Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1522 / 2021    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1522/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:
Aστικής εταιρίας με την επωνυμία «Ράδιο Ταξί Τρικάλων - …», που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαμαρτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων:
1) αστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΑΞΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ» και διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) Π. Π. του Ν., κατοίκου ... Τρικάλων,
3) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... Τρικάλων,
4) Χ. Β. του Β., κατοίκου Τρικάλων,
5) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... Τρικάλων,
6) Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ... Τρικάλων,
7) Α. Μ. του Α., κατοίκου ... Τρικάλων,
8) Δ. Π. του Β., κατοίκου ... Τρικάλων,
9) Σ. Ι. του Χ., κατοίκου ... Τρικάλων,
10) Π. Σ. του Γ., κατοίκου Τρικάλων,
11) Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ... Τρικάλων και
12) Ε. Ψ. του Η., κατοίκου ... Τρικάλων.
Οι πρώτη έως και τρίτος αναιρεσίβλητοι και οι πέμπτος έως και δωδέκατη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ενώ ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.04.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21.05.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 § 4 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 § 1 εδ. β` ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Τρικάλων, Νικολάου Τσιακάρα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 36/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22.02.2021, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19 και ακολούθως προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως (άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021) για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, στο οποίο η εγγραφή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του, σαν να ήταν αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 , 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.).

[II] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 36/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δικάζοντας την από 16/6/2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 8/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που είχε κάνει δεκτή την από 22/4/2014 αρνητική αγωγή της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή.

[III] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός μεν να έγινε προς τον σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου δε να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο γίνεται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 79/2001, ΑΠ 1780/1999). Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ειδικό αστικό αδίκημα με βασικό σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές (Λιακόπουλος, Βιομηχανική ιδιοκτησία τ. 1, 1995, σελ. 105 και τ. II, 1995, σελ. 195 επ.). Υπό διαφορετική διατύπωση, ο ν. 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού (Ν. Ρόκας, Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδ. 1981, παρ. 4 σελ. 23). Προκειμένου να κριθεί αν μία συμπεριφορά εν γένει παρίσταται ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού κατ` άρθρο 1 ν. 146/1914, πρέπει να αντιστοιχηθεί πρώτα με την ουσία του ανταγωνισμού και στη συνέχεια να αξιολογηθεί με κριτήριο την αρχή της καλής πίστης. Κάθε πράξη ανταγωνισμού του ενός παραβλάπτει την οικονομική δραστηριότητα των άλλων, αφού εκείνο που κερδίζει ο ένας το χάνουν οι άλλοι. Σύμφωνα, όμως, με την κοινωνική σκοπιμότητα του ανταγωνισμού, η επιτυχία εκείνου που κερδίζει πρέπει να βασίζεται στην επίδοσή του. Η ελευθερία του ανταγωνισμού, κατ’ ακολουθία, τελειώνει εκεί που η ζημία των «χαμένων» παύει να είναι αποτέλεσμα της επίδοσης των «κερδισμένων», εκεί, που το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού καθορίζεται από κάποιον «αυθαίρετο», ανταγωνιστικώς αδικαιολόγητο παράγοντα. Περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού και μάλιστα από τις πολύ συνηθισμένες, είναι εκείνη που τελείται με την παράβαση κανόνων δικαίου. Με βάση την ουσία του ανταγωνισμού η παράβαση καθαυτή μιας διάταξης νόμου δεν αποτελεί αθέμιτο ανταγωνισμό. Αθέμιτο ανταγωνισμό αποτελεί μία παράβαση, μόνο αν παρέχει στον παραβάτη προβάδισμα απέναντι στους ανταγωνιστές του που σέβονται τη διάταξη αυτή. Διότι τότε, πράγματι, η παράβαση του νόμου παρέχει στον παραβάτη ένα προβάδισμα που είναι ανταγωνιστικώς αδικαιολόγητο, ένα προβάδισμα που αποτελεί «κερδοσκοπία επί της προσήλωσης των ανταγωνιστών στο νόμο», που συνακόλουθα αναιρεί την «ισότητα των όρων του ανταγωνισμού». Όσοι μετέχουν στον ανταγωνισμό, εφόσον - όπως οφείλουν - ενεργούν κατά τη φύση αυτού, έχουν την πρόθεση να τηρήσουν τους νόμους και τρέφουν ευλόγως την προσδοκία ότι όλοι έχουν την ίδια πρόθεση. Ευνόητο είναι, λοιπόν, ότι εκείνος που θα παραβεί την προσδοκία αυτή, προκειμένου να αποκτήσει προβάδισμα απέναντι στους νομοταγείς - προβάδισμα που αντλείται από την παράβαση του νόμου και όχι από κάποια επίδοση - θα έρθει σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, εν τέλει δε θα παραβιάσει και την κατ’ άρθρο 1 ν. 146/1914 απαγόρευση του αθέμιτου ανταγωνισμού (Κ. Παμπούκης, ΕπισκΕΔ 2004. 847 υπό Β’ III 3).
Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο «παρασιτικό ανταγωνισμό», Κοτσίρης, ό.π., σελ. 97, Λιακόπουλος, ό.π., τ. 1 Ι, σελ. 267 - 8), υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 10 III σελ. 67, Σουφλερός, στο συλλογικό έργο "Αθέμιτος ανταγωνισμός", έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1 αριθ. 204). Όσον αφορά την (αθέμιτη) απόσπαση πελατείας, τούτο συμβαίνει διότι ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, μόνον αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 299 επόμ., Δ. Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, έκδ. 2000, σελ. 112 επόμ.).
Εξάλλου, εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου νομοθετήματος, υπάρχουν και άλλες διατάξεις που επίσης ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες αποκαλούνται «εξωανταγωνιστικές», βρίσκονται τόσο σε τυπικούς όσο και σε ουσιαστικούς νόμους (λχ. οι διατάξεις περί ωρών λειτουργίας των επιχειρήσεων ή εκείνες που εξαρτούν τη νομιμότητα μιας δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική ή διοικητική άποψη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η σχετική παρανομία συνιστά παράλληλα χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Η κρατούσα άποψη διακρίνει τις «εξωανταγωνιστικές» αυτές διατάξεις σε δύο κατηγορίες; σε εκείνες που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (λ.χ. απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) και σε εκείνες που είναι ηθικά ή αξιολογικά ουδέτερες (λ.χ. οι αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των πρώτων σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Αντίθετα, η παραβίαση των δεύτερων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων να επιδιώκει διαφορετικό σκοπό από αυτόν του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δεν μπορεί να θεμελιώσει και το «αθέμιτο» της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1916, διότι η τελευταία δεν είναι λευκός κανόνας για κάθε εξωανταγωνισπκή πράξη. Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά, όταν συντρέχουν πρόσθετες περιστάσεις που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του, με αθέμιτα μέσα και με μεθόδους αντίθετες προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Ωστόσο, για να αξιώσουν τα μέλη της επαγγελματικής ομάδας που θίγεται από την παραβίαση μίας τέτοιας διάταξης την παράλειψή της ή και την αποζημίωσή τους, δεν αρκεί να επικαλεσθούν μόνο την εξωανταγωνισπκή διάταξη και τις (ποινικές ή διοικητικές) συνέπειές της. Απαιτείται να συρρέουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού όπως πιο πάνω εξειδικεύτηκαν (ΑΠ 983/2014, ΑΠ 439/2012, ΑΠ 870/2008).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ’ αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Εξάλλου, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 348/2019).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
«| Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αστική εταιρία με την επωνυμία «ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ Τρικάλων» και το διακριτικό τίτλο «…», συνεστήθη με το από 24.06.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού σκοπού, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρικών του Πρωτοδικείου Τρικάλων στις 08.07.1998 με α.α. …/98. Σκοπός της εταιρίας ήταν, μεταξύ άλλων, αφενός η καλύτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και αφετέρου η αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ των μελών των αυτοκινητιστών της και η επίτευξη μειωμένων τιμών - κομίστρων μέσω της λειτουργίας ειδικού ραδιοδικτύου - ραδιοταξί. Για την κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 482/1987, νόμιμη λειτουργία του ειδικού ραδιοδικτύου αιτήθηκε και έλαβε από τον Νομάρχη Τρικάλων την προβλεπόμενη άδεια χρήσης ραδιοσυχνότητας και έκτοτε λειτουργεί νόμιμα στην πόλη των Τρικάλων κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Η πρώτη εναγομένη αστική εταιρία που είχε συσταθεί αρχικά με το από 25.02.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρικών του Πρωτοδικείου Τρικάλων στις 06.03.2002 με αύξοντα αριθμό …/2002 και με την επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΑΞΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ», και σκοπό μεταξύ άλλων, η αγορά, συνεκμετάλλευση και λειτουργία, κατόπιν λήψης της κατά νόμο άδειας από την αρμόδια διοικητική αρχή, ραδιοδικτύου στην ευρύτερη περιοχή της πόλης των Τρικάλων είχε υποβάλει, υπό το καθεστώς ισχύος του Π.Δ.. 482/1987, την υπ’ αριθ. πρωτ. …/12.03.2002 αίτηση της προς τον Νομάρχη Τρικάλων, καθώς επίσης και με την υπ’ αριθ. πρωτ. …/03.04.2002 συμπληρωματική αυτής αίτηση, και είχε ζητήσει την έγκριση του καταστατικού της και τη χορήγηση με απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων δεύτερης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας «ΡΑΔΙΟΤΑΞΙ» στην πόλη των Τρικάλων, λόγω ειδικών συνθηκών κατ’ άρθρο 4§7 εδ. α' του Π.Δ. 482/1987, καθώς και υπό το καθεστώς του Ν. 3431/2006 την υπ' αριθ. πρωτ. …/21.08.2006 αίτησή της προς τον Νομάρχη Τρικάλων με την οποία ζητούσε την έγκριση του καταστατικού της, η οποία ήδη ήταν προαπαιτούμενο προκειμένου να αιτηθεί από την Ε.Ε.Τ.Τ. τη χορήγηση γενικής άδειας χρήσης και …/18.05.2011 αιτήσεις της προς τον αντιπεριφερειάρχη. Όμως παρά την επέμβαση της ανεξάρτητης αρχής «Ο Συνήγορος του πολίτη» και του Σώματος Επιθεωρητών-Ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών, οι αιτήσεις όλες απερρίφθησαν είτε ρητώς είτε σιωπηρώς καθώς, κατά την άποψή της, δεν συνέτρεχαν οι ειδικές συνθήκες για τη χορήγηση και δεύτερης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας «ΡΑΔΙΟΤΑΞΙ». Η ΕΕΤΤ με την υπ’ αριθ. …/08.02.2013 απόφασή της χορήγησε στην πρώτη εναγομένη, χωρίς να προηγηθεί έγκριση του καταστατικού της από τον αντιπεριφερειάρχη Τρικάλων, το δικαίωμα χρήσης μεμονωμένων ραδιοσυχνοτήτων για την παροχή δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κινητής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ραδιοδικτύων, κατηγορίας Α'. Στο άρθρο 2§4 της απόφασης αυτής οριζόταν ότι «Η παρούσα εκχώρηση σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά άδειες, με τις οποίες οφείλει να εφοδιαστεί ο Δικαιούχος, προκειμένου να κάνει χρήση του Δικαιώματος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία», ενώ στο παράρτημα αυτής καθορίζονταν οι τεχνικοί όροι λειτουργίας του ραδιοδικτύου, σύμφωνα με τους οποίους η υπηρεσία ραδιοεπικοινωνίας θα ήταν κινητή, θα παρεχόταν εντός των Τρικάλων και θα γινόταν εγκατάσταση ενός αναμεταδότη, οίκου κατασκευής ICOM, τύπου κατασκευής IC-FR 5100, στο οίκημα - πιάτσα επί της συμβολής των οδών … και … . Στην ανωτέρω απόφαση δεν οριζόταν ότι στις απαιτούμενες άδειες περιλαμβάνεται και η έγκριση του καταστατικού της εταιρίας από τον αντιπεριφερειάρχη. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι άρχισαν να λειτουργούν δεύτερο δίκτυο εξυπηρέτησης των πελατών τους το οποίο λειτουργούσε ως εξής: Ο πελάτης καλούσε στο σταθερό τηλέφωνο που είχε τοποθετηθεί στο μίσθιο οίκημα της οδού ... και .... Η κλήση του εκτρεπόταν στα κινητά τηλέφωνα των μελών της πρώτης εναγομένης και όποιο ταξί βρισκόταν πιο κοντά στη διεύθυνση στην οποία βρισκόταν ο πελάτης έσπευδε να τον εξυπηρετήσει. Καμία ενδοεπικοινωνία μεταξύ των οδηγών - εναγόμενων, μελών της πρώτης εναγομένης, ώστε ο ένας να δίδει μίσθωση στον άλλο, δεν αποδείχθηκε ότι ελάμβανε χώρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη - ενάγουσα. Οι εναγόμενοι λόγω της εφαρμογής αυτής δεν επιβαρύνονταν με έξοδα τηλεφωνητριών που απασχολούσε η ενάγουσα. Το γεγονός όμως αυτό πέρα από το ότι αφορά το κόστος λειτουργίας του ραδιοδικτύου που χρησιμοποιεί η ενάγουσα - εφεσίβλητη, δεν επηρέαζε το κόμιστρο των πελατών των μελών της πρώτης εναγομένης, διότι δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει δεδομένου ότι το κόμιστρο των ΕΔΧ - ΤΑΞΙ αυτοκινήτων καθορίζεται με υπουργική απόφαση και σε κάθε περίπτωση δεν επικαλείται η ενάγουσα, ποιο ήταν το κόμιστρο των ταξί της εναγομένης που (δεν) προσέδιδε στους εκκαλούντες ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ούτε απέδειξε κάτι τέτοιο. Τα μέλη της πρώτης εναγομένης, τοποθέτησαν στις οροφές των ανωτέρω αναφερόμενων οχημάτων τους σταθερές πινακίδες οροφής, με την αναγραφή στην αριστερή της πλευρά του αύξοντα αριθμού που κάθε όχημα είχε στην ένωση και δεξιά της την λέξη «ΤΑΧΙ», ενώ από κάτω από τη λέξη «ΤΑΧΙ» είχε και τον τηλεφωνικό αριθμό κλήσης «...». Στη βάση της πινακίδας οροφής ανέγραφε με κεφαλαία λατινικά γράμματα «MOBILE RADIO TAXI CITY TRIKALA». Στις εμπρόσθιες πόρτες των οχημάτων έφεραν επιγραφή αποτελούμενη από δύο ομόκεντρους κύκλους. Εντός του μικρότερου αναγράφονταν ο αύξων αριθμός του οχήματος και οι λέξεις «CITY TRIKALA», ενώ στο δακτύλιο που δημιουργούνταν μεταξύ των δύο κύκλων αναγράφονταν οι λέξεις «MOBILE RADIO TAXI». Οι επιγραφές αυτές, οροφής και πλαϊνές δεν ήταν παράνομες, εκ του λόγου δεν είχε δοθεί άδεια λειτουργίας «ΡΑΔΙΟΤΑΞΙ» από τον αντιπεριφερειάρχη, διότι η ΕΕΤΤ με την προαναφερθείσα άδεια της είχε χορηγήσει στην πρώτη εναγομένη δικαίωμα χρήσης μεμονωμένων ραδιοσυχνοτήτων για την παροχή δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κινητής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ραδιοδικτύων, κατηγορία Α'. Αν για την κατηγοριοποίηση των ταξί της ένωσης των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων ως ΡΑΔΙΟ-ΤΑΞΙ απαιτούνταν η προηγούμενη άδεια - κατηγοριοποίηση του αντιπεριφερειάρχη, ο νομοθέτης δεν θα διευκρίνιζε με το Ν 4199/2013, ότι τα νομικά πρόσωπα στα οποία είχε χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας ειδικών ραδιοδικτύων για ΕΔΧ αυτοκίνητα κατ' εφαρμογή των διατάξεων των Π.Δ. 482/1987 (Α’ 220) και 587/1988 (Α’ 282) ή είχαν υπαχθεί σε καθεστώς Γενικής Άδειας κατόπιν έγκρισης του καταστατικού τους από τον οικείο Νομάρχη, σύμφωνα με την § 3 του άρθρου 28 του ν. 3431/2006 (Α 13), δηλ. τα οχήματα της ενάγουσας (ενν. πρώτης εναγομένης), θεωρούνται «Ραδιοταξί». Εν όψει των ανωτέρω υπήρξε έντονη νομική αμφισβήτηση ως προς την ισχύ ή μη του Π.Δ 482/1987, το οποίο για πρώτη φορά είχε θεσπίσει την προηγούμενη έγκριση του καταστατικού της ένωσης ιδιοκτητών ταξί. Επενέβη ο Συνήγορος του Πολίτη και οι Ελεγκτές δημόσιας διοίκησης και επί πλέον υπό την ισχύ του Ν. 4070/2012 είχε απαλειφθεί η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 28 Ν 3431/2006 για την προηγούμενη έγκριση του καταστατικού της ένωσης από το νομάρχη, ενώ η ΕΕΤΤ είχε χορηγήσει νόμιμα την σχετική άδεια χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και εν όψει των ζητημάτων που ανεφύησαν ο Πρόεδρος της εξέδωσε την με αριθ. .../6-3-2014 δηλ. μετά την ψήφιση του Ν. 4199/2013 ερμηνευτική εγκύκλιο με την οποία διευκρινίζει «Το παρόν Δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν σχετίζεται με το δικαίωμα ή όχι του Δικαιούχου να λειτουργήσει ως «Ραδιοταξι», σύμφωνα με το άρθρο 92Α του Ν. 4070/2012, που προστέθηκε με το άρθρο 106 του ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α' 7216) και δεν υποκαθιστά το δικαίωμα αυτό ούτε θίγει τις προϋποθέσεις που ορίζει το παραπάνω άρθρο προκειμένου να αναγνωρισθεί και να λειτουργεί ως «ραδιοταξί».
Κατά την κρίση λοιπόν του Δικαστηρίου αυτού δεν υπήρξε παραβίαση της προαναφερθείσας νομοθεσίας η οποία σε κάθε περίπτωση οργανώνει την αγορά των ταξί με βάση την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και όχι με βάση τα συμφέροντα των ιδιοκτητών ταξί και οι διατάξεις της οποίας σε κάθε περίπτωση είναι εξωανταγωντιστικές και δεν είναι φορτισμένες ηθικά. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι παραβιάστηκαν διατάξεις της ως άνω νομοθεσίας η παραβίαση των διατάξεων αυτών εξασφαλίζει στους εναγόμενους ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι των μελών της ένωσης της ενάγουσας - εφεσίβλητης. Εξ άλλου η τελευταία ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε σε τι συνίστατο το ανταγωνιστικό προβάδισμα, των εκκαλούντων – εναγομένων|».

[V] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε την αγωγή με δύο επάλληλες αιτιολογίες: (α) ότι δεν υπήρξε παραβίαση της υφιστάμενης νομοθεσίας και συγκεκριμένα των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 482/1987 και 92Α του ν. 4070/2012, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 106 παρ. 15-19 του ν. 4199/2013 και (β) ότι ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι παραβιάστηκαν διατάξεις των ισχύουσας νομοθεσίας, δεν αποδείχθηκε ότι η παραβίαση των διατάξεων αυτών εξασφαλίζει στους εναγόμενους ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι των μελών της ένωσης της ενάγουσας, η οποία, εξάλλου, ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε σε τι συνίστατο το ανταγωνιστικό αυτό προβάδισμα δεδομένου ότι η μη επιβάρυνση των εναγόμενων, λόγω της εφαρμογής που χρησιμοποιούσαν, με έξοδα τηλεφωνητριών, δεν επηρέαζε το κόμιστρο των πελατών τους το οποίο καθορίζεται με υπουργική απόφαση και σε κάθε περίπτωση δεν επικαλείται η ενάγουσα, ούτε και απέδειξε, ποιο ήταν το κόμιστρο των ταξί της εναγομένης που θα της προσέδιδε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

[VI] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο: (α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 92 Α του ν. 4070/2012, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 106 του ν. 4199/2013, αλλά και του άρθρου 4 Π.Δ. 482/1987, που προβλέπουν περιορισμούς στη λειτουργία δεύτερου ραδιοταξί σε συγκεκριμένη διοικητική μονάδα - έδρα και (β) δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και τις διατάξεις που αφορούν τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Ωστόσο, όσον αφορά την ανωτέρω υπό στοιχείο β' αιτίαση το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού (ν. 146/1914), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον υπό τις προαναφερόμενες ανελέγκτως γενόμενες δεκτές ουσιαστικές παραδοχές του: (α) η παραβίαση των διατάξεων αυτών δεν αποδείχθηκε ότι εξασφαλίζει στους εναγόμενους ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι των μελών της ένωσης της ενάγουσας, (β) η ενάγουσα ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε σε τι συνίστατο το ανταγωνιστικό αυτό προβάδισμα, (γ) η μη επιβάρυνση των εναγόμενων, λόγω της εφαρμογής που χρησιμοποιούσαν, με έξοδα τηλεφωνητριών, δεν επηρέαζε το κόμιστρο των πελατών τους το οποίο καθορίζεται με υπουργική απόφαση και (δ) σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε ούτε και απέδειξε, ποιο ήταν το κόμιστρο των ταξί της εναγομένης που της προσέδιδε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, δεν δικαιολογείτο η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 146/1914 αφού αυτές δεν πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, οι διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού δεν ήταν εφαρμοστέες καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση έκδοσης άδειας διοικητικής αρχής για την άσκηση επαγγέλματος και συγκεκριμένα για την λειτουργία ραδιοταξί, αποτελεί εξωανταγωνιστική διάταξη, που είναι ηθικά και αξιολογικά ουδέτερη, με αποτέλεσμα η παραβίασή της να μην μπορεί να χαρακτηρισθεί άνευ άλλου τινός και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, αφού μόνον ο παράνομος χαρακτήρας της δεν μπορεί να θεμελιώσει και το «αθέμιτο» της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1916, αλλά να απαιτείται, για την εφαρμογή της, να συντρέχουν και πρόσθετες περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του.

Εφόσον, λοιπόν, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες δεν πλήττεται επιτυχώς, ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του που αφορά την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα επιτυχώς με την αναίρεση δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.

[VII] Απορριπτέος ως αλυσιτελής, για τον ίδιο λόγο, είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται μόνο η ως άνω κύρια αιτιολογία της απόφασης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με τον λόγο αυτό δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.

[VIII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό έγγραφο και συγκεκριμένα το με αριθμό πρωτοκόλλου .../12-11-2018 έγγραφο της Δ/νσης Μεταφορών & Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων από το οποίο προέκυπτε ότι οι εναγόμενοι-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι φέρουν συσκευές ενδοεπικοινωνίας VHF, τις οποίες χρησιμοποιούν. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι παραβιάστηκαν οι ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας για την έκδοση άδειας ραδιοταξί, η παραβίαση αυτή δεν εξασφαλίζει στους εναγόμενους ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι των μελών της ένωσης της ενάγουσας, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και «όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι». Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας) την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

[IX] Κατ’ ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.05.2019 αίτηση της αστικής εταιρίας με την επωνυμία «Ράδιο Ταξί Τρικάλων - …» , για αναίρεση της με αριθμό 36/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή