Αριθμός 1982/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη -
Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Π. Π., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αρμαμέντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιασίου αρ. 1 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πωβαρέτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8607/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 466/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 27.4.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 466/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 8607/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί του αναφερομένου στο δικόγραφο του ακινήτου και διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Μελισσιών Αττικής, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από την εσφαλμένη αναγραφή ως κυρίας αυτού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, να καταχωριστεί το ίδιο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρατήθηκε και εκδικάσθηκε από το ίδιο η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του. Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως. Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωση του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016). Ακόμη όμως και αν το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, αυτή δεν καθίσταται αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", εξέθετε ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, του οποίου αιτήθηκε να αναγνωρισθεί κύριο και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μελισσιών τα ακόλουθα: α) ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται εντός μείζονος ακινήτου (κτήματος), γνωστού με το όνομα "..." εντός των ορίων των Δήμων … και …, αρχικής εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων, οριζόμενο βορείως με κληρονόμους Δ., ... και ..., νοτίως με ρέμα και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Πεντέλης, κτήμα ... και ..., ανατολικώς με ιδιοκτησία Μονής Πεντέλης και δυτικά, με νεκροταφείο …, με την οδό ... και την οδό …, το οποίο η Μονή Πετράκη είχε εγγράψει το έτος 1837 στο Μεγάλο Κώδικα καταγραφής της περιουσίας της, έχοντας αποκτήσει αυτό με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, β) ότι μετά το χωρισμό της περιουσίας της ως άνω Μονής σε διατηρητέα και εκποιητέα με το από 25.1.1933 Προεδρικό Διάταγμα διαχωρισμού της μοναστηριακής περιουσίας, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1931, το παραπάνω κτήμα, με εξαίρεση τη μαρμαδοφόρα περιοχή που κρίθηκε διατηρητέα, υπήχθη στην εκποιητέα περιουσία και περιήλθε στη διοίκηση του συσταθέντος με το ν. 4684/1930 Ο.Δ.Ε.Π., επιπλέον δε στις 11.5.1988 υπογράφηκε σύμβαση, μεταξύ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξουσιοδοτημένης από 149 Μονές και του Ελληνικού Δημοσίου, που απέκτησε ισχύ νόμου με την κύρωσή της με το άρθρο 1 του ν. 1811/1988, για την παραχώρηση στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των συμβαλλομένων Μονών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Μονή Πετράκη, με εξαίρεση, μεταξύ άλλων των εκτάσεων που αυτές κατέχουν και νέμονται με νόμιμο τίτλο, γ) ότι εντός του άνω κτήματος της Ιεράς Μονής Πετράκη και ειδικότερα στη θέση "..." εντός της κοινότητας …, βρίσκεται έκταση εκτάσεως 630 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα με την 116015/1925 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και ότι με την 33/1930 Υπουργική Απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ως άνω Υπουργικής απόφασης απαλλοτριώθηκε υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων έκταση 575 στρεμμάτων και εξαιρέθηκε από τη διανομή έκταση 65 περίπου στρεμμάτων (δάσος και ρέμα) που παρέμεινε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής 3 δ) ότι, ειδικότερα, εξαιρέθηκαν από τη διανομή υπέρ της Ιεράς Μονής τα με αριθμούς ... και ... τεμάχια, εμβαδού 61.910 τ.μ. και 2.660 τ.μ. αντίστοιχα, που εμφαίνονται κατά θέση και προσανατολισμό εντός του κτήματος "..." στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πίνακα διανομής του έτους 1931, το δε επίδικο γεωτεμάχιο έχει έκταση 609,15 τ.μ. βρίσκεται εντός του με αριθμό ... τεμαχίου αριθμό ΚΑΕΚ ... στο με αριθμό 24 οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού ... και εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Σ., περιμετρικά με τα στοιχεία ... και συνορεύει βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς προσώπου ... συνολικού μήκους μέτρων 64,39, ήτοι του τμήματος ... μήκους μέτρων 5,95 και του τμήματος ... μήκους μέτρων 58,44 με οδό ..., νότια επί πλευράς ... συνολικού μήκους μέτρων 43,77 ήτοι του τμήματος ... μήκους μέτρων 29,39 και του τμήματος ... μήκους μέτρων 14,38 με οικοπεδική λωρίδα πρώην ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη και νυν Α., Β., Α. και Σ. Π. και πέραν αυτής με ρέμα ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής Πετράκη και νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους μέτρων 28,61 ήτοι του τμήματος ... μήκους μέτρων 14,23 και του τμήματος ... μήκους μέτρων 14,38 με την ίδια ως άνω οικοπεδική λωρίδα με ΚΑΕΚ ... και πέραν αυτής με ρέμα I. Μονής Πετράκη. Επίσης, στο ενσωματωμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Σ., εκτός από τον προσανατολισμό του επιδίκου ακινήτου κατά σχήμα, θέση, εμβαδόν, πλευρές και τον προσδιορισμό της θέσης αυτού εντός του τεμαχίου ..., εμπεριέχεται ο ως άνω πίνακας διανομής του έτους 1931, στον οποίο εμφαίνεται ολόκληρο το κτήμα "...". Τέλος, γίνεται μνεία ότι το επίδικο δηλώθηκε από την εναγομένη και εντοπίσθηκε και καταχωρήθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείου Αμαρουσίου ως γεωτεμάχιο, με βάση τα επισυναπτόμενα έγγραφα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και ειδικότερα I) την αρχική εγγραφή του επιδίκου ως γεωτεμαχίου με κυρία την εναγομένη με αριθμό ΚΑΕΚ ... και II) το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συντεταγμένο με το σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ορισμένως περιέγραψε κατά θέση και όρια το μείζον ακίνητο κυριότητας του, ήτοι το δασόκτημα "..." αρχικής εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων εκθέτοντας αναλυτικά ότι μετά από απαλλοτρίωση τμήματος αυτού εκτάσεως 575 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων, εξαιρέθηκαν από τη διανομή τα με αριθμούς ... και ... τεμάχια, εμβαδού 61.910 τ.μ. και 2.660 μέτρων αντίστοιχα, που εμφαίνονται κατά θέση και προσανατολισμό εντός του κτήματος "..." στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πίνακα διανομής του έτους 1931, τα οποία παρέμειναν στην κυριότητα του. Επίσης ορισμένως περιέγραψε στην αγωγή το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο το επίδικο ακίνητο κατά σχήμα, θέση, εμβαδόν, πλευρές, προσανατολισμό και με προσδιορισμό της θέσης του εντός του ως άνω τεμαχίου με αριθμό ..., εκθέτοντας συγχρόνως ότι το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Τμήματος Τοπογραφίας Ε.Κ.Υ.Ο., Ν. Σ., στο οποίο περιλαμβάνεται και ο ως άνω πίνακας διανομής του έτους 1931, όπου εμφαίνεται και ολόκληρο το μείζον ακίνητο (κτήμα "..."), επί πλέον δε ότι το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται και στα ενσωματωμένα στην αγωγή έγγραφα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου και ειδικότερα α) την αρχική εγγραφή του επιδίκου ως γεωτεμαχίου με κυρία την αναιρεσείουσα με αριθμό ΚΑΕΚ ... και β) το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συντεταγμένο με το σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87. Από τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά ουδεμία αμφιβολία γεννάται ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι σε αυτήν προσδιορίζονται πλήρως και ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια τόσο το μείζον επίδικο ακίνητο, όσο και το επίδικο ακίνητο, ώστε να μην επέρχεται σύγχυση ως προς την ταυτότητά τους, με την παραδεκτή μνεία και των προαναφερόμενων εγγράφων, στα οποία εμφαίνονται τα ως άνω ακίνητα, εφόσον τα έγγραφα αυτά ήταν ενσωματωμένα στην αγωγή και αποτελούσαν περιεχόμενο της, σχετιζόμενο με την περιγραφή των ακινήτων, και κατά παραδοχή αντίστοιχων λόγων-εφέσεως του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ως άνω διατάξεως, επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω νομικής, κατά το ορθό, ποσοτικής αοριστίας της, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι δηλαδή καταχρηστική (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 502/2021, ΑΠ 200/2018). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγοι αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 555 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αιτιώμενη ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλητου, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως στο εφετείο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερευνώντας την ουσία της υποθέσεως, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "... με την με αριθμ. 33/23.1.1930 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος αποκαταστάσεως ο παππούς της εναγομένης - εφεσίβλητης Γ. Μ. του Α. στον οποίο παραχωρήθηκε - μεταξύ άλλων - και το κληροτεμάχιο με αριθμό ... δυνάμει του με αριθμ. ... παραχωρητηρίου. Με τον ίδιο τρόπο παραχωρήθηκε το τεμάχιο ... στους κληρούχους Φ. Δ. και Ε. Σ.. Ο τελευταίος το έτος 1934 ζήτησε και τελικώς πέτυχε δια της εκδόσεως της με αριθμ. 898/1935 αποφάσεως του ΣτΕ και εν συνέχεια της 22/14.8.1936 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων την έκπτωση του Φ. Δ. στον παραπάνω κλήρο και την εγκατάσταση σε αυτόν των ανηψιών του, Ν. και Ε. Δ. Σ. οι οποίες με τον τρόπο αυτό παρέλαβαν το κληροτεμάχιο .... Αποδεικνύεται επίσης ότι δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κωνσταντίνου Κουνέλη που μεταγράφηκε νομίμως, οι ανωτέρω Ν. και Ε. Σ. αντάλλαξαν με τον πατέρα της εναγομένης Α. Μ., καθώς και την Ε. Μ., τον Ι. Μ. και Π. Μ. τα ανωτέρω ακίνητα ήτοι έδωσαν στους τελευταίους το γεωτεμάχιο ... και πήραν το ... ολοκληρώνοντας έτσι μια άτυπη συναλλαγή που είχε γίνει από το έτος 1939 μεταξύ του Ε. Σ. και του Γ. Μ.. Στη συνέχεια ο πατέρας της εναγομένης δυνάμει του με αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νομίμως... κατέστη αποκλειστικός κύριος του κληροτεμαχίου ... κατά ποσοστό 100%. Αποδεικνύεται επίσης ότι από το έτος 1965 τουλάχιστον ο Α. Μ. μαζί με την εναγομένη κατέλαβαν αυθαίρετα το επίδικο ακίνητο που γειτονεύει με το κληροτεμάχιο ... και άρχισαν να το καλλιεργούν με συκιές, αμυγδαλιές και ελιές κατασκευάζοντας μάλιστα ενιαία περίφραξη και ενσωματώνοντάς το στο κληροτεμάχιο .... Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενσωμάτωση του επίδικου ακινήτου είχε γίνει από τον Ε. Σ. από το έτος 1931 δεν αποδεικνύεται βάσιμος από κανένα αποδεικτικό μέσο ή μάρτυρα. Επίσης αποδεικνύεται ότι τόσο η εναγομένη όσο και ο πατέρας της ... γνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ενσωματωμένο στο κληροτεμάχιο ... καθώς και ότι δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κτήσης τους και ότι επρόκειτο για ακίνητο που ανήκε κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Πετράκη αφού το έτος 1972 με την με αριθμ. πρωτ. ... αίτησή του ο Α. Μ. ζήτησε από την ΟΔΔΕΠ τη μεταβίβαση της επίδικης έκτασης που παρανόμως κατείχαν αντί ευλόγου τιμήματος. Μάλιστα ο ΟΔΔΕΠ ζήτησε από τον Α. Μ. να παραδώσει στην Εκτιμητική Επιτροπή σχεδιάγραμμα της αμφισβητούμενης έκτασης το οποίο πράγματι συντάχθηκε και παραδόθηκε και στις 5.12.1972 έγινε από τα όργανα του ενάγοντος έκθεση αυτοψίας και εκτιμήσεως, ενώ το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του ΟΔΔΕΠ ενέκρινε την 10.4.1973 την συμβιβαστική εκποίηση του επιδίκου ακινήτου αντί του τιμήματος των 150 δραχμών, ενώ στο ίδιο αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι το συμβόλαιο έπρεπε να υπογραφεί εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο (δηλ. τον Α. Μ.). Ωστόσο η απόφαση αυτή δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στον τελευταίο με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί ποτέ η πώληση του επιδίκου ακινήτου στον Α. Μ., πατέρα της εναγομένης αλλά να παραμείνει το ακίνητο αυτό στην κυριότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος. Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι το έτος 1989 η εναγομένη ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16.5.1989 αγωγή κατά του πατέρα της Α. Μ. για την απόκτηση νομίμου τίτλου κυριότητας επί του επιδίκου με βάση την έκτακτη χρησικτησία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 7059/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την κυριότητά της επί του επιδίκου. Ωστόσο η εναγομένη μετέγραφε την απόφαση αυτή στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου μόλις την 5.4.2004 λίγο πριν την έναρξη την 3.11.2004 του Κτηματολογίου Μελισσιών, γεγονός που αποδεικνύει τη γνώση της ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητά της αλλά ανήκε κατά κυριότητα στην I. Μονή Πετράκη. Μάλιστα η κακή της πίστη αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το έτος 1994 με την από 8.3.1994... αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στράφηκε κατά της I. Μονής Πετράκη ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία των ιδίων ως άνω οικοπέδων για τα οποία εξεδόθη η με αριθμ. 7059/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι εκπρόσωπος της Μονής αμφισβήτησε την κυριότητά της επί μικρών τεμαχίων των εν λόγω γεωτεμαχίων, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και ουδέποτε επαναφέρθηκε προς συζήτηση. Η αίτηση έγινε δεκτή και συντάχθηκε το ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Κορωπίου Παν. Καρναμπάκου που μεταγράφηκε νομίμως δυνάμει του οποίου το εκκαλούν μεταβίβασε στην εφεσίβλητη και τα τρία τέκνα της κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα οικοπεδική λωρίδα, η οποία συνορεύει βορείως με το επίδικο ακίνητο και φέρει ΚΑΕΚ .... Στο εν λόγω συμβόλαιο προσαρτήθηκε το από 10.5.1995 με ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού του ενάγοντος - εκκαλούντος Μ. Κ. με την επ'αυτού από 22.6.1998 υπεύθυνη δήλωση κατά τον ν. 651/1977 σύμφωνα με το οποίο η πωληθείσα έκταση είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και τυγχάνει προσκυρωτέα στην όμορη προς βορρά ιδιοκτησία της αντιδίκου η οποία είναι το επίδικο ακίνητο. Επομένως από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Πετράκη αφού παρόλο που η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη το νέμεται από το έτος 1962 διανοία κυρίου δεν κατέστη κυρία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθώς... η διάταξη του ανωτέρω άρθρου ως ειδική και εξαιρετική δεν εφαρμόζεται επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των ΟΤΑ ή άλλων ν.π.δ.δ. (όπως το ενάγον) αλλά εφαρμόζεται μόνο επί ακινήτων του Δημοσίου και ότι υπό τις αναγραφόμενες σ'αυτή προϋποθέσεις χωρεί κατ'αυτού (Δημοσίου) κτητική παραγραφή...". Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 4 του ως άνω ν. 3127/2003 ως μη νόμιμη και την ένσταση περί ιδίας κυριότητας "διακατοχής" ως ουσιαστικά αβάσιμη, επιλαμβανόμενο της ενστάσεως της ίδιας περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε στις παραδοχές του τα εξής: " ...Σχετικά με την ένσταση αποδυναμώσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος που προβάλλει η εναγόμενη πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η άσκηση με την κρινόμενη αγωγή του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το νομιμοποιούμενο ενεργητικά ενάγον και ήδη εκκαλούν δεν είναι ολοφάνερα αντίθετη στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ δηλαδή στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος διότι η αδράνεια του εκάστοτε διοικούντος και διαχειριζομένου την ακίνητη περιουσία της Μονής, δεν είναι αρκετή να δημιουργήσει στους εναγόμενους την αναγκαία, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, πεποίθηση ότι δεν πρόκειται το ενάγον - εφεσίβλητο να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα. Η αδράνεια δε αυτή δικαιολογείται από το καθεστώς έννομης προστασίας της μοναστηριακής περιουσίας, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του ενάγοντος και την εκτεταμένη ευθύνη της εποπτείας της διάσπαρτης εκκλησιαστικής περιουσίας καθώς και από την έλλειψη της εναγομένης και του πατέρα της Α. Μ. σαφούς εκδήλωσης της βούλησης αυτών περί αμφισβήτησης του δικαιώματος της Ιεράς Μονής. Αντίθετα από την προαναφερόμενη αίτηση του πατέρα της εναγομένης να προβεί στην αγορά του επιδίκου το έτος 1972 προκύπτει η εκφρασθείσα γνώση και δήλωση αυτού ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Ιερά Μονή Πετράκη. Την ίδια γνώση αποδεικνύει και το γεγονός ότι η εναγομένη παρέλειψε να μεταγράψει στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου την με αριθμ. 7059/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 2004 ... Ούτε άλλωστε από τα προαναφερόμενα περιστατικά προκύπτει οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του φορέα του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου, δεν προκύπτει δηλαδή ότι κατά το προαναφερόμενο μέχρι την άσκηση της εξεταζόμενης αγωγής διάστημα, ο εκάστοτε δικαιούχος του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου εκδήλωνε τη βούλησή του ότι απώλεσε την κυριότητα του επιδίκου και ότι δεν πρόκειται να το διεκδικήσει. Το γεγονός ότι στο με αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Κορωπίου ... που μεταγράφηκε νομίμως προσαρτήθηκε το από 10.5.1995 με ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού του ενάγοντος - εκκαλούντος Μ. Κ. με την επ'αυτού από 22.6.1998 υπεύθυνη δήλωση, κατά το ν. 651/1977, σύμφωνα με το οποίο η πωληθείσα έκταση είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και τυγχάνει προσκυρωτέα στην όμορη προς βορρά ιδιοκτησία της αντιδίκου η οποία είναι το επίδικο ακίνητο, δεν αρκεί για να αποδείξει την βούληση του ενάγοντος να απολέσει την κυριότητα επί του επιδίκου ούτε να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να το διεκδικήσει. Ειδικότερα το ανωτέρω συμβόλαιο (και το προσαρτημένο σ'αυτό τοπογραφικό διάγραμμα με την υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού του ενάγοντος) δεν αφορά το επίδικο ακίνητο αλλά μία όμορη σε αυτό οικοπεδική λωρίδα 150 τ.μ. η οποία ανήκε επίσης στην Ιερά Μονή Πετράκη και την οποία το ενάγον αποφάσισε να πωλήσει στην εναγομένη έναντι του τιμήματος των 8.900.000 δραχμών. Από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος... , αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι από λάθος (λανθασμένα) αναφέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης ότι η μεταβιβαζόμενη έκταση συνορεύει βορείως με ιδιοκτησίες της εναγομένης αντί του ορθού της Μονής Πετράκη καθώς και ότι στο συμβόλαιο πώλησης αναφερόταν επίσης λανθασμένα ότι οι όμορες της μεταβιβαζόμενης λωρίδας προς βορρά οι ιδιοκτησίες της αντιδίκου προέρχονταν από τον κλήρο ... που δεν ισχύει αφού το επίδικο ουδεμία σχέση έχει με τον κλήρο ..., καθώς βρίσκεται εντός του τεμαχίου ... ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη. Εξάλλου εάν υπήρχε πράγματι η σχετική απόφαση των αρμοδίων οργάνων του, το ενάγον θα είχε προβεί ήδη στην πώληση του επιδίκου ακινήτου στον πατέρα της εναγομένης ή στην τελευταία έναντι τιμήματος, όπως έκανε και με την ως άνω αναφερόμενη οικοπεδική λωρίδα γης. Σε κάθε δε περίπτωση μόνο αυτή η λανθασμένη αναγραφή του μηχανικού του ενάγοντος στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, δεν αρκεί για να δημιουργήσει ευλόγως την πεποίθηση στην εναγομένη ότι το ενάγον δεν προτίθεται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του ή ότι παραιτείται από αυτό αφού δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο ή μάρτυρα) αλλά αντίθετα καταρρίπτεται από τις προηγούμενες πράξεις και ενέργειες του ενάγοντος το οποίο ήδη από το έτος 2006 είχε ασκήσει προηγούμενη αγωγή κατά της εναγομένης διεκδικώντας το επίδικο ακίνητο, από την οποία παραιτήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Εξάλλου αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης ... και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες ότι το επίδικο γεωτεμάχιο καλλιεργείται από την ενάγουσα με ελιές και άλλα δένδρα και δεν υπάρχει εντός αυτού κάποιο κτίσμα ή οικοδομή και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται σημαντική αναβάθμιση της αξίας αυτού με αντίστοιχη δαπάνη της εναγομένης έτσι ώστε η ανατροπή της παραπάνω κατάστασης να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, όπως η ίδια διατείνεται. Τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη η εναγομένη για την καλλιέργεια του επιδίκου ακινήτου ισοσταθμίζονται με το κέρδος που αποκόμισε από την εκμετάλλευση του (καρποί δένδρων, ξυλεία κλπ.). Ούτε εξάλλου η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την κατάρτιση του συμβολαίου συμβιβαστικής εκποίησης που έγινε το έτος 2000 θα προκαλέσει σε αυτήν δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες , όπως η ίδια ισχυρίζεται, αφού η τελευταία δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου εμβαδού 150 τ.μ., του οποίου θα συνεχίσει να έχει την κυριότητα. Επομένως..." καταλήγει το Εφετείο, "αφού δεν αποδείχθηκε ότι η αδράνεια του ενάγοντος συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ότι το ίδιο μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή μιας κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα της εναγομένης επιπτώσεις πρέπει η ένσταση περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος του ενάγοντος καθώς και η νόμιμη κατ'άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες...". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% στην Ιερά Μονή Πετράκη, χωρίς για τη διάταξή της αυτή να προβάλλεται λόγος αναίρεσης, ακολούθως απέρριψε και την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στο οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, περιήλθε το επίδικο ακίνητο, μετά τον δια του από 25.1.1933 Προεδρικού Διατάγματος διαχωρισμό της ακίνητης περιουσίας της ως άνω μονής σε διατηρητέα και εκποιητέα και την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., με την από 11.5.1988 σύμβαση , μεταξύ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Ελληνικού Δημοσίου που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1811/1988. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής και με την ειδικότερη μορφή της περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ορθά επίσης το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου, η οποία δεν καταλύθηκε, εξαιτίας της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού, διέταξε την διόρθωση της αρχικής - πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο Μελισσιών ως προς το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) με ΚΑΕΚ ..., ώστε αντί της αναιρεσείουσας να εμφαίνεται ως έχουσα την πλήρη κυριότητα αυτού η Ιερά Μονή Πετράκη, δυνάμει του από 25.1.1933 Πδ/τος διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας αυτής και το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως διοικητής και διαχειριστής αυτού βάσει του ν. 1811/1988. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το νομιμοποιούμενο ενεργητικά αναιρεσίβλητο δεν είναι ολοφάνερα αντίθετη στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθώς και ότι, σύμφωνα με την έννοια των ως άνω διατάξεων, μόνη η αδράνεια του εκάστοτε διοικούντος και διαχειριζομένου την ακίνητη περιουσία της Μονής, δεν είναι αρκετή να δημιουργήσει την αναγκαία πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το σχετικό δικαίωμα. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του: α) ότι η αδράνεια του εκάστοτε διοικούντος και διαχειριζόμενου την ακίνητη περιουσία της ως άνω Ιεράς Μονής, δικαιολογείται από το καθεστώς έννομης προστασίας της μοναστηριακής περιουσίας, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του αναιρεσίβλητου, στο οποίο περιήλθε η περιουσία αυτή και την εκτεταμένη ευθύνη της εποπτείας της διάσπαρτης εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς, επίσης και από την έλλειψη σαφούς εκδήλωσης της βούλησης του πατέρα της αναιρεσείουσας και της ίδιας περί αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας της Ιεράς Μονής επί του επιδίκου ακινήτου, β) ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα και μέχρι την άσκηση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του φορέα του δικαιώματος κυριότητας του συγκεκριμένου ακινήτου με την έννοια ότι ο εκάστοτε δικαιούχος του δικαιώματος κυριότητας αυτού ουδέποτε εκδήλωνε τη βούλησή του ότι απώλεσε την κυριότητα του επιδίκου και ότι δεν πρόκειται να το διεκδικήσει, γ) ότι, αντιθέτως, η εκφρασθείσα γνώση και δήλωση τόσο του πατέρα της αναιρεσείουσας όσο και της ίδιας ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Ιερά Μονή Πετράκη, προκύπτουν από τις αναφερόμενες ενέργειες αμφοτέρων και πιο συγκεκριμένα, της επιχείρησης αγοράς του επίδικου ακινήτου από την Ιερά Μονή Πετράκη το έτος 1972, από τον πατέρα της, της παράλειψης μεταγραφής της 7059/1989 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη αναγνωρίσθηκε κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σε δίκη μεταξύ αυτής ως ενάγουσας και του πατέρα της ως εναγομένου, η οποία απόφαση εν τέλει μεταγράφηκε πολύ αργότερα το έτος 2004, λίγο πριν την έναρξη του Κτηματολογίου Μελισσιών, της άσκησης αγωγής το έτος 1994 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της I. Μονής Πετράκη, με την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία των ιδίων ως άνω οικοπέδων για τα οποία είχε εκδοθεί η προαναφερόμενη 7059/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι εκπρόσωπος της Μονής αμφισβήτησε την κυριότητά της επί μικρών τεμαχίων των εν λόγω γεωτεμαχίων, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και ουδέποτε επαναφέρθηκε σε συζήτηση, δ) ότι το νομίμως μεταγραμμένο ... συμβόλαιο πώλησης δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, αλλά όμορη σε αυτό οικοπεδική λωρίδα, εμβαδού 150 τ.μ., την οποία, ανήκουσα επίσης στην Ιερά Μονή Πετράκη, το αναιρεσίβλητο αποδεχόμενο σχετική αίτηση της αναιρεσείουσας, μεταβίβασε στην ίδια και στα τέκνα της έναντι τιμήματος 8.900.000 δραχμών, λανθασμένα δε αναγράφηκε στο προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο από 10.5.1995 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού του αναιρεσίβλητου Μ. Κ., και στην επί του τοπογραφικού αυτού από 22.6.1998 υπεύθυνη δήλωση, του ίδιου μηχανικού, ότι η μεταβιβαζόμενη εδαφική έκταση συνορεύει βορείως με όμορη ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας η οποία είναι το επίδικο ακίνητο, αντί του ορθού ότι συνορεύει με όμορη ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Πετράκη, ομοίως δε λανθασμένα αναγράφηκε στο ίδιο συμβόλαιο ότι οι όμορες της μεταβιβαζόμενης λωρίδας προς βορρά ιδιοκτησίες της αντιδίκου προέρχονταν από τον κλήρο ..., πράγμα που δεν ισχύει, εφόσον το επίδικο ακίνητο ουδεμία σχέση έχει με τον κλήρο ..., αλλά βρίσκεται εντός του τεμαχίου ... ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη, ε) ότι σε κάθε περίπτωση μόνο αυτή η λανθασμένη αναγραφή του μηχανικού του αναιρεσιβλήτου στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, δεν αρκεί για να αποδείξει την βούληση αυτού να απολέσει την κυριότητα επί του επιδίκου ούτε να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να το διεκδικήσει, αλλά ούτε αρκεί για να δημιουργήσει ευλόγως την πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι το αναιρεσίβλητο δεν προτίθεται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του ή ότι παραιτείται από αυτό, το οποίο, αντιθέτως, ήδη από το έτος 2006 είχε ασκήσει προηγούμενη αγωγή κατά της αναιρεσείουσας διεκδικώντας το επίδικο ακίνητο, από την οποία παραιτήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, στ) ότι από την καλλιέργεια του επίδικου ακινήτου με ελιές και άλλα δένδρα χωρίς να υφίσταται εντός αυτού κάποιο κτίσμα ή οικοδομή δεν υπήρξε σημαντική αναβάθμιση της αξίας του με αντίστοιχη δαπάνη της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε η ανατροπή της παραπάνω κατάστασης να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της, καθόσον τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ίδια για την καλλιέργεια του επιδίκου ακινήτου ισοσταθμίζονται με το κέρδος που αποκόμισε από την εκμετάλλευσή του, καθώς και ότι η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου συμβιβαστικής εκποίησης που έγινε το έτος 2000, δεν θα προκαλέσει στην αναιρεσείουσα, επαχθείς οικονομικές συνέπειες, αφού η ίδια δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου εμβαδού 150 τ.μ., του οποίου θα συνεχίσει να έχει την κυριότητα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο ως άνω λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψή της, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η ίδια θεωρεί ορθό.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 27.4.2021 αίτηση αναιρέσεως της Α. Π. για αναίρεση της 466/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλητου, το οποίο παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 τταρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.4.2021 αίτηση της Α. Π. για αναίρεση της 466/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ