Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1458 / 2019    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1458/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μαγδαληνή - Τσίπρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΑΤ 617/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.2.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 337/19.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την 2209/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η 1032/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνίόν, μετά από παραδοχή σχετικού εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, και παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικασθεί από το ίδιο δικαστήριο, που στη συνέχεια εξέδωσε την ΑΤ617/2019 απόφαση, της οποίας ζητείται η αναίρεση. Η υπό κρίση, από 25-2-2019, αίτηση για αναίρεση της εν λόγω ΑΤ617/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.1, 3, 474 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ κατ'αρθρο 589 παρ.3 νέου ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19 ) Ποινικού Κώδικα " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος.
ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ,ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Αρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 130/2017).
ΙΙΙ. i) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΓΙΚ, όπως ίσχυε πριν την 1-7-2019, " 1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών... 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".
ii) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ότι "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο" iii) Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, που οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, είναι αυτή του ισχύοντος από 1 -7-2019 ποινικού κώδικα, καθόσον με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από 10 ημέρες έως 5 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών έως 5 έτη.
IV. Για τη στοιχειοθέτηση του υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 216 του ΠΚ προβλεπομένου αυτοτελούς εγκλήματος, ως χρήση νοείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία καθιστά προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο σε εκείνον του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση, παρέχουσα τη δυνατότητα σ' αυτόν να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου, χωρίς να απαιτείται και η πραγματική γνώση του περιεχομένου του. Υποκειμενικώς δε για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικοί που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και το σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος σκοπός (ΑΠ 769/2013)1
V. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του , διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).
Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
VII. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικούς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : " Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις 27/6/1985 έως τις 22/8/1987 κατά διαστήματα, ως κομπάρσος στο Εθνικό Θέατρο. Στις 12/10/1987 επαναπροσλήφθηκε ως φύλακας-θυρωρός με την ίδια σχέση εργασίας και εργάστηκε έως τις 30/9/1990, οπότε λύθηκε η σύμβαση του, σύμφωνα με το v. 1882/1990 (άρθρο 44 παρ. 8), ενώ περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 28915/11-9-1995 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, διορίστηκε ως τακτικός υπάλληλος του κλάδου ΥΕ2 Φυλάκων σε προσωποπαγή θέση μόνιμου προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού, που συστήθηκε με την υπ' αριθμ. 38792/2-8-95 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/44929/2-9-95 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, διατέθηκε στο ιδρυθέν με το άρθρο 1 του ν. 2273/1994 ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." και με το υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚΑ1 /ΠΜΥ/45666/24-10-2014 έγγραφο κλήθηκε να παράσχει τις υπηρεσίες του στην Διεύθυνση Πολιτιστικοί Κτιρίων και Αναστήλωσης Νεωτέρου Μνημείων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε την από 30/3/2000 αίτηση του για μετάταξη στον κλάδο ΔΕ6 Συντηρητών, ενώ με την υπ' αριθμ. ΥΠΙ10/ΔΙ01Κ/Α5/ΠΜΥ/41842/25-8-2000 Πράξη της Διεύθυνσης Διοικητικού του ΥΠΠΟ, μετατάχθηκε από τον Κλάδο ΥΕ2 Αρχιφυλάκων - Φυλάκων του Υπουργείου Πολιτισμού σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΔΕ6 Συντηρητών Έργων Τέχνης του ιδίου Υπουργείου, κατανεμημένη στη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων. Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος μετατάχθηκε, μετά από την από 15/10/2001 αίτηση του με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ ΔΙΟΙΚ/ Α5/ΠΜΥ/ 38798/ 10-7-2002 Πράξη της Διευθύντριας Διοικητικού του Υπουργείου Πολιτισμού, που δημοσιεύτηκε στο με αριθμ. 171 /Γ/29-7-2002 ΦΕΚ, από τον Κλάδο ΔΕ6 Συντηρητών Έργων Τέχνης σε κενή οργανική θέση του κλάδου Συντηρητών του Υπουργείου Πολιτισμού. Με την από 13/5/2011 αίτηση του, ο εν λόγω υπάλληλος κατέθεσε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών του Πανεπιστημίου ..., με περιεχόμενο συναφές με το αντικείμενο απασχόλησης του, αναγνωρισμένο από το Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφορικής. Κατ' εφαρμογή των σχετικών Εγκυκλίων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με θέμα "Έλεγχος νομιμότητας πτυχίων, πιστοποιητικοί και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου των υπαλλήλων", η Διεύθυνση Διοικητικού με το υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΔΥ/ΔΙΟΙΚ/ 251854/ 36009/29862/15179/20-12-2013 έγγραφο, απέστειλε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, φωτοαντίγραφα πιστοποιητικοί γλωσσομάθειας, μεταξύ των οποίων και το επίδικο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας του κατηγορουμένου, με φερόμενο έτος απόκτησης το 1992, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η έκδοση του από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στις σχετικές Εγκυκλίους. Στη συνέχεια, το Γαλλικό Ινστιτούτο απέστειλε στη Διεύθυνση Διοικητικού του Υπουργείου Πολιτισμού το με αριθμό 21/02/ΘΧ/2014/5-2-2014 απαντητικό έγγραφο του, ζητώντας την προσκόμιση του πρωτοτύπου του ανωτέρω διπλώματος για την επιβεβαίωση των στοιχείων και επαλήθευσης της γνησιότητας του. Η Διεύθυνση Διοικητικού του ΥΓΙΓΙΟ ζήτησε εγγράφως από τον κατηγορούμενο την άμεση προσκόμιση του επίδικου πιστοποιητικού, ο δε κατηγορούμενος με την από 22/9/2014 αίτηση του, επικαλέστηκε αδυναμία ευρέσεως και προσκομίσεως του ανωτέρω τίτλου γλωσσομάθειας, Η Διεύθυνση Διοικητικού με σχετικό εμπιστευτικό έγγραφο της διαβίβασε την από 22/9/2014 αίτηση του κατηγορουμένου στο Γαλλικό Ινστιτούτο, το οποίο απάντησε, με το υπ' αριθμ. 47/10/47/10/θχ/2014/21-10-2014 έγγραφο του, ότι ουδέποτε υπήρξε υποψήφιος ή κάτοχος του εν λόγω πιστοποιητικού γλωσσομάθειας με τα στοιχεία του κατηγορουμένου (Α. Α.), πόσω μάλλον που και τα αναγραφόμενα στοιχεία στο δίπλωμα, του οποίου αντίγραφο είχε βεβαιωθεί από το Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης (με ημερομηνία βεβαίωσης τις 9/11/1998), ήταν αναληθή, ακόμα και στην αναγραφή του τόπου γεννήσεως του. Κατόπιν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε διοικητική ακρόαση στην Υπηρεσία του, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, όπως και έγινε στις 24/11/2014. Εν συνεχεία, παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΥΠΠΟ για το πειθαρχικό παράπτωμα της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού εγγράφου και, εν τέλει, τέθηκε σε αργία (αυτοδίκαιη) από 11/12/2014. Η άμεση γνώση του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του επίδικου πιστοποιητικού γλωσσομάθειας αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από την πολύχρονη εν γένει υπηρεσία του στο Υπουργείο Πολιτισμού, μέχρι το χρόνο τέλεσης του αδικήματος στις 17/2/2011, χρονικό διάστημα κατά το οποίο, ως εκ της μεγάλης εργασιακής του εμπειρίας, γνώριζε τις υπηρεσιακές διαδικασίες και τις συνέπειες που ηδύνατο να έχει η ύπαρξη πλαστού εγγράφου στον υπηρεσιακό του φάκελο, από την άρνηση του να προσκομίσει στην Υπηρεσία του, όταν του ζητήθηκε κατόπιν αλληλογραφίας με τον αρμόδιο φορέα (Γαλλικό Ινστιτούτο), το πρωτότυπο του επίδικου πλαστού πιστοποιητικού γλωσσομάθειας, και αφού πλέον είχε διαπιστωθεί η πλαστότητα του επίδικου εγγράφου, καθώς και από την αναφορά του ιδίου στο πλαστό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας στο βιογραφικό του σημείωμα, το οποίο είχε καταθέσει νομίμως στην Υπηρεσία του, όπου ρητώς είχε αναγράψει ότι ήταν νόμιμος κάτοχος του πιστοποιητικού αυτού γλωσσομάθειας. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος, αφού με την από 17/2/2011 αίτηση του, αιτούμενος την υποψηφιότητα του για την πλήρωση θέσης Οργανικής Μονάδας επιπέδου τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού, είχε επισυνάψει ως δικαιολογητικό του και το εν λόγω πλαστό ξενόγλωσσο πιστοποιητικό, ακολούθως, με την από 31/5/2013 αίτηση του προς την Υπηρεσία του και προκειμένου, προφανούς μεταμεληθείς, να αποσείσει τις συνέπειες της πράξεως του, ζήτησε την απόσυρση της υποψηφιότητας του αυτής, γεγονός που ενισχύει έτι περαιτέρω την άμεση γνώση του περί της προηγούμενης χρήσεως του πλαστού εγγράφου στην Υπηρεσία του (βλ. επίσης το από 15/1/2015 ενημερωτικό σημείωμα της Μ.-Α. Μ., υπαλλήλου της Διεύθυνσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού του Υπουργείου Πολιτισμού, έγγραφο το οποίο δεν αναιρείται αποδεικτικώς από το προσκομισθέν από τον κατηγορούμενο με ημερ. 5/12/2014 έγγραφο της Γενικής Γραμματέα του ΥΠΠΟ, που αναφέρει ότι το πλαστό έγγραφο δεν επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον διορισμό και την υπηρεσιακή εξέλιξη του κατηγορουμένου, καθόσον η χρήση του πλαστού εγγράφου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον κατηγορούμενο αδιαμφισβήτητα έγινε με σκοπό να μοριοδοτηθεί και να ανέλθει υπηρεσιακά σε θέση προϊσταμένου, σε βάρος άλλων συνυποψήφιων του, γεγονός για το οποίο ουδέν διαλαμβάνει το τελευταίο ο)ς άνω έγγραφο, ούτε άλλωστε επεξηγεί γιατί τότε αυτός τέθηκε σε αργία, αν δεν επηρεάστηκε η υπηρεσιακή του εξέλιξη τοιουτοτρόπως, ενώ να επισημανθεί ότι ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας δεν προσδίδει διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα σε έγγραφα αρμοδίων δημοσίων υπαλλήλων, όταν μάλιστα αυτά δεν έχουν ανακληθεί ή τροποποιηθεί για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο). Ο σκοπός δε παραπλάνησης το)ν αρμοδίων υπαλλήλων αρμοδίου Τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου απεύθυνε την αίτηση του, με σκοπό την υπηρεσιακή του ανέλιξη, αφορούσε σε γεγονός που ηδύνατο να έχει έννομες συνέπειες, ήτοι στην αυξημένη μοριοδότησή του για την τοποθέτηση του στην εν λόγω οργανική θέση, θέση μάλιστα για την οποία κιόλας τελικώς επελέγη, ασχέτως του ότι δεν την αποδέχτηκε, εφόσον ο κατηγορούμενος επιδίωκε την παραγο)γή συγκεκριμένου αποτελέσματος ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, εξέλιξη και μεταβολή, μη γνωρίζοντας κατά το δεδομένο χρονικό διάστημα τα υπηρεσιακά στοιχεία άλλων συνυποψήφιων του υπαλλήλων του Υπουργείου, τα απαιτούμενα προσόντα διορισμού στην εν λόγο) θέση, το είδος της μοριοδότησης και τα τελικά κριτήρια επιλογής, ούτε τον τυχόν ανταγωνισμό των υπαλλήλων και την τελική κατάταξη τους ανάλογα με το σύνολο των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας δεν ήταν, όπως αποδείχτηκε, απαραίτητο δικαιολογητικό για τον διορισμό του στην εν λόγω θέση (σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος στην απολογία του δεν ανέφερε ότι τυχόν γνώριζε ότι το επίδικο πλαστό δεν απαιτείτο να κατατεθεί από τον ίδιο για την κατάληψη της συγκεκριμένης θέσης και ότι, ωστόσο, το κατέθεσε, για κάθε ενδεχόμενο), δεν αναιρεί το ότι η χρήση αυτού αποσκοπούσε στη μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο της προσκόμισης του και κατάθεσης του στην Υπηρεσία του (ήτοι στον διορισμό του στη θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού), μέσω της ενισχυμένης μοριοδότησής του (ως δυνητική έννομη συνέπεια, αφορούσα στον ίδιο τον κατηγορούμενο), επί περισσοτέρων συνυποψήφιων του για τις εν λόγω υπηρεσιακές θέσεις, όπου ο ίδιος αποσκοπούσε, δίχως να απαιτείται να είχαν λάβει γνώση του πλαστού ή να παραπλανηθούν εξ αυτού και μόνο, οι αρμόδιοι υπάλληλοι που θα έκριναν την υποψηφιότητα του. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι είχε δώσει εξετάσεις σε κάποιο φροντιστήριο και ότι στη συνέχεια "έπεσε θύμα απάτης", διότι του απέστειλαν το επίδικο πλαστό πτυχίο (προφανώς επειδή πέτυχε στις εξετάσεις απόκτησης του εν λόγω πιστοποιητικού γλωσσομάθειας). Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν στέκουν στην βάσανο της λογικής και αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη και άμεση γνώση για την πλαστότητα του πιστοποιητικού, καθόσον δεν είναι λογικούς δυνατόν να αγνοούσε ότι το επίδικο πτυχίο (που είχε συμπεριληφθεί και στο βιογραφικό σημείωμα του, νομίμως καταταθέν στην Υπηρεσία του και ευρισκόταν στον υπηρεσιακό φάκελο του), εστάλη, εν αγνοία του, στον ίδιο ή στην υπηρεσία του και τέθηκε ακολούθως στον υπηρεσιακό φάκελο του (πάλι εν αγνοία του, παραμένοντος στον φάκελο του επί σειρά ετών), εφόσον μάλιστα το πλαστό πτυχίο έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως του τις 15/9/1992, ούτε εξάλλου αποδείχτηκε ότι στον υπηρεσιακό φάκελο δημοσίου υπαλλήλου δύνανται να εισέρχονται έγγραφα άνευ της συμμετοχής του ιδίου του υπαλλήλου, αλλά με ασαφείς ενέργειες τρίτων προσώπων (και δη άγνωστων), εφόσον αποδείχτηκε π.χ. ότι ο ίδιος ήταν εκείνος κατέθεσε το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης του στην Υπηρεσία του (βλ. την από 13/5/2011 αίτηση του προς την Υπηρεσία του) και όχι τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, η προσφορότητα του εν λόγω εγγράφου να παράγει έννομες συνέπειες κρίνεται αποκλειστικώς κατά το χρόνο της κατάθεσης του στην Υπηρεσία του κατηγορουμένου για την απόκτηση δημόσιας θέσης κατόπιν μοριοδότησης μεταξύ περισσοτέρων συνυποψήφιων της ιδίας Υπηρεσίας, θεωρούμενη αυτή ως δυνατότητα παραπλάνησης της Υπηρεσίας του κατηγορουμένου για την μοριοδότησή του, εφόσον η θέση για την οποία αυτός εκδήλωσε ενδιαφέρον, υφίστατο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (δηλαδή δεν είχε καταργηθεί), ενώ το επίδικο πλαστό δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι δεν ήταν γνήσιο (π.χ. επειδή ήταν τυχόν κακότεχνο και δη προφανής η μη γνησιότητα του), πόσω μάλλον επειδή για τη στοιχειοθέτηση του παρόντος αδικήματος απαιτείται αποκλειστικώς και μόνον η προσφορότητα του γεγονότος να προκαλέσει έννομες συνέπειες, έστω και αν ο σκοπός του κατηγορουμένου τελικώς δεν επιτεύχθηκε (βλ. Μ., Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος, Π.Ν. Σ., έκδοση, σελ. 783 επ.). Κατ' ακολουθίαν, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται και αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας....Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ".
Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Στην … στις 17-2- 2011 τέλεσε πράξη που προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενώπιον του Τμήματος Διοίκησης Μόνιμου Προσωπικού της Δ/νσης Διοικητικού του Υπουργείου Πολιτισμού την από 17/2/11 αίτησή του για την πλήρωση θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού, στην οποία είχε επισυνάψει εν γνώσει της πλαστότητας, το από 15/9/92 πτυχίο γλωσσομάθειας της γαλλικής γλώσσας (CERTIFICAT PRATIQUE DE LANGUE FRANCAISE 1ER DEGRE' PARIS-SORBONNE), το οποίο ήταν πλαστό και στο οποίο είχε εισάγει το όνομα του, " A. A.", ενώ ουδέποτε υπήρξε υποψήφιος ή κάτοχος του ως άνω διπλώματος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του ανωτέρω εγγράφου το ως άνω Τμήμα, σχετικά με το γεγονός ότι το ανωτέρω πτυχίο ήταν γνήσιο και ο ίδιος γνώστης της γαλλικής γλώσσας και να μοριοδοτηθεί κατά τη διαδικασία της σύνταξης του πίνακα κατάταξης των υποψηφίων προϊσταμένων οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού.".
VIII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 216 παρ.2-1 ΓΙΚ, που δεν διαφοροποιήθηκε με το νέο ποινικό κώδικα ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, τις διατάξεις δε αυτές ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά και σε όλα αλλά και στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί ενοχής κρίση του. Αιτιολογείται ειδικώς: α) η γνώση του κατηγορουμένου περί του ότι το αναφερόμενο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας ήταν πλαστό, β) η χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου, το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, επισύναψε στην από 17/2/11 αίτησή του για την πλήρωση της θέσης προϊσταμένου και το οποίο, με την κατάθεσή του μαζί με την ως άνω αίτηση στο αρμόδιο τμήμα της διοίκησης, κατέστησε προσιτό στους αρμόδιους να αποφασίσουν για την προαγωγή του υπαλλήλους, γ) ο σκοπός παραπλάνησης των υπαλλήλων αυτών για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες στην κατάταξή του για προαγωγή στη θέση προϊσταμένου, με βάση ενισχυμένη μοριοδότησή του έναντι άγνωστου αριθμού συνυποψήφιων για τη θέση αυτή, με άγνωστα προσόντα και άγνωστη μέχρι τότε μοριοδότησή τους, ανεξαρτήτως εάν τελικούς παραπλανήθηκαν ή όχι οι αρμόδιοι να κρίνουν για την προαγωγή του.
Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΓΙΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους από το άρθρο 510 παρ.1 Δ και Ε' λόγους, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτους πλήττουν, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
IX. Ως προς την ποινή, όμως, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρα 2 παρ. 1 ΓΙΚ και 511 εδ. γ' ΚΠΔ, της επιεικέστερης ειδικώς ως προς τα όρια της ποινής φυλάκισης διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, που όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας (II, III) προβλέπει πλαίσιο ποινής φυλάκισης από 10 ημέρες μέχρι 5 έτη, ενώ η προϊσχύσασα διάταξη προέβλεπε ελάχιστο όριο φυλάκισης 3 μηνών.
Χ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την ΑΤ617/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη μόνον κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25-2-2019 αίτηση του Α. Α. του Β., για αναίρεση της ως άνω ΑΤ617/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή