Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1465 / 2018    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1465/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ" (ΜΤΣ), που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αντιπαριώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο, Φώτιο Παπαγεωργίου και Ευαγγελία Καστρινάκη.
Των προσθέτως (υπέρ του Μ.Τ.Σ.) παρεμβαινόντων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΠΟΣΤΡΑΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ" (Π.Ο.Α.Σ.Α.), που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χαρίκλεια Κάτσικα και Νικήτα Καλογιαννάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1286/2015 του ίδιου Δικαστηρίου (που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) και 2376/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2017 αίτησή του και τους από 19-3-2018 πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 15-2-2018 πρόσθετη παρέμβασή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προσθέτων παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-7-2017 (αρ.κατ. 457/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 2376/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015) και οι από 19-3-2018 (αρ.κατ. 31/2018) πρόσθετοι λόγοι αυτής, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556-558, 564 αρ.1,566,569,577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι, "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η σε βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 17/2015 ,12/2013, 9/2012, 14/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση 1) το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, 2) το Σωματείο με την επωνυμία Πανελλήνιος Ομοσπονδία Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας (Π.Ο.Α.Σ.Α) και 3) ο Ε. Χ. του Κ., ατομικά ως μερισματούχος του αναιρεσείοντος Μετοχικού Ταμείου Στρατού και χάριν συντόμευσης ΜΤΣ και ως Πρόεδρος του δεύτερου προσθέτως παρεμβαίνοντος ασκούν την από 15-2-2018 (αρ.κατ. ΠΠ4/2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος - προσθέτοντος λόγους αναίρεσης και ζητούν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ως έχοντες έννομο συμφέρον, λόγω της ιδιότητάς τους ως μερισματούχων του ΜΤΣ με βάση τον ΑΝ 1284/1938 και το ΝΔ 1171/1972, διότι, όπως ισχυρίζονται, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στερεί το ΜΤΣ από έσοδα επί των οποίων υπολογίζεται Α) ποσοστό 1%, που καταβάλλεται ως μηνιαίο μέρισμα στα μέλη του 1ου και 2ου των προσθέτως παρεμβάντων και στον 3° τούτων, με την ιδιότητα που παρίσταται, ατομικά ως μερισματούχος του ΜΤΣ, αλλά και ως πρόεδρος του 2ου προσθέτως παρεμβαίνοντος, το οποίο αποτελεί συμπλήρωμα της μηνιαίας σύνταξης αυτών με βάση το άρθρο 6 παρ. 3 του ΑΝ 559/1937, καθώς επίσης Β) ποσοστό 3% του ως άνω μερίσματος (του 1%) αποδίδεται στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα ΜΤΣ, που παρέχει ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες προς τους μερισματούχους του ΜΤΣ και ότι από τις αντανακλαστικές συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης τίθενται σε διακινδύνευση τα ανωτέρω δικαιώματά τους. Ωστόσο, η πρόσθετη παρέμβαση, με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα ασκείται απαράδεκτα κατ'αρ. 80 ΚΠολΔ, διότι δεν δικαιολογείται άμεσο έννομο συμφέρον των προσθέτως παρεμβαινόντων από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που ερευνάται στην ένδικη υπόθεση, περί της νομικής φύσης της σύμβασης, που έχει καταρτιστεί μεταξύ των κυρίως διαδίκων, ως σύμβασης μίσθωσης και της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος αυτής ή ως σύμβαση παραχώρησης δημόσιων υπηρεσιών, που διέπεται από το ΠΔ 346/1998. Ειδικότερα, δεν αρκεί ότι η έκβαση της παρούσας δίκης θα επηρεάσει δυσμενώς από οικονομική άποψη τα συμφέροντά τους, όπως διατείνονται, αλλά θα πρέπει η απόφαση, που θα εκδοθεί να επηρεάζει με το διατακτικό της την έννομη θέση τους νομικώς και όχι απλώς πραγματικώς ή οικονομικώς, ούτε επίσης αρκεί το γεγονός, ότι οι 1ος και 2ος προσθέτως παρεμβαίνοντες είχαν τη δυνατότητα κατά το άρθρο 669 ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το Ν. 4335/2015) να παρέμβουν υπέρ των μελών τους στην εργατική διαδικασία για να δικαιολογηθεί η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και ενώπιον του Αρείου Πάγου ,όπου απαιτείται η ύπαρξη άμεσου εννόμου συμφέροντος, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (ΑΠ Ολ. 14/2008).
Κατόπιν τούτου η προσθετή παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των προσθέτως παρεμβαινόντων, κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτή προέβαλε, παραδεκτά κατ'αρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις από 30-3- 2018 προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της καθής η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσίβλητης ,που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 173,176,182 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, σε βάρος του 1ου τούτων ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μειωμένα κατ'αρ. 22 του Ν.3693/1957,όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Το άρθρο 361 του ΑΚ που ορίζει ότι ..."για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"...εκφράζει την Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ OA 33/2002), συνεπεία της οποίας τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 1518/2013, ΑΠ 1519/2013). Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων. Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική συναντούμε, εκτός από τις ενώσεις δύο ή περισσότερων συμβάσεων και τις ανώνυμες συμβάσεις, τις αποκαλούμενες μικτές συμβάσεις, που αντιδιαστέλλονται από τις επώνυμες συμβάσεις, οι οποίες ρυθμίζονται κατά τα ουσιώδη τους στοιχεία, είτε από τον ίδιο τον Αστικό Κώδικα (λχ.πώληση, μίσθωση, σύμβαση έργου) ,είτε από ειδικούς νόμους (λχ. Ν1665/1986 για τη χρηματοδοτική μίσθωση - leasing, Ν.1905/1990 για την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων- factoring κλπ). Εξάλλου, μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων). Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου). Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά, ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή. Πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κ.λπ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2. Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις. Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλόμενου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής). Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού" (ΑΠ 620/2015, ΑΠ 1024/2010).
Εξάλλου, η σύμβαση διαχείρισης επιχείρησης (management contract, contract de gestion d'enterprise) είναι - στη σύγχρονη μορφή της προϊόν της αμερικανικής πρακτικής - ωστόσο απαντάται πλέον εκτεταμένα και στην Ευρώπη, στην οργάνωση διαφόρων οικονομικών τομέων, καθώς και στις διεθνείς συναλλαγές. Πρόκειται για μια σύμβαση- μη ρυθμιζόμενη στις περισσότερες έννομες τάξεις- με την οποία μια επιχείρηση (συνήθως εταιρεία) αναθέτει, έναντι αμοιβής, τη διαχείριση του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων της σε μια άλλη εταιρεία με ειδική γνώση και εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, τη διαχειρίστρια. Επέρχεται με τον τρόπο αυτό, διάσπαση μεταξύ της ιδιοκτησίας της επιχείρησης και της εκμετάλλευσης αυτής, θεωρητικά δε, μπορεί να αφορά τη διαχείριση οποιασδήποτε επιχείρησης, ατομικής ή εταιρικής. Στην πραγματικότητα όμως, το οικονομικό και νομικό ενδιαφέρον της σύμβασης εστιάζεται στη διαχείριση εταιρείας. Για να μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση διαχείρισης εταιρείας πρέπει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των εξουσιών εταιρικής διοίκησης να ανατίθεται σε τρίτο πρόσωπο ,έναντι ανταλλάγματος. Κύρια υποχρέωση της διαχειρίστριας είναι η υποχρέωση διοίκησης, αντικείμενο της οποίας είναι ,είτε η διαχειριζόμενη εταιρεία ως σύνολο, είτε τμήμα αυτής, εφόσον το τελευταίο παρουσιάζει οικονομική και λειτουργική αυτονομία. Αντίθετα, η ανάθεση διεκπεραίωσης ορισμένης υπόθεσης ή παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας δεν εμπίπτει στην έννοια της "διαχείρισης εταιρείας". Η ανάθεση διαχείρισης μπορεί να περιλαμβάνει κάθε πράξη (νομική ή υλική) που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της. Απλή παροχή συμβουλών ως προς τη διοίκηση δεν συνιστά "διαχείριση εταιρείας". Η οριοθέτηση των εξουσιών της διαχειρίστριας εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες του δεδομένου οικονομικού τομέα και τις ανάγκες της εταιρείας, που τίθεται υπό διαχείριση. Όποια και αν είναι η έκταση των αρμοδιοτήτων της διαχειρίστριας, ο επιχειρηματικός κίνδυνος ανήκει πάντα στην αναθέτουσα εταιρεία. Η διαχειρίστρια διεκπεραιώνει - θεωρητικά- υπόθεση ξένη προς τα ίδια συμφέροντά της, για λογαριασμό της αναθέτουσας. Η τελευταία έχει επίσης, το βάρος των μεγάλων επενδύσεων για την αγορά ή αντικατάσταση των παγίων περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης (ακινήτων και βασικού εξοπλισμού). Η διάρκεια της σύμβασης διαχείρισης εξαρτάται επίσης από τις συνθήκες, που ισχύουν στο συγκεκριμένο οικονομικό τομέα και τις ανάγκες της εταιρείας, που τίθεται υπό διαχείριση. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της η διαχειρίστρια δικαιούται αμοιβή. Κατά κανόνα η αμοιβή αυτή καθορίζεται ως ποσοστό επί του κύκλου εργασιών ή των καθαρών εσόδων της αναθέτουσας εταιρείας. Εξάλλου, μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον (μισθωτή) έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, πράγματος ή δικαιώματος (άρθρο 638 ΑΚ). Από τη σύγκριση της σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου και της σύμβασης διαχείρισης προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν ως κοινό τους σημείο, ότι η διοίκηση της επιχείρησης ασκείται από πρόσωπο τρίτο προς τον φορέα- εμφανίζονται άλλωστε σε ίδιους ή συγγενείς οικονομικούς τομείς. Η διαφορά τους όμως έγκειται στο εξής: στη μίσθωση επιχείρησης (άρθρο 638 ΑΚ) ο μισθωτής ενεργεί ως επιχειρηματίας, έχει τη χρήση και κάρπωση του "μισθίου" και φέρει συνεπώς τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο δε εκμισθωτής αποξενώνεται πλήρως κατά τη διάρκεια της μίσθωσης από την επιχείρηση ως οργανωτική ομάδα. Αντίθετα στη σύμβαση διαχείρισης ο διαχειριστής παρέχει υπηρεσίες διοίκησης στον επιχειρηματία, που εξακολουθεί να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 1677/2017). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 684/2013 πρβλ.επίσης, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1724/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1° κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον ΜΤΣ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επίδικη σύμβαση αποτελεί προεχόντως σύμβαση μίσθωσης πράγματος και δη εμπορική και όχι όπως θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών, άλλως ως μια αυτοτελής και αυτάρκης σύμβαση, που δεν προσομοιάζει με σύμβαση μίσθωσης ή μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος, η οποία καταρτίστηκε στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και τις γενικές περί ενοχικών συμβάσεων διατάξεις, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ και άρθρο 1 του ΠΔ 34/1995, αν και δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους , καθώς επίσης τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1 έως 3 και 8 του ΠΔ 346/1998 και άρθρο 4 περ.Θ του ΠΔ34/1995 τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΕ άσκησε την από 11-12-2013 (αρ.κατ. 3583/2012) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν.4335/2015), με την οποία ισχυρίστηκε ότι κατόπιν δημόσιου διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού, που προκήρυξε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΜΤΣ - ΝΠΔΔ, αυτή ως Ανάδοχος, ανέλαβε στις 29-6-2000 τη διαχείριση και εκμετάλλευση του μισθίου ακινήτου - Μέγαρο CITY LINK, που περικλείεται μεταξύ των οδών Βουκουρεστίου - Σταδίου - Πανεπιστημίου και Αμερικής, στην περιοχή Συντάγματος της πόλης των Αθηνών, σύμφωνα με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους της μικτής σύμβασης, που καταρτίστηκε και φέρει τον χαρακτήρα προεχόντως, σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρου ακινήτου πράγματος, ότι όμως λόγω απρόοπτης ουσιώδους αρνητικής μεταβολής των οικονομικών συνθηκών της Χώρας από το έτος 2008 έως το έτος 2012, λόγω της οικονομικής κρίσης, επήλθε ραγδαία πτωτική πορεία των οικονομικών της στοιχείων, όπως αναλυτικά αυτά εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, ότι μεταξύ του αρχικά συμφωνηθέντος οικονομικού ανταλλάγματος - μισθώματος, και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαπραγμάτευσης υφίσταται σημαντική διαφορά ποσοστού 40% και ότι για τους λόγους αυτούς η συνέχιση της επίδικης μίσθωσης μέχρι τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, κατόπιν παρατάσεων, το έτος 2052, έχει καταστεί υπέρμετρα επαχθής για την ενάγουσα, κυρίως από το έτος 2016. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε :1) να αναγνωρισθεί κυρίως το δικαίωμά της να καταγγείλει αζημίως για την ίδια για σπουδαίο λόγο την επίδικη σύμβαση μίσθωσης.2) επικουρικά, σε περίπτωση απόρριψης του άνω κυρίου αιτήματος να μειωθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ κατά ποσοστό 35% το συμφωνημένο ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2015.3) ότι επικουρικά, σε περίπτωση απόρριψης του πρώτου κυρίου αιτήματος, να αναγνωριστεί ότι η ρήτρα αναπροσαρμογής, ποσοστού 156,44% του συμφωνημένου οικονομικού ανταλλάγματος για το έτος 2016 είναι άκυρη, ως καταπλεονεκτική κατ'αρ. 179 ΑΚ και επικουρικά, καταχρηστική, κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.4) όλως επικουρικότερα, σε περίπτωση απόρριψης του αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο 3 αιτήματος, να μειωθεί το ετήσιο μίσθωμα για το έτος 2016- 2017 κυρίως, κατά το άρθρο 388 ΑΚ και επικουρικά κατά το άρθρο 288ΑΚ κατά ποσοστό 4% και 5) να μειωθεί κατά ποσοστό 35% το ποσό των εγγυητικών επιστολών, τις οποίες είχε καταθέσει η ενάγουσα για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης, λόγω του τεράστιου κόστους διατήρησης αυτών σε ισχύ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 1286/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ'ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως αρμόδιο καθ'ύλην χαρακτηρίζοντας την σύμβαση, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων ως σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας του ΠΔ 346/1998, για την οποία έχει εφαρμογή η τακτική διαδικασία και ότι δεν συνιστά σύμβαση μίσθωσης πράγματος. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 10-9-2015 (αρ.κατ. 5229/2015) έφεση, με τον 1° λόγο της οποίας παραπονείται για την εσφαλμένη παραπομπή της υπόθεσης στο καθ'ύλην αναρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται προεχόντως για μίσθωση πράγματος προσοδοφόρου ακινήτου. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την έφεση κρίνοντας, ότι η επίδικη σύμβαση είναι μικτή σύμβαση με προέχοντα χαρακτήρα τη μίσθωση πράγματος και ακολούθως, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία έκρινε νόμιμη ως προς το επικουρικό αίτημα αναπροσαρμογής του ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος (άρθρα 361, 288, 574 ΑΚ), αλλά και ως ουσιαστικά βάσιμη και αναπροσάρμοσε με μείωση το ετήσιο μίσθωμα- οικονομικό αντάλλαγμα για την διετία από 1-1-2014 έως 31-12-2015 στο ποσό των 634834,92 ευρώ μηνιαία, πλέον ΦΠΑ. Το εφετείο δέχτηκε επίσης ότι, μετά την ανωτέρω δικαστική αναπροσαρμογή, παρέλκει η έρευνα του όλως επικουρικού αιτήματος να αναπροσαρμοστεί με αύξηση το ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα - μίσθωμα του μισθωτικού έτους 1-3-2016 έως 28-2-2017 κατά 4% με βάση το διαμορφωμένο μίσθωμα του προηγούμενου μισθωτικού έτους (1-3-2015 έως 28-2-2016) προσαυξημένο κατά τα συμφωνημένα, κατά ποσοστό 156,44%, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασης περί δικαστικής αναπροσαρμογής καταλύεται για το μέλλον ο συμβατικός όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Κατά τα λοιπά, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη α) ως προς το κύριο αίτημα αυτής περί καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο και β) ως προς το επικουρικό αίτημα περί ακυρότητας ως καταπλεονεκτικής, κατ'αρ. 179 ΑΚ, της ρήτρας συμβατικής αναπροσαρμογής του οικονομικού ανταλλάγματος κατά ποσοστό 156,44% για το μισθωτικό έτος 2016, άλλως ως καταχρηστικής κατά τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ενώ επίσης απέρριψε τις λοιπές αγωγικές βάσεις, που θεμελιώνονταν στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ ως μη νόμιμες (αναπροσαρμογή μισθώματος και μείωση 35% των εγγυητικών επιστολών).
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης, που ερευνάται με τον 1° κύριο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του :.... "Δυνάμει της από 22-10-1999 διακήρυξης του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ(ΜΤΣ) κατόπιν της υπ'αρ. 4/7//24-2-1999 απόφασης του ΔΣ αυτού, η οποία εγκρίθηκε με την υπ'αρ. Φ.951.1/206/636678/Σ.4615/22-7-1999 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας προκηρύχθηκε δημόσιος διεθνής πλειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου της σύμβασης απόκτησης του δικαιώματος της διαχείρισης [management[ για ορισμένο χρόνο του Κεντρικού Μεγάρου ιδιοκτησίας του εναγομένου το οποίο περικλείεται από τις οδούς Πανεπιστημίου, Βουκουρεστίου, Σταδίου και Αμερικής στην περιοχή Συντάγματος, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την υπ'αρ.ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1 901/33661/24.7.1989 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Ο διαγωνισμός αυτός διενεργήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Οδηγία 92/50/ΕΟΚ "για τον συντονισμό το3ν διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών", όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 97/52/ΕΚ , το ΠΔ 346/1998 με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην ως άνω Οδηγία, και το ΠΔ 715/1979, που αφορά στις μισθώσεις ακινήτων των Ν.Π.Δ.Δ, στις 16/12/1999 και Ανάδοχος ανακηρύχθηκε, με την 4/1/25.2.2000 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, η οποία ενεκρίθη με την υπ'αρ.Φ.951.1/69/453771/Σ.978/29.2.2000 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η Κοινοπραξία με την επωνυμία "... - ... S.A Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία - ... ΑΕ Κοινοπραξία Διαχείρισης Μεγάρου Μ.Τ.Σ". Η σύμβαση μεταξύ της τελευταίας και του εναγομένου υπεγράφη στις 20/4/2000,επινραφόμενη ως "Σύμβαση Μεταβίβασης του Δικαιώματος Διαχείρισης [management] και Εκμετάλλευσης, για ορισμένο χρόνο του Κεντρικού Μεγάρου του Μ.Τ.Σ". Στην συνέχεια, δυνάμει της από 29/6/2000 σύμβασης, μεταξύ αφενός της ανωτέρω Κοινοπραξίας και αφετέρου της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία Εμπορικής Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Χώρων Μεγάρου Μετοχικού Ταμείου Στρατού" και εκ τρίτου του εναγομένου, μεταβιβάστηκε η από 20/4/2000 σύμβαση στο σύνολο της καθώς και τα απορρέοντα απ' αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις της άνω Κοινοπραξίας, στην ενάγουσα. Η αρχική ως άνω σύμβαση από 20/4/2000 σύμβαση, τροποποιήθηκε με τις από 12/3/2003 και από 12/11/2010 συμβάσεις σε συνδυασμό με το από 23/5/2012 ιδιωτικό συμφωνητικό. Σύμφωνα με τους όρους της αρχικής σύμβασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, αντικείμενο αυτής είναι η μεταβίβαση στην Ανάδοχο του δικαιώματος διαχείρισης, λειτουργίας και εκμετάλλευσης του ως άνω Κεντρικού Μεγάρου του εναγομένου, έναντι του αναφερόμενου στο άρθρο 2 οικονομικού ανταλλάγματος. Στο συμβατικό αντικείμενο περιλαμβάνεται το έργο αξιοποίησης αυτού, το οποίο θα εκτελεστεί με αποκλειστική χρηματοδότηση και μέριμνα της Αναδόχου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα II. Ήτοι η αναπαλαίωση, ανάπλαση και ανάδειξη των εξωτερικών όψεων και των στοών του Μεγάρου, με στόχο την ανάδειξη της ιστορικής ομορφιάς του και την ποιοτική του αναβάθμισή, την ανακατασκευή όλων των δικτύων του, την δημιουργία πλήρους κεντρικού ή περιφερειακού συστήματος πυρασφάλειας και την συνολική επισκευή και ανάδειξη του κτηρίου, τόσον από πλευράς λειτουργιών, όσον και από πλευράς αρχιτεκτονικής. Από της υπογραφής της σύμβασης μεταβιβάστηκαν από το εναγόμενο στην Ανάδοχο, το δικαίωμα διαχείρισης, εκμετάλλευσης και λειτουργίας του Μεγάρου, με όλα τα για την άσκηση και την πλήρη αξιοποίηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, συνδεόμενα και συναφή δικαιώματα, ως μισθωτικά δικαιώματα, δικαιώματος κατοχής χρήσεως του Μεγάρου και το δικαίωμα της περαιτέρω προς τρίτους παραχώρησης αυτών. Το οικονομικό αντάλλαγμα για την ως άνω παραχώρηση της χρήσεως, συμφωνήθηκε σε εφάπαξ ποσό 30.000.000.000 δραχμών [ή 88.041.085,84€], πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, το οποίο καταβλήθηκε κατά την υπογραφή της σύμβασης, ελάχιστο εγγυημένο ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα για το έτος 2000 το ποσό των 2.000.000.000 δραχμών [ή 5.869.405,72€], το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην αρχική σύμβαση και στις κατά τα άνω μεταγενέστερες τροποποιητικές συμβάσεις, πλέον του ΦΠΑ, το οποίο θα καταβάλλεται σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η πρώτη των οποίων θα καταβάλλεται στις 2 Ιανουαρίου εκάστου έτους και οι λοιπές την πρώτη εκάστου μηνός και επιπρόσθετο αντάλλαγμα 2,25% επί των ετήσιων ακαθαρίστων εσόδων από την άσκηση των δικαιωμάτων διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Μεγάρου, κατά τους ειδικότερους όρους, που αναφέρονται στην αρχική σύμβαση και στις τροποποιητικές συμβάσεις, καθώς και το από 23/5/2012 ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε, αρχικά, στα 26 έτη, αρχομένη την 1/1/2000 και λήγουσα την 31/12/2025, παραταθείσα συμβατικά με το από 12/11/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό για 26 μήνες ήτοι μέχρι 28/2/2027 και κατόπιν άσκησης με την από 2008/3116/3.9.2008 επιστολή/δήλωση της ενάγουσας του συμβατικού δικαιώματος της, που προβλέφθηκε με την αρχική σύμβαση, περί μονομερούς παράτασης της σύμβασης παρατάθηκε για 14 αρχικά έτη και 10 επι πλέον έτη ήτοι μέχρι 28/2/2052. Περαιτέρω συμφωνήθηκε η ενάγουσα να επιβαρύνεται με τον αναλογούντα ΦΓ1Α ή το τέλος χαρτοσήμου, ανάλογα με το είδος του καταβαλλομένου οικονομικού ανταλλάγματος, με την διάθεση ποσοστού 1% του προϋπολογισμού των έργων αξιοποίησης για εικαστικές βελτιώσεις και παρεμβάσεις στα έργα αξιοποίησης, τα οποία θα παρέμεναν προς όφελος του εναγομένου μετά την λήξη της σύμβασης καθώς και με τις δαπάνες φύλαξης, συντήρησης καθαριότητας του Μεγάρου, δαπάνες θέρμανσης και ψύξης, ηλεκτροφωτισμού και ύδρευσης, δημοτικών τελών και κάθε προστίμου που τυχόν θα επιβληθεί εις βάρος του εναγομένου, ως ιδιοκτήτη του Μεγάρου, κατά την διάρκεια σύμβασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ύψος του ετήσιου ελάχιστου εγγυημένου οικονομικού ανταλλάγματος εκάστου συμβατικού έτους, προσαυξημένου κατά το ποσοστό της ετήσιας σταδιακής αναπροσαρμογής, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής, ανέρχεται στα παρακάτω ποσά : 1] στο ποσό των 2.000.000.000 δραχ. για το έτος 2000, 2] στο ποσό των 2.080.000.000 δραχ. [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2001, 3] στο ποσό των 6.348.349,23€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2002, 4] στο ποσό των 6.602.283,20€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2003, 5] στο ποσό των 6.866.374,53€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2004 , 6] στο ποσό των 7.141.029,51€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2005, 7] στο ποσό των 7.426.670,69€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2006, 8] στο ποσό των 7.723.737,51€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2007, 9] στο ποσό των 8.032.687,02€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2008, 10] στο ποσό των 8.353.994,50€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το έτος 2009, 11] στο ποσό των 9.746.326.92€ [μηδενική ποσοστιαία μεταβολή] για το χρονικό διάστημα από 1/1/2010 έως 28/2/2011 [14 μήνες], 12] στο ποσό των 8.804.108,58€ [μηδενική ποσοστιαία μεταβολή] για το χρονικό διάστημα από 1/3/2011 έως 28/2/2012, 13] στο ποσό των 501.988,65€ [πλέον ΦΠΑ] μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1/7/2011 μέχρι 31/12/2013 [μείωση, δυνάμει του από 23/5/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά 20% επί του αρχικά συμφωνηθέντος (βλ.το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 12/11/2010 ιδιωτικό συμφωνητικό) ετησίου οικονομικού ανταλλάγματος των 8.803.108,58€, για το χρονικό διάστημα από 1/2/2011 έως 29/2/2012], 14] στο ποσό των 793.543,65€ [πλέον ΦΠΑ] για το χρονικό διάστημα από 1/1/2014 έως 28/2/2014, μηνιαίως 15] στο ποσό των 9.903.424,80€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για χρονικό διάστημα από 1/3/2014 έως 28/2/2015, 16] στο ποσό των 10.299.561,79€ [ποσοστιαία μεταβολή 4%] για το χρονικό διάστημα από 1/3/2015 έως 28/2/2016, 17] στο ποσό των 26.412.326,75€ [ποσοστιαία μεταβολή 156,44%] για το χρονικό διάστημα από 1/3/2016 έως 28/2/2017 και για τα λοιπά συμβατικά έτη μέχρι την λήξη της ένδικης σύμβασης, η ποσοστιαία σταδιακή ετήσια μεταβολή του ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος κυμαίνεται από 4% για την χρονική περίοδο από 1/3/2017 έως 28/2/2026 ,σε 4,50% για την χρονική περίοδο από 1/3/2027 έως 28/2/2032, σε 4,75% για την χρονική περίοδο από 1/3/2032 28/2/2037, σε 5,00% για την χρονική περίοδο από 1/3/2037 έως 28/2/2042, σε 5,25% για την χρονική περίοδο από 1/3/2042 έως 28/2/2047 και σε 5,50% για την χρονική περίοδο από 1/3/2047 έως 28/2/2052. Για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης ,η ενάγουσα κατέθεσε στο εναγόμενο τις υπ αρ.5011000757, 5941000731 και 2850529671 τρεις εγγυητικές επιστολές της ... ποσών 73.367.571,53€, 5.20200,00€ και 3.535.619,32€, με ισχύ μέχρι την λήξη της συμβατικής διάρκειας και ένα έτος μετά την λήξη της. Συμφωνήθηκε, επίσης, [άρθρο 34 της ένδικης σύμβασης] ότι στο πλαίσιο της εκμετάλλευσης και αξιοποίησης του Μεγάρου, η ενάγουσα δικαιούται σε περαιτέρω παραχώρηση της χρήσεως οποιουδήποτε τμήματος του Μεγάρου στο όνομα και για λογαριασμό της και υπό οποιαδήποτε νομική συμβατική μορφή, κρίνει αυτή, ως συμφερότερη και αποδοτικότερη [σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, μίσθωση, υπομίσθωση, χρησιδάνειο κλπ]. Για την εκπλήρωση της αναληφθείσας από την ενάγουσα συμβατικής της υποχρεώσεως, που αφορούσε την ανακαίνιση, ανάπλαση και ανακατασκευή του Μεγάρου του εναγομένου, αυτή επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των 146.827,211€ για την κάλυψη του οποίου προχώρησε στην έκδοση ομολογιακού δανείου ύψους 220.000.000€, το οποίο καλύφθηκε από την ..., της οποίας η ενάγουσα είναι θυγατρική εταιρία, στην οποία [τράπεζα], η τελευταία έχει καταβάλει μέχρι στις 17/3/2017 το ποσό των 189.044.397,94€ και παραμένει ανεξόφλητο κεφάλαιο ύψους 76.000.000€ [βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 17/3/2017 επιστολή της ... προς την ενάγουσα]. Το ως άνω Κεντρικό Μέγαρο του εναγομένου, παραδόθηκε στην Ανάδοχο Κοινοπραξία, στις 21/4/2000, υπογραφέντος του από 21/4/2000 πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξ αφορμής καταγγελιών εκ μέρους άλλης ανταγωνίστριας εταιρίας, η οποία δεν αναδείχθηκε, ως πλειοδότης, στον προδιαληφθέντα Διαγωνισμό, υπεβλήθη ερώτημα, ως προς την παράταση της σύμβασης κατά 15 έτη, από τον Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας προς το ΝΣΚ ως προς αν είναι νομικώς δυνατή η παράταση της σύμβασης. Το ΝΣΚ με την υπ'αρ.341/2002 γνωμοδότηση του έκρινε ότι η υπό κρίση σύμβαση αποτελεί σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΔ 346/1998 ,όπως ρητώς αναφέρεται στην διακήρυξη και όχι σύμβαση μίσθωσης ακινήτου ,επί της οποίας εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του ΠΔ 715/1979 ,που αφορούν στις μισθώσεις ακινήτων των ΝΠΔΔ .Η ως άνω κρίση επαναλήφθηκε και στις μεταγενέστερες υπ'αρ.504/2006 και 504/2008 γνωμοδοτήσεις του. Σημειώνεται ότι το ΝΣΚ σε πανομοιότυπη σύμβαση, που συνήψε το εναγόμενο με την εταιρία "... κλπ " με την οποία παραχωρήθηκε η διαχείριση και εκμετάλλευση του επί της συμβολής των ... ... ακινήτου του, έκρινε με την υπ.άρ.463/2011 γνωμοδότηση του ότι πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης. Το ίδιο δέχθηκε και το Κλιμάκιο VII του Ελεγκτικού Συνεδρίου [ΕΣ], στο οποίο απεστάλη σχέδιο της ως άνω σύμβασης για τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας κατ' άρθρο 19 παρ.7 του ΠΔ 774/1980, το οποίο με την υπ'αρ.198/2008 απόφαση του απείχε από τον ως άνω έλεγχο, κρίνοντας ότι η ως άνω σύμβαση έχει χαρακτήρα μικτής σύμβασης, που συνίσταται στην παραχώρηση της χρήσεως του συγκεκριμένου ακινήτου στην ως άνω εταιρία, η οποία θα το διαχειρίζεται και θα το εκμεταλλεύεται επ'ωφελεία του, με υποχρέωση καταβολής στο εναγόμενο προσδιορισμένης ετήσιας προσόδου, ότι, δηλαδή, η σύμβαση έχει χαρακτήρα, προεχόντως, μισθώσεως ακινήτου και όχι σύμβασης παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας. Επί της ως άνω υπόθεσης κατόπιν ασκήσεως αγωγής της εταιρίας "... κλπ" κατά του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ'αρ. 1634/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη με την επικύρωση της από τις υτπ'αρ.4557/2014 και 620/2015 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν τις ασκηθείσες κατ' αυτών έφεση και αναίρεση, αντίστοιχα, η οποία δέχθηκε τα ίδια. Επίσης με την υπ'αρ.1505/2010 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η από 31/7/2003 σύμβαση μεταξύ του εναγομένου και της εταιρίας [προηγούμενη μισθώτρια του άνω ακινήτου] με την επωνυμία "... Α.Ε", που αφορούσε την διαχείριση και εκμετάλλευση του ίδιου ως άνω ακινήτου, έχει χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρου ακινήτου, ενόψει του αντικειμένου αυτής, που ήταν η παραχώρηση στην ανάδοχο της διαχείρισης και της εκμετάλλευσης του άνω ακινήτου και η καταβολή στο εναγόμενο Μ.Τ.Σ ετήσιου ανταλλάγματος σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις και κατ' ουσία μηνιαίου μισθώματος και αφετέρου του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, που ήταν η αποδοτικότερη εκμετάλλευση του ακινήτου προς όφελος και των δύο και αποτελεί μίσθωση ακινήτου, η οποία εμπίπτει στις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995. Επίσης, σε σχετικό ερώτημα, που υπεβλήθη από το Μετοχικό Ταμείο Ναυτικού [ΜΤΝ] για την παραχώρηση της διαχείρισης [management] -εκμετάλλευσης του επί των οδών ..., πενταώροφου κτηρίου ιδιοκτησίας του, περί του αν ο σχετικός διαγωνισμός διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 715/1979 ή της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και του ΠΔ 60/2007, με την υπ'αρ.334/2013 γνωμοδότησή του, έκρινε [κατά πλειοψηφία] ότι η σκοπούμενη σύμβαση, ως έχουσα χαρακτήρα μίσθωσης και δη εμπορικής, διέπεται από τις διατάξεις του πδ./τος 715/1979 περί εκμίσθωσης ακινήτων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ]. Ενόψει των προδιαληφθέντων, το παρόν Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την ένδικη σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ και λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπος ενέργειας σε τέτοιου είδους συναλλαγές ,καθώς και το δικαιοπρακτικό σκοπό, στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ότι αυτή έχει χαρακτήρα, κατά το αληθές νόημα της δηλωθείσας βουλήσεως αυτών στην από 20/4/2000 επιγραφόμενη ως "Σύμβαση Μεταβίβασης του Δικαιώματος της Διαχείρισης "Management" και Εκμετάλλευσης για ορισμένο χρόνο του Κεντρικού Μεγάρου Μ.Τ.Σ, που βρίσκεται στην Αθήνα και περικλείεται από τις οδούς Πανεπιστήμιου, Βουκουρεστίου, Σταδίου και Αμερικής", προεχόντως, σύμβασης μισθώσεως ακινήτου και μάλιστα εμπορικής και όχι δημόσιας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών, επί της οποίας έχει εφαρμογή το πδ. 348/1996. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το γεγονός συνομολογήσεως ελάχιστου εγγυημένου ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος, καταβλητέου σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις ,που συνιστούν κατ' ουσία, μηνιαίο μίσθωμα ,κάτι που δεν συμβιβάζεται με συμβάσεις διαχείρισης και ο σκοπός στον οποίο απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι, ο οποίος δεν ήταν η εξυπηρέτηση κάποιου συγκεκριμένου δημόσιου σκοπού, αλλά η εξασφάλιση αποδοτικότερης εκμετάλλευσης του Μεγάρου, ως στοιχείου της ιδιωτικής περιουσίας του εναγομένου ΜΤΣ και στην αύξηση με τον τρόπο αυτόν των εσόδων του, προς όφελος των μερισματούχων, με δυνατότητα μάλιστα της ενάγουσας μισθώτριας για περαιτέρω παραχώρηση της χρήσεως του σε τρίτους ,οι δε εργασίες αναπαλαίωσης, ανακατασκευής και αξιοποίησης του Μεγάρου, είχαν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύριο αντικείμενο της ένδικης σύμβασης, που συνίσταται στην παραχώρηση της κατοχής και χρήσεως του Μεγάρου προς μακροχρόνια εκμετάλλευση αυτού, ως κύρια παροχή του εναγομένου προς την ενάγουσα, έναντι ετήσιου χρηματικού ανταλλάγματος, καταβαλλόμενου σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις, καθόλη την συμβατική διάρκεια της σύμβασης ως κύριας αντιπαροχής της ενάγουσας προς το εναγόμενο. Χαρακτηριστικά, που προσιδιάζουν στην σύμβαση μίσθωσης και όχι στην σύμβαση παροχής υπηρεσιών ,καθόσον στην δεύτερη περίπτωση ο αποδέκτης των υπηρεσιών αυτών θα ήταν το εναγόμενο, το οποίο θα όφειλε να καταβάλει αντάλλαγμα στην ενάγουσα, ως προσφέρουσα υπηρεσίες και θα ήταν ακατανόητο, καθόσον η τελευταία, ως εργολάβος, οφείλει επιπλέον να καταβάλει και χρηματική ποσά, τα οποία, μάλιστα είναι πολλαπλάσια όσων αυτή επιβαρύνθηκε για την κατασκευή του έργου. [βλ την επικαλούμενη κα προσκομιζόμενη από 31/3/2017 ιδιωτική γνωμοδότηση του καθηγητή Μ. Σ.]. Ο νομικός δε αυτός χαρακτήρας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση πριν την έναρξη της μίσθωσης να αναπαλαιώσει, να ανακαινίσει και ανακατασκευάσει το μίσθιο ακίνητο, με δαπάνες της και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της μισθώτριας, καθόσον, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 574 Α.Κ. και της καθιερούμενης με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, είναι επιτρεπτό να συμφωνηθούν και παρεπόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις, σε βάρος του εκμισθωτή.. Ενισχυτικό της ως άνω εξενεχθείσας κρίσεως, ως προς τον νομικό χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, που αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που τα συμβαλλόμενα μέρη προσδίδουν στην συμβατική τους σχέση [Ολ. ΑΠ 18/2006] προεχόντως, ως μίσθωσης ακινήτου, όπως προεκτέθηκε, είναι και το γεγονός ότι σχέδιο αυτής, πριν από την υπογραφή της, δεν απεστάλη στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου αυτό να ασκήσει τον κατά το άρθρο 19 παρ.7 του Ν.774/1980, [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το Ν.4129/2013] προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος προβλέπεται για τις δημόσιες συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών κατά το π.δ. 346/1998. Ο ως άνω νομικός χαρακτήρας της ένδικης σύμβασης, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύναψης αυτής [20/4/2000] υπήρχαν ενεργείς μισθωτικές συμβάσεις, και συνεπώς, κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου, δεν παραδόθηκε αδιακώλυτη η χρήση του Μεγάρου, η οποία παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό της σύμβασης μίσθωσης. Τούτο διότι το εν λόγω θέμα ήταν προσωρινό και αντιμετωπίστηκε συμβατικά με την μεταβίβαση στην ενάγουσα των υφισταμένων κατά τον ως άνω χρόνο μισθωτικών συμβάσεων περιλαμβανομένου και του δικαιώματος καταγγελίας αυτών [άρθρο 31 παρ.1 της σύμβασης], ενώ παρασχέθηκε στην ενάγουσα το δικαίωμα να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την αποβολή των μισθωτών, είτε συναινετικά, είτε με καταγγελία, με δικές της δαπάνες, αναληφθείσας της υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου να παράσχει οποιαδήποτε συνδρομή στην ενάγουσα για την διεξαγωγή των σχετικών δικών απόδοσης των μισθίων. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ένδικη σύμβαση δεν έχει χαρακτήρα μίσθωσης, καθόσον στην περίπτωση αυτή είναι εφαρμοστέο το ΠΔ 715/1979, το οποίο ορίζει ως μέγιστο χρόνο μίσθωσης ακινήτων ΝΠΔΔ, τα πέντε [5] έτη και συνεπώς η σύμβαση θα ήταν άκυρη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με το άρθρο 38 του ως άνω πδ/τος, εισάγεται εξαίρεση ως προς την μέγιστη χρονική διάρκεια της μίσθωσης, όταν πρόκειται για ακίνητα προς εκμετάλλευση, η οποία συνδυάζεται με ουσιώδεις δαπάνες του μισθωτή, κατόπιν απόφασης του διοικούντος συλλογικού οργάνου του ΝΠΔΔ εγκρινομένης από τον εποπτεύοντα Υπουργό και την διενέργεια δημόσιου διαγωνισμού [άρθρο 38 παρ.2 και 3 του άνω πδ/τος, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της παρ.2 του άνω άρθρου με το άρθρο 79 του Ν.3996/2011], όπως στην προκειμένη περίπτωση".. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού διαπίστωσε εμμέσως, κατά την ανέλεγκτη κατά τούτο κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης των μερών, αναφορικά με τη νομική μορφή της ως άνω σύμβασης και ειδικότερα, αν αυτή φέρει το χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης πράγματος (προσοδοφόρου) ή δημόσιας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών του ΠΔ 348/1996, ερμήνευσε την ως άνω σύμβαση, χωρίς προσήλωση στην ονομασία της, στο από 20-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης αυτής, που επιγράφεται, ως σύμβαση management, προσφεύγοντας στα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (όπως οι διατάξεις αυτές θα αναλυθούν παρακάτω) λαμβάνοντας επί πλέον υπόψη και το δικαιοπρακτικό σκοπό , τις συνήθειες, τις χρονικές συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τις επαγγελματικές ιδιότητες των μερών και του τρόπου που εκτελέστηκε η σύμβαση, μέχρι που προέκυψε η διαφωνία ως προς το νόημά της, καταλήγοντας στην ορθή κρίση, ότι η ένδικη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών, με το από 20-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης ακινήτου και μάλιστα προσοδοφόρου (άρθρα 574 και 638 του ΑΚ), κατά την οποία ο εκμισθωτής και ήδη το αναιρεσείον ΜΤΣ παρέχει τη χρήση και την κάρπωση- εκμετάλλευση στο μισθωτή και ήδη αναιρεσίβλητη και αυτός καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα μετά τη χρήση και κάρπωση του αντικειμένου της μίσθωσης. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, κύρια και προέχουσα παροχή του αναιρεσείοντος-εκμισθωτή προς την αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης ήταν η παραχώρηση της κατοχής του Μεγάρου για ορισμένο χρόνο, χωρίς την οποία, άλλωστε, ούτε η αναιρεσίβλητη μισθώτρια θα μπορούσε να παραχωρήσει περαιτέρω τη χρήση των επί μέρους χώρων του Μεγάρου σε τρίτους ,ούτε θα ήταν δυνατή η εκμετάλλευσή του (πχ. με υπομισθώσεις κλπ.), όπως προέβλεπε, σύμφωνα με τις παραδοχές, η σύμβαση στα άρθρα 2 και 34 αυτής. Επίσης, κύρια αντιπαροχή της αναιρεσίβλητης ήταν η καταβολή του οικονομικού ανταλλάγματος, πλέον ΦΠΑ ή τέλους χαρτοσήμου, όπως προβλέπεται επίσης στο από 12-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο είχε τροποποιηθεί η αρχική από 20-4-2000 σύμβαση (βλ. ειδικότερα το άρθρο 2 περ. γ. γ αυτού). Επίσης, συμφωνήθηκε η καταβολή ελάχιστου ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις και διάθεση ποσοστού 1% του προϋπολογισμού των έργων αξιοποίησης, τα οποία θα παραμείνουν προς όφελος του εκμισθωτή- ΜΤΣ μετά τη λήξη της σύμβασης και ειδικότερα, ότι η αναιρεσίβλητη - μισθώτρια θα επιβαρύνεται αποκλειστικά με τις δαπάνες ανακαίνισης, την ανακατασκευή των δικτύων, τη δημιουργία συστήματος πυρασφάλισης και ότι όλες οι βελτιωτικές εργασίες θα παραμείνουν προς όφελος του μισθίου ακινήτου και του ιδιοκτήτη αυτού - ΜΤΣ. Επίσης, ότι η αναιρεσίβλητη Ανάδοχος θα επιβαρύνεται με τις δαπάνες φύλαξης, συντήρησης, καθαριότητας, θέρμανσης, ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης και ότι εκτός από αυτά θα επιβαρύνεται με τα δημοτικά τέλη και κάθε πρόστιμο, που τυχόν θα επιβληθεί στον ιδιοκτήτη του Μεγάρου και ήδη αναιρεσείοντα. Όλοι οι ανωτέρω όροι της σύμβασης προσιδιάζουν στη φύση της μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 638 ΑΚ, στην οποία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις μίσθωσης πράγματος (άρθρα 574 σε συνδ. 620 ΑΚ). Εκτός τούτων το Εφετείο προς επίρρωση της κρίσης του για την νομική φύση της σύμβασης χρησιμοποίησε ως επιχείρημα: Α) την παρεμφερή σύμβαση που είχε καταρτιστεί από το αναιρεσείον ΜΤΣ ως ιδιοκτήτη, με την εταιρεία με την επωνυμία ... και η οποία έχει χαρακτηριστεί από την ΑΠ 620/2015, μετά από μακροχρόνιες δικαστικές διενέξεις, ως μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου παρά την γραμματική της διατύπωση ως σύμβαση διαχείρισης και Β) το γεγονός ότι πριν από την υπογραφή της σύμβασης δεν απεστάλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχέδιο αυτής, προκειμένου να ασκηθεί ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας του άρθρου 19 παρ.7 του Ν774/1980, όπως ίσχυε και προβλέπεται για τις δημόσιες συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών του ΠΔ 346/1998. Εξάλλου, το νομικό πλαίσιο του διαγωνισμού, που διενεργήθηκε σύμφωνα με τη διακήρυξη αυτού και τα οριζόμενα στην Οδηγία 92/50 ΕΟΚ περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών και στο ΠΔ 346/1998, αλλά και στο ΠΔ 715/1979 περί μισθώσεων ακινήτων ΝΠΔΔ, όπως και η επιγραφή της σύμβασης ως σύμβαση management - σύμβαση διαχείρισης, δεν αναιρεί τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης, ως μίσθωσης προσοδοφόρου ακινήτου, διότι ο νομικός χαρακτηρισμός της αξίωσης είναι έργο του Δικαστή (ΑΠ Ολ 18/2006, ΑΠ 1677/2017). Επομένως, το Εφετείο, που με τις ανωτέρω παραδοχές του κατέληξε στο ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα για τη νομική μορφή της επίδικης σύμβασης, την οποία χαρακτήρισε ως σύμβαση μίσθωσης (προσοδοφόρου) ακινήτου, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 361,574 επ,638 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε, σε συνδυασμό με το ΠΔ 715/1979, που προβλέπει η διακήρυξη του διαγωνισμού και μολονότι τούτο δεν το αναφέρει ενάριθμα η προσβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό του πληρούται από το σύνολο των παραδοχών αυτής και συνεπώς, πρέπει, κατά τούτο, ο Άρειος Πάγος να συμπληρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'αρ. 578 ΑΚ. Εξάλλου, το Εφετείο ρητά απέκλεισε την εφαρμογή του ΠΔ 34/1995 (βλ.σελ. 23α της προσβαλλόμενης απόφασης) κρίνοντας ορθά, ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ως αφορώσα ακίνητο, που έχει χαρακτηριστεί "διατηρητέο" εξαιρείται της προστασίας του ανωτέρω ΠΔ/τος, κατά το άρθρο 4 παρ.1 περ. Θ 'αυτού.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον 1° κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης ,κατά ΤΟ κύριο σκέλος αυτού και εν μέρει με τον 7° επικουρικό πρόσθετο λόγο κατά το Δ σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος. (ΑΠ 234/2014). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 180/2014, πρβλ.επίσης, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 9/2014) Σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη το επικουρικό σκέλος του 1ου κύριου αναιρετικού λόγου, με το οποίο το αναιρεσείον επικαλείται, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν χαρακτήρισε την επίδικη σύμβαση ως μια "αυτοτελή και αυτάρκη sui generis σύμβαση του άρθρου 361 ΑΚ" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο κατ'αρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον από τις από 1-4-2014 προτάσεις του αναιρεσείοντος ΜΤΣ ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.σελ. 8, 11, 16, 21, 26 και 73 αυτών), αλλά και από τις από 3-4-2017 κατ'έφεση προτάσεις αυτού (βλ. σελ. 5, 7, 11, 12 και 58 αυτών), που επισκοπούνται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου επικουρικού σκέλους του 1ου κύριου αναιρετικού λόγου ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το αναιρεσείον προσδιόριζε τη νομική μορφή της σύμβασης ως σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών με αντικείμενο τη μεταβίβαση του δικαιώματος διαχείρισης - management του ΠΔ 346/1998 (παράρτημα ΙΑ αυτού) και, σημειωτέον, υπό την έννοια αυτή ο χαρακτηρισμός της σύμβασης και ως σύμβαση διαχείρισης - management από το αναιρεσείον, το πρώτον στον Άρειο Πάγο δεν προβάλλεται απαραδέκτως, όπως αβάσιμα κατ'ενσταση ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη. Αντίθετα, όμως, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως sui generis, προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και συνεπώς, το επικουρικό σκέλος του 1ου κύριου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, κατ'αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης αυτών.
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Το δικαστήριο της ουσίας όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης (ΑΠ 819/2012, ΑΠ 1345/2012, ΑΠ 226/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠλΔ και πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 10/2015). Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν το Δικαστήριο, βάσει των παραδοχών του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου τον οποίο βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1677/2017).
Με τον 2° κύριο αναιρετικό λόγο, κατά το Α'σκέλος αυτού και τον επίσης συναφή 2° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως προεχόντως σύμβασης μίσθωσης.
Επίσης, με τον συναφή 1° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να προσφύγει στην εφαρμογή των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αν και δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής αυτών, διότι οι δηλώσεις των συμβαλλομένων ήταν σαφείς και σκοπούσαν στην κατάρτιση σύμβασης διαχείρισης και όχι μίσθωσης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ανωτέρω όμως λόγοι αναίρεσης, που αφορούν την νομική φύση της σύμβασης, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί ήδη, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης είναι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που προβλέπονται στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε λόγω της ασάφειας των όρων της σύμβασης συνεκτιμώντας τον σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του Μεγάρου στην αναιρεσίβλητη, όπως και το είδος και τον προορισμό της χρήσης αυτής. Επισημαίνεται, ότι η διαπίστωση κενού δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται πανηγυρικά στην απόφαση, αλλά αρκεί να προκύπτει έστω και έμμεσα, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, όπου παρά τη ρητή αναφορά για την έλλειψη της σχετικής διαπίστωσης στην απόφασή του, το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης, διότι αντιμετώπισε ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών, στοιχείο που το ανάγκασε να προσφύγει στην ερμηνεία αυτών. Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να τονιστεί επίσης ότι εάν οι δηλώσεις βούλησης των διαδίκων ήταν σαφείς, το αναιρεσείον δεν θα υποστήριζε επικουρικά, ότι η σύμβαση έχει τη νομική μορφή της sui generis σύμβασης, που το πρώτον αναφέρει απαραδέκτως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε θα διαφοροποιούσε τον χαρακτηρισμό της, αλλά αντιθέτως θα την χαρακτήριζε πάντα σταθερά, είτε ως σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών, είτε ως σύμβαση διαχείρισης - management.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχόμενου έγγραφου ιδρύεται, οταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του έγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). 'Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 980/2014). Τέλος, όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες της μιας αιτιολογίες (επάλληλη αιτιολογία), η προσβολή με λόγο αναιρέσεως της μιας από τις αιτιολογίες αυτές παρίσταται αλυσιτελής και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορριπτέος, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης (ΑΠ 27/2015, ΑΠ681/2014).
Με τον 3° κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συναφή 1° πρόσθετο, κατά το Β'σκέλος αυτού, το αναιρεσείον ΜΤΣ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης και όχι σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών,άλλως αυτοτελή ενοχική σύμβαση sui generis, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της σύμβασης παραχώρησης της διαχείρισης του Μεγάρου, το οποίο ανάγνωοε εσφαλμένα ως προς τη νομική φύση της σύμβασης και ειδικότερα α) με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη θα επιβαρύνεται με τον αναλογούντα ΦΠΑ ή το τέλος χαρτοσήμου, αν και η επίδικη σύμβαση δεν προβλέπει την καταβολή τέλους χαρτοσήμου και β) με το να παραλείψει να αναφέρει τους συναφείς όρους του άρθρου 2 παρ.6 έως 9 και του άρθρου 34 παρ.5, τους οποίους επίσης εσφαλμένα ανάγνωσε, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους όρους αυτούς η σύμβαση μίσθωσης αναφερόταν ρητά ως μία από τις περισσότερες δυνατές νομικές μορφές διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Μεγάρου και όχι αυτή, στην οποία αποκλειστικά απέβλεψαν τα μέρη, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο, ενώ εάν είχε αναγνώσει ορθά το περιεχόμενο της σύμβασης θα έπρεπε να καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα, ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν αποβλέψει στην κατάρτιση σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών, άλλως σε αυτοτελή και αυτόνομη συμφωνία, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.
Ο 3ος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το επικουρικό του σκέλος περί του χαρακτηρισμού της σύμβασης ως sui generis είναι πρωτίστως απαράδεκτος, κατ'αρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, άλλως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης. Κατά τα λοιπά οι ερευνώμενοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι πρέπει επίσης να απορριφθούν κατ'ουσίαν, διότι, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί με αφορμή τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, το Εφετείο για να καταλήξει στο ερμηνευτικό του πόρισμα ως προς τη νομική φύση της σύμβασης, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο έγγραφο της αρχικής από 20-4-2000 σύμβασης, αλλά συνεκτίμησε τούτο, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρει στις σελίδες 6° και β της απόφασής του, (ενδεικτικά αναφέρονται ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα προς άμεση και έμμεση απόδειξη, όπως οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί παρεμφερών υποθέσεων). Όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα - έγγραφα το Εφετείο τα συνεκτίμησε ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 - 340 ΚΠολΔ) και κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο που υποστηρίζει και θεωρεί ορθό το αναιρεσείον Εκτός τούτων όμως και αναφορικά με την παραδοχή του Εφετείου περί επιβάρυνσης της αναιρεσίβλητης με ΦΠΑ ή (επικουρικά) τέλος χαρτοσήμου, για την οποία αιτιάται το αναιρεσείον, πρέπει να τονιστεί ότι, οι ανωτέρω επιβαρύνσεις δεν αποτέλεσαν το κύριο κριτήριο για τον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης. Επίσης, η κύρια αιτιολογία περί επιβάρυνσης με ΦΠΑ της αναιρεσίβλητης στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι και η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης για την πρόβλεψη στη σύμβαση τέλους χαρτοσήμου στηριζόταν στο από 2-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ.άρθρο 2 περ.γγ αυτού),που επιτρεπτά επίσης, επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) και το οποίο είχε τροποποιήσει την αρχική από 20-4-2000 σύμβαση. Το ανωτέρω τροποποιητικό συμφωνητικό άλλωστε το επικαλούνται αμφότερα τα μέρη ως κοινό αποδεικτικό μέσο σύμφωνα με την αρχή επενέργειας του άρθρου 346 ΚΠολΔ. Επομένως, κατόπιν όλων αυτών ο 3ος κύριος και ο 1ος πρόσθετος κατά το Β'σκέλος του αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζομένης στην διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, κατά το διάστημα από την σύναψη της μισθώσεως ή από τον χρόνο της τυχόν προγενέστερης συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι τον χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συζητήσεως της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων, που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετά την αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο. Επομένως, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα και τα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους αποκλίσεως του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 320/2016, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 2045/2006). Εξάλλου, για τον προσδιορισμό της πραγματικής μισθωτικής αξίας του μισθίου, δεν απαιτείται η αναφορά της ύπαρξης στην περιοχή όμορων ακινήτων και το ύψος της μισθωτικής αξίας αυτών, διότι τα εν λόγω στοιχεία είναι ζητήματα ουσίας και αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 893/2010, ΑΠ 850/2010).
Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής, και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού η συμφωνία καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορη πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του πιο πάνω π.δ/τος 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής. Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 763/2016).
Με τον επικουρικό, 4° κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού και με τον συναφή επικουρικό 7° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το Γ' σκέλος αυτού το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι μετά την αναπροσαρμογή του μισθώματος, σύμφωνα με όσα αυτό καθόρισε για τη διετία 2014-2015, καταλύεται για το μέλλον ο συμβατικός όρος - ρήτρα περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος 4%,που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και ότι ισχύει το μίσθωμα που καθορίστηκε δικαστικά με την απόφασή του, καθώς επίσης ότι δεν μπορεί να ισχύσει η νόμιμη κατ'αρ. 7 παρ.3 του ΠΔ 34/1995 αναπροσαρμογή στο επίδικο μίσθιο, ως διατηρητέο κτίριο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 288 σε συνδ.574,595 του ΑΚ και των άρθρων 7 παρ. 1-3 και 44 του ΠΔ 34/1995, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ο δικαστικός καθορισμός αναπροσαρμογής του μισθώματος δεν επηρεάζει την ισχύ της συμβατικής ρήτρας για το μέλλον.
Επίσης, με τον συναφή προς τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, επικουρικό 4° κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β'σκέλος αυτού και εν μέρει με τον 7° πρόσθετο λόγο κατά το Δ' επικουρικό σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και εκ πλαγίου τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 288 και 7 παρ.3 του ΠΔ 34/1995, με αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι οι μισθώσεις διατηρητέων κτιρίων δεν υπάγονται στις προστατευόμενες από το ανωτέρω ΠΔ εμπορικές μισθώσεις, εν τούτοις το Εφετείο δέχτηκε, ότι μετά την κατάργηση με δικαστική απόφαση του συμβατικού όρου αναπροσαρμογής του μισθώματος για το μέλλον, δεν μπορεί να ισχύσει η νόμιμη αναπροσαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 ΠΔ34/1995, διότι το μίσθιο είναι διατηρητέο κτίριο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ,αναφορικά με το ερευνώμενο ουσιώδες ζήτημα της αναπροσαρμογής του μισθώματος του Μεγάρου (με μείωση αυτού) δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και από γεγονότα, που είναι γενικώς γνωστά και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο [336 παρ.4 του ΚΠολΔ], αποδείχθηκε ότι, μετά την κατάρτιση της ένδικης από 20/4/2000 μισθωτικής σύμβασης και την έναρξη λειτουργίας της, συνέβησαν γεγονότα που διατάραξαν τον οικονομικό ρυθμό της χώρας και δεν έχουν παροδικό χαρακτήρα. Ειδικότερα στην πενταετία 2004-2009 η ελληνική οικονομία παρουσίασε εξαιρετικές επιδόσεις (Υψηλή ανάπτυξη, αύξηση απασχόλησης βελτίωση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων). Η διεθνής, όμως, οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, που μέχρι τότε δεν είχε αγγίξει την Ελλάδα, εντάθηκε και από τα τέλη του 2009, επηρέασε δραματικά την ελληνική οικονομία. Από τότε η Ελλάδα βρίσκεται συνεχώς, σε κατάσταση βαθιάς ύφεσης, χωρίς ορατά σημάδια ανάκαμψης. Συγκεκριμένα το 2009 επιδεινώθηκε το δημοσιοοικονομικό έλλειμμα και την άνοιξη του 2010 η χώρα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προκειμένου να αποφευχθεί πιστωτικό γεγονός και ψηφίστηκε ο νόμος 3845 (ΦΕΚ Α' 65/06-5-2010) "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και του Δ.Ν.Τ". Επακολούθησε ο νόμος 3847/2010 (ΦΕΚ Α' 67/11-5-2010) "Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών - Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου" . Στο πλαίσιο των μέτρων, που προέβλεπαν οι νόμοι αυτοί επήλθε σημαντική μείωση των αποδοχών, των συντάξεων και των επιδομάτων των δημόσιων υπαλλήλων και των συνταξιούχων. Επιβλήθηκαν νέοι φόροι και αυξήθηκαν οι ήδη υφιστάμενοι, ενώ επιβλήθηκαν και διάφορες εισφορές [αλληλεγγύης κλπ]. Οι δημόσιες δαπάνες περιορίστηκαν και περικόπηκαν θέσεις εργασίας. Η ανεργία μετά συνεχή πτώση 8 ετών αυξήθηκε δραματικά και πολλές επιχειρήσεις διέκοψαν την εμπορική τους δραστηριότητα, καθώς η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών μειώθηκε δραματικά και περιορίστηκε η καταναλωτική κίνηση και κατ' ακολουθία η ρευστότητα, συνεπεία και των κλυδωνισμών του τραπεζικού συστήματος και του περιορισμού ρευστότητας από τις Τράπεζες προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, εξ αιτίας της οποίας έλαβαν χώρα δύο ανακεφαλαιώσεις και έτσι περιορίστηκε δραστικά κάθε μορφής δανειοδότηση - χρηματοδότηση. Στη συνέχεια, λόγω της μη επίτευξης των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, επιβλήθηκαν νέα μέτρα τον Οκτώβριο 2011 (βαθμολόγιο - μισθολόγιο Δημοσίου, μειώσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, μειώσεις στα εφάπαξ, επιβολή τέλους ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών, νέα φορολογική κλίμακα) και εντός του έτους 2012 εγκρίθηκε από την Βουλή των Ελλήνων το Μνημόνιο Π, που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών τον Οκτώβριο 2011 και τα μέτρα που το συνόδευαν [μεταξύ των οποίων μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα σε όλα τα κλιμάκια του βασικού μισθού - από 751 σε 586 - και 32% στους νεοεισερχόμενους μέχρι 25 ετών περικοπές συντάξεων, επιδομάτων δαπανών υγείας, άμυνας, λειτουργιών του Κράτους και εκλογών, κατάργηση των Οργανισμών Εργατικής Κατοικίας και Εστίας, ενοποίηση και κατάργηση Δημόσιων Οργανισμών, πλήρες άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, κατάργηση φοροαπαλλαγών και χαμηλού Φ.Π.Α, ενώ ψηφίστηκε σε υλοποίηση των παραπάνω το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, με το οποίο νομοθετήθηκαν νέα μέτρα δημοσιονομικής περικοπής [μείωση εφάπαξ κατάργηση της καθολικότητας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, κατάργηση δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και επιδομάτων αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους, κατάργηση των πολυαρίθμων οικογενειακών επιδομάτων και αντικατάστασής τους από ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, κλπ]. Τα ως άνω γεγονότα επέφεραν μεγάλη οικονομική ύφεση, που κατά τα έτη 2011 και 2012 διαμορφώθηκε στο -7% και κατά το έτος 2013 στο - 4%, ανεργία που από το 7,7% το 2008 έφτασε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής περίπου στο 28% περίπου και προκάλεσαν περιστολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, καθώς μειώθηκε η αγοραστική δύναμη των πολιτών και υποχώρησαν αισθητά οι προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, ενώ από το έτος 2011 τουλάχιστον, η ζήτηση των ακινήτων για επαγγελματική στέγη παρουσιάζεται συνεχώς μειωμένη, με αποτέλεσμα πολλά καταστήματα να παραμένουν χωρίς μίσθωση (κενά). Σε πτωτική τροχιά βρίσκεται από τα μέσα 2010 επίσης η εμπορική κίνηση, ήδη δε στην αγορά των επαγγελματικών ακινήτων έχει επέλθει κατακόρυφη μείωση της μισθωτικής τους αξίας σε αντιστοιχία με την μείωση του τζίρου και των καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων. Προς επίρρωση των ανωτέρω το Ελληνικό Δημόσιο νομοθέτησε την μείωση των μισθωμάτων που καταβάλλουν σε ιδιοκτήτες οι δημόσιες υπηρεσίες (Δήμοι, Ν.Π.Δ.Δ κ.λπ.) κατά 20% με το άρθρο 21 του ν. 4002/2011, ενώ με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4.081/2012 η μείωση μισθώματος μεγαλύτερου των 3000 € ανήλθε σε ποσοστό 25%, ενώ με το άρθρο 102 του Ν.4312/2014 τροποποιήθηκε το ως άνω άρθρο και παρατάθηκε η αναπροσαρμογή [μείωση] των άνω μισθωμάτων έως 1/1/2019 ενδεικτικό της μονιμότητας της ανωτέρω απρόοπτης μεταβολής των οικονομικών συνθηκών. Η μείωση των αποδοχών, η αύξηση των φόρων και του Φ.Π.Α., το κλείσιμο των επιχειρήσεων, η ως άνω μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, τα μεγέθη της ανεργίας και οικονομικής ύφεσης, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και ούτε προβλέφθηκαν από τα διάδικα μέρη, κατά τον χρόνο σύναψης ένδικης σύμβασης [20/4/2000], ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν ως γεγονότα, που συνήθως συμβαίνουν κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω η παραπάνω "γνωστή τοις πάσι" μεγάλη οικονομική κρίση με τις προαναφερθείσες συνέπειες έπληξε και την ενάγουσα, η οποία είναι θυγατρική εταιρία της ... ΑΕ. Λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής επί τα χείρω των υφισταμένων κατά τον ως άνω χρόνο οικονομικών συνθηκών, η ενάγουσα άσκησε την από 4/1/2011 [γεν.αρ. κατ. 1302/52/5.1.2011) αγωγή κατά του εναγομένου, με αντικείμενο την μείωση του συνομολογημένου μισθώσεως κατά τα άρθρα 388 και 288 ΑΚ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι 31/12/2013, από το δικαίωμα και το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε αυτή, μετά την υπογραφή του από 23/5/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου μειώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1/7/2011 έως 31/12/2013, το συνομολογημένο μηνιαίο μίσθωμα [οικονομικό αντάλλαγμα] κατά 20% ήτοι στο ποσό των 501.988,65€, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το μίσθιο Μέγαρο κτισμένο επί οικοπέδου, επιφανείας 9.000 τ.μ. αποτελείται από εννέα [9] συνεχόμενα κτήρια, συνολικής επιφανείας 57.768,63 τ.μ. μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσεως, αποχώρησαν από το Μέγαρο μισθωτές, λόγω μη δυνατότητας τους να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις, αλλά και λόγω αποχώρησης από την Ελλάδα των επώνυμων εμπορικών Οίκων, που εκπροσωπούσαν [εμπορικά σήματα "...", "..."]. Ήτοι από το έτος 2010 έως το έτος 2013 λύθηκαν συναινετικά οι μισθώσεις με μισθωτές: 1] την "Εταιρία Παιδικών Ενδυμάτων ΑΕ" [η οποία εμπορευόταν παιδικά ενδύματα με το σήμα "..." 2] την εταιρία "... ΑΕ" [η οποία εμπορευόταν ενδύματα με το σήμα "..."], 3] την εταιρία με την επωνυμία "2, ... κλπ" [η οποία εμπορευόταν αξεσουάρ και είδη πολυτελείας υπό το σήμα ...", 4] την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ" [εμπορευόταν πούρα, αξεσουάρ πολυτελείας υπό το σήμα "..."), 5] την εταιρία "..." [ εμπορευόταν βιβλία κλπ.], 6]την εταιρία με την επωνυμία "... (εμπορευόταν ενδύματα υπό το σήμα "...") και 7)την εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" [εμπορευόταν πολυτελή αξεσουάρ υπό το σήμα "..."). Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, η ενάγουσα προέβη σε μειώσεις των συμφωνημένων μισθωμάτων από το έτος 2010 κατά ποσοστό 25% και από τον Ιανουάριο του έτους 2012 κατά ποσοστό 40% και παρείχε στους μισθωτές οικονομικές διευκολύνσεις ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, πλην των μισθώσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας και της μητρικής της εταιρίας "... ΑΕ", στην οποία έχει εκμισθωθεί καθαρή επιφάνεια 13.712 τ.μ. από τους χώρους του Μεγάρου για την στέγαση των διοικητικών της υπηρεσιών και μεταξύ της ενάγουσας και του Πολιτιστικού Ιδρύματος ..., το συμφωνημένο μίσθωμα των οποίων παραμένει αμετάβλητο κατά τα έτη 2010 - 2011 - 2012 και 2013. Επίσης λόγω της αρνητικής συγκυρίας και για να μην παραμένουν κενοί χώροι του Μεγάρου, η ενάγουσα προέβη στην σύναψη νέων μισθωτικών συμβάσεων με μειωμένο μίσθωμα. Ήτοι για τα υπό στοιχ.... μίσθια καταστήματα, που είχαν εκμισθωθεί στις εταιρίας "... ΑΕ" και στην "... ΑΕ" αντίστοιχα, αντί ετήσιου μισθώματος 584,887€, μετά την αποχώρηση αυτών, εκμισθώθηκε στις 15/9/2010, στην εταιρία "...r], αντί ετησίου μισθώματος σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων εσόδων και ελάχιστο εγγυημένο ετήσιο μίσθωμα 320.000€ και το υπό στοι.Κ4 κατάστημα που είχε εκμισθωθεί στην εταιρία ... ΕΠΕ" αντί ετησίου μισθώματος 222.967€, εκμισθώθηκε, στις 1/10/2013, μετά την αποχώρηση της ως άνω μισθώτριας στην εταιρία ..." [Replay], σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων κερδών με ελάχιστο εγγυημένο ετήσιο μίσθωμα 84.000€. Όσον αφορά το υπό στοιχ.ΜΚ2 κατάστημα με μισθωτή την εταιρία "... ΕΠΕ", η αποχώρηση της δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το έτος 2010, αφού η λύση της μεταξύ αυτής της ενάγουσας σύμβασης,, επήλθε στις 19/6/2009 και η εκμίσθωση αυτού στην εταιρία "..." καταρτίστηκε την 1/7/2009, δηλαδή πριν από την οικονομική κρίση και επιδείνωση, των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα. Επίσης, η ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία έχει μισθώσει στο μίσθιο Μέγαρο χώρο επιφανείας 25.000 τ.μ., στο οποίο στεγάζονται δεκάδες εμπορικά καταστήματα επώνυμων εμπορικών σημάτων, που προσελκύουν υψηλής εισοδηματικής τάξεως καταναλωτικό κοινό, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας η ενάγουσα συμμετέχει κατά ποσοστό 5,58%, συμφωνήθηκε με το από 5/8/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 3/12/2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ανάληψη εκ μέρους της τελευταίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2011 έως 31/12/2012, μέρους των λειτουργικών δαπανών της άνω μισθώτριας [2,5% επί του ετήσιου κύκλου εργασιών], υπό την προϋπόθεση ότι κατά το άνω διάστημα, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της θα είναι κατώτερος των 88.000.000€ και τα λειτουργικά προ φόρων κέρδη δεν θα υπερβαίνουν το ποσοστό 0,5% για το έτος 2011 και το ποσοστό 0,75% για το έτος 2012. Η ενάγουσα επικαλείται, επίσης, και προσκομίζει την από 27/3/2014 έκθεση εκτίμησης της εταιρίας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ" από την οποία προκύπτει ότι οι μειώσεις μισθωμάτων για επαγγελματικά ακίνητα, στην ... στο χρονικό διάστημα από 2010 έως 2013 κυμαίνεται από 9% -13%, και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2013 από 23% έως 35% , στην οδού Ερμού στο χρονικό διάστημα των ετών 2010-2013 από 27%-50% και στο χρονικό διάστημα των ετών 2007-2013 από 50% έως 73 %7 στην οδό Πανεπιστημίου στο χρονικό διάστημα των ετών 2010-2013 από 8% έως 11% και στο χρονικό διάστημα των ετών 2007-2013 από 33% έως 45% και στην οδό Σταδίου στο χρονικό διάστημα των ετών 2010-2013 από 0% έως 12% και στο χρονικό διάστημα των ετών 2007-2013 από 25% έως 48%, ενώ σύμφωνα με την από 24/3/2017 "... Μισθωτικών Αξιών Καταστημάτων στην περιοχή Συντάγματος", η σωρευτική μεταβολή των μισθωτικών αξιών στην περιοχή Συντάγματος - Σταδίου κυμαίνεται σε ποσοστό 65,8% για το χρονικό διάστημα των ετών 2008-2016, στην περιοχή Συντάγματος - Πανεπιστημίου για το ίδιο χρονικό διάστημα, σε ποσοστό 47,4% και στην περιοχή Συντάγματος - Βουκουρεστίου για το ίδιο διάστημα, σε ποσοστό 54,20%. Σημειώνεται ότι το εναγόμενο δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει κάποια Έκθεση - Εκτίμηση ως προς τις μισθωτικές τάσεις της περιοχής, όπου βρίσκεται το Μέγαρο. Περαιτέρω από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το εναγόμενο οικονομικές καταστάσεις των χρήσεων των ετών 2008 έως 2015 καθώς και τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από την ενάγουσα δημοσιευμένους Ισολογισμούς της υπό τον τίτλο "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΗΣ", προκύπτει ότι όλοι οι χώροι του Μεγάρου έχουν εκμισθωθεί, τα δε λειτουργικά έσοδα της από τις μισθώσεις αυτές ανέρχονται : 1] στο ποσό των 28.815.465,06€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2008 έως 31/12/2008, 2] 28.400.000€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2009 έως 31/12/2009, 3] στο ποσό των 26.492.317,56€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2010 έως 31/12/2010, 4] στο ποσό των 24.427.727,23€ για την οικονομική χρήση από 1/4/2011 έως 31/12/2011, 5] στο ποσό των 22.332,529,02€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2012 έως 31/12/2012 6] στο ποσό των 24.427.727,23€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2011 έως 31/12/2011, 7] στο ποσό των 22.332.529,02€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2012 έως 31/12/2012, 8] στο ποσό των 21.769.754,68€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2013 έως 13/12/2013, 9] στο ποσό των 22.933.715,24€ για την οικονομική χρήση από 1/1/2014 έως 31/12/2014 και 10] στο ποσό των 22.799.897,86€ για την οικονομική χρήση από 1/1/1015 έως 31/12/2015]. Ητοι η σωρευτική μεταβολή των εσόδων της ενάγουσας από μισθώματα των χώρων του μισθίου Μεγάρου, μεταξύ των ετών 2009 [δηλαδή πριν πλήξει και την Ελλάδα η παγκόσμια οικονομική κρίση] έως και την άσκηση και συζήτηση της αγωγής, στις 13/12/2013 και την 1/4/2014, αντίστοιχα, [που αποτελούν κρίσιμους χρόνους, κατά τους οποίους κρίνεται το γεγενημένο του δικαιώματος της ενάγουσας περί διάπλασης της έννομης σχέσης μεταξύ αυτής και του εναγομένου ως προς το ύψος του καταβλητέου ετησίου μισθώματος [οικονομικού ανταλλάγματος] του ενδίκου μισθίου Μεγάρου κατ' άρθρο 288 ΑΚ], ανέρχεται στο ποσό των 6.630.145,32€ ή σε ποσοστό 23,67%.Πρέπει να σημειωθεί εδώ -στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το ως άνω μίσθιο δεν υπάρχουν ακίνητα του ίδιου μεγέθους και της ίδιας ή παρόμοιας χρήσεως, τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του Μεγάρου. Όσον αφορά τα επικαλούμενα από το εναγόμενο κτήρια στα οποία στεγάζονται τα καταστήματα ... [περιοχή Συντάγματος], "..." [περιοχή ...] και το πολυκατάστημα "..." [περιοχή Αμαρουσίου], δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, καθόσον ανεξάρτητα από ίο γεγονός ότι δεν είναι της ίδιας επιφανείας με το μίσθιο Μέγαρο, όσον αφορά τα δύο πρώτα, ενώ το τρίτο βρίσκεται εκτός της ευρύτερης περιοχής του Μεγάρου, δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύεται το καταβαλλόμενο μίσθωμα για τα εν λόγω μίσθια. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, καθώς και ότι α) το ένδικο μίσθιο βρίσκεται στο πλέον κεντρικό σημείο της Πόλεως των Αθηνών [λίγα μέτρα από την πλατεία Συντάγματος], με ανέσεις ενός σύγχρονου κτιρίου μετά την ανάπλαση, ανακατασκευή και ανακαίνιση αυτού, με δαπάνες της ενάγουσας μισθώτριας και εύκολη πρόσβαση σ'αυτό, το γεγονός ότι οι διάδικοι συμφώνησαν με το από 23/5/2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, την μείωση του συνομολογημένου μηνιαίου μισθώματος [οικονομικού ανταλλάγματος] για το χρονικό διάστημα από 1/7/2011 έως 31/12/2013, κατά ποσοστό 20%, ότι η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. έχει τεθεί τόσο υπέρ του εκμισθωτή όσο και υπέρ του μισθωτή, κρίνει ότι ανάμεσα στο δυνάμενο να επιτευχθεί συμβατικά μίσθωμα ("ελεύθερο") για το ένδικο μίσθιο και συμφωνημένο και καταβλητέο από 1/1/2014 μηνιαίο μίσθωμα [οικονομικό αντάλλαγμα], όπως αυτό έχει συμφωνηθεί δυνάμει του από 12/11/2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε συνδυασμό με το από 23/5/2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2014 έως 28/2/2014 στο ποσό των 9.522.523,84€ ετησίως και στο ποσό των 793.543,65€ μηνιαίως, υπάρχει σημαντική διαφορά και ότι επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου Μεγάρου, μετά τη σύναψη [20/4/2000] και λειτουργία της μίσθωσης, ώστε να επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αναπροσαρμοσθεί το οφειλόμενο μίσθωμα, στο επίπεδο, που αίρει τη δυσαναλογία, προκειμένου η παροχή της μισθώτριας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης, ώστε να επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών. Σταθμίζοντας δε όλα τα προαναφερόμενα και το σύνολο των συνθηκών που σχετίζονται με τη μίσθωση, όπως το κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης, τις αναληφθείσες υποχρεώσεις των μερών και την ουσιώδη μη παροδική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, χωρίς να παραβλέπεται η ανάγκη εκπλήρωσης της σύμβασης και η βεβαιότητα και ασφάλεια των συναλλαγών, τα ετήσια έσοδα της ενάγουσας από τις μισθώσεις των χώρων του μισθίου Μεγάρου και την μείωση της μισθωτικής αξίας αυτού, πρέπει κατά την κρίση του δικαστηρίου το μίσθωμα του ενδίκου καταστήματος πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να μειωθεί κατά ποσοστό 20% επί του ως άνω συμφωνηθέντος και καταβλητέου από 1/1/2014, μισθώματος των 793.543,65€ το μήνα και να καθοριστεί στο ποσό των 634.834,92 ευρώ, [πλέον ΦΠΑ], το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις διαμορφωθείσες ήδη συνθήκες, αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Η εμμονή, επομένως, του εναγομένου για την πληρωμή του συμφωνημένου μισθώματος αντίκειται στην απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, από την κατάρτιση της μίσθωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής και την συζήτηση της [1/4/2014] επήλθε σημαντική και μόνιμη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας που επηρέασε δυσμενώς την επιχείρηση της ενάγουσας και επέφερε, μεταξύ άλλων, μείωση της μισθωτικής αξίας του ένδικου μισθίου και σημαντική διαφορά μεταξύ του "ελεύθερου" και συμβατικού μισθώματος που συνιστά τη ζημιά της ενάγουσας μισθώτριας ανά μήνα και υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε με τη σύμβαση. Το γεγονός ότι η αιτούμενη μείωση θα προκαλέσει μείωση των προυπολογισθέντων εσόδων του εναγομένου [Μ.Τ.Σ], με αντίστοιχη ζημία των μερισματούχων μελών του, των οποίων θα μειωθούν έτι περαιτέρω οι καταβαλλόμενες σ' αυτά παροχές, δεν μπορεί να αναιρέσει το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει την δικαστική μείωση του καταβαλλομένου μισθώματος [οικονομικού ανταλλάγματος]. Το αναπροσαρμοσμένο αυτό μίσθωμα, πρέπει να ισχύσει από 1/1/2014 έως 31/12/2015, κατά το αγωγικό αίτημα. Μετά αυτά, παρέλκει η ουσιαστική έρευνα του όλως επικουρικού αγωγικού αιτήματος να αναπροσαρμοστεί [αυξηθεί] το ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα [μίσθωμα] του μισθωτικού έτους από 1/3/2016 έως 28/2/2017 [ήτοι του συνομολογημένου και καταβλητέου ετησίου οικονομικού ανταλλάγματος του προηγουμένου έτους από 1/3/2015 έως 28/2/2016, προσαυξημένου κατά 156,44%] κατά ποσοστό 4%, καθόσον μετά την ως άνω γενομένη κατά τα ανωτέρω αναπροσαρμογή [μείωση] του μηνιαίου μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 1/1/2014 έως 31/12/2015, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασης, καταλύεται και παύει πλέον να ισχύει για το μέλλον, ο όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης. Σημειώνεται ότι μετά την κατάργηση του ως άνω όρου στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει για το μέλλον η νόμιμη κατ' άρθρο 7 παρ. 3 του πδ./τος 34/1995 αναπροσαρμογή, καθόσον η ένδικη μίσθωση ως αφορώσα ακίνητο, το οποίο έχει χαρακτηριστεί "Διατηρητέο" εξαιρείται της προστασίας του άνω νόμου." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αναπροσαρμογής με μείωση του μισθώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, διότι το πραγματικό της πληρούται με τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και η οποία, ως γενική ρήτρα, εφαρμόζεται σε όλο το ιδιωτικό δίκαιο και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, συμβατικές ή εκ του νόμου, αλλά και στο δικονομικό και διοικητικό δίκαιο, ενώ επίσης, ως αναγκαστικού δικαίου διάταξη εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ουσίας σε κάθε ενοχική σχέση, όπως και στην ένδικη μίσθωση προσοδοφόρου ακινήτου του άρθρου 638 ΑΚ, στην οποία αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί μίσθωσης πράγματος του άρθρου 574 επ. ΑΚ, οι οποίες επίσης αναλογικά εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο ΠΔ 34/1995. Η επίδικη μίσθωση του Μεγάρου ως διατηρητέου κτιρίου εξαιρείται από την προστασία του ΠΔ 34/1995 (άρθρο 4 περ.Θ αυτού) και συνεπώς διέπεται από τον ΑΚ και τις ειδικές συμφωνίες των συμβαλλομένων μερών, ενώ ως μίσθωση ακινήτου ιδιοκτησίας ΝΠΔΔ διέπεται και από το ΠΔ 715/1979 και εμπίπτει στις εμπορικές μισθώσεις, στις οποίες εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ΑΚ, όπως η 288 ΑΚ, η οποία μάλιστα, ως αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατισχύει του ΠΔ 715/1979 (ΑΠ 762/2015).
Περαιτέρω το Εφετείο με την απόφασή του περί αναπροσαρμογής του μισθώματος - οικονομικού ανταλλάγματος, με μείωση αυτού, κατ'εφαρμογή της 288 ΑΚ, για τη διετία 2014-2015, ορθά δέχεται ότι η συμβατική ρήτρα περί σταδιακής αναπροσαρμογής στο μέλλον, ποσοστού 4% για τα μισθωτικά έτη από 1-3-2016 έως 28-2-2017 καταλύεται και ότι είναι πλέον απρόσφορη να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος μετά την ανωτέρω αναπροσαρμογή του με δικαστική απόφαση. Επίσης, το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ρητά απέκλεισε την εφαρμογή του ΠΔ 34/1995 λόγω της φύσης του επίδικου μισθίου Μεγάρου ως διατηρητέο κτίριο και συνεπώς, αλυσιτελώς το αναιρεσείον - προσθέτον λόγους αναίρεσης αιτιάται για δήθεν εφαρμογή του ΠΔ 34/1995, στην ένδικη υπόθεση, στην οποία το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του ΑΚ, που αναλογικά εφαρμόζονται και σε εμπορικές μισθώσεις στο μέτρο που δεν αντιβαίνουν στο ανωτέρω ΠΔ 34/1995 (βλ. σελ. 10β της προσβαλλόμενης, όπου το Εφετείο χαρακτηρίζει τη σύμβαση ως προεχόντως σύμβαση μισθώσεως ακινήτου και μάλιστα εμπορική και σελ. 17β και 23° για τις εφαρμοστέες διατάξεις, μόνον του ΑΚ και όχι και το άρθρο 7 παρ.3 του ΠΔ 34/1995 περί νόμιμης αναπροσαρμογής). Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον επικουρικό 4° κύριο λόγο κατά τα Α και Β' σκέλη αυτού και με τον επικουρικό 7° πρόσθετο λόγο κατά το Γ' και Δ' σκέλος αυτού, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων με αντιφατική αιτιολογία, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 150/2015, ΑΠ131/2015, ΑΠ1341/2014) Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1004/2015). Με τον 2° πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Γ' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά (άρθρο 240 ΚΠολΔ) και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τους οποίους υποστήριζε ότι η επίδικη σύμβαση αποδίδει στο αναιρεσείον ΜΤΣ την εποπτεία και τον έλεγχο της διαχείρισης του Μεγάρου και την δυνατότητα αντικατάστασης του προσωπικού, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και στον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τους ανωτέρω ισχυρισμούς και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα με την παραδοχή ότι η εκμετάλλευση και η διαχείριση του Μεγάρου ανήκει στην αναιρεσίβλητη, η οποία επιβαρύνθηκε με τις δαπάνες λειτουργίας αυτού. Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, (ΑΠολ. 17/1995, ΑΠ 831/2013, πρβλ. επίσης ΑΠ 1484/2014, ΑΠ 901/2013).
Με τον 2° πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Δ'κύριο σκέλος αυτού το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, που αυτό είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι η αναιρεσίβλητη για 15 έτη αποδεχόταν τη σύμβαση ως σύμβαση διαχείρισης και ότι συνεπώς η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική.
Επίσης, με τον συναφή 2° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το Δ' επικουρικό σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο, με το να μην εφαρμόσει την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το Εφετείο κρίνοντας την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης μισθώτριας ως νόμιμη αντιμετώπισε εκ του πράγματος την ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτής, την οποία απέρριψε στην ουσία της και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, εφόσον η απόρριψη ισχυρισμού αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 225/2015). Εξάλλου, η άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης περί αναπροσαρμογής του μισθώματος- οικονομικού ανταλλάγματος, σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, η παραίτηση από την προστασία της οποίας εκ των προτέρων δεν είναι δυνατή (ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 989/2012, ΑΠ 73/2008) αποτελούσε νόμιμο δικαίωμά της και συνεπώς, δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Με τον 3° πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αναφορικά με την ρήτρα της ετήσιας αναπροσαρμογής, διότι αν και διαπίστωσε ασάφεια και αμφιβολία ως προς την συμφωνία του ετησίως αποδοτέου εσόδου δεν προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος των συμβαλλομένων και κατέληξε στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό αυτής ως δήθεν συμφωνία ετήσιας αναπροσαρμογής ποσοστού 156,44% επί του αποδοτέου εσόδου από 1-3-2016, ενώ πρόκειται για αυτοτελή συμφωνία εγγυημένου εσόδου με βάση την οποία η σύμβαση διαιρέθηκε σε δύο διαχειριστικές περιόδους και ειδικότερα, η πρώτη περίοδος από το έτος 2000 έως στις 29-2-2016 και η δεύτερη περίοδος έκτοτε (1-3-2016) μέχρι τη λήξη της σύμβασης, στις 28-2-2027, σύμφωνα με την οποία το ετήσιο αποδοτέο έσοδο συμφωνήθηκε σε 26412325,75 ευρώ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος κατ'αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, διότι ο χαρακτηρισμός της ρήτρας αναπροσαρμογής ως "αυτοτελής συμφωνία εγγυημένου εσόδου" και μάλιστα ανεπίδεκτης αναπροσαρμογής, προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των από 1-4-2014 πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος (βλ.σελίδες 44, 46, 47, 56, 62 και 63 αυτών) και των από 3-4-2017 κατ'έφεση προτάσεών του (βλ. σελ. 10, 27, 28, 29, 35, 40 και 41 αυτών) το αναιρεσείον ρητά αναφέρεται σε ρήτρα-όρο ετήσιας αναπροσαρμογής. Εκτός τούτων επίσης, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ το αναιρεσείον πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς τον χαρακτηρισμό της ρήτρας αναπροσαρμογής. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα κάποια αμφιβολία ως προς τη νομική φύση της ρήτρας ετήσιας αναπροσαρμογής, ώστε να έχει υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη προσδιόριζαν το ποσοστό της σε 156,44% επί του ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος - μισθώματος κατά τα συμφωνημένα.
Με τον 4° πρόσθετο λόγο κατά το Α' σκέλος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 288ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο πραγματικό της η συμφωνία περί καταβολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ελάχιστου ετήσιου προσόδου από τη διαχείριση και εκμετάλλευση του Μεγάρου ,που ήταν εγγυημένο έσοδο και όχι μίσθωμα.
Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής ως άνω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την νομική φύση της συμφωνίας περί του ετήσιου προσόδου. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι πέραν των όσων έχουν εκτεθεί για την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 288ΑΚ προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του δέχθηκε ανελέγκτως ότι η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση μίσθωσης και μάλιστα εμπορική , στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ και συνεπώς και η ανωτέρω διάταξη 288 ΑΚ για την αναπροσαρμογή του ελάχιστου ετήσιου προσόδου - μισθώματος, η οποία ως αναγκαστικού δικαίου εφαρμόζεται σε κάθε ενοχική σχέση και επομένως και στην ένδικη υπόθεση που αφορά μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος.
Με τον 4° πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β'σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ ως προς τη διαμόρφωση του ελεύθερου δυνάμενου να επιτευχθεί μισθώματος, που ήταν το κρίσιμο ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, διότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει τα συγκρίσιμα με το επίδικο Μέγαρο στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η μείωση της μισθωτικής του αξίας, ούτε προβαίνει στη σύγκριση του καταβαλλόμενου μισθώματος με το δυνάμενο να επιτευχθεί υπό τις οικονομικές συνθήκες, που επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, ότι εσφαλμένα αρκείται σε γενικόλογη περιγραφή της κατάστασης της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, χωρίς επίσης να αιτιολογεί την αποχώρηση και την αιτία λύσης των επτά συμβάσεων μίσθωσης του Μεγάρου που δέχεται ότι λύθηκαν, ούτε ποια ήταν η μείωση των εσόδων του από τις ανωτέρω αποχωρήσεις των μισθίων χώρων αυτού.
Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ελευθέρου μισθώματος ερμήνευσε ορθά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που αλληλοσυμπληρώνονται και δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο αναφέρθηκε αναλυτικά στην οικονομική κρίση που έπληξε γενικά την χώρα μας και ειδικότερα την πτώση της μισθωτικής αξίας του μισθίου Μεγάρου σε σύγκριση με άλλα όμορα ακίνητα, με την ρητή επισήμανση ότι στην ευρύτερη περιοχή δεν υπάρχουν ακίνητα του ιδίου μεγέθους. Επίσης αναλύει τις υποχρεώσεις της μισθώτριας από τη σύμβαση, με την αξιοποίηση του Μεγάρου με αποκλειστική χρηματοδότηση της μισθώτριας αναιρεσίβλητης και τα έσοδά της από τις εκ μέρους αυτής μισθώσεις των χώρων του Μεγάρου, κατά τα συμφωνημένα, για τις οικονομικές χρήσεις 2008 έως 2015, τη σωρευτική μεταβολή των εσόδων της με μείωση αυτών κατά τα έτη 2009 (πριν την κρίση), έως την άσκηση της αγωγής σε ποσοστό σωρευτικής μείωσης 23,67% (με μαθηματικό υπολογισμό), την πρόωρη αποχώρηση μισθωτών και τη σύναψη νέων μισθώσεων αντίστοιχα, με μειωμένα όμως μισθώματα και αντίστοιχα την απώλεια εσόδων από την ανωτέρω αιτία. Επομένως ο 4ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το Β σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011, ΑΠ 858/2011).
Με τον 5° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το Α' κύριο σκέλος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί κατά λέξη, ότι "μετά την αναπροσαρμογή του οικονομικού ανταλλάγματος- μισθώματος του Μεγάρου για το διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2015 με την (δικαστική) ως άνω απόφασή του λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασής του καταλύεται για το μέλλον ο όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος", αν και η διάρκεια της σύμβασης δεν αποτελούσε αίτημα της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Επίσης κατά το Α' επικουρικό σκέλος του ίδιου 5ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι με την ανωτέρω παραδοχή του αναφορικά με τη διάρκεια της σύμβασης ,το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Τέλος, με το συναφές Β'σκέλος του 5ου πρόσθετου λόγο το αναιρεσείον αποδίδει και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη διάρκεια της σύμβασης με το να δεχθεί ότι παρατάθηκε μέχρι τις 28-2-2052, εφόσον με βάση την προκήρυξη της διακήρυξης του διαγωνισμού και το άρθρο 4 της από 20-4-2000 αρχικής σύμβασης η διάρκεια αυτής είναι 25 έτη και μπορεί να παραταθεί μόνο με κοινή συμφωνία.
Ο λόγος αυτός κατά το Α' κύριο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να αποφανθεί, ότι μετά την δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος για τη διετία 2014-2015 καταλύεται για το μέλλον η ρήτρα περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, απάντησε στο 4° όλως επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής, με το οποίο η ενάγουσα αναιρεσίβλητη ζητούσε να μειωθεί το ετήσιο μίσθωμα για τα επόμενα μισθωτικά έτη 2016-2017 κατά ποσοστό 4% και συνεπώς όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα, που δεν προτάθηκε . Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ, αλλά ούτε και η 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, διότι η αιτίαση του αναιρεσείοντος αφορά σφάλμα που εντοπίζεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο διατακτικό της. Εξάλλου και η αιτίαση για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη διάρκεια της σύμβασης είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι πλήττει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, το οποίο στη σελίδα 8α της απόφασής του, χωρίς να διαπιστώσει κενό ή αμφιβολία ως προς τους όρους της αρχικής σύμβασης και του τροποποιητικού συμφωνητικού αυτής με ημερομηνία 12-3-2003 και αξιολογώντας τους ισχυρισμούς των διαδίκων δέχτηκε, κατά λέξη ότι "η σύμβαση παρατάθηκε κατόπιν άσκησης του συμβατικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης περί μονομερούς παράτασης αυτής με την από 2008/3116/3- 9-2008 δήλωση της αναιρεσίβλητης που προβλεπόταν από την αρχική σύμβαση". Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 της σύμβασης, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προβλέπεται ρητά επίσης η παράταση της διάρκειας αυτής και κατ'ακριβή αντιγραφή ορίζεται ..."και σε άλλη περίπτωση που στην παρούσα σύμβαση προβλέπεται"... με την επισήμανση ότι με το άρθρο 4 του από 12-3-2003 ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού αυτής προβλέφθηκε επίσης ρητά η μονομερής κατά τα ανωτέρω παράταση της διάρκειας της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, διότι το Εφετείο με την απόφαση του επέλυσε το ζήτημα για την αναπροσαρμογή του μισθώματος για τη διετία 2014-2015 και αποφάνθηκε μόνο για την κατάλυση στο μέλλον της ρήτρας σταδιακής αναπροσαρμογής για το διάστημα από 1-3-2016 έως 28-2- 2017,που αποτελούσε το 4° επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής (βλ. σελ. 4β της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ η αναφορά στη σελίδα 8α αυτής για τη διάρκεια της σύμβασης, έως το έτος 2052, αναφέρεται, όπως ορθά εκτιμάται, εντελώς διηγηματικά, χωρίς να επιδρά στο διατακτικό της απόφασής του και στο αμφισβητούμενο ζήτημα ,το οποίο επέλυσε με το διατακτικό του, που αφορά συγκεκριμμένο χρονικό διάστημα κατά τα προεκτεθέντα, δηλαδή τη διετία 2014-2015. Επομένως, κατόπιν αυτών ο 5ος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008).Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 371/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ'ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την καθ'ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην κατά λειτουργία αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ'ύλην (ΑΠ Ολ 30/1995, ΑΠ 1677/2017, ΑΠ 1095/2013, ΑΠ 256/2011). Με τον 6° πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος αυτού το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο) με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να διακρατήσει και να ερευνήσει κατ'ουσίαν την υπόθεση (μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε διατάξει την παραπομπή της υπόθεσης στο καθ'ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 47 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν.4335/2015 και απαγορεύει την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά απόφασης για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο ανώτερο Δικαστήριο, ενώ το Εφετείο όφειλε να παραπέμψει κατ'αρ 535 παρ.2 ΚΠολΔ την υπόθεση στο αρμόδιο καθ'ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο.
Επίσης με το συναφές επικουρικό σκέλος του ίδιου 6ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο με το να μην παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ'ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο ,αν και δεν ήταν αρμόδιο καθ'ύλην να δικάσει την υπόθεση και με το να διακρατήσει και να δικάσει την αγωγή παραβίασε και τη δικονομική διάταξη του άρθρου 535 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ και έτσι υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο μετά από σύντομη νομική ανάλυση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 16 εδ. 1,513 παρ.1 περ.α, 535 ΚΠολΔ (βλ.σελ. 5α και β της προσβαλλόμενης απόφασης) και αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η νομική φύση της ένδικης σύμβασης είναι προεχόντως σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου ακινήτου και μάλιστα εμπορική, δέχτηκε για το ζήτημα της υλικής αρμοδιότητας τα ακόλουθα: "Συνεπώς αρμόδιο καθ'ύλην για την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης ήταν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ΝΠΔΔ, είναι, προεχόντως, μίσθωση ακινήτου και μάλιστα εμπορική (προορισμένου για εκμίσθωση των χώρων του, του οποίου τη διαχείριση και εκμετάλλευση παραχώρησε το εναγόμενη στην ενάγουσα, έναντι ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος]. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ'ύλη και παρέπεμψε την ένδικη διαφορά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να την δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο έφεσης της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας, παρελκούσας της ουσιαστικής και νομικής έρευνας του δευτέρου λόγου εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στην συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί η υπό κρίση αγωγή [άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ], σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψης αυτής της απόφασης ως προς το ορισμένο του δικογράφου αυτής και ως προς την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα"...Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο με την παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 47 και 535 παρ.2 ΚΠολΔ. Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο, όταν δίκασε την ένδικη έφεση της αναιρεσίβλητης ήταν καθ'ύλην αρμόδιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 ΚΠολΔ και συνεπώς, κατ'αρχήν, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ, εφόσον η αιτίαση αφορά την καθ'ύλη αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα από αυτά όμως, το Εφετείο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 533 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την εκδίκαση της έφεσης εφάρμοσε το νόμο που ίσχυε ,όταν δημοσιεύτηκε, στις 13-7-2015, η εκκαλουμένη υπ'αρ. 1286/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 47 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε πριν την τροποποίησή της από το Ν.4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016. Εξάλλου, σύμφωνα με το εδάφιο α ' της διάταξης αυτής, όπως ίσχυε στις 13-7-2015, ορίζεται ότι ..."η απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου...". Στην ένδικη υπόθεση όμως, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο ήταν το αρμόδιο καθ'ύλην για να δικάσει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και ακολούθως, δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον σχετικό 1° λόγο της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ'ουσίαν την αγωγή, όπως ορίζει ο νόμος με την ανωτέρω διάταξη. Επομένως, το εφετείο δεν παραβίασε παρά το νόμο το δικονομικό απαράδεκτο και συνακόλουθα, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ούτε όμως εκείνη εκ του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ, που, σημειωτέον, προβάλλεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι η υλική αρμοδιότητα αφορά τη δημόσια τάξη και εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ, καθόσον η προβαλλόμενη με αυτήν αιτίαση αφορά,κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που αν και ήταν αρμόδιο καθ'ύλην παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και δεν αφορά την υλική αρμοδιότητα του Εφετείου, το οποίο επιλαμβανόμενο της έφεσης ,η οποία υπάγεται κατ'αρ. 19 παρ.1 ΚΠολΔ, στην καθ'ύλην αρμοδιότητα αυτού, ορθά, μετά την ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δίκασε κατ'αρ.535 παρ.1 ΚΠολΔ την υπόθεση κατ'ουσίαν και ορθά δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 535 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει για την εφαρμογή της να είναι αναρμόδιο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περίπτωση που δεν ισχύει στην ένδικη υπόθεση, στην οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν το αρμόδιο καθ'ύλην. Επομένως, ο 6ος πρόσθετος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 7° επικουρικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων σταδιακή αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος σε ποσοστό 4%. Ο λόγος αυτός πρέπει κατ'αρχήν να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται, όπως θα έπρεπε κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό περί δικαστικής ομολογίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουσίας και επανέφερε τούτον και ενώπιον του Εφετείου παραδεκτά με τις προτάσεις του κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ(ΑΠ 1517/2013) .Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να απορριφθεί και κατ'ουσίαν, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό 4% για το χρονικό διάστημα από 1-3-2016 έως 28-2-2017,που συνιστούσε το 4° όλως επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης και αποτελούσε αντικείμενο απόδειξης και υπό την έννοια αυτή κατ'αρχήν δεν συνάγεται δικαστική ομολογία. Εξάλλου, το εφετείο, υιοθετώντας την πάγια θέση της νομολογίας, ότι μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, παύει να ισχύει για το μέλλον ο συμβατικός καθορισμός από τους διαδίκους ,έκρινε ότι παρέλκει πλέον η έρευνα του ανωτέρω επικουρικού αιτήματος.
Συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ,όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ούτε βέβαια κατά τα ως άνω προεκτεθέντα επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, με το να μην επιδικάσει τη συμφωνηθείσα σταδιακή αναπροσαρμογή .ποσοστού 4%, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον, με τον 7° επικουρικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, το οποίο πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κύριος ή πρόσθετος, για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολο τους, όπως και η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, κατά τα προεκτεθέντα. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση, διότι το αναιρεσείον ως ΝΠΔΔ δεν έχει καταθέσει παράβολο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 28 παρ.4 του Ν.2579/1998) Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον - προσθέτον λόγους αναίρεσης, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένα όμως κατ'αρ. 22 του Ν.3693/1957 λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 15-2-2018 (αρ.κατ.ΠΠ4/2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος - προσθέτοντος λόγους αναίρεσης 1) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, 2) του Σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνιος Ομοσπονδία Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας (Π.Ο.Α.Σ.Α) και 3) του Ε. Χ. του Κ., ατομικά ως μερισματούχος του αναιρεσείοντος και ως Πρόεδρος του δεύτερου προσθέτως παρεμβαίνοντος.
Καταδικάζει τους 2° και 3° προσθέτους παρεμβαίνοντες στα δικαστικά έξοδα της καθής η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ και το 1° προσθέτως παρεμβαίνον ΝΠΔΔ στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της καθής η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 11-7-2017 (αρ.κατ. 457/2017) αίτηση αναίρεσης και τους από 19-3-2018 (αρ.κατ. 31/2018) πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ'αρ. 2376/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών). ΚΑΙ
Καταδικάζει το αναιρεσείον - προσθέτον λόγους αναίρεσης στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή