Γ.Β
Αριθμός 214/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο και Βρυσηίς Θωμάτου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. ΚΑΙ Τ. Ε. Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Β. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείριο Χατζηδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Β. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/3/2013 και 26/6/2015 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3653/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 645/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 02.07.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 477/02.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 645/29.01.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της τότε εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 3653/21.09.2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες οι από 22.03.2013 και από 26.05.2015 συνεκδικασθείσες συναφείς αγωγές των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρες αφενός οι από 21.12.2012 Έκτακτη Γενική Συνέλευση και από 08.01.2013 Α' Επαναληπτική Γενική Συνέλευση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και αφετέρου η από 30.06.2014 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της ίδιας εταιρείας, κατά το σκέλος που αφορά την απόφαση περί διανομής των νέων μετοχών που προέκυψαν μετά από κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας των κτιρίων κυριότητας της τελευταίας, με βάση το ποσοστό συμμετοχής των μετόχων επί του μετοχικού κεφαλαίου, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την ως άνω άκυρη από 08.01.2013 απόφαση της Α' Επαναληπτικής Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Επίσης, με την ίδια πρωτόδικη απόφαση, που επικύρωσε το Εφετείο, αναγνωρίστηκε ότι η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι κύριοι των νέων μετοχών, που προέκυψαν από την κεφαλαιοποίηση υπεραξίας κτιρίων κυριότητας της εναγομένης αναιρεσείουσας, κατά ποσοστό 25% και 12,5%, αντίστοιχα, ήτοι με το ποσοστό συμμετοχής αυτών επί του μετοχικού κεφαλαίου, πριν την ως άνω άκυρη από 08.01.2013 απόφαση της Α' Επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης περί αύξησης αυτού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας για τις ελαττωματικές αποφάσεις της γενικής συνέλευσης τροποποιήθηκε ριζικά με τον ν.3604/2007. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 35α, 35β και 35γ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάσταση με τα άρθρα 42-44 του ν.3604/2007, αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας, της ακυρωσίας και του ανυπόστατου των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων ανώνυμης εταιρίας (άρθρο 42 Αιτιολογικής Έκθεσης στο σχέδιο νόμου "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 ανωνύμων εταιριών-Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο των Οδηγιών α) 2006/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2006 και β)2003/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2003") με τον επαναπροσδιορισμό των ελαττωμάτων, που επιφέρουν την ακυρότητα της απόφασης ή την ακυρωσία αυτής. Με τη νέα ρύθμιση περιορίστηκαν οι περιπτώσεις που η ελαττωματικότητα μίας απόφασης της Γ.Σ. μπορεί να συνίσταται στην ακυρότητά της(και εντάχθηκαν σ' αυτήν οι μείζονος βαρύτητας περιπτώσεις), ενώ διευρύνθηκαν αντίστοιχα οι λόγοι, για τους οποίους μια τέτοια απόφαση μπορεί να είναι ακυρώσιμη. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 35α, προβλέπονται τέσσερις (4) κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων: α)αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β)αποφάσεις που ελήφθησαν από Γ.Σ. που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 35β, προβλέπονται δύο κατηγορίες άκυρων αποφάσεων: α) αποφάσεις που με το περιεχόμενό τους παραβιάζουν το νόμο ή το καταστατικό και β) αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς να προηγηθεί η σύγκληση της Γ.Σ. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις ακυρότητας των αποφάσεων της Γ.Σ. η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο εντός προθεσμίας ενός έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή από την καταχώρηση της απόφασης στο Μητρώο (άρθρο 35β παρ.4α του κ.ν. 2190/1920, ως τροπ. με το άρθρο 43 του ν.3604/2007).
Συνεπώς, μέχρις επικλήσεως της ακυρότητας, η απόφαση παράγει πλήρως την ενέργεια αυτής, ενώ παραίτηση των υπέρ ων ετάχθη από την επίκληση αυτής, ισοδυναμεί με ίαση της άκυρης απόφασης.
Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός τούτου, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, να καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Η επίκληση του άρθρου 281 του ΑΚ προβάλλεται και επί άκυρων συμβάσεων, όταν η επίκληση της ακυρότητας τυγχάνει μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον από την αδράνεια και την εν γένει συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά τον διαδραμόντα χρόνο μέχρι την άσκηση της αγωγής, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν και περιγράφονται, δημιουργήθηκε στον εναγόμενο, ευλόγως, η πεποίθηση ότι δεν πάσχει ακυρότητα η επίδικη σύμβαση και, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται αυτή να προβληθεί από τον ενάγοντα, ώστε η ήδη επιδιωκόμενη από αυτόν ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, συνεπαγόμενη επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, απαιτείται, δηλαδή, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Εξάλλου, νόμιμα προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός και σε δικαιώματα, που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 126/1976, ΑΠ 1083/2017, ΑΠ 408/2000, ΑΠ 223/2000). Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επανέφερε τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του φερόμενου δικαιώματος των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν την αναγνώριση ακυρότητας των επίμαχων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα-εναγομένη, επαναφέρει την νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως με τις κοινές επί των δύο αγωγών προτάσεις και απορριφθείσα ως μη νόμιμη με την εκκαλουμένη, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων προς άσκηση των ως άνω αγωγών, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ. Συγκεκριμένα με την ένσταση αυτή η εναγομένη ισχυριζόταν ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας ή ακυρωσίας των προσβαλλομένων αποφάσεων και πάλι πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αγωγές, διότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την ακύρωση αυτών είναι καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα τασσόμενα από τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και την καλή πίστη όρια, ενόψει του ότι α) η περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου απόφαση απέβλεπε αποκλειστικά στη διάσωση της εταιρείας, χωρίς την οποία αυτή θα είχε πτωχεύσει ήδη από το 2013, β) δεν υπήρχε άλλος τρόπος εξευρέσεως των χρημάτων που απαιτούντο για τη διάσωση της εταιρείας, γ) τα χρήματα της αυξήσεως διετέθησαν για την κάλυψη αποκλειστικά και μόνον υποχρεώσεων της εταιρείας προς τρίτους και τον εκσυγχρονισμό του ξενοδοχείου της, δηλαδή για την κάλυψη δαπανών αναγκαίων για την επιβίωση της εταιρείας, δ) η επιλογή της αντιμετωπίσεως του χρηματοδοτικού κενού της εταιρείας δια της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου δεν ήταν μόνον αναγκαστική αλλά, όπως απεδείχθη από την εν συνεχεία πορεία της εταιρείας, άκρως αποτελεσματική, αφού μετά την αύξηση αυτή η οικονομική της κατάσταση εξυγιάνθηκε και δεν χρειάστηκε μέχρι σήμερα άλλη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή άλλης μορφής χρηματοδοτική ενίσχυση, ε)στους ενάγοντες παρεσχέθη ευθέως η δυνατότητα να συμμετάσχουν στην αύξηση διατηρώντας ακέραιο το ποσοστό τους και αυτοί άσκησαν το δικαίωμα αυτό, η μεν πρώτη εν μέρει ο δε δεύτερος πλήρως, εις τρόπον ώστε να μην μπορεί ούτε καθ' υπόθεσιν να υποστηριχθεί ότι η αύξηση αποσκοπούσε στη μείωση του ποσοστού τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας και στ)τυχόν ακύρωση της περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου αποφάσεως θα οδηγήσει την εταιρεία σε άμεση πτώχευση, αφού θα κληθούν να επιστρέψουν στους μετόχους τα ποσά, τα οποία έχουν καταβάλει για την κάλυψή της, δηλαδή ποσό 5.068.460,50 ευρώ, ποσό το οποίο η εταιρεία δεν διαθέτει ούτε μπορεί να το ανεύρει από άλλες πηγές, όπως από τραπεζικό δανεισμό ή από νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, αφού οι ενάγοντες θα εναντιωθούν και πάλι σε αυτή, καταψηφίζοντάς την, καταχρώμενοι της ευχέρειας που τους παρέχει το μειοψηφικό πακέτο μετοχών που κατέχουν.
Συνεπώς η αποδοχή των κρινόμενων αγωγών όχι μόνο δεν θα προσπορίσει οποιοδήποτε περιουσιακό όφελος στους ενάγοντες, αλλά αντίθετα θα τους προκαλέσει τεράστια ζημία δια της καταστροφής της εταιρείας, της οποίας είναι μέτοχοι και έχουν ιδιαίτερο καθήκον να φροντίζουν τα συμφέροντά της. Ζητεί δε με βάση τα ανωτέρω , να απορριφθούν οι κρινόμενες αγωγές... Με βάση τα ανωτέρω, η ένσταση της εναγομένης που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι μη νόμιμη, καθόσον τα αναφερόμενα σε αυτήν και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης, λόγω παράβασης του νόμου και του καταστατικού της τελευταίας, λαμβανομένου υπόψη ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί ακυρότητα των αποφάσεων των επίδικων Γ.Σ. επέρχεται ως κύρωση η αυτοδίκαιη ακυρότητα αυτών των αποφάσεων...". Με βάση την παραδοχή αυτή, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση αυτή ως μη νόμιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάνθηκε ότι τα υπό της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης επικαλούμενα και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ καθώς και ότι το δικαίωμα προσβολής ως άκυρων των επίδικων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, η ακυρότητα των οποίων, μάλιστα, ιάται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας, δεν μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστικό, εσφαλμένα ερμήνευσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρετική εμβέλεια δε του λόγου αυτού καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, αφού, τυχόν, παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 645/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡEYOYΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ