της ...υ και της αναστολής διαπραγμάτευσης του ομολόγου. 2) Να ενημερώνεται από το θεματοφύλακα του ομολόγου για την εκάστοτε τιμή αποτίμησής του. 3) Να μεριμνά για την καθημερινή δημοσίευση της τιμής αποτίμησής του. Και 4) Να ενημερώνει τους πελάτες της ετησίως για την αξία αποτίμησης του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου τους και να τους παρέχει έκτακτη ενημέρωση, όποτε της ζητείτο, ενέργειες στις οποίες και κατά τα προαναφερόμενα, προέβαινε η εναγομένη. Σε κάθε περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την αδυναμία της Εκδότριας Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή του ομολόγου, δεδομένου ότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η εναγομένη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, ούτε με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου. Εφόσον, λοιπόν, δεν προέκυψε ότι η εναγομένη παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων, σε σχέση με την πληροφόρησή τους, ούτε προέκυψε η ύπαρξη υπαιτιότητάς της για την απώλεια των χρημάτων των εναγόντων, η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται αντισυμβατική, ούτε παράνομη και συνεπώς δεν γεννιέται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, ούτε κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρ. 281, 288, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή (Ν. 2251/1994), ούτε κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της?. Με τις παραδοχές αυτές και αφού προηγουμένως, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, κράτησε στη συνέχεια και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή των άρθρων 281, 288 και 914 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες ενημερώθηκαν προφορικά από τους κατά περίπτωση αναφερόμενους υπαλλήλους της διαμεσολαβήτριας τράπεζας "...." για το προϊόν "..." της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίοι τους παρουσίασαν τα γενικά χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού, ουδόλως παρατίθενται στη συνέχεια στην απόφασή του παραδοχές σχετικά με την προφορική πληροφόρηση των αναιρεσειόντων για τους κινδύνους του προϊόντος αυτού, που ήταν κυρίως επενδυτικό και δευτερευόντως ασφαλιστικό, ενόψει και του σημαντικού ποσού χρημάτων που καταβλήθηκε από τον καθένα από αυτούς για τη συμμετοχή τους στο προϊόν αυτό. Πιο συγκεκριμένα και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου οι αναιρεσείοντες, μέχρι τη σύναψη των επιδίκων συμβάσεων με την αναιρεσίβλητη, ήταν συντηρητικοί επενδυτές με προθεσμιακές καταθέσεις στη διαμεσολαβήτρια τράπεζα, δεν διαλαμβάνονται στη συνέχεια καθόλου αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληροφόρηση, πριν την υπογραφή της αίτησης ασφάλισης, των αναιρεσειόντων, από τους υποπροστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση των χρημάτων τους, μέσω της δημιουργίας εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, από την αναιρεσίβλητη σε ένα και μόνο ομόλογο, και όχι σε περισσότερες κινητές αξίες για την ελαχιστοποίηση, μέσω της διασποράς του κεφαλαίου, των κινδύνων της επένδυσης, το οποίο μάλιστα ομόλογο επρόκειτο να εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε αλλοδαπό χρηματιστήριο και το οποίο συνδεόταν άμεσα με την πορεία των εργασιών και τη φερεγγυότητα της τράπεζας ..., η οποία σημειωτέον ανήκει στον ίδιο Όμιλο με την αναιρεσίβλητη, όπως μαρτυρά η προηγούμενη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επωνυμία της αναιρεσίβλητης "...". Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες έλαβαν, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ενημερωτικό έντυπο της αναιρεσίβλητης σχετικά με τους κινδύνους της συγκεκριμένης επένδυσης, δεδομένου ότι η κατά τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ συναλλακτική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντι των αναιρεσειόντων επέβαλε την καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, μέσω των προστηθέντων της, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης πλήρους ενημέρωσης και διαφώτισης των αναιρεσειόντων σχετικά με την επένδυσή τους, ώστε αυτοί να κατανοήσουν τους κινδύνους της και να αποφασίσουν να την επιχειρήσουν. Δεν παρατίθενται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση καθόλου παραδοχές σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, όπως αυτός προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 10-3-2014 αγωγής τους, ότι το ανωτέρω προϊόν της αναιρεσίβλητης παρουσιάστηκε ψευδώς στους αναιρεσείοντες από τους ανωτέρω υπαλλήλους της τράπεζας, ότι ήταν ασφαλές σαν προθεσμιακή κατάθεση και ότι το επενδυόμενο από αυτούς κεφάλαιο ήταν εγγυημένο στη λήξη του προϊόντος, με αποτέλεσμα την παραπλάνησή τους και την υπογραφή των επιδίκων ασφαλιστικών συμβάσεων που ήταν συνδεδεμένες με επενδύσεις (άρθρ. 914 ΑΚ και 386 ΠΚ). Εξ αιτίας των ανωτέρω ανεπαρκών αιτιολογιών, αλλά και της παντελούς έλλειψης παραδοχών σχετικά με την αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί εξαπάτησης αυτών από τους υποπροστηθέντες υπαλλήλους της διαμεσολαβήτριας τράπεζας, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Παρέλκει δε περαιτέρω, η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου. Κατά συνέπεια, και συνακόλουθα με όλα τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό τους αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση των 1) Χ. Μ., 2) Χ. Κ., 3) Π. Κ., 4) Χ. Γ. και 5) Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1203/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1203/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σε βάρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ