Αριθμός 1329/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Μπιθαρά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη και κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4995/2014 του Εφετείου Αθηνών..
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2015 αίτησή του και τους από 17/9/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους παραδεκτώς εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 17.9.2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 18.9.2015, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4995/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 1598/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί κατ’ ουσία η από 4.1.2010 αγωγή του κατ’ αυτής για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Περαιτέρω, έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 408/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με την επωνυμία "... ΑΕ" κατέθεσε στις 14.12.2015 στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την από 1.12.2015 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, με αίτημα να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης που αυτός άσκησε κατά της 4995/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επικαλούμενη έννομο συμφέρον. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά αφού κοινοποιήθηκε σε όλους τους διαδίκους της κύριας δίκης εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τις ...15.2.2016, .../14.2.2017 και ...14.2.2016, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.. Όμως, η πρόσθετη παρέμβαση είναι απαράδεκτη, καθόσον η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία δεν είναι "τρίτος" στη δίκη της παρούσας υποθέσεως δεδομένου ότι αυτή είχε την ιδιότητα της εναγομένης στην αρχική δίκη, της εκκαλούσας και εφεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη με την αναίρεση απόφαση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 114/2016, ΑΠ 1196/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του. Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει. Σχέση πρόστησης, κατά την ανωτέρω διάταξη, δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος, ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή, τέλος, αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης. Η κατά τα προαναφερόμενα πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης ούτε από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός, δεν απαιτείται δηλαδή η παροχή εργασίας, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε. Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ’ αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009). Από την ίδια διάταξη (ΑΚ 922) προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ’ αυτόν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 9/2011). Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 290/2011).Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15Α παρ. 1 του Ν. 1569/1985, μεσίτης ασφαλίσεων είναι το πρόσωπο το οποίο κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού ασκεί διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και έχει ως αποκλειστικό έργο, κατ’ εντολή του ασφαλιζομένου, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης, έναντι αμοιβής που καταβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, να φέρει σε επαφή ασφαλιζομένους και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, να λαμβάνει από την ασφαλιστική επιχείρηση την έγκριση των ασφαλιζομένων και να βοηθά κατά τη διαχείριση και την εκτέλεσή τους, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου. Κατά την παρ. 7 του άνω άρθρου ο μεσίτης ασφαλίσεων πρέπει να απολαύει νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας έναντι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, έχει δε τις περιγραφόμενες στο άρθρο 15 Δ υποχρεώσεις, δηλαδή να υποβάλει στους ασφαλιστές "συμφωνητικό ασφαλιστικής κάλυψης" στο οποίο αναγράφονται όλες οι προϋποθέσεις και οι όροι αποδοχής της ασφάλισης από τους ενδιαφερόμενους ασφαλισμένους (παρ.1), να εκδίδει πιστοποιητικό ασφάλισης με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία το οποίο παραδίδει στον ασφαλισμένο και να αντικαθιστά το πιστοποιητικό αυτό χωρίς υπαίτια βραδύτητα με το ασφαλιστήριο (παρ. 2), ευθυνόμενος έναντι του ασφαλιζόμενου για τη σωστή τήρηση και εφαρμογή των έγγραφων εντολών αυτού. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο μεσίτης ασφαλίσεων, ο οποίος αποτελεί ένα νεώτερο είδος ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ως ανεξάρτητου επαγγελματία (αρ 1 ν. 1569/85, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 11 του ν. 2170/93 και το αρ. 36 παρ. 2 του ν. 2496/97), δραστηριοποιείται από το νόμο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη που θέλει ν’ ασφαλιστεί, και ειδικότερα, στον εντοπισμό των ασφαλιστικών αναγκών τούτου, την επιλογή της κατάλληλης ασφαλιστικής εταιρίας, την επίτευξη επαφής του πελάτη του με την επιχείρηση αυτή και τη διεκπεραίωση όλων των αναγκαίων προπαρασκευαστικών εργασιών για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Επίσης βοηθά στη διαχείριση και εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης, στα πλαίσια των οποίων δεν αποκλείεται να του ανατεθεί και η είσπραξη ασφαλίστρων. Ο εν λόγω μεσίτης, ο οποίος απολαμβάνει νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας έναντι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (άρθρο 15α παρ. 7 ν. 1569/85, όπως προστέθηκε η παρ. 7 με το αρ. 36 παρ 20 του ν. 2496/97), δεν εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά η δραστηριότητα του αναπτύσσεται κατόπιν εντολής του πελάτη που θέλει ν’ ασφαλιστεί (αρ. 15α παρ. 1 ν. 1569/85) και συνεπώς ενεργεί ως εντολοδόχος αυτού (αρ. 713 επ. ΑΚ), η δε ευθύνη του περιορίζεται έναντι του ασφαλιζομένου στη σωστή τήρηση και εφαρμογή των εγγράφων εντολών του δευτέρου (ΑΠ 325/2001) Στα πλαίσια της συμβάσεως εντολής και προς διαχείριση και εκτέλεση της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν αποκλείεται να του ανατεθεί από τον πελάτη του η καταβολή για λογαριασμό του τελευταίου των οφειλομένων από αυτόν ασφαλίστρων προς την ασφαλιστική επιχείρηση. Ωστόσο, δεν αποκλείεται ο ασφαλιστής να τον διορίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των ΑΚ 211 επ., 713 επ., ως πληρεξούσιο ή εντολοδόχο, οπότε αυτός, με την τελευταία αυτή ιδιότητα, αντιπροσωπεύει τον ασφαλιστή στις σχέσεις του με τους ασφαλισμένους (ΑΠ 1160/1990). Επίσης, η νομική αυτή φύση της σχέσης του μεσίτη με την ασφαλιστική επιχείρηση δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης, με συνέπεια τότε την εις ολόκληρον ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του μεσίτη ασφαλίσεων κατά την εκτέλεση ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με τη σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σ’ αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του ή των μέσων που έθεσε στη διάθεση του η ασφαλιστική επιχείρηση. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθόσον εφάρμοσε αυτή εσφαλμένα, και έτσι απέρριψε την αγωγή του σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι ενώ δέχθηκε ότι η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση ασφάλισης έγινε με τη μεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ότι μεταξύ της τελευταίας εταιρείας και της τρίτης εναγομένης Ε. Α., ασφαλιστικής συμβούλου υπήρχε σχέσης πρόστησης και εν όψει του ότι με τη σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ως άνω εταιρείας η τελευταία ανέλαβε την ευθύνη τηρώντας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ρητά και απαρέγκλιτα το νόμο, τα διατάγματα και τις υπουργικές αποφάσεις περί ιδιωτικής ασφάλισης, αλλά και τις εκάστοτε οδηγίες της αναιρεσίβλητης, να προβαίνει μετά από εντολή των ασφαλιζομένων σε όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης στους κλάδους που ασκούσε η αναιρεσίβλητη και να ολοκληρώνει την ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα δε με τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους σύμβασης οι υποχρεώσεις της εταιρείας μεσιτείας ήταν α) να υποβάλλει στην αναιρεσίβλητη κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ασφαλιζομένου σχετική αίτηση ασφάλισης συντασσόμενη στο συμφωνημένο κατά κλάδο έντυπο της αναιρεσίβλητης που υπογραφόταν από τον αιτούντα την ασφάλιση και προσυπογραφόταν από την ίδια ως μεσίτη, β) να εκδίδει πιστοποιητικό ασφάλισης με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την αναιρεσίβλητη και να το παραδίδει στον ασφαλιζόμενο, γ) να αντικαθιστά το πιστοποιητικό αυτό με το οριστικό συμβόλαιο, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αφότου τούτο παραδοθεί από την αναιρεσείουσα, δ) να δέχεται από τους, με τη μεσολάβησή της, ασφαλιζόμενους κάθε εμπρόθεσμη έγγραφη και επί των ειδικών της αναιρεσείουσας εντύπων αναγγελία (δήλωση) ζημίας που αφορά την υφιστάμενη εν ισχύ ασφαλιστική σύμβαση, εντός των επομένων τριών εργασίμων ημερών από την επέλευσή της και να διαβιβάζει στην αναιρεσίβλητη το πρωτότυπο αυτής πλήρως συμπληρωμένο το αργότερο μέχρι και την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήψη της και ενώ της ανατέθηκε η είσπραξη των ασφαλίστρων και η έκδοση για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης χρεωστικού σημειώματος και απόδειξης είσπραξης τούτων, και μολονότι η αναιρεσίβλητη διατήρησε το δικαίωμα να δίνει κατευθυντήριες οδηγίες στη μεσιτική εταιρεία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και η τελευταία είχε αναλάβει την υποχρέωση να τηρεί απαρέγκλιτα τις εκάστοτε οδηγίες, η δε σύμβαση μεσιτείας είχε καταρτισθεί για το σκοπό εξυπηρέτησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσίβλητης που ωφελείται από αυτή τη δραστηριότητα της μεσιτικής εταιρείας και με βάση αυτές τις παραδοχές έπρεπε να γίνει δεκτό ότι υπήρχε σχέση πρόστησης της αναιρεσίβλητης με την προστηθείσα μεσιτική εταιρεία, εντεύθεν δε ότι η αναιρεσίβλητη είχε ευθύνη να αποζημιώσει τους τρίτους που ζημιώθηκαν από την αδικοπραξία της ασφαλιστικής ως άνω συμβούλου, υποπροστηθείσας της αναιρεσίβλητης, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις αυτές και απέρριψε την αγωγή του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η 2η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", είναι εταιρία μεσιτείας ασφαλίσεων παντός κλάδου και έχει εγγραφεί στα μητρώα μεσιτών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών με αρ. .../31.12.2001. Στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του σκοπού της συνεργάζεται με διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων και με την 1η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία ... ..." και με πολλούς ασφαλιστικούς συμβούλους, μεταξύ των οποίων και με την 3η εναγομένη Ε. Α. του Η.. Συγκεκριμένα η 2η εναγομένη είχε καταρτίσει με την 1η εναγομένη την από 28.02.2005 σύμβαση μεσιτών ασφαλίσεων, δυνάμει της οποίας ως μεσίτης και έναντι προμηθείας από την 1η εναγομένη, μπορούσε να προβαίνει μετά από εντολή των ασφαλιζομένων σε όλες τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης σε όλους τους κλάδους ασφάλισης που ασκούσε η 1η εναγομένη. Στις υποχρεώσεις της ήταν (α) να υποβάλλει γραπτά στην 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ασφαλιζομένου σχετική αίτηση ασφάλισης συντασσόμενη στο συμφωνημένο κατά κλάδο έντυπό της 1ης εναγομένης, που υπογραφόταν από τον αιτούντα την ασφάλιση και προσυπογραφόταν από την ίδια ως μεσίτη, (β) να εκδίδει πιστοποιητικό ασφάλισης με βάσει τα στοιχεία που συμφώνησε με την 1η εναγομένη και να το παραδίδει στον ασφαλιζόμενο, (γ) να αντικαθιστά το πιστοποιητικό ασφάλισης με το οριστικό συμβόλαιο εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αφότου παραδοθεί από την 1η εναγομένη, (δ) δεν δικαιούταν να δεσμεύει την 1η εναγομένη με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, (ε) να έχει δικαίωμα να δέχεται από τους, με τη μεσολάβησή του, ασφαλιζόμενους κάθε εμπρόθεσμη έγγραφη και επί των ειδικών της 1ης εναγομένης εντύπων αναγγελία (δήλωση) ζημίας που αφορά την υφιστάμενη εν ισχύ ασφαλιστική σύμβαση, εντός των επομένων τριών εργασίμων ημερών από την επέλευση της και να διαβιβάζει το πρωτότυπο αυτής πλήρως συμπληρωμένη το αργότερο μέχρι και την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήψη της στην 1η εναγομένη και (στ) να μην προβαίνει για λογαριασμό της 1ης εναγομένης σε διακανονισμό ζημιών επί ασφαλιστηρίων που εκδόθηκαν με τη διαμεσολάβησή του, παρά μόνον εφόσον η ασφαλιστική εταιρία δώσει έγγραφη περί τούτου συγκατάθεση. Επίσης, κατά τη συμφωνία τους 1) η είσπραξη των ασφαλίστρων θα πραγματοποιείται από τον μεσίτη, ο οποίος θα εκδίδει για λογαριασμό της εταιρίας τα απαιτούμενα από την υπ’ αρ. Κ3-1377/18.02.1994 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου παραστατικά δηλαδή χρεωστικό σημείωμα και απόδειξη είσπραξης. 2) Σε καμία περίπτωση δεν δύναται ο μεσίτης να προβεί στην κατάρτιση συμφωνίας ή δικαιοπραξίας ή έστω και απλής υπόσχεσης, η οποία μπορεί άμεσα ή έμμεσα να υποχρεώσει την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έστω και ελάχιστα, πέρα από τα εις την παρούσα περιοριστικώς αναφερόμενα όρια, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση και άδειά της. Με την 3η εναγομένη, η 2η εναγομένη είχε καταρτίσει την υπ’ αρ. ....5.2005 σύμβαση διορισμού ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει της οποίας της παραχώρησε το δικαίωμα διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Με βάση τα παραπάνω έναντι της 1ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η 2η εναγομένη μεσίτης ασφαλίσεων απολαμβάνει νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας, ενώ μεταξύ της 2ης εναγομένης και της 3ης εναγομένης η σύμβαση που τους συνέδεε κατά το νόμο ήταν σύμβαση έργου.... Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η 2η εναγομένη ... ΑΕ συνδεόταν με την 1η εναγομένη μόνο με τη σύμβαση μεσιτών ασφαλίσεων και δεν υφίστατο μεταξύ τους σχέση πρόστησης κατά την έννοια του νόμου και συνεπώς δεν φέρει καμία ευθύνη από τις πράξεις και παραλείψεις της 3ης εναγομένης προστηθείσας από τη 2η εναγομένη. Ως μεσίτρια η 2η εναγομένη, απολάμβανε νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας έναντι της 1ης εναγομένης και δεν έχει εκ του νόμου εξουσία να την εκπροσωπεί. Η 3η εναγομένη ενήργησε υπό την ιδιότητά της ως συνεργάτιδος (ασφαλιστικής συμβούλου) της 2ης εναγομένης, εκπροσωπώντας αποκλειστικά τον ενάγοντα πελάτη της, δηλαδή έφερε αυτόν σε επαφή κατ’ εντολή του με την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και διενήργησε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης για λογαριασμό του, μη έχοντας κανένα εσωτερικό συναλλακτικό δεσμό με την 1η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία... Η σχέση που συνέδεε την 3η εναγομένη με τη 2η εναγομένη ήταν μεν κατά ρητή νομοθετική διάταξη αυτή της σύμβασης έργου, πλην όμως η συμπεριφορά και η γενικότερη δράση αυτής ήταν ενταγμένη στο πεδίο δράσης της 2ης εναγομένης και υπόκειτο έστω και χαλαρά στην επίβλεψη και τις γενικές οδηγίες και εντολές της 2ης εναγομένης... Από τα ανωτέρω προκύπτει εμφανώς, ότι δυνάμει της σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου μεταξύ της 2ης και της 3ης εναγομένης, η τελευταία υπάκουε έστω και σε ένα πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης στις σχετικές εντολές και οδηγίες της 2ης εναγομένης, εργαζόμενη για λογαριασμό της και σύμφωνα με το σκοπό της μεταξύ τους υπάρχουσας σχέσης, η δε δραστηριότητά της εντασσόταν και ενέπιπτε στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της μεσιτείας ασφαλίσεων της 2ης εναγομένης. Υφίσταται επομένως σχέση πρόστησης μεταξύ αυτών (2ης και 3ης εναγομένης) και για την αδικοπραξία, που τέλεσε η τρίτη προστηθείσα εναγομένη, ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος και η δεύτερη προστήσασα εναγομένη, που ως προστήσασα έχει αντικειμενική ευθύνη". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και της δεύτερης εναγομένης, μεσίτη ασφαλίσεων, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρχε σχέση πρόστησης και απέρριψε την κατ’ αυτής αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος. Όμως, τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, αποδίδουν αφενός μεν ότι, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", υπήρχε σύμβαση μεσιτείας, αφετέρου δε ότι κατά τη λειτουργία αυτής της σύμβασης, για την εκτέλεση των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων, η μεσιτική εταιρία δεύτερη εναγομένη παρείχε διαρκώς υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης της αναιρεσίβλητης και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτής, ενεργώντας στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, εποπτείας και γενικών οδηγιών αυτής, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης σχετικά με τους όρους λειτουργίας της σύμβασης, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής, τα χρησιμοποιούμενα έντυπα, την απαίτηση για προσυπογραφή από τη μεσιτική εταιρία της αίτησης προς ασφάλιση, την έκδοση πιστοποιητικών ασφάλισης με βάση τους συμφωνηθέντες όρους, την αποδοχή αναγγελίας τυχόν ασφαλισμένης ζημίας, την τήρηση προθεσμιών, την είσπραξη των ασφαλίστρων με την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, υποχρεώσεις στις οποίες όφειλε να συμμορφώνεται η μεσιτική εταιρία, την παρακράτηση από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος να δίνει στη μεσιτική εταιρία την άδεια ή την έγγραφη συναίνεση ώστε να προβαίνει σε διακανονισμό ζημιών για ασφαλιστήρια που έχουν εκδοθεί με τη μεσολάβηση αυτής ή να προβαίνει σε κατάρτιση συμφωνίας ή δικαιοπραξίας ή έστω απλής υπόσχεσης, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να δημιουργήσει υποχρεώσεις στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, αυτά τα πραγματικά περιστατικά προσδίδουν στη δεύτερη εναγομένη μεσιτική εταιρία την ιδιότητα της προστηθείσας από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική επιχείρηση και κατ’ ακολουθία στηρίζουν την αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της προστηθείσας ή των χρησιμοποιηθέντων για την εκτέλεση της δραστηριότητας υποπροστηθέντων. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που εξέτασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου του άρθρου 922 ΑΚ, τον οποίο δεν εφάρμοσε, μολονότι αυτά ήταν αρκετά για την εφαρμογή του. Έτσι, όμως, που έκρινε υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και βασίμως μέμφεται την ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων με το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της αναίρεσης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4995/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία ... "...".
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ