Αριθμός 1128/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατσαμπάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 73/2012) αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 212/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 24-1-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 44/2012) αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών, καθώς και με την από 10-3-2014 (διά των προτάσεων) ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η 291/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ ορίζει το συστατικό ως το μέρος του πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη δική του ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού ή και των δύο. Κατά το άρθρο 954 περ. 1, 2 ΑΚ ως συστατικά του ακινήτου, το άρθρο 954 αναφέρει είναι τα πράγματα, που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα (περ. 1), καθώς και το νερό κάτω από το έδαφος και η πηγή (περ. 3). Το τελευταίο εδάφιο της ίδιας διάταξης προβλέπει ότι συστατικά του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά, που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή του ή συναρμόστηκαν σ' αυτό. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α' του Ν. 2882/2001 η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δένδρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επ. του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.ΑΠ 5/2002). Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2882/2001 έχει στενότερη διατύπωση από την αντίστοιχη της ΑΚ 953, καθώς αναφέρεται μόνο στα μόνιμα κτίσματα, στα δέντρα και τις φυτείες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 24.1.2012 αίτηση οριστικής τιμής μονάδος για το επικείμενο -επιχώσεις για την οριζοντίωση του εδάφους (μπάζωμα) των με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων της πρώτης αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι δεν πρόκειται περί συστατικών των εν λόγω ακινήτων υπό την έννοια των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, αλλά διότι η επιχωμάτωση αποτελεί βελτίωση του ακινήτου και το κόστος αυτής εμπεριέχεται στην αξία αυτού. Με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 16 και 18 του ν. 2882/2001 και 953, 954 του ΑΚ, κατά το μέρος που απέρριψε την ως άνω αίτηση ως προς το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το επικείμενο - επιχώσεις για την οριζοντίωση του εδάφους (μπάζωμα) των με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ιδιοκτησίας της 1ης αναιρεσείουσας. Το Εφετείο με το να απορρίψει την ως άνω ένδικη αίτηση, ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα του καθορισμού οριστικής μονάδος των επιχωματώσεων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 953 και 954 ΑΚ ως προς την έννοια των συστατικών, όπως αυτά αναλύονται, ειδικότερα, στην ως άνω μείζονα σκέψη, καθόσον σε περίπτωση απαλλοτρίωσης, στην στενότερη έννοια των συστατικών, δεν περιλαμβάνεται και η επιχωμάτωση, η οποία συνιστά βελτίωση του ακινήτου και όχι συστατικό αυτού. Στην αξία του εδάφους των απαλλοτριωθέντων επίδικων ακινήτων συνυπολογίζεται κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης (βλ. σελ. 19) και η αξία της εν λόγω επιχωμάτωσης (πρβλ. ΑΠ 17/1980).
Η αιτίαση που προβάλλεται με το δεύτερο τμήμα του ίδιου λόγου για έλλειψη νόμιμης βάσης (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) κατά το προαναφερθέν τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον με τον παρόντα (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, παρέπεται δε ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη (ΑΠ 1821/2008), όπως στην προκειμένη υπόθεση. Αντίθετα, οι από τους αριθ. 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις με τα τρίτο και τέταρτο τμήματα του πρώτου λόγου αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής μονάδος των επιχωματώσεων των ως άνω με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων μετά την παραδοχή ότι η 212/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου διέταξε την διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων και ότι εξ αυτού του σκεπτικού αποδέχεται ότι υπήρξε 2ος κτηματολογικός πίνακας που συνετάγη κατ' εφαρμογή του διατακτικού αυτής με συνέπεια να αποδεχθεί, λόγω της διαγραφής των επικειμένων αυτών με τον 2ο διορθωτικό πίνακα, ότι οι επιχωματώσεις δεν συνιστούν συστατικά, τίθενται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και πρέπει ν' απορριφθούν, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το σχετικό αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιχωματώσεων ως επικειμένων απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, διότι κατά τις παραδοχές, αυτές (επιχωματώσεις) δεν συνιστούν συστατικά κατά την έννοια των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, αλλά βελτίωση του ακινήτου και το κόστος αυτών εμπεριέχεται στην αξία αυτού (βλ. σελ. 10 της προσβαλλόμενης). Από τον συνδυασμό των διατάξεων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, 13 παρ. 1 εδ. α', β' και γ' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) προκύπτει ότι, ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά τον χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και πρόσοδος του απαλλοτριωμένου. Επομένως τα Δικαστήρια, κατά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη της λέξεως "ιδίως, σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του Δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 418/2014, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 1782/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των με αριθμό ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημοσίας ωφέλειας, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1087485/ 5999/0010/25.9.2009 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Φ.Ε.Κ. 497/2.10.2009), κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, συνολικής έκτασης 10.541,46 τ.μ., που βρίσκονται εντός των ορίων της Τοπικής Κοινότητας
. της Δημοτικής Κοινότητας ... στην Περιφερειακή Ενότητα Κορινθίας, υπέρ και με δαπάνη του Δημοσίου για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου "Μετωπικά Διόδια Καλαμακίου στον οδικό άξονα Ελευσίνα - Κόρινθος - Πάτρα - Πύργος - Τσάκωνα στη χ.θ. 1+200". Η συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνει 5 ακίνητα και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από έτους 2008 με αριθμούς σχεδίων 00101 και 00101 ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων, καθώς και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία συντάχθηκαν από το Γραφείο Μελετών Τεχνικών Έργων Α. Χ., θεωρήθηκαν από το Διευθυντή της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, Ι. Σ., την 7.4.2009 και εγκρίθηκαν με την υπό στοιχεία Δ12/0/34842/7.4.2009 απόφαση της ίδιας Διεύθυνσης. Με βάση νεώτερα στοιχεία και ακριβέστερη καταμέτρηση, κατόπιν αυτοψίας, συντάχθηκε η 1η διόρθωση του Κτηματολογίου, η οποία εγκρίθηκε με την Δ12/4035/27.5.2011 απόφαση της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων του νυν Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το πρώτο επίδικο ακίνητο της πρώτης αιτούσας εταιρίας ..., που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία ΚΑ 1 είχε συνολική επιφάνεια προ της επίδικης απαλλοτρίωσης 11.301,94 τ.μ., στο οποίο υπάρχει ισόγειο κτίριο επαγγελματικής στέγης (έκθεση αυτοκινήτων), επιφανείας 354,47 τ.μ., μετά υπογείου επιφανείας 352,20 τ.μ. και ημιυπαιθρίων χώρων, επιφανείας 107,86 τ.μ., όπως προκύπτει από την 377/2000 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Κορινθίας. Με την ένδικη συμπληρωματική απαλλοτρίωση απαλλοτριώνεται επιφάνεια 3.786,08 τ.μ. και απομένει εμβαδόν 7.515,86 τ.μ., στο οποίο και ευρίσκεται το ανωτέρω κτίσμα. Το συγκεκριμένο ακίνητο έχει πρόσωπο στη Νέα Εθνική Οδό, αλλά στερείται απευθείας πρόσβασης σ' αυτήν, καθώς είναι περιφραγμένη η πρόσοψή του, πλην, όμως, επικοινωνεί με την οδό, που διέρχεται βόρεια της Εθνικής. Διαθέτει μολαταύτα αξιόλογη προβολή στην Εθνική Οδό και η χρήση του είναι εμπορική. Ακόμα, το δεύτερο επίδικο ακίνητο της πρώτης αιτούσας εταιρίας, που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία ΚΑ 3 είχε συνολική επιφάνεια προ της επίδικης απαλλοτρίωσες 9.856,16 τ.μ. Με την επίδικη απαλλοτρίωση απαλλοτριώνεται επιφάνεια 313,41.τ.μ. και απομένει εμβαδόν 9.542,75 τ.μ. Το ακίνητο αυτό έχει τα αυτά χαρακτηριστικά με το προαναφερθέν ΚΑ 1 ακίνητο και είναι η φυσική συνέχεια αυτού ανατολικά και τους χωρίζει ένας αγροτικός δρόμος. Στην αρχική από μηνός Οκτωβρίου 2009 έκθεση των εκτιμητών του Σ.Ο.Ε., που συντάχθηκε ενόψει της συγκεκριμένης απαλλοτρίωσης, άπαντα τα ακίνητα, μεταξύ αυτών και τα ακίνητα της πρώτης αιτούσας, προσδιορίσθηκε στο ποσό των 46,40 ευρώ το τ.μ.. Ακολούθως, με τα ίδια στοιχεία, αλλά κυρίως με βάση το ...3/24.9.2003 συμβόλαιο, το οποίο προσκόμισε ο Δ. Δ. και σύμφωνα με το οποίο το 50% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, έκτασης 1.199,35 τ.μ., πωλήθηκε στον ίδιο από τον αδελφό του Α. Δ. του Σ., αντί του ποσού των 77,78 ευρώ το τ.μ., συντάχθηκε η μεταγενέστερη από μηνός Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση των ιδίων εκτιμητών, οι οποίοι, χωρίς επαρκή κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου αιτιολογία, αναβιβάζουν σημαντικά την αξία των ακινήτων της αιτούσας στο ποσό των 94,69 τ.μ. Σημειωτέον, ότι το εν λόγω συμβόλαιο δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο οποίος εν προκειμένω είναι αυτός της συζήτησης των ένδικων αιτήσεων οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης (1-10-2014), διότι μεταξύ της συζήτησης των αιτήσεων αυτών και της συζήτησης των αιτήσεων για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (26-10-2011) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους (άρθρο 13 παρ. 1 εδαφ. β' ν. 2882/2001), καθόσον με αυτό δε μεταβιβάζεται μόνο το ακίνητο, αλλά και τα συστατικά του, κτίσματα και λοιπά επικείμενα, και συνεπώς, η αξία του εδάφους, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δε διακρίνεται από την αξία των λοιπών, που επίσης περιλαμβάνεται στο αναγραφέν τίμημα. Στη συνέχεια, το αυτό Σ.Ο.Ε. με τη μεταγενέστερη από μηνός Νοεμβρίου του έτους 2011 έκθεσή του μείωσε την αξία του ΚΑ 1 ακινήτου σε 83,50 ευρώ/τ.μ. και του ΚΑ 3 ακινήτου σε 91 ευρώ/τ.μ., λαμβάνοντας υπόψη όσον αφορά την ΚΑ 1 ιδιοκτησία το γεγονός του περιορισμού στη δόμηση λόγω απαιτούμενων αποστάσεων από την Ε.Ο. και την αξία των προσφερόμενων προς πώληση άρτιων και οικοδομήσιμων αγροτεμαχίων με πρόσοψη στην Ε.Ο. και όσον αφορά την ΚΑ 3 ιδιοκτησία το ότι η ιδιοκτησία αυτή ως προς εκείνη της ΚΑ 1 έχει πρόσβαση σε βόρειο παράδρομο της Ε.Ο. και την πολεοδομική κατάσταση 1,10 ως αξιοποιήσιμη άρτια και οικοδομήσιμη χωρίς προβλήματα απαιτούμενων αποστάσεων, παραβλέποντας, όμως, τη σημαντική πτώση των τιμών των ακινήτων, που επισυνέβη μεταξύ των δύο εκθέσεών του. Ήδη με την από 5-3-2014 έκθεση των Ανεξάρτητων Πιστοποιημένων Εκτιμητών, Δ. Κ. και Ι. Α., μετά την κατάργηση με το ν. 4152/2013 του Σώματος Ορκωτών Λογιστών και την αντικατάσταση του, όπου προβλέπεται από τη νομοθεσία, από Πιστοποιημένο Ορκωτό Εκτιμητή, η αξία της ΚΑ 1 ιδιοκτησία προσδιορίζεται στο ποσό των 45 ευρώ/τ.μ., ενώ εκείνη της ΚΑ 3 στο ποσό των 44 ευρώ/τ.μ. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω έκθεση με βάση πληροφορίες των εκτιμητών από την τοπική κτηματαγορά και αγγελίες στο διαδίκτυο, αγροτεμάχιο στο
, έκτασης 6.200 τ.μ. κοντά στο χώρο των διοδίων, σε παράπλευρη οδό, μεγάλης προβολής και δρόμο περιφερειακά του, πωλείται αντί του ποσού των 29 ευρώ το τ.μ., αγροτεμάχιο στον
., έκτασης 6.842 τ.μ., με πρόσωπο επί των διοδίων της Νέας Εθνικής Οδού, άρτιο και οικοδομήσιμο, (πωλείται) έναντι 19 ευρώ το τ.μ., αγροτεμάχιο στην περιοχή των
.., έκτασης 2.000 τ.μ., εφαπτόμενο στην Παλαιά Εθνική Οδό, σε απόσταση 350 μέτρων από τη θάλασσα, πωλείται αντί του ποσού των 28 ευρώ το τ.μ. και έτερο αγροτεμάχιο στο
.., με πρόσωπο στην Παλαιά Εθνική Οδό, (πωλείται) έναντι του ποσού των 39 ευρώ το τ.μ., ενώ αγροτεμάχιο στους
.., έκτασης 2.000 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, πωλήθηκε το έτος 2010 έναντι του ποσού των 50 ευρώ το τ.μ. και έτερο αγροτεμάχιο στην ίδια περιοχή των
. (ευρύτερη περιοχή σε σχέση με την περιοχή του επιδίκου), έκτασης 500 τ.μ., μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, πωλήθηκε το αυτό έτος αντί του ποσού των 40 ευρώ το τ.μ. Εξάλλου, με την κρινόμενη από 24-1-2012 (αρ. κατ. δικ. 44/2012) αίτηση ζητείται να καθορισθεί η αξία του εδάφους των επιδίκων ακινήτων στο ποσό των 420 ευρώ/τ.μ., ενώ η πρώτη αιτούσα εταιρία προσκομίζει αφενός μεν την από μηνός Σεπτεμβρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου - μηχανικού, Ε. Ν., σύμφωνα με την οποία η αγοραστική αξία των δύο ακινήτων υπολογίζεται σε 320 ευρώ/τ.μ., αφετέρου δε την από 20- 9-2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού, Γ. Τ., σύμφωνα με την οποία η αξία των ακινήτων αυτών ανέρχεται σε 273,88 ευρώ/τ.μ. Αντίθετα, το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο με την αίτησή του ζητά να προσδιορισθεί η οριστική τιμή της απαλλοτρίωσης στο ποσό των 50 ευρώ/τ.μ. για τις ΚΑ 1 και 3 ιδιοκτησίες. Σημειωτέον, ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1β' ν. 2882/2001 "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, και αφού λήφθηκε υπόψη η πτώση της αξίας των ακινήτων στην περιοχή και η μειωμένη ζήτηση αυτών, λόγω της γενικευμένης δημοσιονομικής κρίσης μετά το έτος 2009, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα απαλλοτριούμενα, μεταξύ δε αυτών και τα επίδικα, προορίζονται κυρίως για επαγγελματική χρήση, καθώς η ζήτηση αυτών για ανέγερση κατοικιών λόγω της θέσης τους παραπλεύρως της Νέας Εθνικής Οδού, δηλαδή μίας οδού εξαιρετικά αυξημένης κυκλοφορίας, είναι πολύ χαμηλή, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία των ακινήτων της πρώτης αιτούσας (ΚΑ 1 και ΚΑ 3) και των επικειμένων τους, με κρίσιμο χρόνο αυτόν της παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (1-10-2014), δηλαδή η αξία που ανταποκρίνεται στην πραγματική, αγοραία τοιαύτη, με βάση τις επικρατούσες, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και εξασφαλίζει τη δυνατότητα στην αιτούσα να αντικαταστήσει αυτά με άλλο ισάξιο, παρέχοντάς της έτσι πλήρη αποζημίωση, χωρίς να υπολογίζεται η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, ή η ανατίμηση, που προήλθε από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης, ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, στο οποίο συνυπολογίζονται και οι επιχωματώσεις...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη, την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και άλλων για να αιτιολογηθεί η ορισθείσα οριστική τιμή αποζημιώσεως των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, παραθέτοντας αναλυτικά τα συγκριτικά στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και αναφέροντας ποια εξ αυτών θεωρεί πρόσφορα, που να δικαιολογούν την προσδιορισθείσα οριστική τιμή αποζημίωσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η τοποθεσία, η φύση, οι ιδιαιτερότητες και ο προορισμός αυτών, οι οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, η μικτή χρήση γεωργικής και επαγγελματικής εκμετάλλευσης, καθώς και ότι η ζήτηση αυτών για ανέγερση κατοικιών, λόγω της θέσης τους παραπλεύρως της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Κορίνθου - Πατρών, δηλαδή μιας οδού με εξαιρετικά αυξημένη κυκλοφορία, είναι πολύ χαμηλή, οι υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, καθώς και η ένταξη της εν λόγω περιοχής στη νομοθεσία της εκτός σχεδίου δόμησης. Επομένως τα όσα από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετα υποστηρίζονται με το πρώτο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.
Με το δεύτερο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με το προαναφερόμενο αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων δέχθηκε πράγματα αληθή χωρίς απόδειξη, με την παραδοχή ότι στην περιοχή των επίδικων ακινήτων υπάρχει μεγάλος αριθμός από παραθεριστικές λαϊκές αυθαίρετες κατοικίες, που αναπτύχθηκαν κατά τις δεκαετίες του '70 και '80, ενώ κατά τα γνωστά τοις πάσι στην εγγύς περιοχή υπάρχουν οι οικισμοί ..., που όλα τα κτίσματα είναι με νόμιμη άδεια. Ο λόγος αυτός, ως προς το ανωτέρω τμήμα του, πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον εν προκειμένω ισχύει το ανακριτικό σύστημα και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, τις οποίες μνημονεύει τόσο στο προοίμιο της απόφασης όπου μνημονεύει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, όσο και κατά την ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογήσει ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).
Περαιτέρω με το τρίτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς τους σχετικά με την αξία των ακινήτων τους, η οποία προέκυπτε από το πλήθος των βιομηχανιών - βιοτεχνιών εθνικής εμβέλειας, που υπάρχουν στην εγγύς περιοχή των επίδικων, όπως οι ..., οι ..., το ..., τα είδη ..., τα διϋλιστήρια ..., το γεγονός ότι η Εθνική οδός διέρχεται έμπροσθεν των ακινήτων και τους δείκτες δόμησης των εν λόγω ακινήτων. Ο λόγος αυτός ως προς το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια, ώστε να προσβληθούν με τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Με το τρίτο από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν έλαβε υπόψη του: την από μηνός Οκτωβρίου 2009 έκθεση εκτίμησης αξίας των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όπως αυτή διορθώθηκε με τις από Μαΐου 2010, Σεπτεμβρίου 2010, Ιουνίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 εκθέσεις, τις με στοιχεία Φ.022/5.3.2014 και Φ.022/5.3.2014 εκθέσεις εκτίμησης των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Δ. Κ. και Ι. Α., την από 20.9.2014 τεχνική έκθεση των μηχανικών Ν. Τ., Β. Ο. και Α. Π. και την από Σεπτεμβρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ε. Ν. και την από 20.9.2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ.. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω τμήμα, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι από την περιλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/A/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Όσον αφορά τα τμήματα, που απέμειναν μετά την επίδικη συμπληρωματική απαλλοτρίωση των ανωτέρω ιδιοκτησιών, πρέπει, να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η ΚΑ 1 ιδιοκτησία είχε συνολική επιφάνεια 11.301,94 τ.μ., στο οποίο υπάρχει ισόγειο κτίριο επαγγελματικής στέγης (έκθεση αυτοκινήτων), επιφανείας 354,47 τ.μ., μετά υπογείου επιφανείας 352,20 τ.μ. και ημιυπαιθρίων χώρων, επιφανείας 107,86 τ.μ. Με την ένδικη απαλλοτρίωση απαλλοτριώνεται επιφάνεια 3.786,08 τ.μ. και απομένει εμβαδόν 7.515,86 τ.μ., στο οποίο και ευρίσκεται το ανωτέρω κτίσμα. Η ιδιοκτησία προ της απαλλοτρίωσης ήταν κατατμήσιμη σε δυο άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα. Το ανατολικό επιφανείας 4.000 τ.μ. και το δυτικό επιφανείας 7.301,94 τ.μ. Η δόμηση για το πρώτο ήταν 400 τ.μ. ισογείου καταστήματος και 200 τ.μ. στον πρώτο όροφο. Για το δεύτερο ήταν 600 τ.μ. ισογείου καταστήματος. Λόγω της απαλλοτρίωσης η ιδιοκτησία αυτή απώλεσε τη δυνατότητα κατάτμησης και συνολικής δόμησης των 600 + 400 = 1.000 τ.μ. σε ισόγεια καταστήματα και 200 τ.μ. σε όροφο και δεν έχει, παρά το υπάρχον κτίριο, καμία νέα επιπλέον δόμηση. Έτσι παραμένει μόνο η εκμετάλλευση των υφιστάμενων επαγγελματικών χώρων. Ως εκ τούτου το τμήμα αυτό υπέστη μείωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά ποσοστό 40%. Η ΚΑ 3 ιδιοκτησία είχε συνολική επιφάνεια 9.856,16 τ.μ. και με την επίδικη απαλλοτρίωση απαλλοτριώνεται επιφάνεια 313,41.τ.μ., το απομένον δε τμήμα έχει εμβαδόν 9.542,75 τ.μ. Η ιδιοκτησία αυτή προ της απαλλοτρίωσης ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αλλά μη κατατμήσιμη λόγω μικρής πρόσοψης. Είχε τη δυνατότητα δόμησης των 600 τ.μ. σε ισόγεια καταστήματα. Μετά την απαλλοτρίωση λόγω των υποχρεωτικών αποστάσεων από τα όρια της απαλλοτρίωσης, τα όρια της ιδιοκτησίας, αλλά και τις αποστάσεις από την παράπλευρη οδό, δομεί μόνο 400 τ.μ. σε ισόγεια καταστήματα και τα υπόλοιπα 200 τ.μ. στον πρώτο όροφο. Ως εκ τούτου το τμήμα αυτό υπέστη μείωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά ποσοστό 15%. Σημειώνεται δε, ότι η οφειλόμενη ιδιαίτερη αποζημίωση για τα παραπάνω εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών της πρώτης αιτούσας εταιρίας υπολογίζεται επί της αξίας αυτών, σύμφωνα με τις αξίες που προσδιορίστηκαν πιο πάνω...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 3 ακινήτων, αντιστοίχως, τμήματα αυτών. Ειδικότερα, προσδιορίζει τα τμήματα των εν λόγω ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, την δυνατότητα κατάτμησης του πρώτου από αυτά πριν την απαλλοτρίωση και την απώλεια αυτής μετά την απαλλοτρίωση, την αδυναμία κατάτμησης του δεύτερου και πριν την απαλλοτρίωση, αλλά και την οικοδομησιμότητα αυτών, η οποία μειώθηκε μετά την απαλλοτρίωση λόγω των υποχρεωτικών αποστάσεων από τα όρια της απαλλοτρίωσης και τις αποστάσεις από την παράπλευρη οδό, προσδιορίζοντας, συγχρόνως, την κατά τ.μ. δυνατότητα δόμησης αυτών, καθώς και το ποσοστό μείωσης του εναπομένοντος τμήματος κάθε ακινήτου, 40% για το πρώτο και 15% για το δεύτερο. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος δεν θεμελιώνεται ως πλημμέλεια από τους αριθ. 1, 8, 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει ν' απορριφθεί κατά το μέρος αυτό.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο. Η ρύθμιση αυτή είναι επακόλουθη της ρύθμισης του άρθρου 4 του άνω ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ. 2 του αυτού ΚΑΑΑ, κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπερού η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά. Και περαιτέρω, 3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον ΚΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο - άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχο της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ' εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως. Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν, των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του συνεπεία της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στον υπερού η απαλλοτρίωση, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει για το δικαίωμα κατοχής του επί των απαλλοτριωθέντων επικειμένων συστατικών του μίσθιου ακινήτου και την ασκούμενη επ' αυτού επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή. Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και απαγορεύει να στερηθεί κάποιος της περιουσίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1608/2011). Ο μισθωτής κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τυχόν αξιώσεις για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο μίσθιο για τη λειτουργία της επιχείρησής του δαπάνες από τον εκμισθωτή - ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης αυτού, είτε βάσει της μισθωτικής σχέσης είτε βάσει των διατάξεων περί διοίκησης αλλοτρίων ή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και αδικοπραξιών του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της απόρριψης ως προς αυτή της από 24.1.2012 (και με αριθμό κατάθ. 44/2012) αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος για το κόστος μεταφοράς των φορτηγών και λοιπών οχημάτων της ίδιας από την επιχείρηση έκθεσης φορτηγών αυτοκινήτων ασκούσε στην απαλλοτριωθείσα έκταση και αποζημίωση για την απώλεια φήμης και πελατείας. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω αίτηση ως προς την δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην ως άνω αίτηση, η αιτούσα αυτή, ως μισθώτρια και επομένως απλή κάτοχος της με ΑΚΠ 1 απαλλοτριωθείσας έκτασης και των επικειμένων αυτής, δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα αποζημίωσης και ούτε νομιμοποιείται ως διάδικος σε δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της ένδικης απαλλοτρίωσης. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, στη δίκη καθορισμού αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να μετάσχει ως διάδικος κάθε τρίτος, που βρίσκεται σε ενοχικό δεσμό με τον ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, όπως η μισθώτρια - δεύτερη αναιρεσείουσα στην προκειμένη υπόθεση και επομένως η ως άνω αίτηση έπασχε από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε και προτάσεις, μειωμένης, όμως, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3693/1957. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.7.2016 αίτηση αναίρεσης της 291/2015 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ