Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 825 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 825/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από του πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Φ. - Δ. Κ., 2) Σ. Σ. και 3) Μ. Β.. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Ελισάβετ Καπελάνου - Αλεξανδρή και 2) Ανδρέα Λοβέρδο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 644/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3254/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2017 αίτησή του. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη, ύστερα από τη ματαίωσή της στη δικάσιμο της 14ης Μαΐου 2019, με την από 21-6-2018 κλήση της ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το προσύμφωνο είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθορισθεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί (αρθρ. 166 ΑΚ). Πρόκειται για τέλεια, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί την υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Εφ' όσον το ως άνω άρθρο δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται αναλογικώς επί των σχέσεων που πηγάζουν από αυτό, οι κανόνες που αφορούν γενικά σε όλες τις συμβάσεις ή στην ειδική κατηγορία στην οποία υπάγεται ορισμένη σύμβαση (ΑΠ 568/2014). Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πωλήσεως έχουν εφαρμογή τόσον οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, όσο και οι ειδικές διατάξεις της συγκεκριμένης συμβάσεως, όπως εκείνες που αφορούν στην ευθύνη του πωλητή για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα και για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων κατά τα άρθρα 515 και 534 - 537 ΑΚ, οπότε ο εκ προσυμφώνου αγοραστής έχει τα παρεχόμενα από τα άρθρα 516 και 540 και 543 ΑΚ δικαιώματα (ΑΠ 708/2016) και συνεπώς δικαιούται και να υπαναχωρήσει από τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 514/2016). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514, 515 παρ.1 και 516 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του αγοραστή σε περίπτωση υπάρξεως νομικού ελαττώματος να ζητήσει αποζημίωση και πριν ακόμη του αφαιρεθεί με δικαστική απόφαση το πράγμα, καταλύεται, αν ο πωλητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκείνος (αγοραστής) γνώριζε τα ελαττώματα του πράγματος που υπήρχαν κατά το χρόνο της πωλήσεως, δηλ. ότι είχε θετική αυτών γνώση. Όμως ο καθιερούμενος από την ως άνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, όπως αν συμφωνήσουν ότι ο πωλητής αναλαμβάνει ευθύνη και για γεγονότα που δεν συνιστούν νομικά ελαττώματα κατά την έννοια της ΑΚ 514 ή να χαρακτηρίσουν ως νομικό ελάττωμα, για να υπάρχει αυτή η ευθύνη, πράξη ή παράλειψη του πωλητή που κατά την ΑΚ 514 δεν είναι νομικό ελάττωμα.
Συνεπώς, αν ο δια προσυμφώνου υποσχεθείς τη μεταβίβαση πράγματος δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστούν τόσο η έλλειψη στο πρόσωπο του κυριότητος επί του υπό μεταβίβαση πράγματος, όσο και η επιγενόμενη απώλεια αυτής ή οποιαδήποτε άλλη νομική αδυναμία μεταβιβάσεως πριν την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 του ΑΚ (ΑΠ 590/2017 ).
Έτσι, σε περίπτωση πωλήσεως πράγματος, όπου στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου", ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά(ΑΠ 1230/2017). Κατά την έννοια αυτή, η προβολή των αξιώσεων αυτών, ανεξαρτήτως βασιμότητάς τους, ενεργοποιεί την αυξημένη, κατά τον ως άνω όρο, εγγυητική ευθύνη του πωλητή, οπότε εφαρμογής τυγχάνουν οι γενικές διατάξεις για την ανώμαλη εξέλιξη των ενοχών (αρθρ. 380 επ. ΑΚ), αφού εξαιτίας των αξιώσεων αυτών, η παροχή του πωλητή δεν είναι πλέον η προσήκουσα και αντίθετα αυτός τελεί, κατά περίπτωση, σε αδυναμία ή υπερημερία να μεταβιβάσει το πωλούμενο ελεύθερο διεκδίκησης. Η ευθύνη του πωλητή για ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων είναι ευθύνη για μη εκπλήρωση, γιατί η ύπαρξη νομικού ελαττώματος συνιστά παράβαση της κύριας υποχρεώσεως του πωλητή να μεταβιβάσει το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων (514 ΑΚ). Η ΑΚ 516 ναι μεν παραπέμπει στις διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (ΑΚ 374 επ.) και ιδίως σ' εκείνες που ρυθμίζουν την περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη (380 ΑΚ επ.), ωστόσο παραπέμπει σε αυτές μόνον ως προς τις έννομες συνέπειες, όχι ως προς τις προϋποθέσεις, και επομένως είναι αδιάφορο αν η αδυναμία του πωλητή να άρει ή εξαλείψει το νομικό ελάττωμα είναι υπαίτια ή ανυπαίτια. ο πωλητής "εγγυάται" περίπου ότι κατά τον χρόνο της πωλήσεως (πρβλ. 514 ΑΚ) είναι σε θέση να εξαλείψει τα τυχόν νομικά ελαττώματα του αντικειμένου της πωλήσεως. Εάν δεν εκπληρώσει την παροχή του αυτή, ο αγοραστής δικαιούται να αρνηθεί την πληρωμή του τιμήματος (ΑΚ 374) , να υπαναχωρήσει από την πώληση (382, 383 ΑΚ), να ζητήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης (382, 383 ΑΚ) ή να θεωρήσει την πώληση ως άνευ αντικειμένου (380 ΑΚ).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ 590/2017).
Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση: α) ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 514 ΑΚ, διότι υπήγαγε στην έννοια των νομικών ελαττωμάτων τις διεκδικήσεις των κληρονόμων Κ. και Σ. επί των οικοπέδων που αποτέλεσαν αντικείμενο του από 12-2-2008 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως παρά το γεγονός ότι οι διεκδικήσεις αυτές δεν αποτελούν από ο ) μόνες τους "δικαίωμα τρίτου", αντιτασσόμενο κατά του αγοραστή, β) παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθ' όσον προσέδωσε στον όρο του προσυμφώνου, ότι τα επίδικα οικόπεδα είναι "ελεύθερα και απαλλαγμένα από κάθε διεκδίκηση", το νόημα ότι με αυτόν επιτείνεται η ευθύνη του ... ως πωλητή σε σχέση με τα οριζόμενα στην ΑΚ 515 εδ. 1, χωρίς ωστόσο να προσφύγει και να εφαρμόσει τα κριτήρια των διατάξεων τούτων, και δη υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων και του από 12-2-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συντάχθηκε πριν την υπογραφή του προσυμφώνου.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι, ως προς τα ως άνω τεθέντα ζητήματα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ..."Το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον) Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "...", με την από 5-6-2007 διακήρυξη, προκήρυξε τον πλειοδοτικό διαγωνισμό, για την πώληση οκτώ (8) άρτιων και οικοδομήσιμων ακινήτων, συνολικής έκτασης 71.558,28 τμ, που βρίσκονται στη θέση "Πανόραμα εφοπλιστικά" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εντός του σχεδίου πόλεως. Αρχικά η ημερομηνία διεξαγωγής της πλειοδοσίας ορίστηκε η 12-7-2007 και μετά από αναβολή η 3-10-2007. Κατά τους όρους της πλειοδοσίας, τιμή εκκίνησης ορίσθηκε το χρηματικό ποσό των 77.331.584 ευρώ, εντός 10 ημερών από την πλειοδοσία ο πλειοδότης έπρεπε να προσκομίσει εγγυητική επιστολή 3.000.000 και εντός 4 μηνών έπρεπε να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο. Κατά τον πλειοδοτικό διαγωνισμό πλειοδότησε δια του ποσού των 100.100.000 ευρώ, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "...", με αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εν γένει εκμετάλλευση με οποιονδήποτε τρόπο ακινήτων. Πριν την διεξαγωγή της πλειοδοσίας το εναγόμενο ενημέρωσε όλους τους ενδιαφερόμενους, όπως και την ενάγουσα, ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κυριότητά του (εναγομένου) με κληρονομική διαδοχή, δυνάμει της από 26-12- 1996 ιδιόγραφης διαθήκης, από τον Γ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 30-6- 1998 και ότι με την απόφαση 5977/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η χορήγηση κληρονομητηρίου και εκδόθηκε το υπ' αριθμό ….04/1998 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, δυνάμει του οποίου πιστοποιήθηκε ότι μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Κ. είναι το εναγόμενο, σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ως άνω ακίνητα. Περαιτέρω, το εναγόμενο ενημέρωσε τους υποψήφιους πλειοδότες και την ενάγουσα, για τη νομική κατάσταση των ακινήτων και ειδικότερα, ... Ενόψει των νέων πραγματικών δεδομένων, οι διάδικοι ήλθαν σε διαπραγματεύσεις και κατέληξαν στις παρακάτω συμφωνίες που αποτυπώθηκαν στο από 12-2-2008 προσύμφωνο, που καταρτίστηκε με το …10/2008 συμβόλαιο ... και στο από 12-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό. Βάσει των εγγράφων αυτών, α) το εναγόμενο ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα τα επίδικα ακίνητα, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 100.100.000 ευρώ, β) η ενάγουσα κατέβαλε ως προκαταβολή το χρηματικό ποσό των 30.000.000 ευρώ, γ) το υπόλοιπο του τιμήματος συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, με απώτερη ημεροχρονολογία την 12η Μαΐου 2009, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν συμφωνίας, δ) το εναγόμενο υποσχέθηκε ότι κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τα επίδικα ακίνητα θα είναι ελεύθερα κάθε βάρους, διεκδίκησης και μεσεγγύησης, πλην της με αριθμό …90/2007 διεκδικητικής αγωγής του Ι. Α., η οποία είχε εγγράφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου …., ε) το εναγόμενο υποσχέθηκε ότι κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου θα υπάρχει απρόσβλητο ενεργό κληρονομητήριο, στ) ότι οποιαδήποτε αντιδικία ανακύψει στο μέλλον και αφορά τη διαθήκη του δικαιοπαρόχου του εναγομένου θα συνεχίζεται με την επιμέλεια του εναγομένου και ζ) ότι. σε περίπτωση που ανακληθεί το κληρονομητήριο ή ακυρωθεί με δικαστική απόφαση το κληρονομικό δικαίωμα του εναγομένου η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης και απόδοσης σε αυτήν, του προκαταβληθέντος τιμήματος, όχι όμως των δαπανημάτων. Την 29-1-2009 το εναγόμενο πληροφόρησε την ενάγουσα ότι απορρίφθηκε η αίτηση ανάκλησης του κληρονομητηρίου και ότι μπορούσαν να υπογράψουν οριστικό συμβόλαιο. Ενώ επίκειτο η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, οι εξ αδιάθετου κληρονόμοι του Γ. Κ. άσκησαν την από 16-2-20094νέα αίτηση ανάκλησης του κληρονομητηρίου, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 8-10-2009. Ενόψει αυτού, η ενάγουσα, ζήτησε την επιστροφή του χρηματικού ποσού 27.000.000 ευρώ από την προκαταβολή και παράταση της ημέρας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου έως τις 31-5-2010. Την 21-7-2009 το εναγόμενο αποδέχθηκε την πρόταση παράτασης του χρόνου υπογραφής του οριστικού συμβολαίου έως την 31-5-2010, απέρριψε την πρόταση επιστροφής οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από την προκαταβολή και ενημέρωσε την ενάγουσα ότι οι ως άνω κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου της άσκησαν την από 20-6- 2009 διεκδικητική αγωγή, η οποία είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Βούλας και με την οποία διεκδικούσαν τα 4/6 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων, των αναφερομένων στο προσύμφωνο. Την 24-11-2009 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι στην ανοιγείσα δίκη, της από 20-6-2009 διεκδικητικής αγωγής, είχε ασκηθεί κυρία παρέμβαση των κληρονόμων του Π. Σ., η οποία εγγράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου …., με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή των κληρονόμων του διαθέτη και να αναγνωριστεί ότι αυτοί είναι αποκλειστικοί συγκύριοι των επίδικων ακινήτων. Αμέσως μετά τις εξελίξεις αυτές η ενάγουσα έθεσε ως στόχο την μείωση της καταβληθείσας προκαταβολής και την παράταση του χρόνου κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου. Για τα θέματα αυτά οι διάδικοι ήλθαν σε διαπραγματεύσεις, ώστε να γνωμοδοτήσει ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Δ. Π., αλλά τελικά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Το εναγόμενο αρνείτο να συμφωνήσει σε επιστροφή μέρους της προκαταβολής. Η ενάγουσα, στο πλαίσιο της προσπάθειας της αφενός να μειώσει το ποσό της προκαταβολής στο ποσό του 1.000.000 ευρώ και αφετέρου να παραταθεί η ισχύς του προσυμφώνου μέχρι την οριστική διαγραφή των ως άνω διεκδικητικών αγωγών από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου …, άσκησε τις από 21-12-2009 και 23-2-2010 αγωγές της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες, όμως, δεν εκδικάστηκαν. Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα θεωρώντας ότι δεν δύναται να αναμένει την μακροχρόνια περάτωση της δίκης επί της ως άνω διεκδικητικής αγωγής των κληρονόμων Γ. Κ. και της κυρίας παρέμβασης των κληρονόμων Π. Σ.Κ., επέδωσε την 9-11-2010 στο εναγόμενο την από 8-11-2010 δήλωση υπαναχώρησης, δηλώνοντας στο εναγόμενο, μεταξύ άλλων, ότι επειδή δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων ελεύθερη των διεκδικήσεων που έχουν ανακύψει με την από 20-6-2009 διεκδικητική αγωγή των κληρονόμων Γ. Κ. και την κύρια παρέμβαση των κληρονόμων Π. Σ., όπως είχε (το εναγόμενο) υποσχεθεί με το προσύμφωνο, υπαναχωρεί από το …10/12-2-2008 προσύμφωνο πώλησης της Συμβολαιογράφου, Α. Μ., ζητώντας, μεταξύ άλλων, την επιστροφή του χρηματικού ποσού των 30.000.000 ευρώ, την καταβολή του ποσού των 658.332,80 ευρώ που αφορά τόκους της προκαταβολής των 30.000.000 για το χρονικό διάστημα από 31-5-2010 έως 8-11-2010, με επιτόκιο 5%, ως εύλογη αποζημίωση και την καταβολή των εξόδων σύναψης του προσυμφώνου, ποσού 362.132 ευρώ. Το εναγόμενο με την από 23-11-2010 εξώδικη δήλωση του αρνήθηκε τη νομιμότητα της υπαναχώρησης και κάλεσε την ενάγουσα για υπογραφή οριστικών συμβολαίων την 30-1-2011. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι είχε αποκλεισθεί το δικαίωμα της νόμιμης υπαναχώρησης και είχε συμφωνηθεί να υφίσταται δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης μόνο για την περίπτωση ανάκλησης του κληρονομητηρίου. Ανεξάρτητα του ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν μπορεί να περιοριστεί πέραν των ορίων που τίθενται με τους λόγους γένεσης της νόμιμης υπαναχώρησης, είναι αληθές ότι με το από 12-2-2008 προσύμφωνο, συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης για την περίπτωση ανάκλησης τους κληρονομητηρίου και ακύρωσης του κληρονομικού δικαιώματος του εναγομένου. Αντίθετα, δεν αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος της υπαναχώρησης, συμπεριλαμβανομένης και της νόμιμης υπαναχώρησης. Η κρίση του Δικαστηρίου για έλλειψη τέτοιας συμφωνίας ενισχύεται ιδιαίτερα από τη μη ύπαρξη ρητής και ειδικής συμφωνίας περί πλήρους αποκλεισμού του δικαιώματος υπαναχώρησης, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί από την προαναφερθείσα συμφωνηθείσα συμβατική υπαναχώρηση. Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε αντιδικία υφισταμένη ή μελλοντική δεν θα επηρεάζει το κύρος του προσυμφώνου και ότι αποκλείσθηκε με ρητή συμφωνία η αναζήτηση των εξόδων του προσυμφώνου, σε περίπτωση υπαναχώρησης. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το εναγόμενο θα συνεχίζει οποιαδήποτε αντιδικία εμφανιστεί σχετικά με το κύρος της διαθήκης με δικά του έξοδα και όχι ότι εξαιτίας αυτής (της νέας αντιδικίας) δεν θα επηρεάζεται το κύρος του προσυμφώνου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι οι διάδικοι συμφώνησαν δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης για περίπτωση ακύρωσης του κληρονομικού δικαιώματος. Στο πλαίσιο αυτής της συμβατικής υπαναχώρησης (για την περίπτωση ακύρωσης του κληρονομικού δικαιώματος) οι διάδικοι συμφώνησαν τη μη αναζήτηση άλλων εξόδων από την ενάγουσα, αλλά μόνο την απόδοση της προκαταβολής. Η συμφωνία αυτή ισχύει μόνο για την προαναφερθείσα περίπτωση της συμβατικής υπαναχώρησης και όχι για την περίπτωση της νόμιμης υπαναχώρησης, όπως, αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο... Η δήλωση υπαναχώρησης, όμως, της ενάγουσας είναι ρητή, αναφέρεται στο αβέβαιο της περάτωσης της από 20-6-2009 διεκδικητικής αγωγής των κληρονόμων Γ. Κ. και της επί αυτής κύριας παρέμβασης των κληρονόμων Π. Σ. και της εξαιτίας αυτών, αδυναμίας από μέρους του εναγομένου μεταβίβασης της κυριότητας των αναφερόμενων στο προσύμφωνο ακινήτων ελευθέρων κάθε διεκδίκησης, πλην της διεκδίκησης του Ι. Α.. Οι νομικοί χαρακτηρισμοί της ενάγουσας δεν καθιστούν τη δήλωση αυτή υπαναχώρησης άκυρη. Μεταξύ των διαδίκων είχε ρητά συμφωνηθεί, με το από 12-2-2008 προσύμφωνο, η επίταση της ευθύνης του εναγομένου, ώστε να ευθύνεται για κάθε διεκδίκηση, πλην της διεκδίκησης του Ι. Α.. Οι διεκδικήσεις αυτές των κληρονόμων Γ. Κ. και Π. Σ., οι οποίες είχαν εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου …. και αναφάνησαν μετά την υπογραφή του από 12-2-2008 προσυμφώνου, συνιστούν νομικά ελαττώματα επί των ακινήτων που ανέλαβε την υποχρέωση το εναγόμενο, με το προσύμφωνο, να μεταβιβάσει στην ενάγουσα. Τα νομικά ελαττώματα υπήρχαν τόσο κατά την 31-5-2009, συμφωνηθείσα ημερομηνία κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, όσον και κατά την 30-1-2011, ημέρα που κάλεσε το εναγόμενο την ενάγουσα για κατάρτιση οριστικού συμβολαίου. Ανεξάρτητα δε του ότι η ευθύνη του εναγομένου για τα νομικά ελαττώματα αυτά είναι αντικειμενική, στην κρινόμενη περίπτωση κάθε μέσος συνετός συναλλασσόμενος όφειλε να προβλέψει ότι ήταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πολύ πιθανόν, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Γ. Κ. και οι κληρονόμοι του Π. Σ. να ασκήσουν και διεκδικητικές αγωγές. Επομένως, η συμπεριφορά του εναγομένου να εγγυηθεί ότι θα μεταβιβάσει την κυριότητα των αναφερόμενων στο προσύμφωνο ακινήτων ελεύθερων κάθε διεκδίκησης πλην αυτής του Ι. Α., συνιστά, τουλάχιστον, ελαφρά αμέλεια. Είναι γεγονός ότι το εναγόμενο είχε ενημερώσει την ενάγουσα επακριβώς για τη νομική κατάσταση των ακινήτων, για την αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του από τους κληρονόμους του Γ. Κ. και για την ενοχική αξίωση από συμμετοχή σε αφανή εταιρεία των κληρονόμων του Π. Σ.. Η ενημέρωση, όμως, αυτή δεν υποχρεώνει την ενάγουσα να αναμένει τη νομική περάτωση των διεκδικήσεων αυτών ή την υπογραφή οριστικού συμβολαίου παρά την ύπαρξη των διεκδικήσεων αυτών. Επομένως, η δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας δεν είναι άκυρη, ούτε καταχρηστική. Τα πραγματικά γεγονότα ότι το έτος 2013 απορρίφθηκε αμετάκλητα η διεκδικητική αγωγή των κληρονόμων Γ. Κ., ότι την 13-6-2013 σημειώθηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου … η απόρριψη της αγωγής και ότι οι κληρονόμοι Π. Σ.. παραιτήθηκαν το έτος 2012 από τα δικαιώματα τους σχετικά και με τα ακίνητα που αναφέρονται στο προσύμφωνο, δεν αναιρούν την κρίση αυτή του Δικαστηρίου...". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, , εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακολούθως δε δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ανεγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα α) το χρηματικό ποσό των 30.000.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 9-11-2010, β) το χρηματικό ποσό των 444.657 (180.000 + 264.657) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 9- 11-2010 και γ) το χρηματικό ποσό των 1.376.034 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.
Υπό τις ως άνω παραδοχές και κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 514 ΑΚ, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου της διατάξεως αυτής, ενώ δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με το να μην προσφύγει στις διατάξεις αυτές, ως προς την παραδοχή του ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα υπαναχώρησε από το από 12-2-2008 προσύμφωνο που καταρτίστηκε με το …10/2008 συμβόλαιο, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των συμβαλλομένων σ' αυτό, αναφορικά με την μεταβίβαση της κυριότητος λόγω πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων προς την νυν αναιρεσίβλητη καθ' όσον δεν διαπίστωσε κανένα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς την δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας σχετικά με την υπαναχώρηση αυτή. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια και πληρότητα δέχθηκε ότι με τον όρο που περιελήφθη στο από 12-2-2008 προσύμφωνο, ότι τα επίδικα ακίνητα είναι ελεύθερα από κάθε διεκδίκηση, συμφωνήθηκε η επίταση της ευθύνης του εναγομένου Μουσείου, ώστε να ευθύνεται αυτό για κάθε διεκδίκηση, πλην της διεκδίκησης του Ι. Α. και ότι οι συμβαλλόμενοι διάδικοι προσέδωσαν στην ως άνω παράλειψη του πωλητή εναγομένου, ως προς τις προβλεπόμενες συνέπειες της ευθύνης του, τον χαρακτήρα του νομικού ελαττώματος ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η τοιαύτη παράλειψη δεν αποτελεί νομικό ελάττωμα, κατά το άρθρο 514 ΑΚ - η ύπαρξη του οποίου ( λόγω των αναφερομένων διεκδικήσεων) επέφερε αδυναμία εκ μέρους του εναγομένου να εκπληρώσει την αναληφθείσα υποχρέωση περί μεταβιβάσεως των ακινήτων ελευθέρων διεκδικήσεων. Από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, περί επιτάσεως της ευθύνης του εναγομένου Μουσείου, ως πωλητή, λόγω διεκδικήσεως υπό τρίτων των υπό πώληση ακινήτων, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, οπότε δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει αν η βούληση της ενάγουσας ως προς την υπαναχώρησή της από το ανωτέρω προσύμφωνο, ήταν σύμφωνη με τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο εν λόγω προσύμφωνο, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συνταχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκειμενική σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Ωστόσο, κατά την γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου, Κυριάκου Οικονόμου, Αρεοπαγίτη, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Κατά την έννοια του άρθρου 514 του ΑΚ νομικό ελάττωμα είναι κάθε δικαίωμα τρίτου που βαρύνει το πράγμα και δύναται να προβληθεί εναντίον του αγοραστή (ΑΠ 721/2017). Κατ' ακριβολογίαν, το νομικό ελάττωμα είναι ελάττωμα του δικαιώματος του πωλητή, δηλαδή της κυριότητος του επί του πράγματος, σε αντίθεση με το πραγματικό ελάττωμα που είναι ελάττωμα του πράγματος κατά την ιδιοσυστασία του και τη φυσική του κατάσταση. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι νομικό ελάττωμα στοιχειοθετεί η ύπαρξη δικαιώματος τρίτου επί του πωλουμένου πράγματος, και δη κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβιβάσεως της κυριότητος, και όχι απλώς ο ισχυρισμός ότι είναι φορέας τέτοιου δικαιώματος. Η ως άνω διάταξη εννοεί υπαρκτό ελάττωμα και όχι νομιζόμενο ή φερόμενο ως ελάττωμα. Επίσης, η διάταξη του άρθρου 515 ΑΚ είναι τοιαύτη ενδοτικού δικαίου και επομένως δύναται να συμφωνηθεί εγκύρως η επίταση της ευθύνης του πωλητή, ώστε να ευθύνεται αυτός για τυχόν νομικά ελαττώματα τού πράγματος, ανεξαρτήτως της όποιας γνώσεως του αγοραστή (ΑΠ 514/2016). Το νόημα ακριβώς αυτό της επιτάσεως ευθύνης έχει ο συνήθως απαντών στην πράξη όρος στο προσύμφωνο ή την κύρια σύμβαση πωλήσεως ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδικήσεως ή δικαιώματος τρίτου" ή ότι ο πωλητής εγγυάται αυτό "ελεύθερο από κάθε βάρος". Η επίταση αυτή της ευθύνης δεν έχει όμως, καθ' εαυτήν τουλάχιστον, την έννοια της εξομοιώσεως του ισχυρισμού του τρίτου ότι είναι υποκείμενο δικαιώματος επί του πωλουμένου πράγματος με νομικό ελάττωμα. Τούτο ισχύει και επί προσυμφώνου πωλήσεως, που περιέχει σχετική υπόσχεση του κυρίου του πράγματος (περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως ορισμένου ακινήτου ελευθέρου διεκδικήσεως). Η έγερση διεκδικητικής αγωγής κατά του πωλητή και η σχετική εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων του υποθηκοφυλακείου δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του νομικού ελαττώματος, διότι δεν αποτελεί ακόμη δικαίωμα τρίτου, αλλά θα καταστεί νομικό ελάττωμα μόνο αφ' ης η αγωγή θα κριθεί νόμω και ουσία βάσιμη. Εξ άλλου, υπαναχώρηση είναι το διαπλαστικό δικαίωμα που απονέμεται είτε από τον νόμο (νόμιμη υπαναχώρηση) είτε από τη σύμβαση (συμβατική υπαναχώρηση) και με το οποίο προκαλείται μονομερώς η λύση στιγμιαίας ενοχικής σχέσεως. Η ουσιαστική βασιμότητα του λόγου, που επικαλείται ο ασκών το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, αποτελεί στοιχείο του κύρους της μονομερούς αυτής δικαιοπραξίας η οποία, κατά τη βούληση των μερών (διά της προβλέψεως ορισμένων λόγων υπαναχωρήσεως), έχει αναχθεί σε αιτιώδη.
Συνεπώς, εάν ασκηθεί υπαναχώρηση χωρίς να συντρέχει ο λόγος της αυτή είναι άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), οι συνέπειές της δεν επέρχονται και η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανελέγκτως, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 208/2019). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητώς στην απόφαση, εφ' όσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και εμμέσως απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή αναλόγως στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπ' όψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, στο πλαίσιο εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βουλήσεως, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 176/2018). Επίσης, ως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή της, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνο αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1215/2010). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, υπό την έννοια της ευθείας κατ' αρχάς παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 338/2016). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, κατά την οποία το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, προκύπτει ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση έτσι της ενοχής, καθ' ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο χρόνος κατά τον οποίο ή εντός του οποίου πρέπει να καταρτισθεί η κυρία σύμβαση είναι δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο ή από τη δικαιοπραξία, ειδικώς δε όσον αφορά στο προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου κατά τον οποίο θα συναφθεί η κυρία σύμβαση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή. Όσον αφορά στη συνέπεια σχετικώς με την άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν η εν λόγω προθεσμία, εφ' όσον δεν ορίσθηκε άλλως, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και μέχρι συμπληρώσεως της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, δύναται να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 297/2016 ).
Εν προκειμένω, υπό τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο: α) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 514 του ΑΚ, δεχθέν ότι οι ειρημένες διεκδικήσεις συνιστούν νομικά ελαττώματα, β) παρεβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ΑΚ 173 και 200, τόσο διότι δεν προσέφυγε σε αυτούς, μολονότι επί της ουσίας προχώρησε σε ερμηνεία των όρων των από 12-2- 2008 προσυμφώνου και του ιδιωτικού συμφωνητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, όσο και διότι κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα που δεν είναι σύμφωνο με την αληθή βούληση των μερών και την καλή πίστη. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν δέχθηκε μεν ευθέως ότι στις ως άνω έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων υπήρχε κενό και αμφιβολία ως προς την επίταση της ευθύνης του εναγομένου πωλητή, έμμεσα όμως προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη τέτοιου κενού και αμφιβολίας, εφ' όσον για να στηρίξει την κρίση του για το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων κατέφυγε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται ανωτέρω καθώς και σε επιχειρήματα. Συγκεκριμένως, το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συμφωνίες των μερών αποτυπώθηκαν στο από 12-2-2008 προσύμφωνο, που καταρτίστηκε με το 2510/2008 συμβόλαιο ... και στο από 12-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει των οποίων το εναγόμενο υποσχέθηκε ότι κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου θα υπάρχει απρόσβλητο ενεργό κληρονομητήριο, ότι οποιαδήποτε αντιδικία ανακύψει στο μέλλον και αφορά τη διαθήκη του δικαιοπαρόχου του εναγομένου θα συνεχίζεται με την επιμέλεια του εναγομένου και ότι. σε περίπτωση που ανακληθεί το κληρονομητήριο ή ακυρωθεί με δικαστική απόφαση το κληρονομικό δικαίωμα του εναγομένου η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης και απόδοσης σε αυτήν, του προκαταβληθέντος τιμήματος, όχι όμως των δαπανημάτων. Εν συνεχεία, ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο του προσυμφώνου περί επιτάσεως της ευθύνης του πωλητή δέχθηκε ότι οι μετά την υπογραφή του προσυμφώνου διεκδικήσεις συνιστούν νομικά ελαττώματα, εξ αιτίας των οποίων υφίσταται αδυναμία εκ μέρους του εναγομένου να μεταβιβάσει την κυριότητα των ακινήτων, ελευθέρων διεκδικήσεων, εντεύθεν έκρινε ότι ήταν έγκυρη η δήλωση υπαναχωρήσεως της ενάγουσας. Προκύπτει, όθεν, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, που το ανάγκασαν να προβή στην ερμηνεία τους. Πλην, το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων αναζητώντας την αληθινή βούλησή τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις και να ερμηνεύσει τις επί μέρους συμφωνίες, που καταχωρίσθηκαν σε αμφότερα τα καταρτισθέντα και μνημονευόμενα έγγραφα - ιδίως τον όρο περί επιτάσεως της ευθύνης του πωλητή, στην οποία θεμελιώθηκε και η αδυναμία εκπληρώσεως της συμβάσεως - όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψη και των συναλλακτικών ηθών. Μετά τη διαπίστωση αυτή, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, κρίνεται ότι το Εφετείο έπρεπε για την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων για το κενό και αμφίβολο σημείο της συμβάσεως, που καταρτίστηκε, να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και τους θεσπιζόμενους ερμηνευτικούς κανόνες, τους οποίους και δεν εφάρμοσε. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1, που αποδίδεται με τους ανωτέρω λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, εντεύθεν έδει να γίνουν αυτοί δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340και 346 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 1120/2018).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα - από τα οποία αποδεικνύεται η ανυπαρξία δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους αναιρεσίβλητης, εντεύθεν η ακυρότητα της γενομένης τοιαύτης - και ειδικότερα δεν ελήφθη υπ' όψη και δεν εκτιμήθηκε το από 12-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτώς επισκοπείται, ελήφθη υπ' όψη το ως άνω από 12-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προσκόμισε και επικαλέσθηκε το αναιρεσείον. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στο ανωτέρω έγγραφο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει το αναιρεσείον και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.ΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί αυτό, ως ηττηθέν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (Κ.Πολ.Δ 176, 183 και 191 παρ. 2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-2-2017 αίτηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 3254/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή