Αριθμός 1138/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.
και 810.
.
Οι υπό στοιχ. 1, 12, 13, 14, 20, 23, 47, 54, 59, 60, 67, 85, 112, 116, 117, 124, 125, 126, 137, 192, 198, 201, 203, 211, 214, 221Α, 221Β, 225, 237, 242, 253, 256, 273, 274, 275, 288, 294, 314, 315, 318, 321, 325, 327, 328, 334, 341, 346, 348, 354, 355Β, 355Γ, 358Α, 358Β, 358Γ, 364, 367, 380, 386, 411, 416, 441, 444, 445, 446, 447, 449, 450, 451, 452, 453, 454, 455, 456, 457, 458, 460, 462, 463, 464, 465, 467, 468, 471, 472, 479, 482, 483, 485, 487, 488, 489, 490, 491, 492, 494, 496, 497, 498, 499, 500, 501, 502, 504, 508, 509, 512, 514, 516, 518, 519, 520, 562, 563, 599, 617, 618, 635, 636, 642, 647, 648, 649, 683, 700, 716Α, 716Β, 716Γ, 717, 747, 748, 750Α, 750Β, 752Α, 752Β, 753Α, 753Β, 753Γ, 754, 755, 756Α, 756Β, 757Β, 758, 759, 760Α, 760Β, 760Γ, 763, 764, 765, 766Α, 766Β, 771Α, 771Β, 791, 792, 793, 795 και 810 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Π., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
Α. Οι υπό στοιχ. 2, 15, 21, 55, 96, 99-107-128-366-(πρόκειται για το ίδιο προσωπο), 205, 209, 210, 243-616-(πρόκειται για το ίδιο προσωπο), 276, 319, 323, 324-466-(πρόκειται για το ίδιο προσωπο), 353, 433, 440, 493, 506, 507, 510, 511, 616 και 794 των αναιρεσιβλήτων έχουν αποβιώσει πριν από τη διεξαγωγή της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, άρα και προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως του αναιρεσείοντος, οι θάνατοί τους είχαν γνωστοποιηθεί στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και επήλθε η βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και οι καθολικοί, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κατά περίπτωση, κληρονόμοι τους, παρέστησαν, νομιμοποιήθηκαν και δήλωσαν ότι συνεχίζουν αυτοί τη δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, άρα η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος, που αναφέρει και πάλι ως καθ' ων τους ως άνω αποβιώσαντες, στους ως άνω αύξοντες αριθμούς εκ των καθ' ων αυτή απευθύνεται, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς άπαντες τους ως άνω καθ' ων, ως στρεφόμενη κατά προσώπων ανυπάρκτων, άλλως και όλως επικουρικώς θα πρέπει να καταστούν διάδικοι στην παρούσα δίκη οι καθολικοί, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, κατά περίπτωση, οι ήδη παρασταθέντες και νομιμοποιηθέντες στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη, οι οποίοι και παρίστανται στην παρούσα δίκη εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο διά των προσκομιζομένων και επικαλουμένων με τις προτάσεις συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων εγγράφων που τους αφορούν. Ειδικότερα παρίστανται:
1) Για τη με αύξοντα αριθμό 2 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ε. χήρα (και όχι τέκνο που εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) Α. Π., που έχει αποβιώσει ήδη από την 03-02-2011, η μοναδική νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και αδελφή της Α. χήρα Γ. Κ., το γένος Α. και Κ. Κ..
2) Για τον με αύξοντα αριθμό 15 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Χ. Α. του Ι., που έχει αποβιώσει ήδη από την 16-11-2015, ο μοναδικός νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του και υιός του Ι. Α. του Χ..
3) Για τον με αύξοντα αριθμό 21 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Δ. Μ. του Γ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 23-05-2014, η μοναδική νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του και θυγατέρα του Α. - Μ. Μ. του Δ. και Ε..
4) Για τον με αύξοντα αριθμό 55 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ι. Π. του Κ. και Π., που έχει αποβιώσει ήδη από την 25-05-2008, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Β. χήρα Ι. Π., το γένος Α. Β. και τα τέκνα του, ήτοι η Π. Π. του Ι. και Β. και η Κ. Π. του Ι. και Β..
5) Για τον με αύξοντα αριθμό 96 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Α. Μ. του Π. και Α., που έχει αποβιώσει ήδη από την 27-02-2009, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Π. χήρα Α. Μ., το γένος Ν. Μ. και τα τέκνα του, ήτοι η Α. Μ. του Α. και ο Ι. Μ. του Α..
6) Για τον με αύξοντες αριθμούς 99, 107, 128 και 366 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ε. Μ. του Κ. και Κ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 02-01-2007, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι το τέκνο του Κ. Μ. του Ε. και Γ. Γ., καθώς και η σύζυγος και τα τέκνα του μεταποβιώσαντα, την 20-08-2018, έτερου τέκνου του ως άνω αρχικού αποβιώσαντα, Β. Μ. του Ε. και Γ. Γ., ήτοι η σύζυγός του Χ. χήρα Β. Μ. και τα ανήλικα τέκνα του Μ. Μ. του Β. και Χ. και Ι. Μ. του Β. και Χ., τα οποία παρίστανται διά της ως άνω μητρός τους, ως μόνης ασκούσας τη γονική τους μέριμνα.
7) Για τον με αύξοντα αριθμό 205 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Χ. Λ. του Ι. και Α., που έχει αποβιώσει ήδη από την 24-04-2009, ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και τέκνο του Ι. Λ. του Χ. και Π. (δεδομένου ότι μεταπεβίωσε, την 02-03-2017, και η σύζυγος του ως άνω αρχικά αποβιώσαντα Π. χήρα Χ. Λ., το γένος Α. και Β. Κ.).
8) Για τον με αύξοντα αριθμό 209 εκ των εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Κ. Σ. του Η., που έχει αποβιώσει ήδη από την 07-02-2013, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και δη η σύζυγός του Π. χήρα Κ. Σ., το γένος Α. και Λ. Μ. και τα τέκνα του, ήτοι, η Ε. Σ. του Κ. και Π., σύζυγος Α. Κ., ο Η. Σ. του Κ. και Π. και ο Α. Σ. του Κ. και Π..
9) Για τον με αύξοντα αριθμό 210 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Α. Α. του Γ. και Μ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 02-03-2007, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Ε. χήρα Α. Α., το γένος Ε. Μ. και τα τέκνα του, ήτοι η Ε. Α. του Α. και Ε., η Α. Α. του Α. και Ε. και Β. Α. του Α. και Ε..
10) Για τον με αύξοντες αριθμούς 243 και 616 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Α. (Σ.) Ρ. του Ν., που έχει αποβιώσει ήδη από την 06-09-2016, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Π. χήρα Α. Ρ., το γένος Χ. και Α. Κ. και τα τέκνα του, ήτοι η Ε. Ρ. του Α. και Π., η Α. Ρ. του Α. και Π., ο Ν. Ρ. του Α. και Π. και ο Χ. Ρ. του Α. και Π..
11) Για τη με αύξοντα αριθμό 276 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Α. χήρα Λ. Κ., το γένος Α. και Α. Τ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 27-08-2010, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι ο Α. Κ. του Λ. και Α., η Γ. Κ. του Λ. και Α., σύζυγος Γ. Τ., η Α. Κ. του Λ. και Α., σύζυγος Σ. Κ. και ο Δ. Κ. του Λ. και Α..
12) Για τη με αύξοντα αριθμό 319 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ι. χήρα (και όχι σύζυγος όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση) Α. Τ., το γένος Χ. Σ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 19-04-2014, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι η Β. Τ. του Α. και Ι. και Ε. Τ. του Α. και Ι..
13) Για τον με αύξοντα αριθμό 323 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Σ. Β. του Ι., που έχει αποβιώσει ήδη από την 13-08-2016, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Α. χήρα Σ. Β. και τα τέκνα του, ήτοι ο Ι. Β. του Σ. και Α. και Κ. Β. του Σ. και Α..
14) Για τον με αύξοντες αριθμούς 324 και 466 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Κ. Β. του Χ. και Ό., που έχει αποβιώσει ήδη από την 30-03-2007, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Α. χήρα Κ. Β., το γένος Α. και Α. Ψ. και τα τέκνα του, ήτοι η Ό. Β. του Κ. και Α. και η Ζ. Β. του Κ. και Α.. 15) Για τη με αύξοντα αριθμό 353 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ε. χήρα Σ. Κ., το γένος Χ. Σ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 17-05-2013, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι ο Κ. Κ. του Σ. και Ε., η Β. Κ. του Σ. και Ε. και η Χ. Κ. του Σ. και Ε..
16) Για τον με αύξοντα αριθμό 433 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Θ. Π. του Γ. και Ε., που έχει αποβιώσει ήδη από την 25-12-2009, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Α. χήρα Θ. Π., το γένος Ε. Λ. και τα τέκνα του, ήτοι η Ε. Π. του Θ. και Α. και ο Γ. Π. του Θ. και Α..
17) Για τον με αύξοντα αριθμό 440 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Δ. Π. του Κ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 17-08-2014, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η εν ζωή σύζυγός του Ε. χήρα Δ. Π., το γένος Α. και Β. Κ. και τα τέκνα του, ήτοι ο Κ. Π. του Δ. και Ε. και η Β. Π. του Δ. και Ε..
18) Για τον με αύξοντα αριθμό 493 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Δ. Σ. του Α. και Φ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 28-05-2010, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι το τέκνο του Ν. Σ. του Δ. και Χ. και τα εγγόνια του, τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου του Α. Σ. του Δ. και Χ., ήτοι ο εγγονός του Δ. Σ. του Α. και Α. και η εγγονή του Χ. Σ. του Α. και Α..
19) Για τη με αύξοντα αριθμό 506 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ε. χήρα Θ. Θ., το γένος Α. και Α. Π., που έχει αποβιώσει ήδη από την 23-11-2009, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι η Μ. χήρα Α. Ρ., το γένος Θ. και Ε. Θ. και η Α. σύζυγος Κ. Τ., το γένος Θ. και Ε. Θ..
20) Για τη με αύξοντα αριθμό 507 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Ε. χήρα Κ. Μ., το γένος Π. Β., που έχει αποβιώσει ήδη από την 27-01-2017, ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και υιός της Α. Μ. του Κ. και Ε..
21) Για τον με αύξοντα αριθμό 510 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Κ. Π. του Ι., που έχει αποβιώσει ήδη από την 27-12-2016, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Α. χήρα Κ. Π., και τα τέκνα του, ήτοι ο Ι. Π. του Κ. και Ε. και ο Π. Π. του Κ. και Α..
22) Για τον με αύξοντα αριθμό 511 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Γ. Π. του Κ. και Ε., που έχει αποβιώσει ήδη από την 30-11-2015, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι ο αμφιθαλής αδελφός του Ι. Π. του Κ. και Ε. και ο ετεροθαλής αδελφός του Π. Π. του Κ. και Α., αφού ο πατέρας του Κ. Π. του Ι., μεταπεβίωσε, την 27-12-2016.
23) Για τη με αύξοντα αριθμό 794 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση Λ. χήρα Γ. Γ., το γένος Τ. Κ., που έχει αποβιώσει ήδη από την 17-08-2010, ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και υιός της Μ. Γ. του Γ..
Β. Οι εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση με αύξοντες αριθμούς 66, 114, 279 και 552 (οι δύο τελευταίοι αριθμοί αφορούν τον αυτό καθ' ου), 379, 469, 470, 484, 751, 757Α και 718 απεβίωσαν άπαντες αφενός και αφετέρου μεταπεβίωσαν κληρονόμοι των προαποβιωσάντων εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση με αύξοντες αριθμούς 99 και 107 και 128 και 366 (πρόκειται για τον αυτό καθ' ου) και 205, συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της παρούσας δίκης ως προς όλους αυτούς και στη θέση τους υπεισέρχονται, οι κατωτέρω αναφερόμενοι, ως μοναδικοί νόμιμοι, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμοι τους, η ως ειδικοί διάδοχοί τους, κατά περίπτωση, οι οποίοι προσκομίζουν και επικαλούνται με τις προτάσεις τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, δηλώνουν ότι συνεχίζουν την παρούσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Ειδικότερα παρίστανται:
1) Για την Π. χήρα (και όχι σύζυγο που εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) Ε. Β., το γένος Ν. Λ. -αύξων αριθμός 66-, η οποία απεβίωσε, την 22-05-2019, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και τέκνο της Κ. Β. του Ε. και Π.. 2) Για την Α. χήρα (και όχι σύζυγο που εσφαλμένα αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος) Δ. Α. το γένος Α. Ψ. -αύξων αριθμός 114-, η οποία απεβίωσε την 20-08-2014, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, η εκ των νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της και θυγατέρα της Ε. Α. του Δ. και Α., χήρα Ε. Μ..
3) Για τον Ν. Ψ. του Δ. (και όχι του Δ. που εσφαλμένα αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος) -αύξοντες αριθμοί 279 και 552-, ο οποίος απεβίωσε, την 23-02-2017, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η εν ζωή σύζυγός του Γ. χήρα Δ. Ψ., το γένος Ν. και Α. Κ. και τα τέκνα του, ήτοι ο Π. Ψ. του Ν. και Γ. και ο Δ. Ψ. του Ν. και Γ.. 4) Για τον Α. Τ. του Χ. -αύξων αριθμός 379-, ο οποίος απεβίωσε, την 23-03-2019, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Ε. χήρα Α. Τ., το γένος Δ. Γ. και τα τέκνα του, ήτοι η Σ. Τ. του Α. και Χ. Τ. του Α.. 5) Για την Ε. σύζυγο Δ. Π., το γένος Ι. Κ. -αύξων αριθμός 469-, η οποία απεβίωσε, την 20-01-2019 και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι ο Γ. Π. του Δ. και Ε. και Ι. Π. του Δ. και Ε..
6) Για την Κ. Κ. χήρα Α. Α., το γένος Π. και Σ. Π. -αύξων αριθμός 470-, η οποία απεβίωσε, την 04-08-2018, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, οι μοναδικοί, νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι ο Χ. Α. του Α. και Κ. και Π. Α. του Α. και Κ..
7) Για την Ι. χήρα Α. Ψ., το γένος Ν. Λ. -αύξων αριθμός 484-, η οποία απεβίωσε, την 22-05-2018 και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, ο ειδικός διάδοχός της και τέκνο της Δ. Ψ. του Α. και Ι..
8) Για τον Γ. Ε. του Κ. -αύξων αριθμός 751-, ο οποίος απεβίωσε, την 12-08-2019 και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, ο εκ των νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και τέκνο του Ι. Ε. του Γ. και Ε..
9) Για τον Α. Ψ. του Ν. -αύξων αριθμός 757Α-, ο οποίος απεβίωσε, την 19-04-2019 και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, ο μοναδικός, νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και τέκνο του Ν. Ψ. του Α..
10) Για τον Β. Μ. του Ε. (αρχικό συγκληρονόμο του προαποβιώσαντος, την 02-01-2007 πατρός του Ε. Μ. του Κ. -αύξοντες αριθμοί 99, 107, 128 και 366), ο οποίος απεβίωσε, την 20-08-2018, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Χ. χήρα Β. Μ., το γένος Ι. και Γ. Μ. και τα ανήλικα τέκνα του, ήτοι ο Μ. Μ. του Β. και Χ. και ο Ι. Μ. του Β. και Χ., τη γονική μέριμνα των οποίων ασκεί η μητέρα τους - ως άνω Χ. χήρα Β. Μ., το γένος Ι. και Γ. Μ..
11) Για την Π. χήρα Χ. Λ., το γένος Α. και Β. Κ. (αρχική συγκληρονόμο του προαποβιώσαντος, την 24-04-2009 συζύγου της Χ. Λ. του Ι. -αύξων αριθμός 205), η οποία απεβίωσε, την 02-03-2017, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτήν, ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και τέκνο της Ι. Λ. του Χ. και Π..
12) Για τον Κ. Ζ. του Ι. και ’. -αύξων αριθμός 718-, ο οποίος απεβίωσε, την 24-02-2008, και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, οι μοναδικοί, νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Β. χήρα Κ. Ζ., το γένος Α. και Μ. Χ. και το τέκνο του Ι. Ζ. του Κ. και Β..
Γ. Για την υπό στοιχ. 355Α των αναιρεσιβλήτων Ό. χήρα Λ. Σ., το γένος Γ. Ζ., η οποία απεβίωσε, την 03-06-2020 και συνεπώς επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτή, οι μοναδικοί νόμιμοι, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και τέκνα της, ήτοι ο Χ. Σ. του Λ. και Ό. (355Β) και η Μ. Σ. του Λ. και Ό. (355Γ), δηλώνουν ότι συνεχίζουν την παρούσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Δ. Στους υπό στοιχ. 221 των αναιρεσιβλήτων αναφέρονται εσφαλμένα μόνο οι Α) Ε. Λ. του Α. και Β) Ν. Λ. του Α., κάτοικοι
, τέκνα και νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους Λ. Α. συζ. Α., το γένος Ν. Γ., χωρίς να αναφέρεται ο σύζυγος αυτής και εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της, Α. Λ. του Α., κάτοικος
, ο οποίος παρίσταται και εκπροσωπείται από τον ίδιο. Εξάλλου, με σχετικό σημείωμά του που προσκόμισε και κατέθεσε στον Γραμματέα, ο ως άνω δικηγόρος Θ. Π., δήλωσε:
1) Η εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση, με αύξοντες αριθμούς 116 και 618, Ε. Α. του Δ. και Α., η οποία παρίσταται και ως κληρονόμος της ήδη αποβιωσάσης μητρός της με αύξοντα αριθμό 114 εκ των καθ' ων, τυγχάνει πλέον χήρα Ε. Μ. και όχι σύζυγος, που αναφέρεται στις αρχικές του προτάσεις, στα στοιχεία 21 και 22 της 4ης σελίδας αυτών (ίδετε σχετικά τις συμπληρωματικές προτάσεις - κεφάλαιο
ΙΙ, στοιχείο Α αυτού, υποστοιχείο 2 του ως άνω στοιχείου - σελίδα 31 αυτών).
2) Διορθώνει στις αρχικές του προτάσεις το στοιχείο 2 του κεφαλαίου με τον λατινικό αριθμό VI αυτών - 1ος στίχος της 2ης παραγράφου της 102ης σελίδας αυτών και αντί του εκ προφανούς παραδρομής αναγραφέντος "...To υπ' αριθμόν
/
-09-2015 πληρεξούσιο..." τίθεται το ορθό "...To υπ' αριθμόν
/
-09-2016 πληρεξούσιο..." (ίδετε σχετικά τις συμπληρωματικές προτάσεις - κεφάλαιο
ΙΙ, στοιχείο Α αυτού, υποστοιχείο 3 του ως άνω στοιχείου - σελίδες 31 και 32 αυτών).
3) Στην υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρονται εσφαλμένα ορισμένα από τα στοιχεία ταυτότητας τινών εκ των εντολέων του και ειδικότερα:
α) Η 1η των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως σύζυγος Γ. ενώ στην πραγματικότητα είναι χήρα Γ..
β) Η ήδη αποβιώσασα 2η των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως τέκνο Α. ενώ στην πραγματικότητα ήταν χήρα Α. .
γ) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 66 εκ των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως σύζυγος, ενώ το ορθό είναι χήρα Ε. Β..
δ) Η με αύξοντα αριθμό 67 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Δ. Π. του Α., στον δε αύξοντα αριθμό 792 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Δ. Π. χήρα Δ., ενώ το απολύτως ορθό είναι Δ. Π. χήρα Δ., το γένος Α. Ρ..
ε) Ο με αύξοντα αριθμό 112 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., στον δε αύξοντα αριθμό 467 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., ενώ το ορθό είναι Γ., όπως άλλωστε προκύπτει από τον αύξοντα αριθμό 793 εκ των καθ' ων η αίτηση.
στ) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 114 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Δ. ενώ το ορθό είναι ότι ήταν χήρα Δ. .
ζ) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 124 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., στον δε αύξοντα αριθμό 464 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., ενώ το ορθό είναι Γ., όπως άλλωστε προκύπτει από τον αύξοντα αριθμό 794 εκ των καθ' ων η αίτηση.
η) Η με αύξοντα αριθμό 211 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Σ. Β. ενώ το ορθό είναι ότι τυγχάνει χήρα Σ. Β..
θ) Η με αύξοντα αριθμό 253 φέρεται ως σύζυγος ενώ το ορθό είναι χήρα Ι. Κ..
ι) Η με αύξοντα αριθμό 275 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Γ. ενώ το ορθό είναι χήρα Γ. Χ..
κ) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 276 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Λ. ενώ το ορθό είναι χήρα Λ. Κ..
λ) Ο ήδη αποβιώσας με αύξοντες αριθμούς 279 και 552 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται με το πατρώνυμο Δ. ενώ το ορθό είναι Δ..
μ) Η με αύξοντα αριθμό 288 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Ε. ενώ το ορθό είναι ότι αποτελεί τέκνο του Ε. Π..
ν) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 319 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως τέκνο Α. ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Τ..
ξ) Η με αύξοντα αριθμό 325 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως τέκνο Δ. ενώ το ορθό είναι σύζυγος Δ. Κ..
ο) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 507 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Κ. ενώ το ορθό είναι χήρα Κ. Μ..
π) Η με αύξοντα αριθμό 508 των καθ' ων φέρεται ως σύζυγος ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Τ..
ρ) Η με αύξοντα αριθμό 747 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Δ. ενώ το ορθό είναι χήρα Δ. Μ. (ίδετε σχετικά τις αρχικές προτάσεις - κεφάλαιο V
ΙΙ, - σελίδες 120 - 122 αυτών).
4) Το ορθό μικρό όνομα της 454ης καθ' ης η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος είναι Κ. Ψ. του Θ., όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό
/
-11-2020 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια - Σαρακιώτη, αντίγραφο του οποίου προσκομίζεται και επικαλείται με τις συμπληρωματικές προτάσεις, και όχι Κ. Ψ. του Θ. που εσφαλμένα αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος, αλλά και στις αρχικές προτάσεις (ίδετε σχετικά τις συμπληρωματικές προτάσεις - κεφάλαιο ΙΙ, στοιχείο Α αυτού, υποστοιχείο 4 του ως άνω στοιχείου - σελίδα 32 αυτών).
5) Δεν παρίσταται τελικά για τους εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος με αύξοντες αριθμούς 172, 374, 409, 443, 495 και 505 καθώς και για τον εκ των κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος με α/α 751 καθ' ου, ήτοι το τέκνο του Κ. Ε. του Γ. και Ε., ελλείψει νομιμοποίησης, καίτοι αυτοί αναφέρονται στις αρχικές προτάσεις (α/α 28, 69, 73, 79, 113, 121 και 147α, αντίστοιχα, αυτών).
Ο υπό στοιχ. 254Β των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Μ. και οι υπό στοιχ. 61, 64, 85, 138, 139, 207, 208, 231, 247, 254Α, 255, 291, 375, 521, 522, 523, 524, 525, 526, 527, 528, 529, 530, 531, 532, 534, 535, 536, 537, 538, 539, 540, 541, 542, 543, 544, 545, 546, 547, 548, 551 (όπως νόμιμα εκπροσωπείται από το δικαστικό του συμπαραστάτη), 553, 555, 556, 557, 778, 779, 780 και 781 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Μ., που δήλωσε στο ακροατήριο και διά των προτάσεών του ότι:
Α. 1) Ο υπό στοιχ. 11 και 554 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Ε. Ν. Π., απεβίωσε στις 17-4-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Ν. Π. του Ε.,
β) Σ. Π. του Ε. και
γ) Χ. χήρα Ε. Π. (τέκνα οι δύο πρώτοι και σύζυγος η τρίτη), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
2) Ο υπό στοιχ. 167 των αναιρεσιβλήτων Δ. Μ. Π., απεβίωσε στις 22-2-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Β. χα Δ. Π. το γένος Ι. Μ., β) Ε. Δ. Π. και γ) Ι. Δ. Π. (σύζυγος η πρώτη και θυγατέρες οι δεύτερη και τρίτη), εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
3) Ο υπό στοιχ. 206 και 239 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Ι. Α. Λ., απεβίωσε στις 29-8-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α. Ι. Λ. (γιός του), εκπροσωπούμενος από τον ίδιο.
4) Η υπό στοιχ. 533 των αναιρεσιβλήτων Σ. χα Α. Τ., απεβίωσε στις 8-10-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της:
α) Δ. Α. Τ. και
β) Σ. Α. Τ. (παιδιά της), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
5) Ο υπό στοιχ. 550 των αναιρεσιβλήτων Χρή Κ. του Α.-Θ., απεβίωσε στις 14-6-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι του:
α) Π. Κ. Τ., χα Χ. Κ.,
β) Α. Χ. Κ. και
γ) Β. Χ. Κ. (σύζυγος η πρώτη και τέκνα οι δεύτερος και τρίτη), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Β. Οι υπό στοιχ. 68, 326-359-113-(πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο), 549 και 777 των αναιρεσιβλήτων έχουν αποβιώσει πριν από τη διεξαγωγή της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, άρα και προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως του αναιρεσείοντος, οι θάνατοί τους είχαν γνωστοποιηθεί στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και επήλθε η βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και οι καθολικοί, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κατά περίπτωση, κληρονόμοι τους, παρέστησαν, νομιμοποιήθηκαν και δήλωσαν ότι συνεχίζουν αυτοί τη δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, άρα η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος, που αναφέρει και πάλι ως καθ' ων τους ως άνω αποβιώσαντες, στους ως άνω αύξοντες αριθμούς εκ των καθ' ων αυτή απευθύνεται, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς άπαντες τους ως άνω καθ' ων, ως στρεφόμενη κατά προσώπων ανυπάρκτων. Σε κάθε περίπτωση, οι παρασταθέντες και νομιμοποιηθέντες στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη, δηλώνουν και πάλι στο στάδιο αυτό τη συνέχιση της δίκης, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο. Ειδικότερα:
1) Για τον 68ο των αναιρεσιβλήτων Ν. Β. του Ι., που απεβίωσε στις 9-1-2014, στη δικάσιμο της 14-2-2017 στο Εφετείο Λαμίας κατά τη συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής μονάδας (μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), παραστάθηκε η Σ. Ν. Β., σύζ. Κ. Α., που δήλωσε τον θάνατο του δικαιοπαρόχου πατέρα της και τη συνέχιση της δίκης επ' ονόματί της.
2) Για τον 326ο (359ο-113ο) των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν στο Εφετείο Λαμίας στην παραπάνω δικάσιμο και δήλωσαν τον θάνατο του δικαιοπαρόχου παππού τους και τη συνέχιση της δίκης, οι Ι. Θ. Μ., Ε. - Ν. Θ. Μ., Ι. Ε. Μ. και Κ. Ε. Μ. (βλ. φύλλο 75 της αναιρεσιβαλλόμενης).
3) Για τον 549ο των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν στο Εφετείο Λαμίας στην παραπάνω δικάσιμο και δήλωσαν τον θάνατο του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους Α. Μ. και τη συνέχιση της δίκης, οι Ε. χα Α. Μ., Κ. Α. Μ. και Δ. Μ. (βλ. φύλλο 75 της αναιρεσιβαλλόμενης).
4) Ως προς την 777η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν στο Εφετείο Λαμίας και δήλωσαν το θάνατο της Ε. συζ. Ι. Λ. και τη συνέχιση της δίκης α) ο Α. Ι. Λ. και β) ο μετέπειτα θανών Ι. Λ.-υπό στοιχ. 206 και 239 (βλ. πιο πάνω δήλωση βίαιης διακοπής και συνέχιση της δίκης από τον Α. Ι. Λ.).
Η υπό στοιχ. 27Α, 56Α, 142, 691Α, 723Α, 730Α, 735Α (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Ε. Χ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και οι υπό στοιχ. 27Β, 27Γ, 56Β, 56Γ, 143, 160, 228, 252, 272, 309, 368, 370, 372 (ήδη Δήμος Καμένων Βούρλων), 691Β, 691Γ, 693, 694, 721, 722, 723Β, 723Γ, 724, 725Α, 725Β, 726, 727, 728Α, 728Β, 729, 730Β, 730Γ, 732, 733Α, 733Β, 734Α, 734Β, 734Γ, 735Β, 735Γ, 806, 807 και 808 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε. Χ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
1) Ο υπό στοιχ. 57ος των αναιρεσιβλήτων Λ. Κ. του Α. απεβίωσε στις 26-10-2029 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Ζ. Κ. του Λ. (υπό στοιχ. 722 και 806)), που εκπροσωπείται από την ίδια,
2) Ο υπό στοιχ. 162ος και 692ος (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Γ. Ι. απεβίωσε στις 15-5-2027 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χα Γ. Ι. (υπό στοιχ. 727), Π. Ι. του Γ. (υπό στοιχ. 726) και Β. Ι. του Γ., που εκπροσωπούνται από την ίδια,
3) Ο υπό στοιχ. 731ος των αναιρεσιβλήτων Ι. Π. του Ν. απεβίωσε την 1-3-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ν Π. του Ι., Π. Π. του Ι. και Μ. συζ. Σ. Λ., το γένος Ι. Π., που εκπροσωπούνται από την ίδια,
4) Στη θέση του υπό στοιχ. 372 των αναιρεσιβλήτων ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Μώλου - Αγίου Κωνσταντίνου" έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος ο "Δήμος Καμένων Βούρλων", που συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια και
5) Στην υπό στοιχ. 693 των αναιρεσιβλήτων εκ παραδρομής έχει αναγραφεί στην αίτηση αναίρεσης "Αρχιεπισκοπή Λαμίας" αντί του ορθού "Ενορία Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας" (ίδια και υπό στοιχ. 228, 272, 368 και 732).
Οι υπό στοιχ. 44, 244, 245, 246, 426, 515, 558, 559, 560, 564, 565, 675, 676, 677, 688, 689, 690, 719Α, 719Β, 719Γ, 720Α, 720Β, 740Α, 740Β, 772, 784, 785Α, 786, 787Α, 787Β, 788Α, 788Β, 788Γ και 789 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, που στο ακροατήριο και διά των προτάσεών του:
Α. Γνωστοποίησε το θάνατο των παρακάτω αναιρεσιβλήτων και αυτούς που υπεισέρχονται στη θέση τους στην παρούσα δίκη, ήτοι:
1) Στη θέση του αποβιώσαντος στις 30-6-2016 Γ. Π. του Β. και Κ. (υπό στοιχ. 190), υπεισέρχονται και συνεχίζουν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ο Λ. Π. του Γ. και Α., ο Π. Π. του Γ. και Α. και η Α. χήρα Γ. Π., το γένος Λ. και Τ. Γ., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
2) Στη θέση του αποβιώσαντος στις 29-1-2018 Χ. Τ. του Δ. (υπό στοιχ. 408 και 661), υπεισέρχονται και συνεχίζουν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγός του Π. και οι κόρες του Ι. και Σ. Τ., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
3) Στη θέση του αποβιώσαντος στις 10-2-2016 Κ. Κ. (υπό στοιχ. 561), υπεισέρχεται και συνεχίζει τη δίκη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η Κ. Κ. του Κ. και Π., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
4) Στη θέση του αποβιώσαντος στις 23-1-2005 Σ. Π. (υπό στοιχ. 674), υπεισέρχονται και συνεχίζουν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η Σ. χήρα Σ. Π., το γένος Δ. και Ε. Β., ο Ι. Π. του Β. και Α. και η Α. Π. του Β. και Α., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
5) Στη θέση της αποβιώσασας στις 13-1-2015 Ε. συζ. Γ. Β., το γένος Α. και Α. Α. (υπό στοιχ. 785Β), υπεισέρχεται και συνεχίζει τη δίκη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της η Ε. θυγ. Γ. και Ε. Β., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
6) Στη θέση του αποβιώσαντος στις 15-12-2007 Φ. Μ. του Α. (υπό στοιχ. 773), υπεισέρχεται και συνεχίζει τη δίκη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η Α. Μ. - Α., που εκπροσωπείται από τον ίδιο (η άλλη εξ αδιαθέτου κληρόνομος μητέρα του Σ. Μ. απεβίωσε επίσης στις 1-9-2017).
Β. Διευκρίνισε ότι η υπό στοιχ. 565 των αναιρεσιβλήτων ονομάζεται πράγματι Δ. Σ., πλην όμως είναι σύζυγος του Γ. Σ. και όχι του Σ. Σ. και είναι το γένος Ζ. Κ..
Γ. Δήλωσε ότι η υπό κρίση αίτηση του αντιδίκου είναι απαράδεκτη ως ασκηθείσα κατά προσώπων εν γνώσει του προαποβιωσάντων και συγκεκριμένα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τους υπό στοιχ. 561, 674, 773 και 785Β των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ., Σ. Π., Φ. Μ. και Ε. συζ. Γ. Β., αντίστοιχα.
Οι υπό στοιχ. 18, 19Β και 796 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο), 19Α, 378, 384Α, 388, 390, 566, 568, 570, 571Α, 571Β, 572, 574Β, 575Β, 575Γ, 782, 783Α, 783Β, 783Γ και 797 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Αγγελική Σκούρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
1) Για τον υπό στοιχ. 384Β υπάρχει παραίτηση καταχωρημένη στα πρακτικά της 13/2018 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
2) Ο υπό στοιχ. 389 Δ. Μ. απεβίωσε στις 13-1-2015 και συνεχίζουν τη δίκη τα τέκνα του Μ. και Ε. Μ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
3) Οι υπό στοιχ. 406 και 576 Ρ. Μ. και Α. συζ. Ρ. Μ. απεβίωσαν στις 3-8-2014 και 28-8-2016, αντίστοιχα, και τη δίκη συνεχίζει το μοναδικό τέκνο αυτών Μ. Μ. του Ρ. και Α., που εκπροσωπείται από την ίδια.
4) Ο υπό στοιχ. 403 και 575Α Γ. Κ. απεβίωσε στις 18-6-2018 και τη δίκη συνεχίζουν τα τέκνα αυτού Ν. και Ι. Κ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
5) Η υπό στοιχ. 567 Β. Π. απεβίωσε στις 21-5-2010 και τη δίκη συνεχίζουν ο σύζυγός της Σ Π. και τα τέκνα της Μ. Π. και Α. Π., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
6) Ο υπό στοιχ. 573 Γ. Π. απεβίωσε στις 27-8/2013 και τη δίκη συνεχίζει η σύζυγός του Σ. χήρα Γ. Π., που εκπροσωπείται από την ίδια.
7) Η υπό στοιχ. 574Β είναι ανήλικη και εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της Ε. Κ. και Ε. Δ. του Σ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
8) Διορθώνει το ονοματεπώνυμο του υπό στοιχ. 18 και 796 στο ορθό "Γ. - Δ. Ν. του Α." (όπως σημειώνεται και πιο πάνω, πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με τον 19Β).
Οι υπό στοιχ. 49, 50, 95, 129, 200, 217Α, 217Β, 217Γ, 268, 277, 284, 304, 351Α, 351Β, 351Γ, 352, 437, 438, 461, 578, 579, 580, 581, 582Α, 582Β, 582Γ, 583, 586, 588, 590, 591Α, 591Β, 592, 593, 594, 595, 596, 611, 701, 702, 703, 704, 705, 706, 707, 708, 709, 710, 711, 713, 745, 746, 747, 799, 800Α, 800Β, 801 και 803 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Βαρδάκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
Α. Στην υπό κρίση αίτησης αναίρεσης περιλαμβάνονται και πρόσωπα πλέον ανύπαρκτα λόγω θανάτου αυτών σε χρόνο προγενέστερο της δίκης της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, ο δε θάνατος αυτών αν και δηλώθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, εντούτοις το αντίδικο συμπεριέλαβε τα πρόσωπα αυτά στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς, ως στρεφόμενη κατά προσώπων ανυπάρκτων. Σε κάθε περίπτωση, οι παρασταθέντες και νομιμοποιηθέντες στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη, δηλώνουν και πάλι στο στάδιο αυτό τη συνέχιση της δίκης, εκπροσωπούμενοι από την ίδια. Ειδικότερα για τους υπό στοιχ. 28, 53, 82, 97, 305, 429, 589 και 802 των αναιρεσιβλήτων δήλωσε:
1) Ο υπό στοιχ. 28 των αναιρεσιβλήτων Θ. Κ. του Δ. απεβίωσε στις 24-6-2016 και υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση του οι Α. χήρα Θ. Κ., το γένος Ν. Θ., Α. Κ. του Θ., Α. Κ. του Θ. και Δ. Κ. του Θ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
2) Ο υπό στοιχ. 53 των αναιρεσιβλήτων Δ. Λ. (Κ.) του Θ. απεβίωσε στις 4-3-2012 και υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση του οι Α. χα Δ. Λ. - Κ., το γένος Ι. Δ., Θ. Λ. - Κ. του Δ. και Μ. θυγ. Δ. Λ. - Κ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
3) Ο υπό στοιχ. 82 των αναιρεσιβλήτων Δ. Μ. του Γ. απεβίωσε στις 23-5-2014 και υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση του η Α. - Μ. Μ. (υπό στοιχ. 586) και η Ε. χήρα Δ. Μ. (υπό στοιχ. 747), που εκπροσωπούνται από την ίδια.
4) Η υπό στοιχ. 97 των αναιρεσιβλήτων Ε. Α. του Π., χα Κ. Χ.υ απεβίωσε στις 30-6-2016 και υπεισήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στη θέση της η Γ. Χ. του Κ., που εκπροσωπείται από την ίδια.
5) Ο υπό στοιχ. 305 και 429 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Κ. Ε. του Θ. απεβίωσε στις 24-9-2013 και υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση του οι Π. χήρα Κ. Ε., το γένος Σ. Τ., Ε. Ε. του Κ. και Α. Ε. του Κ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
6) Η υπό στοιχ. 589 των αναιρεσιβλήτων Μ. Ρ. χα Π., το γένος Δ. Π. απεβίωσε στις 23-12-2016 και υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση της οι 1 (υπό στοιχ. 590), Π. Ρ. του Κ. (υπό στοιχ. 591Β) και Κ. Ρ. του Κ. (υπό στοιχ. 591Α, ήδη ενηλικιωθείς), που εκπροσωπούνται από την ίδια.
7) Η υπό στοιχ. 802 των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. χα Χ. απεβίωσε στις 14-7-2009 και υπεισήλθε στη θέση της ως εκ διαθήκης κληρονόμος της η Β. Μ. του Χ., σύζ. Γ. Κ., που εκπροσωπείται από την ίδια.
Β. 1) Ο υπό στοιχ. 278 και 623 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων Ι. Τ. του Δ. απεβίωσε στις 11-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη (και μόνο ως προς την ιδιοκτησία α.α.
., που αναφέρεται στον αριθμό 278) συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Τ. του Ι., που εκπροσωπείται από την ίδια.
2) Η υπό στοιχ. 587 των αναιρεσιβλήτων Ε. συζ. Κ. Γ., το γένος Κ. Ρ. απεβίωσε στις 12-1-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Δ. Γ. του Κ. και Α. σύζ. Ν. Τ., το γένος Κ. Γ., που εκπροσωπούνται από την ίδια.
Γ. Ο Κ. Ρ. του Κ. (υπό στοιχ. 591), του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του Σ. χα Κ. Ρ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.
Οι υπό στοιχ. 612, 613, 614, 615, 619, 620, 621, 624, 626, 627, 628, 629, 633, 637, 639, 643, 650, 651, 653, 654, 655, 660, 663 και 664 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Ν., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
Α. 1) Η Ε. χήρα Κ. Χ. (αριθμός 625 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζει ο μοναδικός κληρονόμος της Ν. Χ. του Κ. και Ε. (υπό στοιχ. 624), που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
2) Η Π. Ι. Π., το γένος Μ. Χ. (αριθμός 632 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της Ι. Π. (σύζυγος) και Ε. συζ. Δ. Κ., θυγ. Ι. Π. και Α. θυγ. Ι. Π. (τέκνα), που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
3) O Κ. Δ. Λ. (αριθμός 638 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Π. χήρα Κ. Λ., το γένος Κ. Κ. (σύζυγος), Α. θυγ. Κ. Λ., Δ. θυγ. Κ. Λ. και Π. - Π. Κ. Λ. (τέκνα), που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
4) O Κ. Ρ. του Δ. (αριθμός 640 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζει ο κληρονόμος του Δ. Κ. Ρ., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
5) O Α. Ε. του Γ. (αριθμός 641 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και έχει κληρονομηθεί από τη σύζυγό του Α. χήρα Α. Ε., το γένος Γ. Μ. και τα τέκνα του Γ. Ε. του Α. και Κ. Ε. του Α., που συνεχίζουν τη Δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο. 6) Η Α. χήρα Α. Ν. (αριθμός 644 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζει η θυγατέρα της και μοναδική κληρονόμος της Γ. θυγ. Α. και Α. Ν. (υπό στοιχ. 643), που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
7) O X. Ν. του Γ. (αριθμός 645 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζει ο κληρονόμος του Μ. Ν. του Χ., που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
8) Η Λ. θυγ. Γ. Ν. είναι νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος Θ. Ν. του Γ. (αριθμός 646 στην αναίρεση) αποδεχόμενη την κληρονομίαν του και συνεχίζει νομίμως τη Δίκη, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο. .
9) Η Γ. χήρα Β. Τ. (αριθμός 652 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζουν οι μόνοι κληρονόμοι της και τέκνα της Π. Β. Τ. και Δ. Β. Τ., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
10) Η Α. χήρα Α. Κ. (αριθμός 659 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζει ο ένας εκ των δύο κληρονόμων της Ι. Κ. του Α. (υπό στοιχ. 660), εκπροσωπούμενος από τον ίδιο.
11) Η Κ. χήρα Κ. Χ. (αριθμός 662 στην αναίρεση) έχει αποβιώσει και τη Δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι της Ζή Χ. του Κ. και Ι. Χ. του Κ. (υπό στοιχ. 663 και 664), που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Β. Ο Μ. Γ. του Μ. (υπό στοιχ. 634), του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Μ. Γ. του Σ. και Ο. σύζ. Μ. Γ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Ο υπό στοιχ. 585 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαμπάνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ε. Σ. του Σ. (υπό στοιχ. 584) απεβίωσε στις 24-10-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ. Φ. χα Ε. Σ., Δ. Σ. του Ε., Μ. Σ. του Ε. και Σ. Σ. του Ε., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Οι υπό στοιχ. 31, 32, 33 και 34 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κ. Ι..
Ο υπό στοιχ. 3ος των αναιρεσιβλήτων Μ. Ι. του Δ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 47/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2007 μη οριστική και 10/2008 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 18-6-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε αρχικά η 1206/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και στη συνέχεια η 1323/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11.10.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 10/2018 αίτηση προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων των ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το, κατ' άρθρο 1 ν. 653/1977, τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, διορθώθηκε η αίτηση αναιρέσεως καθ' όσον αφορά στους κάτωθι αναιρεσιβλήτους και απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες:
1) Η 1η των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως σύζυγος Γ. ενώ στην πραγματικότητα είναι χήρα Γ..
2) Η ήδη αποβιώσασα 2η των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως τέκνο Α. ενώ στην πραγματικότητα ήταν χήρα Α..
3) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 66 εκ των καθ' ων η ως άνω αίτηση φέρεται ως σύζυγος, ενώ το ορθό είναι χήρα Ε. Β..
4) Η με αύξοντα αριθμό 67 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Δ. Π. του Α., στον δε αύξοντα αριθμό 792 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Δ. Π. χήρα Δ., ενώ το απολύτως ορθό είναι Δ. Π. χήρα Δ., το γένος Α. Ρ..
5) Ο με αύξοντα αριθμό 112 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., στον δε αύξοντα αριθμό 467 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., ενώ το ορθό είναι Γ., όπως άλλωστε προκύπτει από τον αύξοντα αριθμό 793 εκ των καθ' ων η αίτηση.
6) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 114 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Δ. ενώ το ορθό είναι ότι ήταν χήρα Δ. .
7) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 124 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., στον δε αύξοντα αριθμό 464 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως Γ., ενώ το ορθό είναι Γ., όπως άλλωστε προκύπτει από τον αύξοντα αριθμό 794 εκ των καθ' ων η αίτηση.
8) Η με αύξοντα αριθμό 211 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Σ. Β. ενώ το ορθό είναι ότι τυγχάνει χήρα Σ. Β..
9) Η με αύξοντα αριθμό 253 φέρεται ως σύζυγος ενώ το ορθό είναι χήρα Ι. Κ..
10) Η με αύξοντα αριθμό 275 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Γ. ενώ το ορθό είναι χήρα Γ. Χ..
11) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 276 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Λ. ενώ το ορθό είναι χήρα Λ. Κ..
12) Ο ήδη αποβιώσας με αύξοντες αριθμούς 279 και 552 εκ των καθ' ων η αίτηση φέρεται με το πατρώνυμο Δ. , ενώ το ορθό είναι Δ. .
13) Η με αύξοντα αριθμό 288 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Ε. , ενώ το ορθό είναι ότι αποτελεί τέκνο του Ε. Π..
14) Η αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 319 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως τέκνο Α. , ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Τ..
15) Η με αύξοντα αριθμό 325 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως τέκνο Δ. , ενώ το ορθό είναι σύζυγος Δ. Κ..
16) Η ήδη αποβιώσασα με αύξοντα αριθμό 507 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Κ. , ενώ το ορθό είναι χήρα Κ. Μ..
17) Η με αύξοντα αριθμό 508 των καθ' ων φέρεται ως σύζυγος, ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Τ..
18) Η με αύξοντα αριθμό 747 των καθ' ων η αίτηση φέρεται ως σύζυγος Δ. , ενώ το ορθό είναι χήρα Δ. Μ..
19) Το μικρό όνομα της 454ης αναιρεσίβλητης είναι Κ. και όχι Κ. .
20) Στη θέση του με αύξ. αριθμό 372 αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος Μώλου - Αγίου Κωνσταντίνου" υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο Δήμος Καμένων Βούρλων, που συνεχίζει τη δίκη.
21)Στον αύξ. αριθμό 693 του αναιρετηρίου έχει αναγραφεί εκ παραδρομής ως αναιρεσίβλητη "Αρχιεπισκοπή Λαμίας", αντί του ορθού "Ενορία Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας".
22) Η με αύξοντα αριθμό 565η αναιρεσίβλητη φέρεται ως σύζυγος Σ. Σ., ενώ το ορθό είναι "σύζυγος Γ. Σ." και
23) Οι με αύξ. αριθμούς 18, 19β και 796 αφορούν στον ίδιο αναιρεσίβλητο, το ορθό ονοματεπώνυμο του οποίου είναι "Γ.-Δ. Ν. του Α.".
24) Στους υπό στοιχ. 221 των αναιρεσιβλήτων αναφέρονται μόνο οι:
α) Ε. Λ. του Α. και
β) Ν. Λ. του Α., τέκνα και νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους Λ. Α. συζ. Α., το γένος Ν. Γ., χωρίς να αναφέρεται ο σύζυγος αυτής και εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της Α. Λ. του Α..
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο ’ρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, ο ’ρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στην συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (Κ.Πολ.Δικ. 576 παρ. 3 εδ. 2). Σε κάθε περίπτωση επί των υποθέσεων της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί (άρθρο 22 ν. 2882/ 2001). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 9.500 Γ/17.5.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α. Β., προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τους εκ των αναιρεσιβλήτων με αύξ. αριθμούς 490 (Π. Ε. του Α. ) και 507 (κληρονόμους της Ε. Μ. συζ. Κ.). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι με αυξ. αριθμ. Αναιρετηρίου 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 16, 17, 22, 24, 26, 29, 30, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 45, 46, 48, 51, 52, 58, 62, 63, 65, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 98, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 108, 109, 110, 111, 115, 118, 118, 120, 121, 122, 123, 127, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 140, 141, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 161, 163, 164, 165, 166, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 191, 193, 194, 195, 196, 197, 199, 202, 204, 210, 213, 215, 216, 218, 219, 220, 222, 223, 224, 226, 227, 229, 230, 232, 233, 234, 235, 236, 238, 240, 241, 248, 249, 250, 251, 257, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 265, 266, 267, 269, 270, 271, 280, 281, 282, 283, 285, 286, 287, 289, 290, 292, 293, 295, 296, 297, 298, 299, 300, 301, 302, 303, 306, 307, 308, 310, 311, 312, 313, 316, 317, 320, 322, 329, 330, 331, 332, 333, 335, 336, 337, 338, 339, 340, 342, 343, 344, 345, 347, 349, 350, 356, 357, 360, 361, 362, 363, 365, 369, 371, 373, 374, 376, 377, 381, 382, 383, 385, 387, 391, 392, 393, 394, 395, 396, 397, 398, 399, 400, 401, 402, 404, 405, 407, 409, 410, 412, 413, 414, 415, 417, 418, 419, 420, 421, 422, 423, 424, 425, 427, 428, 430, 431, 432, 434, 435, 436, 439, 442, 443, 448, 459, 473, 474, 475, 476, 477, 478, 480, 481, 486, 495. 503, 505, 513, 517, 574Α, 577, 597, 598, 600, 601, 602, 603, 604, 605, 606, 607, 608, 609, 610, 622, 630, 631, 656, 657, 658, 665, 666, 667, 668, 669, 670, 671, 672, 673, 678, 679, 680, 681, 682, 684, 685, 686, 687, 695, 696, 697, 698, 699, 712, 714, 715, 736, 737, 738, 739, 741, 742, 743, 744, 749, 761, 762, 767, 768, 769, 770, 774, 775, 776, 790, 798, 804, 805, 809 (σύνολο 371), δεν εμφανίστηκαν, ούτε προσκομίστηκε δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι δεν θα παρασταθούν κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, και εφ' όσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, ούτε από τους λοιπούς ομοδίκους τους, ούτε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προκειμένης απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ. η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο που απευθύνεται κατά ανύπαρκτου προσώπου είναι άκυρο και το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, διότι η δυνατότητα του να είναι κανείς διάδικος αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας (Α.Π. 147/2006, Α.Π. 448/2005). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης αποφάσεως, να λογίζονται άκυρες. Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού (ΑΠ 45/2018), όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχα. Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου (καταθέσεως, κατ' άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομα του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ. 1, 556 παρ. 1 5ου Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 45/2018, Α.Π. 448/2011, Α.Π. 1641/2016). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι, σε περίπτωση που εκδόθηκε απόφαση στο όνομα ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, διότι αυτό είχε αποβιώσει πριν την υποβολή της αγωγής ή της αιτήσεως, ούτε η έκδοση της αποφάσεως, ούτε και το κατ' αυτής ασκηθέν ένδικο μέσο δημιουργούν εκκρεμοδικία (Α.Π. 751/2017). Επομένως, ακόμη και αν από παραδρομή ο αποβιώσας εμφανίστηκε ως διάδικος στη σχετική δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι εκδοθείσες, αντίστοιχα, αποφάσεις είναι ανύπαρκτες (ανυπόστατες), ως εκδοθείσες σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 533/2018, Α.Π. 147/2006, Α.Π. 34/2015, Α.Π. 1954/2009, Α.Π. 1130/2000). Αν δε διαλάθει της προσοχής και εκδοθεί απόφαση στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής αποφάσεως, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο. Κατά συνέπειαν, η αίτηση αναιρέσεως είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος πριν από την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, είτε απευθύνεται κατ' αυτού είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης αποφάσεως, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (πρβλ. Α.Π. 1372/2009). Επίσης, εφόσον ο αποβιώσας ουδέποτε υπήρξε διάδικος, ούτε και οι καθολικοί διάδοχοι αυτού δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, στην οποία αυτός φερόταν ως διάδικος (Α.Π. 729/2019). Αν, όμως, το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με ένδικο μέσο οριστική απόφαση και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση ή αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση όμως αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ολ.Α.Π. 27/1988, Α.Π. 304/2018, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016, Α.Π. 467/2014). Αν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο ασκήσεως, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος πριν την άσκησή του απορρίπτεται, κατά τα προαναφερθέντα, ως απαράδεκτο (Α.Π. 948/2020, Α.Π. 584/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 11.10.2018 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 12.10.2018, με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της με αριθμό 10/2018 πράξεως καταθέσεως. Κατά τη συζήτηση αυτής, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων δήλωσαν τα ακόλουθα:
Α] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θ. Π., ότι:
1) η 2η των αναιρεσιβλήτων Ε. χήρα (και όχι τέκνο που εσφαλμένα αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση) Α. Π. απεβίωσε στις 3.2.2011, μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της οποίας τυγχάνει η αδελφή της, Α. χήρα Γ. Κ., το γένος Α. και Κ. Κ., ήτοι η 1η εκ των καθ' ων η αίτηση, η οποία παραστάθηκε κατά την εφετειακή δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
2) ο 15ος των αναιρεσιβλήτων Α. Χ. του Α. απεβίωσε την 16.11.2015. Το γεγονός του θανάτου του γνωστοποίησε ο, παραστάς κατά την εφετειακή δίκη, γιος του Ι. Α. του Χ., ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, ο οποίος δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
3) ο 21ος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Γ. απεβίωσε στις 23.5.2014. Το γεγονός του θανάτου του γνωστοποιήθηκε από την, παραστάσα κατά την εφετειακή δίκη, μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του, θυγατέρα του, Α. - Μ. Μ. του Δ. και Ε., η οποία δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
4) ο 55ος αναιρεσίβλητος Ι. Π. απεβίωσε στις 25.5.2008. Ο αποβιώσας κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Β. χήρα Ι. Π., το γένος Α. Β. και τα τέκνα του:
α) Π. Π. και
β) Κ. Π., οι οποίες παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
5) ο 96ος αναιρεσίβλητος Α. Μ. του Π. απεβίωσε στις 27.2.2009.
Το γεγονός του θανάτου του γνωστοποίησαν στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας η προσβαλλομένη απόφαση οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, σύζυγος και τέκνα, Π. χήρα Α. Μ. και Α. Μ. του Α. και Ι. Μ. του Α., οι οποίοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
6) ο 99ος αναιρεσίβλητος Μ. Ε. του Κ. (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τους 107, 128 και 366 των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 2.1.2007. Ο αποβιώσας κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του:
α) Β. Μ. του Ε. και Γ. Γ. και β) Κ. Μ. του Ε. και Γ. Γ., οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
7) η 794η αναιρεσίβλητη Λ. χήρα Γ. Γ.., το γένος Τ. Κ. απεβίωσε στις 17.8.2010 και κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Μ. Γ. του Γ., ο οποίος παρέστη κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησε το θάνατο της μητέρας του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
8) ο 205ος αναιρεσίβλητος Χ. Λ. του Ι. και Α. απεβίωσε στις 24.4.2009 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μεταποβιώσασα, στις 2.3.2017, σύζυγό του Π. χήρα Χ. Λ., το γένος Α. και Β. Κ. και το τέκνο του Ι. Λ. του Χ.υ, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
9) ο 209ος αναιρεσίβλητος Κ. Σ. του Η. απεβίωσε στις 7.2.2013 και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. χήρα Κ. Σ., το γένος Α. και Λ. Μ. και τα τέκνα του Ε. Σ., Η. Σ. και Α. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
10) ο 210ος αναιρεσίβλητος Α. Α. του Γ. και Μ. απεβίωσε στις 2.3.2007 και κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. χήρα Α. Α., το γένος Ε. Μ. και τα τέκνα του:
α) Ε. Α.,
β) Α. Α. και
γ) Β. Α., οι οποίες παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
11) ο 243ος (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αύξ. αριθμό αναιρετηρίου 616) Α. (Σ.) Ρ. του Ν.. Ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 6.9.2016 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Π. χήρα Α. (Σ.) Ρ. και τα τέκνα του:
α) Ε. Ρ.,
β) Α. Ρ.,
γ) Ν. Ρ. και
δ)Χ. Ρ., οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
12) η 276η αναιρεσίβλητη Α. χήρα Λ. Κ., το γένος Α. και Α. Τ. απεβίωσε στις 27.8.2010 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της:
α) Α. Κ.,
β) Γ. Κ.,
γ) Α. Κ. και
δ) Δ. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
13) η 319η αναιρεσίβλητη Ι. χήρα (και όχι σύζυγος, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) Α. Τ., το γένος Χ. Σ. απεβίωσε στις 19.4.2014 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της:
α) Β. Τ. και
β) Ε. Τ., οι οποίες παραστάθηκαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
14) ο 323ος αναιρεσίβλητος Σ. Β. του Ι. απεβίωσε στις 13.8.2016 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. χήρα Σ. Β. και τα τέκνα του:
α) Ι. Β. και
β) Κ. Β., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
15) ο 324ος αναιρεσίβλητος Κ. Β. του Χ. (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 466ο αναιρεσίβλητο) απεβίωσε στις 30.3.2007 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Α. χήρα Κ. Β., το γένος Α. και Α. Ψ. και τα τέκνα του:
α) Ό. Β. και
β) Ζ. Β., οι οποίες παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
16) η 353η αναιρεσίβλητη Ε. χήρας Σ. Κ., το γένος Χ. Σ. απεβίωσε στις 17.5.2013 και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της:
α) Κ. Κ.,
β) Β. Κ. και
γ) Χ. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη.
17) ο 433ος αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Γ. απεβίωσε στις 25.12.2009 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. χήρα Θ. Π., το γένος Ε. Λ. και τα τέκνα του:
α) Ε. Π. και
β) Γ. Π., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
18) ο 440ος αναιρεσίβλητος Δ. Π. του Κ. απεβίωσε στις 17.8.2014 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. χήρα Δ. Π., το γένος Α. και Β. Κ. και τα τέκνα του:
α) Κ. Π. και
β) Β. Π., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
19) ο 493ος αναιρεσίβλητος Δ. Σ. του Α. απεβίωσε στις 28.5.2010 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του το τέκνο του Ν. Σ. και τα εγγόνια του, τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου του Α. Σ.:
α) Δ. Σ. του Α. και
β) Χ. Σ. του Α., οι οποίοι παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
20) η 506η αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Θ. Θ., το γένος Α. και Α. Π. απεβίωσε στις 23.11.2009 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της:
α) Μ. χήρα Α. Ρ., το γένος Θ. και Ε. Θ. και
β) Α. σύζυγο Κ. Τ., το γένος Θ. και Ε. Θ., οι οποίες παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
21) η 507η αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Κ. Μ., το γένος Π. Β. απεβίωσε στις 27.1.2017 και κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Α. Μ., ο οποίος παρέστη ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησε το θάνατό της και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
22) ο 511ος αναιρεσίβλητος Γ. Π. του Κ. και Ε. απεβίωσε στις 30.11.2015 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τον μεταποβιώσαντα, την 27.12.2016, πατέρα του Κ. Π. του Ι. και τα αδέλφια του, ήτοι τον αμφιθαλή αδελφό του Ι. Π. του Κ. και Ε. και τον ετεροθαλή αδελφό του Π. Π. του Κ. και Α., οι οποίοι παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
23) ο 510ος αναιρεσίβλητος Κ. Π. του Ι. απεβίωσε στις 27.12.2016 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους τη σύζυγό του Α. χήρα Κ. Π. και τα τέκνα του:
α) Ι. Π. του Κ. και
β) Π. Π. του Κ., οι οποίοι παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
Β] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κ. Μ. ότι:
1) ο 68ος αναιρεσίβλητος Β. Ν. του Ι. απεβίωσε στις 9.1.2014 και κατέλειπε μοναδική κληρονόμο του τη θυγατέρα του Σ. Ν. Β., συζ. Κ. Α., η οποία παραστάθηκε ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησε τον θάνατό του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
2) ο 326ος αναιρεσίβλητος Μ. Ι. του Ε. (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τους αύξ. αριθμ. 359 και 113) απεβίωσε στις 19.11.2012. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου παραστάθηκαν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του:
α) Ι. Μ. του Θ.,
β) Ε. - Ν. Μ. του Θ.,
γ) Κ. Μ. του Ε. και
δ) Ι. Μ. του Ε., εγγονοί του, οι οποίοι γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
3) ο 549ος αναιρεσίβλητος Α. Μ. του Κ. απεβίωσε την 1.5.2014 και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. χήρα Α. Μ. και τα τέκνα του Κ. Μ. και Δ. Μ., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
4) η 777η αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Ι. Λ. απεβίωσε στις 16.9.2016 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους Ι. Α. Λ. και Α. Ι. Λ., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
Γ] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Αργυρόπουλος ότι:
1) ο 561ος αναιρεσίβλητος Κ. Κ. απεβίωσε στις 10.2.2016 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την Κ. Κ. του Κ., η οποία παραστάθηκε στην εφετειακή δίκη, γνωστοποίησε τον θάνατό του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
2) ο 190ος αναιρεσίβλητος Γ. Π. απεβίωσε στις 30.6.2016 και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους:
α) Λ. Π. του Γ.,
β) Π. Π. του Γ. και
γ) Α. χήρα Γ. Π., το γένος Λ. και Τ. Γ.,
3) ο 674ος αναιρεσίβλητος Σ. Π. απεβίωσε στις 23.1.2005 και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. χήρα Σ. Π., το γένος Δ. και Ε. Β. και τους Ι. Π. του Β. και Α. Π. του Β., οι οποίοι παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
4) η 785β αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Γ. Β., το γένος Α. και Α. Α. απεβίωσε στις 13.1.2015 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την Ε. θυγ. Γ. και Ε. Β., η οποία παραστάθηκε κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησε τον θάνατό της και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
5) ο 773ος αναιρεσίβλητος Φ. Μ. του Α. απεβίωσε στις 15.12.2007 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την Α. Μ. - Α., η οποία παραστάθηκε κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησε το θάνατό του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
Δ] Η πληρεξουσία δικηγόρος Μαρία - Αγγελική Σκούρα ότι:
1) ο 389ος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Μ. απεβίωσε στις 13.1.2015 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Μ. Μ. και Ε. Μ., που παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
2) ο 406ος αναιρεσίβλητος Ρ. Μ. του Ν. απεβίωσε στις 3.8.2014 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τη Μ. Μ. του Ρ. και Α., η οποία παρέστη ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησε τον θάνατό του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
3) η 576η αναιρεσίβλητη Α. συζ. Ρ. Μ. απεβίωσε στις 28.8.2016 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την Μ. Μ. του Ρ. και Α., που παρέστη ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησε τον θάνατό της και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
4) Η 567η αναιρεσίβλητη Β. Π. απεβίωσε στις 21.5.2010 και κατέλειπε μοναδικούς κληρονόμους της το σύζυγό της Σ. Π. και τα τέκνα της Μ. Π. και Α. Π., οι οποίοι παρέστησαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
5) ο 573ος αναιρεσίβλητος Π. Γ. απεβίωσε στις 27.8.2013 και κατέλειπε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του τη σύζυγό του Σ. χήρα Γ. Π., η οποία παρέστη κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησε τον θάνατό του και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
Ε] Η πληρεξούσια δικηγόρος Ειρήνη Βαρδάκου ότι:
1) ο 28ος αναιρεσίβλητος Θ. Κ. του Δ. απεβίωσε στις 24.6.2016 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους:
α) Α. χήρα Θ. Κ., το γένος Ν. και Π. Θ.,
β) Α. Κ. του Θ.,
γ) Α. Κ. του Θ. και
δ) Δ. Κ. του Θ., οι οποίοι παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
2) ο 53ος αναιρεσίβλητος Δ. Λ. απεβίωσε στις 4.3.2012 και κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους:
α) Α. χήρα Δ. Λ. - Κ., το γένος Ι. και Α. Δ.,
β) Θ. Λ. - Κ.,
γ) Μ. θυγ. Δ. και Α. Λ. - Κ., οι οποίοι παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του, διόρθωσαν το πατρώνυμό του από το εσφαλμένο "Ι." στο ορθό "του Δ." και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
3) ο 82ος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Γ. απεβίωσε στις 23.5.2014 και κατέλειπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους:
α) Α. - Μ. Μ. και
β) Ε. χήρα Δ. Μ., οι οποίες παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
4) η 97η αναιρεσίβλητη Ε. Α. συζ. Κ. απεβίωσε στις 30.6.2016 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την θυγατέρα της Γ. Χ. του Κ. και της Ε., η οποία παρέστη ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησε το θάνατό της και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη.
5) 305ος (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 429) αναιρεσίβλητος Κ. Ε. του Θ. απεβίωσε στις 24.9.2013 και κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους:
α) Π. χήρα Κ. Ε., το γένος Σ. Τ.,
β) Ε. Ε. του Κ. και
γ) Α. Ε. του Κ., οι οποίες παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, γνωστοποίησαν τον θάνατό του και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
6) η 589η αναιρεσίβλητη Μ. Ρ. χήρα Π., το γένος Δ. Π. απεβίωσε στις 23.12.2016 και κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους:
α) Δ. Ρ. του Π.,
β) Π. Ρ. του Κ. και
γ) Κ. Ρ. του Κ., οι οποίοι παρέστησαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν τον θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
7) η 802η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. χήρα Χ. απεβίωσε στις 14.7.2009 και κατέλειπε κληρονόμους της τους:
α) Β. το γένος Χ. και Μ. Μ. συζ. Γ. Κ.,
β) Π. Μ. του Χ. και Μ. και
γ) Ν. Μ. του Χ. και Μ., που παρέστησαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν τον θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη.
ΣΤ] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γ. Ν. ότι:
1) η 625η αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Κ. Χ. απεβίωσε στις 31.10.2010 και κατέλιπε μοναδικό κληρονόμο της το Νικ Χ. του Κ. και Ε..
2) η 632η αναιρεσίβλητη Π. συζ. Ι. Π., το γένος Μ. Χ. απεβίωσε στις 15.7.2015 και κατέλιπε ως κληρονόμους της τους Ι. Π. (σύζυγο) και Ε. συζ. Δ. Κ., θυγ. Ι. Π. και Α. θυγ. Ι. Π. (τέκνα).
3) ο 638ος αναιρεσίβλητος Κ. Λ. του Δ. απεβίωσε στις 22.10.2007 και κατέλιπε ως κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. χήρα Κ. Λ., το γένος Κ. Κ. και τα τέκνα του Α. θυγ. Κ. Λ., Δ. θυγ. Κ. Λ. και Π. - Π. Κ. Λ..
4) ο 640ος αναιρεσίβλητος Κ. Ρ. του Δ. απεβίωσε στις 8.2.2008 και κατέλιπε ως μοναδικό κληρονόμο του τον Δ. Κ. Ρ..
5) ο 641ος αναιρεσίβλητος Α. Ε. του Γ. απεβίωσε στις 14.1.2010 και κατέλειπε ως κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. χήρα Α. Ε., το γένος Γ. Μ. και τα τέκνα του Γ. Ε. του Α. και Κ. Ε. του Α..
6) ο 645Ος αναιρεσίβλητος Χ. Ν. του Γ. απεβίωσε στις 21.1.2007 και κατέλειπε μοναδικό κληρονόμο του τον Μ. Ν. του Χ..
7) η 659η αναιρεσίβλητη Α. χήρα Α. Κ. απεβίωσε στις 19.5.2013 και κατέλειπε ως κληρονόμο της για την α.α.ι.
τον υιό της Ι. Κ. του Α..
8) η 662η αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Κ. Χ. απεβίωσε στις 12.6.2014 και κατέλειπε ως κληρονόμους της τους Ζ. Χ. του Κ. και Ι. Χ. του Κ.. Οι ως άνω κληρονόμοι παρέστησαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν τους θανάτους των αρχικών διαδίκων και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη. Ωστόσο, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, καίτοι το αναιρεσείον γνώριζε τουλάχιστον από τις 14.2.2017 (ημερομηνία συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου), πριν, δηλαδή, από την άσκηση αυτής (ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως) ότι οι παραπάνω αρχικοί αντίδικοί του είχαν αποβιώσει και ότι κληρονόμοι τους ήταν οι παραπάνω αναφερόμενοι. Επομένως, και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους, διότι, κατά τον χρόνο ασκήσεώς της αυτοί είχαν ήδη αποβιώσει, γεγονός που γνώριζε το αναιρεσείον και, συνεπώς, η αίτησή του ασκείται κατά ανυπάρκτων προσώπων. Εξ άλλου, το επικουρικό αίτημα των ανωτέρω κληρονόμων ότι συνεχίζουν τη δίκη και παρίστανται με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, κατά περίπτωση, κληρονόμοι των προαναφερομένων αρχικών διαδίκων, που έχουν νομιμοποιηθεί στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, στερούνται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εννόμων αποτελεσμάτων και, συνεπώς, η συμμετοχή των ανωτέρω στη δίκη αυτή, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, η Ε. Α. του Δ. και Α., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θ. Π., που καταταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και με τις προτάσεις ισχυρίζεται ότι η 114η αναιρεσίβλητη Α.χήρα (και όχι σύζυγος, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) Δ. Α., το γένος Α. Ψ. απεβίωσε στις 20.8.2014 και κατέλειπε αυτήν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, η οποία παρίσταται δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δηλώθηκε ο θάνατος της ως άνω 114ης αναιρεσίβλητης Α. χήρας Δ. Α., το γένος Α. Ψ..
Συνεπώς, εφόσον ο θάνατος αυτής επήλθε στις 20.8.2014, όπως τούτο προκύπτει από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ.
/2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας, και η αποβιώσασα εμφανίστηκε ως διάδικος στη σχετική δίκη στο δικαστήριο, που έγινε, κατά τα προεκτεθέντα, στις 14.2.2017, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατος αυτής, η εκδοθείσα (προσβαλλομένη) απόφαση είναι, κατά το συναφές μέρος της, ανύπαρκτη (ανυπόστατη), ως εκδοθείσα σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου και, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που απευθύνεται κατά της ανωτέρω αποβιώσασας είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτη και απορριπτέα, προσέτι δε στερείται εννόμων συνεπειών η δήλωση της προαναφερόμενης κληρονόμου της ως άνω αποβιώσασας αρχικής διαδίκου ότι ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής συνεχίζει τη δίκη.
Κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι ως άνω πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων δήλωσαν στο ακροατήριο και τα ακόλουθα:
Α] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θ. Π., ο οποίος δήλωσε ότι:
1) η Π. χήρα (και όχι σύζυγος, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) Ε. Β., το γένος Ν. Λ. (66η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 22.5.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και τέκνο της Κ. Β. του Ε. και Π.,
2) ο Ν. Ψ. του Δ. (και όχι του Δ., όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) (279ος αναιρεσίβλητος, που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 552ο αναιρεσίβλητο) απεβίωσε στις 23.2.2017 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) η σύζυγός του, Γ. χήρα Δ. Ψ., το γένος Ν. και Α. Κ. και
β) τα τέκνα του, Π. και Δ. Ψ.,
3)ο Α. Τ. του Χ. (379ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 23.3.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) η σύζυγός του, Ε. χήρα Α. Τ., το γένος Δ. Γ. και
β) τα τέκνα του, Σ. Τ. και Χ. Τ.,
4) η Ε. συζ. Δ. Π., το γένος Ι. Κ. (469η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 20.1.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι της:
α) Γ. Π. του Δ. και
β) Ι. Π. του Δ.,
5) η Κ. Κ. χήρα Α. Α., το γένος Π. και Σ. Π. (470η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 4.8.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της:
α) Χ. Α. του Α. και
β) Π. Α. του Α.,
6) η Ι. χήρα Α. Ψ., το γένος Ν. Λ. (484η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 22.5.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο ειδικός διάδοχός της και τέκνο της Δ. Ψ. του Α. και Ι.,
7) ο Γ. Ε. του Κ. ( 751ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 12.8.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο εκ των κληρονόμων του και τέκνο του Ι. Ε. του Γ. και Ε.,
8) ο Α. Ψ. του Ν. (757 Α αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 19.4.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και τέκνο του Ν. Ψ. του Α. και Π.,
9) η Ό. χήρα Λ. Σ., το γένος Γ. Ζ. (355Α αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 3.6.2020 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και τέκνα της:
α) Χ. Σ. του Λ. (335Β) και
β) Μ. Σ. του Λ. (355Γ),
10) ο Ε. Ν. Π. (11ος και 554ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 17.4.2017 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Ν. Π. του Ε.,
β) Σ. Π. του Ε. και
γ) Χ. χήρα Ε. Π.,
11) ο Δ. Μ. Π. (167ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 22.2.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Β. χήρα Δ. Π., το γένος Ι. Μ.,
β) Ε. Δ. Π. και
γ) Ι. Δ. Π.,
12) ο Ι. Λ. του Α. (206ος και 239ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 29.8.2017 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, υιός του, Α. Ι. Λ.,
13) η Σ. χήρα Α. Τ. (και όχι σύζυγος, όπως αναφέρεται εσφαλμένα στο αναιρετήριο) (533η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 8.10.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της:
α) Δ. Α. Τ. και
β) Σ. Α. Τ.,
14) ο Χ. Κ. του Α. - Θ. ( 550ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 14.6.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του:
α) Π. Κ. Τ. χήρα Χ. Κ.,
β) Α. Χ. Κ. και
γ) Β. Χ. Κ..
Β] Η πληρεξουσία δικηγόρος Ειρήνη Χρήστου, η οποία δήλωσε ότι:
1) ο Λ. Κ. του Α. (57ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 26.1.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος Ζ. Κ. του Λ. (αύξ. αριθμ. 722 και 806),
2) ο Γ. Ι. (162ος και 692ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 15.5.2017 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Α. χήρα Γ. Ι. (αύξ. αριθμ. 727),
β) Π. Ι. του Γ. (αύξ. αριθμ. 726) και
γ) Β. Ι. του Γ.,
3) ο Ι. Π. του Ν. (731ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε την 1.3.2017 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Ν. Π. του Ι.,
β) Π. Π. του Ι. και
γ) Μ. συζ. Σ. Λ., το γένος Ι. Π..
Γ]. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο οποίος δήλωσε ότι ο Χ. Τ. του Δ. ( 408ος και 661ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 29.1.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγός του Π. και οι θυγατέρες του Ι. και Σ. Τ..
Δ] Η πληρεξουσία δικηγόρος Μαρία - Αγγελική Σκούρα, η οποία δήλωσε ότι ο Γ. Κ. (403ος και 575Αος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 18.6.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ν. και Ι..
Ε] Η πληρεξουσία δικηγόρος Ειρήνη Βαρδάκου, η οποία δήλωσε ότι:
1) ο Ι. Τ. του Δ. (278ος και 623ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 11.2.2017 και ότι τη δίκη (και μόνο ως προς την ιδιοκτησία α.α.
, που αναφέρεται στον αριθμό 278) συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Τ. του Ι.,
2) η Ε. συζ. Κ. Γ., το γένος Κ. Ρ. (587η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 12.1.2018 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της:
α) Δ. Γ. του Κ. και
β) Α. συζ. Ν. Τ., το γένος Κ. Γ..
ΣΤ] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γ. Ν., ο οποίος δήλωσε ότι:
1) η Α. χήρα Α. Ν. (644η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 13.3.2020 και ότι τη δίκη συνεχίζει η μοναδική κληρονόμος της Γ. θυγ. Α. και Α. Ν.,
2) ο Θ. Ν. του Γ. (646ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 17.4.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζει η κληρονόμος του Λ. θυγ. Γ. Ν.,
3) η Γ. χήρα Β. Τ. (652η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε στις 7.4.2020 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι της Π. Β. Τ. και Δ. Β. Τ..
Ζ] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Κατσαμπάνης, ο οποίος δήλωσε ότι ο Ε. Σ. του Σ. (584ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 24.10.2019 και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Χ. Φ. χήρα Ε. Σ.,
β) Δ. Σ. του Ε.,
γ) Μ. Σ. του Ε. και
δ) Σ. Σ. του Ε..
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στο αναιρεσείον από τους κληρονόμους των θανόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων περί των θανάτων αυτών, που συνέβησαν κατά το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των ως άνω θανάτων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους, όπως προκύπτει από τα, μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα, σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, κληρονόμους τους, των οποίων (κληρονόμων), άλλωστε, η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 127 του Α.Κ., όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο ανήλικος Κ. Ρ. του Κ., ο οποίος, κατά τη δήλωσή του, κατά τη σύνταξη του υπ' αριθμ.
/2020 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Ιωάννη Δημόπουλου, γεννήθηκε την 16.2.1992, εκπροσωπήθηκε στη δίκη στο Εφετείο από την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του Σ. χήρα Κ. Ρ..
Συνεπώς, αυτός ενηλικιώθηκε την 16.2.2010, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης από 11.10.2018 αιτήσεως αναιρέσεως, που, όπως έχει ήδη εκτεθεί, κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 12.10.2018. Ωστόσο δεν αμφισβητείται απ' αυτόν και συνάγεται έτσι, κατ' εκτίμηση, απόδειξη ότι το αναιρεσείον αγνοούσε το γεγονός της ενηλικιώσεώς του κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, δεν είναι απαράδεκτη η ένδικη από 11.10.2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που απευθύνθηκε κατά της ως άνω μητέρας του, υπό τον αύξοντα αριθμό αναιρετηρίου 591Α, ως νόμιμης αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο και της παρούσας αναιρετικής δίκης, και παραδεκτά παρίσταται και μετέχει πλέον στην συζήτηση της υποθέσεως ως αναιρεσίβλητος ατομικά ο ίδιος ο ως άνω ενηλικιωθείς. Καθ' όσον αφορά δε στην με αύξ. αριθμό αναιρετηρίου 574Β αναιρεσίβλητη Ε. Μ. Κ., καίτοι υποβάλλεται ισχυρισμός περί ανηλικότητας αυτής, δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η ημερομηνία γεννήσεώς της, ούτε προσκομίζονται σχετικές αποδείξεις, ώστε να κριθεί ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως αυτή ήταν πράγματι ανήλικη.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 368/2008. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριούμενου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 01-01-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) "και ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη μόνο δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων προστίμων". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως ακόμη και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Δηλαδή η μη οριστική απόφαση δεν υπόκειται σε αυτοτελή αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, αρκεί να υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατ' αυτής (Α.Π.46/2020, Α.Π. 858/2017, Α.Π. 109/2016, Α.Π. 1720/2013). Μη οριστική απόφαση είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο, αφού κρίνει παραδεκτή την έφεση, στη συνέχεια, ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, διατάσσει την επανάληψη συζητήσεως, κατ' άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δικ., προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη (Α.Π. 46/2020, Α.Π. 1273/2017, Α.Π. 385/2009, Α.Π. 306/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δικ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά τον χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση. Η πριν από την απόφαση διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Αυτό αφορά τις προδικαστικές αποφάσεις και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί (Α.Π. 1421/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 Κ.Πολ.ΔΙΚ., συνάγεται ότι : α) Σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση της αιτήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της υποθέσεως. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας (ολ.Α.Π. 14/2011 και Α.Π. 24/2010] και β) σε περίπτωση αναιρέσεως της εφετειακής αποφάσεως, με την οποία προσδιορίσθηκε η οριστική αποζημίωση της απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως και παραπομπής της υποθέσεως εκ νέου στο Εφετείο, κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας είναι μεν, κατ' αρχήν, ο χρόνος της μετά την αναίρεση συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Εφετείου (ολ. Α.Π. 2/2015, Α.Π. 1054/2008, Α.Π. 821/2007), όμως, εάν πριν από την αναιρεθείσα οριστική απόφαση του Εφετείου είχε εκδοθεί προδικαστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς όμως η τελευταία αυτή απόφαση (προδικαστική) να αναιρεθεί, και εφόσον η προδικαστική αυτή δεν στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, τότε σημείο εκκινήσεως της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου, μετά την εκ νέου παραπομπή σ' αυτό της υποθέσεως, είναι εκείνο σε συνέχεια της προηγηθείσας διαδικασίας κατά την οποία είχε αρχίσει η συζήτηση της αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προδικαστική απόφαση και, συνεπώς, κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας της απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως είναι ο χρόνος συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η μη αναιρεθείσα προδικαστική απόφαση. Δηλαδή, ανάλογα με το σημείο εκκινήσεως της διαδικασίας στο δικαστήριο της παραπομπής καθορίζεται και ο χρόνος που καθίσταται κρίσιμος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου (Α.Π. 948/2020, Α.Π. 1411/1999). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4 , 556 παρ.1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δικ) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια της παραβιάσεως των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι, επομένως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., όσον αφορά το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου προσδιορισμού της αξίας της απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως, θα πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός των άλλων, όχι μόνον ότι αναιρέθηκε η αρχική οριστική απόφαση του Εφετείου, αλλά εάν συναναιρέθηκε ή μη και η εκδοθείσα, προγενέστερα αυτής, μη οριστική απόφαση του Εφετείου, π.χ. αυτή που διέταξε πραγματογνωμοσύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 8.12.2003 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων σ' αυτήν (αίτηση) απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους. Επί της ανωτέρω αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των παρεμβάσεων και ανταιτήσεων των καθ' ων η αίτηση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 47/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες και καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15.6.2005 αίτησή του, ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Επί της αιτήσεως αυτής, η συζήτηση της οποίας έλαβε χώρα στις 10.10.2006, ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, και των αυτοτελών αιτήσεων των καθ' ων, εκδόθηκε, κατ' αρχήν, η υπ' αριθμ. 1/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου οι πραγματογνώμονες να αποφανθούν τόσο για την αξία των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, όσο και ως προς τα ζητήματα αφ' ενός των ιδιαίτερων αποζημιώσεων των εναπομεινάντων τμημάτων και αφ' ετέρου της υπάρξεως ή μη ωφέλειας των τμημάτων αυτών για τις ιδιοκτησίες που υπήρχαν αντίστοιχα αιτήματα των αυτοτελώς αιτούντων, με κρίσιμο χρόνο, εκείνον της ενώπιόν του συζητήσεως της υποθέσεως (10.10.2006), εφ' όσον ο χρόνος αυτός απείχε από τον χρόνο καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως (8.10.2004), χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής εκδόθηκε από το Εφετείο Λαμίας η υπ' αριθμ. 10/2008 απόφασή του, η οποία αναιρέθηκε με την 1323/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, για τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' λόγο και η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας για περαιτέρω εκδίκαση. Η υπόθεση επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, με την από 16.10.2013 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου και με τις κλήσεις των καθ' ων, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 14.2.2017 (αρχική δικάσιμος 13.1.2015) και εκδόθηκε η προσβαλλομένη (13/2018) απόφασή του, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η αίτηση, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις και καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, με κρίσιμο χρόνο την 10.10.2006, δηλαδή εκείνον της προγενέστερης (αρχικής) ενώπιόν του συζητήσεως της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 1/2007 προδικαστική απόφασή του. Από την παραδεκτή επισκόπηση τόσον της προαναφερόμενης αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η υπ' αριθμ. 10/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας, όσο και της υπ' αριθμ. 1/2007 προδικαστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου Λαμίας), προκύπτει ότι η τελευταία αυτή εφετειακή απόφαση δεν στηρίζεται στην παράβαση για την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και, επομένως, δεν αναιρέθηκε, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως συναναιρεθείσα με αυτήν (υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου), ούτε ότι η αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη με βάση την ως άνω προδικαστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ήτοι η διαταχθείσα από αυτήν πραγματογνωμοσύνη, μπορεί να θεωρηθεί αναιρεθείσα ή συναναιρεθείσα, αφού δεν στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Λαμβάνοντας, επομένως, το Εφετείο ως κρίσιμο χρόνο τον προαναφερθέντα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, τις αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή της αμέσως παραπάνω νομικής σκέψεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της 10.10.2006 και όχι αυτόν της 14.2.2017, κατά την οποία συζητήθηκε ενώπιόν του η υπόθεση, μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2008 αποφάσεώς του, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, πέραν βεβαίως της αοριστίας του, εφ' όσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως εάν συναναιρέθηκε η όχι, με την υπ' αριθμ. 1323/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθμ. 1/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ολ. Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ειδικότερα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1935/2009, Α.Π. 9/2013, Α.Π. 101/2015). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των προεκτεθεισών κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου διατάξεων (17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 418/2014). Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ.8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1329/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος, τα ακόλουθα:
"Με την 1051527/4823/0010/26-6-2003 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 673/2.7.2003, τεύχος Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, Τμήμα Παράκαμψης Αγίου Κωνσταντίνου, έκτασης συνολικού εμβαδού 987.124,88 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του πρώην Δήμου Αγίου Κωνσταντίνου του Νομού Φθιώτιδας. Η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται υπό κλίμακα 1:1100 στα από μηνός Νοεμβρίου 2002 ακριβή αντίγραφα των με αριθμούς σχεδίων ΚΤ-1, ΚΤ- 2, ΚΤ-3, ΚΤ-4, ΚΤ-5, ΚΤ- 6 και ΚΤ-7 κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΕΥΔΕ - ΠΑΘΕ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία συνέταξε η ανάδοχος μελέτης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ.. Η άνω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη:
α) Του Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί από τις πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Έργων (αριθμός έργου
της ΣΑΕ
/
) και
β) των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται, υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 653/1977, όπως ισχύει. Στην ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων, ανταιτούντων και των κυρίως παρεμβαινόντων. Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου του Δήμου Φθιώτιδας και πολλά από αυτά έχουν οικοπεδική αξία, άλλα δε αγροτική αξία. Σ' αυτά υφίστανται ελαιόδενδρα, εσπεριδοειδή και άλλα οπωροφόρα δένδρα, διαφόρου ηλικίας και αναπτύξεως, περιφράξεις με σιδεροπασσάλους, αγροτικές αποθήκες κ.λπ. καθώς και κτίσματα, όπου λειτουργούν επιχειρήσεις, ενώ από ορισμένα ακίνητα απομένουν μερικότερα τμήματά τους εκτός απαλλοτριώσεως, τα οποία για συγκεκριμένους λόγους (απώλεια αρτιότητας ή οικοδομησιμότητας κ.λπ.) υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους. Η περιοχή όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι φυσικού κάλλους και ιδανική για παραθεριστική κατοικία, διότι:
α) απέχει λιγότερο από μία ώρα και τριάντα λεπτά από τα αστικά κέντρα των Αθηνών, της Θήβας, της Λειβαδιάς, της Καρδίτσας, των Τρικάλων και κυρίως της Λαμίας,
β) έχει καθημερινή ακτοπλοϊκή σύνδεση με τη Βόρεια Εύβοια και τις Σποράδες νήσους,
γ) βρίσκεται εντός της κτηματικής περιφέρειας του πρώην διευρυμένου Δήμου Αγ. Κων/νου Φθιώτιδας, που περιλαμβάνει εκτός από τον μητροπολιτικό Δήμο του Αγ. Κων/νου και τα Δημοτικά Διαμερίσματα Λόγγου και ’γναντης και είναι παρακείμενη του τουριστικού θέρετρου των Καμένων Βούρλων,
δ) έχει μεγάλη οικιστική ανάπτυξη, διότι πέραν των κατοικιών των δημοτών που υπάρχουν στον κυρίως οικοδομικό ιστό και εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου, υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή, δηλαδή εκτός σχεδίου πόλεως και κατά μήκος της εν λόγω αλλοτρίωσης περί τις 600 ηλεκτροδοτούμενες παραθεριστικές κατοικίες, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ.
/
-09-2007 έγγραφο του Δήμου Αγ. Κων/νου. Υπάρχουν επίσης κάμπινγκ, παραθεριστικοί οικισμοί (όπως
, ...,
, ..., ...,
κ.λπ.) καθώς και το ξενοδοχειακό συγκρότημα "..." και
ε) είναι χαρακτηρισμένη τουριστική περιοχή (ΦΕΚ 329/Α/10.12.1976) διότι, πέραν των ανωτέρω, έχει τα απαιτούμενα στοιχεία για την κατασκευή παραθεριστικών κατοικιών, δηλαδή, θέα, λόγω του επικλινούς του εδάφους, προς το λιμάνι του Αγ. Κων/νου, το Βόρειο Ευβοϊκό Κόλπο, τα Λιχαδονήσια και την Εύβοια, ενώ το μικροκλίμα της περιοχής είναι από τα καλύτερα, διότι συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Με τη με αριθμό 47/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ανταιτήσεων των καθ'ων, καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση ως ακολούθως:
Α. ΑΚΙΝΗΤΑ (εκτός σχεδίου)
1. Αγρός ποτιστικός με πρόσοψη επί της Ν.Ε.Ο και απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., το τ.μ. 70 (εβδομήντα) ευρώ.
2. Αγρός ξηρικός με πρόσοψη επί της Ν.Ε.Ο και απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., το τ.μ. 63 (εξήντα τρία) ευρώ.
3. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα Ι00-200 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 52 (πενήντα δύο) ευρώ.
4. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 48 (σαράντα οκτώ) ευρώ.
5. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη Θάλασσα 200-500 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ, 45 (σαράντα πέντε) ευρώ.
6. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 200-500 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 43 (σαράντα τρία) ευρώ 7. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα 500-800 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 38 (τριάντα οκτώ) ευρώ.
8. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 500-800 μ., χωρίς πρόσωπο σε δρόμο, το τ.μ. 35 (τριάντα πέντε) ευρώ.
9. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο αγροτική οδό, το τ.μ. 25 (είκοσι πέντε) ευρώ.
10. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 23 (είκοσι τρία) ευρώ.
11. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., χωρίς πρόσωπο σε δρόμο, το τ.μ. 16 (δέκα έξι) ευρώ.
12. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο στην εθνική οδό, το τ.μ. 30 (τριάντα) ευρώ. [........................].
Επίσης η Επιτροπή προεκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Φθιώτιδας (άρθρο 15 ν. 2882/2001) στην από 22-10-2003 έκθεση προεκτίμησης της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών, ως ακολούθως:
Α. ΑΚΙΝΗΤΑ (εκτός σχεδίου).
1. Αγρός ποτιστικός με πρόσοψη επί της Ν.Ε.Ο. και απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., το τ.μ. 10,85 ΕΥΡΩ.
2. Αγρός ξηρικός με πρόσοψη επί της Ν.Ε.Ο. και απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., το τ.μ. 8,57 ΕΥΡΩ.
3. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από την θάλασσα 100-200 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 5,97 ΕΥΡΩ.
4. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 100-200 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 5,28 ΕΥΡΩ.
5. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα 200-500 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 5,17 ΕΥΡΩ.
6. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 200-500 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 4,57 ΕΥΡΩ.
7. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα 500-800 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 4,77 ΕΥΡΩ.
8. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα 500-800 μ., χωρίς πρόσωπο σε δρόμο, το τ.μ. 4,22 ΕΥΡΩ.
9. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 1,04 ΕΥΡΩ.
10. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο σε αγροτική οδό, το τ.μ. 0,58 ΕΥΡΩ.
11. Αγρός ξηρικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., χωρίς πρόσωπο σε δρόμο, το τ.μ. 0,52 ΕΥΡΩ.
12. Αγρός ποτιστικός σε απόσταση από τη θάλασσα άνω των 800 μ., με πρόσωπο στην εθνική οδό, το τ.μ. 2,63 ΕΥΡΩ [...........].
Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο δεν αποδέχεται τις τιμές που προσδιόρισε το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας με την παραπάνω απόφασή του, ταυτιζόμενο με εκείνες που προσδιόρισε στην από 22-10-2003 έκθεσή της η ως άνω Επιτροπή του άρθρου 15 Κ.Α.Α.Α. και οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ., ενώ οι καθ' ων η αίτηση και αιτούντες ισχυρίζονται, ότι η πραγματική αξία των ακινήτων τους, που απαλλοτριώνονται αναγκαστικά, είναι πολύ μεγαλύτερη και προσκομίζουν τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία:
1) την 3838/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφορά στην διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στο τμήμα Προσκυνά μέχρι Τραγάνα Λοκρίδας. Κρίσιμος χρόνος 14-02-1997. Αξία για άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα 32,35 ευρώ ανά τ.μ.,
2) την 123/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας που αφορά στην διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στην περιοχή των διοδίων .... Κρίσιμος χρόνος 13-05-2003. Αξία για άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα 44 ευρώ ανά τ.μ.,
3) την 150/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας που αφορά στην διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στην περιοχή των διοδίων .... Κρίσιμος χρόνος 12-11-2002. Αξία 46,96 ευρώ ανά τ.μ. για αγροτεμάχια και 41,09 ευρώ ανά τ.μ. για ελαιοπερίβολα. Οι παραπάνω τρεις αποφάσεις αφορούν την περιοχή της ... Λοκρίδος. Τα ακίνητα της περιοχής αυτής συγκρινόμενα με τα ακίνητα της περιοχής του Αγ. Κων/νου Λοκρίδος (τα ένδικα απαλλοτριούμενα) είναι πολύ υποδεέστερα, δεδομένου ότι η Τραγάνα αποτελεί έναν μικρό οικισμό, ο οποίος απέχει από τη θάλασσα περίπου τρία χιλιόμετρα, είναι αγροτική περιοχή χωρίς καμία αξιόλογη τουριστική ανάπτυξη, εντελώς επίπεδη (τα ακίνητά της στερούνται θέας) και δεν έχει καμία οικιστική ανάπτυξη στην εκτός σχεδίου περιοχή της.
1) Την 8052/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορά την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στο τμήμα Σκάλα Αταλάντης μέχρι τον Κόμβο Λειβανατών. Κρίσιμος χρόνος 15-12.1995. Αξία για άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα 41,18 ευρώ ανά τ.μ.,
2) την 8053/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφορά την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στο τμήμα από τον Κόμβο Λειβανατών μέχρι τον Κόμβο Αρκίτσας. Κρίσιμος χρόνος 19-1-1996. Αξία για άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα από 29,41 ευρώ το τ.μ. έως 41,18 ευρώ ανά τ.μ.,
3) την 199/2004 Απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που αφορά βοηθητικό έργο στην περιοχή Λειβανατών Λοκρίδος. Κρίσιμος χρόνος 11-05-2004. Αξία ακινήτων από 70 έως 85 ανά τ.μ. Οι παραπάνω τρεις αποφάσεις αφορούν την περιοχή από την Σκάλα Αταλάντης μέχρι τον Κόμβο της Αρκίτσας και αναφέρονται σε ακίνητα των κτηματικών περιοχών Σκάλας Αταλάντης, Λειβανατών και Αρκίτσας. Τα ακίνητα των περιοχών αυτών συγκρινόμενα με τα ακίνητα της περιοχής του Αγ. Κων/νου Λοκρίδος (τα απαλλοτριούμενα) παρουσιάζουν κάποια δυνατότητα σύγκρισης, δεδομένου ότι υπάρχει κάποια σχετική οικιστική ανάπτυξη σε αυτές, αλλά δεν είναι χαρακτηρισμένες ως τουριστικές περιοχές. Πιο συγκεκριμένα είναι επίπεδες περιοχές, χωρίς θέα και βλάστηση (όπως πεύκα, δρύς, πλατάνια κ.λπ.), που κατά κόρον συναντώνται στις απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις του Αγ. Κων/νου. Οι περιοχές αυτές είναι κυρίως αγροτικές. 1) Την 6902/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αφορά την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, από Κόμβο Αρκίτσας μέχρι τον Λογγό Αγ. Κων/νου Λοκρίδος. Κρίσιμος χρόνος 06-10-1995. Η απόφαση αυτή προσδιορίζει διάφορες αξίες ήτοι 35,22 ευρώ ανά τ.μ., 38,15 ευρώ ανά τ.μ., 41,09 ευρώ ανά τ.μ., 44,02 ευρώ ανά τ.μ., 49,89 ευρώ ανά τ.μ., 55,76 ευρώ ανά τ.μ. Η περιοχή, την οποία αφορά η ως άνω απόφαση, αποτελεί το τμήμα της Εθνικής Οδού από τον Κόμβο Αρκίτσας μέχρι το Λογγό Αγ. Κων/νου, ήτοι από το τέλος του τμήματος αυτού (περιοχή ...) αρχίζει το προς εξέταση απαλλοτριούμενο τμήμα. Οπωσδήποτε η περιοχή αυτή είναι καλύτερη από τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες (περιοχή ... κ.λπ.), όμως από τα ακίνητά της ορισμένα (τα πλησιέστερα προς τον κόμβο Αρκίτσας) απέχουν αρκετά από την πόλη του Αγ. Κων/νου, τα δε υπόλοιπα πλησιάζουν μεν προς τον Αγ. Κων/νο, αλλά δεν αποτελούν ακίνητα της αυτής καθ' εαυτής οικιστικής και τουριστικής περιοχής του Αγ. Κων/νου, όπως τα ακίνητα που απαλλοτριώνονται με την παρούσα απαλλοτρίωση. Την 326/2005 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαμίας. Αφορά την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας - Θεσ/κης από τον Α.Κ. Ροδίτσας μέχρι τον Α.Κ. Αγ. Μαρίνας. Κρίσιμος χρόνος 10-06-2005. Η απόφαση αυτή προσδιορίζει αξίες για ακίνητα, τα οποία γειτνιάζουν της βιομηχανικής περιοχής Λαμίας προς 140 ευρώ το τ.μ. γι' αυτά που έχουν πρόσωπο στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας - Θεσ/κης και 160 ευρώ το τ.μ., γι' αυτά που έχουν πρόσωπο και στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας - Θεσ/κης και στην Παλαιά Εθνική Οδό Λαμίας - Βόλου. Η απόφαση αυτή προσδιορίζει αξίες για τα λοιπά ακίνητα της περιοχής αυτής από 60 έως 100 , ενώ προσδιορίζει τις ως άνω τιμές 140 και 160 ευρώ ανά τ.μ. για τα ακίνητα που γειτνιάζουν στην βιομηχανική περιοχή Λαμίας. Όλα τα παραπάνω συγκριτικά στοιχεία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δεδομένου ότι πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις που αφορούν απαλλοτριώσεις της ευρύτερης περιοχής και για πληθώρα ακινήτων. Αντιθέτως, τα επικαλούμενα από το Ελληνικό Δημόσιο συγκριτικά στοιχεία και ειδικότερα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, είναι υποδεέστερα των παραπάνω συγκριτικών στοιχείων, γιατί αφορούν συγκεκριμένο ακίνητο, η αξία του οποίου προσδιορίζεται και από άλλους παράγοντες. Σημειώνεται επίσης ότι η εκτίμηση της Επιτροπής προεκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Φθιώτιδας, προσδιόρισε σε χαμηλές, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τιμές την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η χάραξη του ΠΑΘΕ στο εξεταζόμενο τμήμα (Παράκαμψη Αγ. Κων/νου) και για το μεγαλύτερο μήκος του βρίσκεται σε απόσταση άνω των 500 μέτρων από τη θάλασσα. Οι περισσότερες υψηλού επιπέδου κατασκευής παραθεριστικές κατοικίες, από τις περίπου 600 ηλεκτροδοτούμενες που υπάρχουν στην εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή βρίσκονται σε απόσταση από 500 έως 1000 μέτρα από τη θάλασσα, διότι εκεί λόγω του επικλινούς του εδάφους έχουν την μεγαλύτερη θέα. Μόνη η απόσταση από τη θάλασσα δεν πρέπει να αποτελεί κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που απαλλοτριώνονται, αφού σχεδόν όλα απέχουν πάνω από 600 μέτρα από τη θάλασσα (εκτός ολίγων που γειτνιάζουν με τη θάλασσα στις δύο συνδετήριες οδούς που θα κατασκευαστούν, στην περιοχή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "..." και στη θέση "...". Έτσι από όλα τα ακίνητα η μετακίνηση προς τις παραλίες της περιοχής γίνεται με αυτοκίνητο, είτε η απόσταση από τη θάλασσα είναι 300 μέτρα, είτε 500, είτε 700 κ.λπ. και τούτο διότι σε ακίνητα, τα οποία, ως εκ της θέσεως τους, προορίζονται για παραθεριστικές κατοικίες, το μεγαλύτερο ρόλο παίζει η θέα τους προς τη θάλασσα. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην από μηνός Οκτωβρίου 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μπορούν να ενταχθούν στις παρακάτω ζώνες:
1) Τη Ζώνη Α, η οποία περιλαμβάνει μία ειδική κατηγορία ακινήτων, τα οποία απέχουν άνω των 800 μέτρων από τη θάλασσα και εφάπτονται της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας και βρίσκονται σε περιοχή που είναι χαρακτηρισμένη στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αγ. Κων/νου ως Αναπτυξιακή Ζώνη Βιοτεχνίας και εμπορίου. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στη περιοχή που ορίζεται ως Ζώνη Α τη δημιουργία χρήσεων με χαρακτήρα εμπορικό, βιοτεχνικό και βιομηχανικό με ιδιαίτερους ευνοϊκούς πολεοδομικούς όρους. Ήδη στην περιοχή εδώ και αρκετά χρόνια έχουν αναπτυχθεί τέτοιες χρήσεις, όπως κυρίως οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις της εταιρείας NUTRIA Α.Ε. (βιομηχανία τυποποίησης ελαίων και ελαιόλαδου, δημητριακών, σιλό αποθήκευσης δημητριακών κ.λπ.), αλλά και άλλες βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις, όπως ξυλουργικά εργοστάσια, επιχειρήσεις οικοδομικών υλικών, συνεργεία αυτοκινήτων, πωλήσεως ετοίμων κατοικιών (προκάτ), εξοχικές ταβέρνες κ.λπ. Όσον αφορά τους προαναφερόμενους ιδιαίτερους ευνοϊκούς πολεοδομικούς όρους που ισχύουν για τα παραπάνω βιομηχανικά ακίνητα της Ζώνης αυτής, αυτοί συνίστανται στο ότι ο συντελεστής δόμησης σε αυτά είναι 0,9, δηλαδή ανά στρέμμα επιτρέπεται η κατασκευή 900 τ.μ. κτίσματος.
Συνεπώς, με βάση όλα τα παραπάνω, για την παρούσα κατηγορία ακινήτων (Ζώνη Α) το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η πραγματική αξία των ακινήτων των αιτούντων κατά τον κρίσιμο χρόνο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι εκείνος της πρώτης συζήτησης των υπό κρίση αιτήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (10-10-06), δεδομένου ότι μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και εκείνης της συζητήσεως της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους, λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτρίωσης ή της πραγματοποίησης του έργου, που αφορά η απαλλοτρίωση, ή η τυχόν ανατίμηση, που προέρχεται από ενέργειες των ιδιοκτητών στα απαλλοτριωμένα, που έγιναν μετά την κατά νόμο ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνον εξ αυτής, ανέρχεται σε ογδόντα (80) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
2α) Τη Ζώνη Β1, η οποία περιλαμβάνει μία ειδική κατηγορία ακινήτων που απέχουν από 500 έως 800 μέτρα από τη θάλασσα και βρίσκονται είτε εντός ζώνης του εγκεκριμένου οικισμού "..." ,είτε εφάπτονται στην επαρχιακή οδό Αγ. Κων/νου - ....
Για την παρούσα κατηγορία ακινήτων (Ζώνη Β1) η αξία της γης ανέρχεται, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της 10-10-06, σε πενήντα έξι (56) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
2β) Τη Ζώνη Β2, η οποία περιλαμβάνει μία ειδική κατηγορία ακινήτων που απέχουν από 100 έως 200 μέτρα από τη θάλασσα, στη θέση "..." (στην προκειμένη κατηγορία εντάσσονται δύο ακίνητα), για τα ακίνητα της οποίας, η αξία της γης ανέρχεται, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της 10-10-06, επίσης σε πενήντα έξι (56) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
2γ) Τη Ζώνη Β3, η οποία περιλαμβάνει μία ειδική κατηγορία ακινήτων, εκ των οποίων μερικά απέχουν από 100 έως 200 μέτρα από τη θάλασσα και τα υπόλοιπα από 200 έως 500, τα οποία έχουν την ίδια αξία. Μερικά από τα ακίνητα της ζώνης αυτής (Ζώνη Β3) ανήκουν και τα υπόλοιπα είναι πλησίον του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "..." και περιλαμβάνονται στους οικισμούς "..." και "...", όπου υπάρχουν, από δεκαετίες ακόμη, πολλές παραθεριστικές κατοικίες. Με βάση όλα τα παραπάνω, η αξία της γης ανέρχεται, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της 10-10-06, σε πενήντα έξι (56) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
3) Τη Ζώνη Γ, η οποία περιλαμβάνει μία ειδική κατηγορία ακινήτων, εκ των οποίων μερικά απέχουν από 500 έως 800 μέτρα από τη θάλασσα και τα υπόλοιπα άνω των 800 μέτρων από αυτή, τα οποία, όμως, έχουν την ίδια αξία. Τα ακίνητα της Ζώνης αυτής αποτελούν ποσοστό άνω του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνόλου των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Στην κατηγορία αυτή των ακινήτων είναι αυτά τα οποία έχουν την πλέον εξαιρετική θέα προς τη θάλασσα και τον μυχό του κόλπου του
και στην περιοχή αυτή βρίσκονται οι περισσότερες από τις παραθεριστικές κατοικίες. Η εξαιρετική αυτή θέα οφείλεται στο ότι το υψομετρικό επίπεδο των ακινήτων αυτών, κατά μήκος των οποίων διέρχεται ο ΠΑΘΕ, βρίσκεται στο υψηλότερο δυνατό σημείο της ευρύτερης περιοχής.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, για την παρούσα κατηγορία ακινήτων (Ζώνη Γ) η αξία της γης ανέρχεται, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της 10-10-06, σε σαράντα (40) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Σε καθεμία από τις παραπάνω ζώνες περιλαμβάνονται τα παρακάτω ακίνητα με το αντίστοιχο ΚΠ.
ΖΩΝΗ Α' ιδιοκτησίες με ΚΠ:
.
ΖΩΝΗ Β.1, ιδιοκτησίες με ΚΠ: ....
ΖΩΝΗ Β.2 ιδιοκτησία με ΚΠ
ΖΩΝΗ Β.3, ιδιοκτησίες με ΚΠ:
και
ΖΩΝΗ Γ, ιδιοκτησίες με ΚΠ:
".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν τόσον ενώπιόν του, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε την αίτηση προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως, τη φύση των απαλλοτριουμένων ακινήτων, τον τρόπο εκμεταλλεύσεώς τους, αλλά κυρίως την θέση τους στην περιοχή - η οποία είναι ιδανική για παραθεριστική κατοικία, έχει μεγάλη οικιστική ανάπτυξη, είναι χαρακτηρισμένη τουριστική περιοχή - την έκθεση της από 5.10.2007 δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τους πραγματογνώμονες αγρονόμους τοπογράφους μηχανικούς Β. Ε., Κ. Σ. και Μ. Α., τις ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις) των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, την 47/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως, τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που καθορίστηκαν από το ίδιο δικαστήριο και από άλλα για απαλλοτριωμένα ακίνητα στην ίδια περιοχή με σχετικές αποφάσεις τους, οι οποίες προσκομίστηκαν σ' αυτό ως συγκριτικά στοιχεία και τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφασή του. Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση των προσδιορισθεισών από το ίδιο πραγματικών αξιών των απαλλοτριωμένων ακινήτων από εκείνες που προκύπτουν κατά το αντικειμενικό σύστημα και τις επί τη βάσει αυτών αξίες της από 22.10.2003 εκθέσεως προεκτιμήσεως της Εκτιμητικής Επιτροπής, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αιτιολογώντας μάλιστα την απόκλισή του από αυτήν. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ειδικώς η μεγάλη απόκλιση των αξιών από τις αναφερόμενες στην από 22.10.2003 έκθεση προεκτιμήσεως αξίες των απαλλοτριωμένων ακινήτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φθιώτιδας, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Με τον ίδιο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας αυτού σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, η ιδιαίτερη δε αποζημίωση καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριωμένο τμήμα. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (ολ. Α.Π. 31/2005). Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος. Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως", της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 96/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,
β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και
γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον ’ρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το συναφή τρίτο κατά το ένα μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή το Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομένοντα εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, το αναιρεσείον διατείνεται ότι "το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι πρέπει να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων:
α) Εξ αιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε. και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
).
β) Εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας και του ενιαίου της ιδιοκτησίας(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
).
γ) Εξ αιτίας απώλειας της οικοδομησιμότητας του εναπομένοντος τμήματος (ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
.,
).
δ) Εξ αιτίας της γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του, που καθιστά αδύνατη τη πρόσβασή του (ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
,
,
).
ε) Εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως χρήσεως, γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
,
).
στ) Εξ αιτίας απώλειας της αρχικής αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
).
ζ) Εξ αιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική, γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο((ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
.).
η) Εξ αιτίας απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, απώλεια του ενιαίου αυτής, γειτνίασής της στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
,
,
.,
.,
.).
θ) Εξ αιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, του ενιαίου αυτής, της αχρήστευσης της έκτασης και της γειτνίασής της στον Π.Α.Θ.Ε.(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
).
ι) Εξ αιτίας αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
,
,
,
,
,
,
.,
,
,
,
).
κ) Εξ αιτίας του ότι το εναπομένον τμήμα υφίσταται καταστροφές από τη ροή των ομβρίων υδάτων, λόγω ανυπαρξίας αντιπλημμυρικού έργου(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
,
.).
λ)Εξαιτίας της μετατροπής της εναπομένουσας έκτασης σε τριγωνικό σχήμα, της ανυπαρξίας δυνατότητας ουσιαστικής εκμετάλλευσης, της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ
).
μ) Εξ αιτίας του ότι στην εναπομένουσα έκταση και στο πρόσωπο αυτής προς την Π.Α.Θ.Ε.. δημιουργείται πρανές με μεγάλη υψομετρική διαφορά, που καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στο νέο έργο και λόγω γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ
).
ν) Εξ αιτίας της αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής της στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ
,
.,
.,
,
,
,
).
ξ) Εξ αιτίας της διακοπής του ενιαίου της αρχικής ιδιοκτησίας της γειτνίασής της στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο(ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ
).
ο) Εξ αιτίας προβλημάτων στατικότητας της υπάρχουσας σ' αυτό οικίας και της γειτνίασή του στον Π.Α.Θ.Ε.(ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ
), χωρίς όμως να διευκρινίζει, όπως έπρεπε:
α) τον χαρακτήρα των απαλλοτριωθέντων ως αγροτικών ή αστικών και την κατά προορισμό χρήση τους,
β) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων ως άνω αναιρεσιβλήτων, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν, τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους μήκους, προσώπου σε οδό κ.λπ.) τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων,
γ) τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής,
δ) τις διαστάσεις (βάθους μήκους προσώπου) των ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού,
ε) τις δυνατότητες προσβάσεως που είχαν τα ένδικα ακίνητα προ της απαλλοτρίωσης και αυτές που διαθέτουν μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, και
ζ) τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες των ένδικων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην μείωση της αγοραίας αξίας τους".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το εν λόγω ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση των απαλλοτριούμενων ακινήτων προς το νέο έργο, λόγω της περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του ανάγλυφου της περιοχής υφίστανται είτε ορύγματα, είτε επιχώματα, κυμαινόμενου ύψους από 2 - 25 μέτρα, καθώς επίσης ότι, λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας, όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση, καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχομένων οχημάτων, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, πέραν των εκτεθέντων ανωτέρω, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "........... Όσον αφορά το ζήτημα εάν μετά την απαλλοτρίωση υφίστανται μείωση της αξίας οι εναπομένουσες εκτάσεις των ακινήτων ή αν αυτές καθίστανται άχρηστες για την χρήση για την οποία προορίζονται, λαμβανομένης υπόψη της απώλειας της δυνατότητας προσπέλασης, της πάσης φύσεως ρύπανσης, αλλά κυρίως της απώλειας της αρτιότητας ή της οικοδομησιμότητας ή και της αχρήστευσης αυτών θα γίνει λόγος παρακάτω στην παρούσα απόφαση για καθεμία ιδιοκτησία ξεχωριστά (βλ. οπισθία σελ. 112ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως και επ.):
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 1.376,43 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 617,51 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 758,92 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, λόγω γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 1.342,99 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 182,97 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 1.160,02 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 26.392,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.772,94 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 2.178,06 τ.μ. και άρτια και οικοδομήσιμη εμβαδού 20.441,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας αρτιότητας και οικοδομησιμότητας και του ενιαίου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.053,18 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.561,72 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: 'Αρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 5.491,46 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της οικοδομησιμότητας του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.874,75 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 743,99 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 2.130,76 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το σαράντα τοις εκατό (40%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του, που καθιστά αδύνατη τη πρόσβασή του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.270,98 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 407,53 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 335,95 τ.μ. και μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 1.527,51 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης για το πρώτο παραπάνω τμήμα (335,95 τ.μ.) και ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για το δεύτερο παραπάνω τμήμα (1.527,51 τ.μ.) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως χρήσεως για το πρώτο τμήμα και γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο αμφοτέρων των τμημάτων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 819,80 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 396,33 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 423,27 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και δημιουργίας πρανούς στην πρόσοψή του, που καθιστά αδύνατη την πρόσβασή του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 20.294,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 19.990,20 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη εμβαδού 304,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρχικής αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.254,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 398,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 856,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.324,00 τ.μ. αποτελούμενη από δυο τμήματα, το πρώτο εμβαδού 1.756,29 τ.μ. και το δεύτερο εμβαδού 1.246,95 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Συνολικά 2.127,80 τ.μ., δηλαδή από το πρώτο παραπάνω τμήμα εμβαδό 1.418,35 τ.μ., και από το δεύτερο παραπάνω τμήμα εμβαδό 709,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 875,44 τ.μ., αποτελούμενη από δυο τμήματα, το πρώτο εμβαδού 337,94 τ.μ. και το δεύτερο εμβαδού 537,50 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αδυναμίας αναπτύξεως οποιασδήποτε χρήσεως σ' αυτό, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.058,69 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 169,71 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 3.888,98 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.486,81 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 641,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 845,36 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική κατοικία σε αγροτική, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.574,50 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.690,44 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις, η πρώτη εμβαδού 2.656,00 τ.μ. και η δεύτερη εμβαδού 3.228,06 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) για την έκταση εμβαδού 2.656,00 τ.μ. και εξήντα τοις εκατό (60%) για την έκταση εμβαδού 3.228,06 τ.μ. της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, απώλειας του ενιαίου αυτής, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.085,55 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.435,04 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη εμβαδού 2.650,51.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 3.074,78 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.511,41 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις, η πρώτη εμβαδού 666,93 τ.μ. και η δεύτερη εμβαδού 896,12 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, απώλειας του ενιαίου αυτής, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 2.088,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 734,27 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτιες και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.353,73 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.088,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 647,70 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.440,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.001,81 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 607,33 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.394,48 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της Αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.108,88 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.027,02 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 3.081,86 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.479,33 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.376,04 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.103,29 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.339,21 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.754,87 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.584,34 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.691,82 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.012,26 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.679,56 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική κατοικία σε αγροτική, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.248,77 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 942,31 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.306,46 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική κατοικία σε αγροτική, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.767,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.636,47 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 3.130,53 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.119,55 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.875,70 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 243,85 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.385,26 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.361,94 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.023,32 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.523,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.356,80 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.166,20 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.740,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 5.806,21 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.933,79 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.322,02 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.626,38 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.695,64 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 9.081,75 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 6.672,34 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.409,41 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.241,54 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 4.562,29 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.679,25 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.345,70 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.605,24 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.740,46 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.784,30 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.778,82 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.765,85 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.153,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.346,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση συνολικού εμβαδού 1.807,00 τ.μ., αποτελούμενη από τρία μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα, του πρώτου εμβαδού 1.226,00 τ.μ., του δευτέρου εμβαδού 462,00 τ.μ. και του τρίτου εμβαδού 119,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία και αχρηστεύσεως του δευτέρου και τρίτου των τμημάτων του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 12.199,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 9.629,00 τ.μ.
γ)Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2.570,60 τ.μ. αποτελούμενη από δυο τμήματα, του πρώτου εμβαδού 1.382,60 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 1.188,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.319,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.543,59 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 1.775,41 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
και
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 23.318,27 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 15.440,72 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Συνολική έκταση εμβαδού 7.877,55 τ.μ., αποτελούμενη από τρία τμήματα, του πρώτου μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 1.459,53 τ.μ., του δευτέρου αρτίου και οικοδομήσιμου εμβαδού 6.411,43 τ.μ. και του τρίτου μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 6,59 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) για το πρώτο παραπάνω τμήμα (1.459,53 τ.μ.) και με το ενενήντα τοις εκατό (90%) για το τρίτο παραπάνω τμήμα (6,59 τ.μ.) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, του ενιαίου αυτής, της αχρήστευσης τρίτης παραπάνω έκτασης και της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση:' Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.349,91 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 602,23 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 3.747,68 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) τη αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ - .. .
Α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.710,28 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.569,07 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 141,21τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.857,67 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.855,10 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη έκταση εμβαδού 2,57τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.185,61 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.302,21 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Συνολική έκταση εμβαδού 1.883,40 τ.μ., αποτελούμενη από δυο μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα, του πρώτου εμβαδού 1.276,50 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 606,09 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, του ενιαίου αυτής, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.346,65 τ.μ,
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.769,81 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.576,84 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 23.660,29 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.185,91 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 21.474,38 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το σαράντα τοις εκατό (40%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας του ότι το εναπομένον τμήμα υφίσταται καταστροφές από την ροή των ομβρίων υδάτων, λόγω ανυπαρξίας αντιπλημμυρικού έργου.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 14.892,70 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 12.097,60 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.795,10 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.413,98 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 970,80 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.443,18 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.891,54 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.408,40 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.483,14 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.053,70 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 6.053,20 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.000,50 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.617,52 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.252,92 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.364,60 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.031,28 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.009,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.022,28 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.557,36 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.360,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.196,51 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.414,08 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.578,24 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 835,84 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.586,61 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.607,51 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.979,10 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.553,50 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.346,36 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.207,14 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το σαράντα τοις εκατό (40%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της μετατροπής της εναπομένουσας έκτασης σε τριγωνικό σχήμα, της ανυπαρξίας δυνατότητας ουσιαστικής εκμετάλλεσης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.014,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.842,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.171,55 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.964,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.900,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.064,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.688,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.267,82 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 5.420,18 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας του ότι στην εναπομένουσα έκταση και στο πρόσωπο αυτής προς την ΠΑΘΕ, δημιουργείται πρανές με μεγάλη υψομετρική διαφορά, που καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στο νέο έργο και λόγω της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.255,46 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.550,65 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 704,81 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.760,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 4.388,27 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.803,70 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 4.832,64 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας, εμβαδού 1.111,56 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.721,08 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.005,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 600,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.405,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 495,24 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 255,24 τ.μ.
γ)Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 240,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εξήντα τοις εκατό (60%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως του εναπομένοντος τμήματος, λόγω της μικρής εκτάσεως αυτού.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 305,03 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 240,79 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 64,24 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως του εναπομένοντος τμήματος, λόγω της μικρής εκτάσεως αυτού.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 744,42 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 372,21 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 372,21 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.683,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.278,92 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.404,08 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.180,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.158,20 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.021,80 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.360,23 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.787,96 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, του πρώτου εμβαδού 1.985,14 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 2.587,13 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) για την έκταση εμβαδού 1.985,14 τ.μ. και με το εξήντα τοις εκατό (60%) για την έκταση εμβαδού 2.587,13 τ.μ. της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της απώλειας του ενιαίου της ιδιοκτησίας, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 6.123,53 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας, εμβαδού 4.950,92 τ.μ.
γ)Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.172,61 τ. μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της απώλειας του ενιαίου της ιδιοκτησίας, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.714,21 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.075,21 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.639,00τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 8.103,10 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 7.024,30 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.078,80 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.946,13 τ.μ. β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.074,18 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εμβαδού 871,95 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της αχρηστεύσεως του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
.
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.565,78 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.930,33 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 635,45 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της αχρηστεύσεως του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.562,29 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.539,68 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.022,61 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.165,77 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.983,37 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 182,40 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξ αιτίας της απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της απομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.401,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.713,39 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.687,61 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.003,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 592,68 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.410,32 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.319,08 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.505,78 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 813,30 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.016,05 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 818,80 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 197,25 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της αχρηστεύσεως της εναπομένουσας ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.074,76 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 816,34 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 258,42 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.031,75 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.699,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.331,90 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 9.172,59 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 8.540,59 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 632,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία και της εντέλει αχρηστεύσεως του υπολοίπου τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.000,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 4.089,95 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, του πρώτου εμβαδού 785,10 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 1.124,95 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 6.000,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.383,25 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, του πρώτου εμβαδού 527,25 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 3.089,50 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 959,20 τ.μ. β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 659,58 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 299,62 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 17.651,15 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 4.599,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα άρτια και οικοδομήσιμα, του πρώτουεμβαδού 6.460,70 τ.μ. και του δευτέρου εμβαδού 6.590,60 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της διακοπής του ενιαίου της αρχικής ιδιοκτησίας, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ
α) Αρχική έκταση: Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.919,30 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 132,94 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.786,36 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της απομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ
α) Αρχική έκταση: Συνολικού εμβαδού 1.206,70 τ.μ., αποτελούμενη από τρία τμήματα, του πρώτου άρτιου και οικοδομήσιμου εμβαδού 225,70 τ.μ., του δευτέρου μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 894,72 τ.μ. και του τρίτου μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 86,71 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 504,90 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο από το πρώτο παραπάνω τμήμα εμβαδού 41,29 τ.μ., τμήμα μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο από το δεύτερο παραπάνω τμήμα εμβαδού 650,16 τ.μ., ενώ στο τρίτο παραπάνω τμήμα δεν υπάρχει εναπομένουσα έκταση
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως των εναπομενόντων τμημάτων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.153,07 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.948,87 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 104,20 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως του εναπομένοντος τμήματος.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 10.005,50 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 8.587,80 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.417,70 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 43.501,08 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 15.064,17 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τρία εδαφικά τμήματα, του πρώτου αρτίου και οικοδομήσιμου εμβαδού 19.965,81 τ.μ., του δευτέρου αρτίου αλλά μη οικοδομήσιμου εμβαδού 8.200,02 τ.μ. και του τρίτου μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 271,08 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση, για μεν το δεύτερο παραπάνω τμήμα (8.200,02 τμ) ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα, για δε το τρίτο παραπάνω τμήμα (271,08 τμ) ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης, λόγω της αχρηστεύσεώς του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 20.440,00τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 10.174,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Δυο τμήματα, του πρώτου μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου εμβαδού 2.516,00 τ.μ. και του δευτέρου αρτίου και οικοδομήσιμου εμβαδού 7.750,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του πρώτου παραπάνω τμήματος (2.516,00) τ.μ., ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.128,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 352,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.776,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.595,30 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 5.085,80 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 509,50 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία και ουσιαστικά αχρηστεύσεως αυτής, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.724,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.990,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.734,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.851,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.990,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 861,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.142,86 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 863,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.279,41 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.210,76 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.368,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.842,31 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας των καταστροφών που δέχεται το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας εκ της εισροής ομβρίων υδάτων σ' αυτό, λόγω ανυπαρξίας αντιπλημμυρικών έργων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.026,37 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 475,45 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.550,92 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας των καταστροφών που δέχεται το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας εκ της εισροής ομβρίων υδάτων σ' αυτό, λόγω ανυπαρξίας αντιπλημμυρικών έργων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.288,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.700,31 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.587,69 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 17.741,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 14.215,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.526,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.013,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 444,23 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.568,77 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 775,10 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 631,10 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 144,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.184,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.831,39 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.352,61 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.068,53 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.260,40 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.808,13 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
και
.
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.938,35 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.467,22 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 471,13 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της ουσιαστικής αχρηστεύσεως της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 8.482,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 7.441,09 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.040,91 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.750,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 6.775,83 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 974,17 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
Α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.537,19 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.001,08 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.536,11 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της γειτνίασης του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.607,53 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.251,14 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.356,39 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.870,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.375,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.494,15 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.095,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 168,19 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.926,81 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.675,42 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.433,27 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 242,15 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρηστεύσεως της εναπομένουσας εκτάσεως, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.181,22 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 761,28 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.419,94 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίοοση του τμήματος αυτού, ίση με το είκοσι τοις εκατό (20%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.065,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 685,79 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.379,21 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.875,34 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.267,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.607,49 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 394,19 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 255,79 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 138,40 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.426,22 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 806,86 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.619,36 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 5.091,93 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.304,49 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.787,44 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εξήντα τοις εκατό (60%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 7.620,90 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.034,29 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα, το μεν πρώτο άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 4.556,61, το δε δεύτερο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 30,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το δεύτερο παραπάνω τμήμα (30,00 τ.μ.), ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρήστευσης αυτού.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 8.221,99 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 4.870,50 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.351,49 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στου Π.Α.Θ.Ε. και της μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.275,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 230,55 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.044,45 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.030,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.457,00 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 573,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.602,42 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.393,82 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.208,60 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 3.326,41 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.547,53 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.778,88 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής της χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 9.352,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.815,54 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο εμβαδού 5.536,46 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.581,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.955,85 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 625,15 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη οζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 13.303,75 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 9.450,52 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.853,23 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εξήντα τοις εκατό (60%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 9.500,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 7.198,69 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.301,31 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.403,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 612,98 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 790,02 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρήστευσης της εναπομένουσας έκτασης, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 8.184,48 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.803,70 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 6.380,78 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 40.842,34 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 7.442,34 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Δυο τμήματα το μεν πρώτο άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 20.000,00 τ.μ. το δε δεύτερο άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο εμβαδού 13.400,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του δευτέρου παραπάνω τμήματος (13.400,00 τ.μ.), ίση με το σαράντα τοις εκατό (40%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της οικοδομησιμότητας που είχε η αρχική ιδιοκτησία.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 500,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 205,00 τ.μ. γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 295,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) τη αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 300,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 174,19 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 125,81 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 600,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 125,48 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 474,52 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.260,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 492,79 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 767,21 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξ αιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.186,50 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 322,01 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.864,49 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 746,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 144,24 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 601,76 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 705,70 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 106,55 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 599,15 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 2.103,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 85,58 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 2.017,42 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 500,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 57,90 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 442,10 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) τη αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.055,17 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 166,89 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση:Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.888,28 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 8.692,94 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 3.116,54 τ.μ.
γ) Εναπομένουσες εκτάσεις: Δυο τμήματα, το μεν πρώτο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 980,40 τ.μ., το δε δεύτερο άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο εμβαδού 4.596,00 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων αυτών, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης για το τμήμα εμβαδού 980,40 τ.μ. και με το εξήντα τοις εκατό (60%) της αποζημίωσης για το τμήμα εμβαδού 4.596,00 τ.μ. που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του πρώτου παραπάνω τμήματος, απώλειας οικοδομησιμότητας του δευτέρου παραπάνω τμήματος, απώλειας του ενιαίου της ιδιοκτησίας, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο των εναπομενουσών εκτάσεων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.500,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 414,37 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.085,63 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ
,
.,
και
Εναπομένουσες εκτάσεις:
α) Τμήμα ιδιοκτησίας με α.α
. μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.527,91 τ.μ.,
β) Τμήμα ιδιοκτησίας με α.α
μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 334,44 τ.μ., γ) Τμήμα ιδιοκτησίας με α.α
μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 234,31 τ.μ., δ) Τμήμα ιδιοκτησίας με α.α
μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 215,40 τ.μ. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίου Κωνσταντίνου και είναι μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες λόγω γειτνίασής τους στον Π.Α.Θ.Ε. και της αδυναμίας προσβάσεώς τους στο νέο χώρο, κρίνεται ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομενόντων τμημάτων τους, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των εν λόγω ιδιοκτησιών.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.800,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 66,66 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση :Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.733,34 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται μείωση της αξίας του ακινήτου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει καμία εκ των παραπάνω αναφερομένων προϋποθέσεων και λόγω της μικρής απαλλοτριούμενης έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 952,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 263,30 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 688,70 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.018,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 227,28 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 790,72 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε., μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης και απαλλοτριώσεως του αυλείου χώρου της ιδιοκτησίας.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.604,28 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 628,64 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.975,64 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας της ιδιοκτησίας, αλλαγής χρήσης από παραθεριστική σε αγροτική κατοικία, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.030,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 260,75 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.769,25 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας της ιδιοκτησίας, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.696,58 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 1.044,37 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 652,21 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρηστεύσεως της εναπομένουσας εκτάσεως και μη πρόσβασης αυτής στο νέο έργο.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 20.890,00 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 2.874,05 τ.μ.
γ) Εναπομένουσες εκτάσεις: Δυο τμήματα, το μεν πρώτο άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 15.905,22 τ.μ. το δε δεύτερο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εμβαδού 2.065,73 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του δευτέρου παραπάνω τμήματος (2.065,73 τ.μ.), ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του τμήματος αυτού, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: ’ρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 21.919,80 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 5.039,50 τ.μ.
γ) Εναπομένουσες εκτάσεις: Τρία τμήματα, το μεν πρώτο άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 12.716,20 τ.μ., το δεύτερο άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 4.040,40 τ.μ. και το τρίτο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 123,70 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τρίτου παραπάνω τμήματος (123,70 τ.μ.), ίση με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα το ακινήτου, εξαιτίας ουσιαστικής αχρηστεύσεώς του.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: 'Αρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 4.235,86 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 521,21 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 3.714,65 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το σαράντα τοις εκατό (40%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του τμήματος αυτού, της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε. και μη πρόσβασης στο νέο έργο της εναπομένουσας έκτασης.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ -
α) Αρχική έκταση: Μη άρτια και μη οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 1.911,12 τ.μ.
β) Απαλλοτριούμενη έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού 207,14 τ.μ.
γ) Εναπομένουσα έκταση: Τμήμα ιδιοκτησίας μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 1.703,98 τ.μ.
δ) Αποζημίωση: Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση του τμήματος αυτού, ίση με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αποζημίωσης που ορίζεται για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, εξαιτίας προβλημάτων στατικότητας της υπάρχουσας σ' αυτό οικίας και της γειτνίασής του στον Π.Α.Θ.Ε.".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και επιδικάζοντας ιδιαίτερη αποζημίωση για τα παραπάνω τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δοθέντος ότι παρέθεσε για κάθε ακίνητο χωριστά τους λόγους για τους οποίους τα απομένοντα τμήματα υφίστανται υποτίμηση της αξίας τους και καθόρισε με βάση αυτούς το ποσοστό μειώσεως της αξίας καθενός. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την απώλεια της δυνατότητας προσπελάσεως των ακινήτων στο νέο έργο, λόγω της περιφράξεως αυτού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του αναγλύφου της περιοχής δημιουργούνται είτε ορύγματα, είτε επιχώματα, κυμαινόμενου ύψους από 2 - 25 μέτρα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, λόγω της ιδιότητας του έργου, ως αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας, όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχομένων από το νέο αυτοκινητόδρομο οχημάτων, καθώς και την απώλεια της αρτιότητας ή της οικοδομησιμότητας ή και την αχρήστευση αυτών, με συνέπεια να υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους (βλ. ως προς την σημαντική μείωση της αξίας τους, β' σελ. του 100ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως, παραδοχές, που έχουν ήδη εκτεθεί για την έρευνα του δευτέρου λόγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως), στη συνέχεια παραθέτει ειδικά για κάθε ιδιοκτησία την κατάστασή της πριν από την απαλλοτρίωση, αν, δηλαδή, αυτή ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αν είχε πρόσωπο και πρόσβαση στην Εθνική ή σε άλλη οδό, καθώς και την κατάστασή της μετά την απαλλοτρίωση, όπως αυτή διαμορφώνεται από τους απομειωτικούς της αξίας της, ένεκα της απαλλοτριώσεως, παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως της εναπομένουσας εκτάσεώς της, ήτοι την απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς της, την αδυναμία προσβάσεως στο νέο έργο, λόγω του περίκλειστου αυτού, αλλά και των δημιουργουμένων ορυγμάτων ή επιχωμάτων, που έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλες υψομετρικές διαφορές μεταξύ του νέου έργου και των εναπομενόντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων και επίσης την αδυναμία ή δυσχέρεια της καλλιέργειας, λόγω του ελάχιστου εμβαδού ή του εντελώς ακανόνιστου σχήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να παραθέσει και το πλήρες περιεχόμενο των ισχυουσών διατάξεων, στις οποίες αναφέρεται και εφαρμόζει (Α.Π. 948/2020).
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το υπόλοιπο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, επίσης, η, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν εάν οι αιτούντες τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τις εναπομένουσες εκτάσεις τους και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν υποβάλει την, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2882/2001, έκθεση της επιτροπής ή τη βεβαίωση περί μη συντάξεως αυτής. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, για τους κάτωθι λόγους: Όπως έχει ήδη εκτεθεί, το Εφετείο συνεκδίκασε το πρώτον στις 10.10.2006 την υποβληθείσα από το αναιρεσείον αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τις αυτοτελείς αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες ζητούσαν, εκτός άλλων, και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως και επί των οποίων αιτήσεων (Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών) εκδόθηκε αρχικά η 1/2007 απόφασή του (Εφετείου), με την οποία ανεβλήθη η έκδοση της οριστικής αποφάσεώς του και διατάχθηκε η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Μεταξύ των ταχθέντων θεμάτων πραγματογνωμοσύνης, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω εφετειακής αποφάσεως προκύπτει, ήταν οι πραγματογνώμονες να γνωμοδοτήσουν αιτιολογημένα για το αν υφίστανται μείωση της αξίας τους ή καθίστανται άχρηστα για την χρήση για την οποία προορίζονται τα τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση. Στην κρίση αυτή το ως άνω Δικαστήριο κατέληξε αφού προηγουμένως ερεύνησε το παραδεκτό των σχετικών αιτημάτων, αναφέροντας σχετικώς ότι "Επίσης είναι παραδεκτές και όσον αφορά το αίτημα περί προσδιορισμού της, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Κ.Α.Α.Α. σε συνδυασμό με την παράγραφο 6 εδ. β' του άρθρου 15 ν. 2882/2001, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2985/2002, ιδιαίτερης αποζημιώσεως, αφού προσκομίζονται οι απαιτούμενες, με ποινή το απαράδεκτο του συγκεκριμένου αιτήματος, αιτήσεις προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, καθώς και οι αντίστοιχες εκθέσεις προεκτιμήσεως της ως άνω Επιτροπής για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων". Το ζήτημα, επομένως, του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών εξετάστηκε κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, όπως τούτο βεβαιώνεται στην 1/2007 μη οριστική απόφασή του, η οποία δεν αναιρέθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, και συνεχίζει να ισχύει και να παράγει αποτελέσματα, με συνέπεια να μην απαιτείται η εκ νέου έρευνα περί του παραδεκτού των ως άνω αιτήσεων και από την προσβαλλομένη απόφαση. Στην ως άνω μη οριστική απόφαση, άλλωστε, αναφέρθηκε το Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη παραδοχή "... Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με τις παραπάνω αναφερόμενες κλήσεις του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και των αιτούντων - ιδιοκτητών των απαλλοτριωμένων ακινήτων. Ειδικότερα, με τις αριθμ. πινακίου
.,
,
.,
.,
.,
,
,
,
,
,
,
.,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
και
κλήσεις του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, των αιτούντων - ιδιοκτητών και των αυτοτελώς αιτούντων, φέρονται σε περαιτέρω συζήτηση οι αντίστοιχες αιτήσεις τους, με τις οποίες ζητούν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, τα επικείμενα αυτών και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, καθώς και η ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτησιών τους, για όσες ιδιοκτησίες υποβάλλονται τα δύο τελευταία αιτήματα, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1/2007 μη οριστικής αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης". Από την ως άνω παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ερευνήθηκαν κατ' ουσίαν μόνον τα αιτήματα για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως των εναπομενουσών εδαφικών εκτάσεων των ιδιοκτησιών, των οποίων οι ιδιοκτήτες είχαν υποβάλει σχετικά αιτήματα, τα οποία κρίθηκαν παραδεκτά από την προαναφερόμενη 1/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία τέθηκαν τα αιτήματα αυτά ως αντικείμενο της διαταχθείσας από αυτήν πραγματογνωμοσύνης, αναφέροντας ειδικά στο σκεπτικό και το διατακτικό της για ποιες ιδιοκτησίες θα πρέπει να αποφανθούν οι πραγματογνώμονες αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο ζήτημα. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (Α.Π. 216/2013). Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π. Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις του ισχύουν (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 423/2016, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που, κατά τα προεκτεθέντα, άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της αποφάσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα. Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (Α.Π. 1363/2015, Α.Π. 34/2015). Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 998/2007). Η ανωτέρω διαδικασία, η προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, ισχύει στην περίπτωση της υποβολής χωριστής αυτοτελούς αιτήσεως, για μόνον την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία αιτήματα ερευνώνται ενιαία από το εφετείο (Ολομ.Α.Π. 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 1119/2010), αλλά αντίθετα, το εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 948/2020, Α.Π.1258/2015, Α.Π. 781/2010, A.Π. 1060/2008). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την κατασκευή του έργου δεν επέρχεται υπεραξία στα εναπομένοντα τμήματα των άνω ακινήτων, για τους εξής λόγους: α) Δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση των ακινήτων αυτών προς το νέο έργο, λόγω περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του αναγλύφου της περιοχής δημιουργούνται είτε ορύγματα είτε επιχώματα, κυμαινόμενου ύψους από 2 έως 25 μέτρα, και β) λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας, όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση, καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχόμενων οχημάτων.
Συνεπώς, δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφέλειας, οπότε δεν συντρέχουν λόγοι αυτοαποζημίωσης, ούτε υποχρέωσης αποζημίωσης γειτονικών - παρόδιων ιδιοκτησιών για κανένα ακίνητο από τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
,
, ...,
,
,
,
.,
,
,
,
,
,
,
.,
, ...,
,
,
,
, για τα οποία υποβάλλονται αιτήματα για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας τους από την κρινόμενη απαλλοτρίωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις, όπως αυτές διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν παραδεκτώς με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων των αιτούντων προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (βλ.τα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά) και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους)".
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις αναφερόμενες παραπάνω ιδιοκτησίες των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι τα εναπομείναντα τμήματα των άνω ακινήτων δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, δεχόμενο ότι:
α) δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση των ακινήτων αυτών προς το νέο έργο, λόγω της περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του ανάγλυφου της περιοχής δημιουργούνται είτε ορύγματα, είτε επιχώματα, κυμαινόμενου ύψους και
β) λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας αυξήθηκε η κυκλοφορία των οχημάτων, η ηχορύπανση, καθώς επίσης και η χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχομένων οχημάτων, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν: 1) Εάν, πριν την απαλλοτρίωση, τα επίδικα ακίνητα είχαν άμεση προσπέλαση προς την Εθνική Οδό ή σε οποιαδήποτε οδό,
2) Εάν υπάρχει προσπέλαση των ακινήτων στο νέο έργο μέσω παραπλεύρων οδών, δεδομένου ότι όλα τα ακίνητα της απαλλοτριώσεως έχουν πρόσβαση στο έργο και συγκεκριμένα στους παράπλευρους δρόμους, οι οποίοι μέσω ανισόπεδων κόμβων, επικοινωνούν με τη βασική αρτηρία του αυτοκινητόδρομου,
3) Πόση απόσταση είχαν, πριν την απαλλοτρίωση, τα επίδικα ακίνητα από την Εθνική Οδό, ώστε να προκύπτει ότι, πριν την απαλλοτρίωση, υφίσταντο ή όχι επιβάρυνση (και σε τι βαθμό), λόγω της ηχορύπανσης από τα διερχόμενα από την Εθνική Οδό οχήματα,
4) Ποια η χρήση για την οποία προορίζεται το κάθε ακίνητο, δεδομένου ότι η ηχορύπανση ή η χημική ρύπανση που θα προκαλούν τα διερχόμενα από την Εθνική Οδό οχήματα, δεν νοείται να επηρεάζει μη άρτια και μη οικοδομήσιμα ακίνητα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθ' όσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω πλημμέλειες δεν αφορούν στην διατύπωση των ουσιαστικών παραδοχών αυτής ως προς την συνδρομή ή μη των περιστατικών που είναι αναγκαία για την πλήρωση του πραγματικού των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων και για την θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά ανάγονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, κρίνεται απορριπτέος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ίδιος λόγος, κατά το έτερο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν εάν είχε συνταχθεί και είχε προσκομισθεί η έκθεση της επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, προϋπόθεση απαραίτητη για την εξέταση του ζητήματος της άρσεως του τεκμηρίου της ωφέλειας, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω αίτημα είχε υποβληθεί σωρευτικά με το αίτημα για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και, συνεπώς, εν προκειμένω, δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία που προβλέπονται από το ν. 2971/2001, οι οποίες, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, μπορούν να εφαρμοσθούν μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας. Κατά την διάταξη του όρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (ολ.Α.Π. 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (Κ.Α.Α.Α.), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό 2% της αποζημιώσεως για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως ή κυρίας παρεμβάσεως με τις προτάσεις (Α.Π. 2227/2013, Α.Π. 526/2009). Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 844/2015, Α.Π. 926/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 2227/2013), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:
α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως, για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο,
β) σε ποσοστό 0,50% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και
γ) σε ποσοστό 1% για την άσκηση ανταιτήσεως ή κυρίας παρεμβάσεως με τις προτάσεις.
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ. Ολ.ΑΠ 20/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.Α.Π. 14/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε το μεν την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, το δε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τις εκτός απαλλοτριώσεως εναπομείνασες και αναφερόμενες σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ιδιοκτησίες, προσέτι δε αναγνώρισε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφελείας για τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ακίνητα, καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων - ανταιτούντων - καθ' ων, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως που αναλογεί σε καθένα τούτων για τη σύνταξη των αιτήσεων που ασκήθηκαν με αυτοτελές δικόγραφο (για τη σύνταξη των αιτήσεων και την κατάθεση προτάσεων) και σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως για τις ανταιτήσεις και τις κύριες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή για όσους κατέθεσαν απλές προτάσεις. Προσδιορίζοντας, επομένως, το Εφετείο την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως ανωτέρω, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή των πληρεξουσίων τους δικηγόρων) σε ποσοστό 1,5% και 1%, αντίστοιχα, επί του ποσού της αποζημιώσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αιτούν - καθ' ου και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας στις 14.2.2017, δηλαδή μετά την 10.4.2012. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι καθόρισε την συνολική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% για τη σύνταξη αιτήσεων που ασκήθηκαν με αυτοτελές δικόγραφο και σε ποσοστό 2% για τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, επί του ποσού της αποζημιώσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις 1, 8, 10-15 του δ/τος της 25.3.1835 που αναφέρονται ειδικώς στα δικαιώματα των πραγματογνωμόνων κ.λπ. στις πολιτικές δίκες, η αμοιβή και τα έξοδα του πραγματογνώμονα προσδιορίζονται από το δικαστήριο, κατά δίκαιη κρίση, ανάλογα με την απασχόλησή του και τις ειδικές γνώσεις που αποκτήθηκαν. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (Α.Π. 312/2008). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι καθορίστηκε η αμοιβή των πραγματογνωμόνων ως εξής: του μεν Α. Μ., μηχανικού εμπειρίας μεγαλύτερης των είκοσι (20) ετών, στο ποσό τριάντα οκτώ χιλιάδων (38.000) ευρώ, των δε Σ. Κ. και Ε. Β., μηχανικών εμπειρίας μέχρι δέκα (10) ετών, στο ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων (26.000) ευρώ για τον καθένα. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής ως άνω έκτος αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν εάν έγινε επιτόπια μετάβαση και αυτοψία των ακινήτων, ούτε ο χρόνος και το είδος της απασχολήσεως, εάν δηλ. συνετάγησαν τοπογραφικά διαγράμματα, εάν έγινε εμβαδομέτρηση των επιδίκων ιδιοκτησιών ή αρκέστηκαν στους ισχυρισμούς των διαδίκων περί του εμβαδού αυτών, εάν έκαναν εφαρμογή των τίτλων, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατά παραδοχήν του πέμπτου λόγου αυτής, να γίνει δεκτή κατά το μέρος αυτής που αφορά στους λοιπούς (εκτός εκείνων ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και απερρίφθη αυτή - ένδικη αίτηση αναιρέσεως- ως απαράδεκτη) και δη μόνον κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρασταθέντων εκ των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και, δεδομένου ότι η υπόθεση, το μεν δικάζεται μετά από δεύτερη αναίρεση, το δε δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων εκ των αναιρεσιβλήτων (δικαιούχων της αποζημιώσεως), την οποία ορίζει σε ποσοστό 1,5% και 1%, αντίστοιχα, επί του ποσού της αποζημιώσεως. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών, κατ' άρθρο 22 παρ. 1β του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11.10.2018 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 10/2018 αιτήσεως για αναίρεση της 13/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τους μη κλητευθέντες και μη εμφανισθέντες με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 16, 17, 22, 24, 26, 29, 30, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 45, 46, 48, 51, 52, 58, 62, 63, 65, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 98, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 108, 109, 110, 111, 115, 118, 118, 120, 121, 122, 123, 127, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 140, 141, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 161, 163, 164, 165, 166, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 191, 193, 194, 195, 196, 197, 199, 202, 204, 210, 213, 215, 216, 218, 219, 220, 222, 223, 224, 226, 227, 229, 230, 232, 233, 234, 235, 236, 238, 240, 241, 248, 249, 250, 251, 257, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 265, 266, 267, 269, 270, 271, 280, 281, 282, 283, 285, 286, 287, 289, 290, 292, 293, 295, 296, 297, 298, 299, 300, 301, 302, 303, 306, 307, 308, 310, 311, 312, 313, 316, 317, 320, 322, 329, 330, 331, 332, 333, 335, 336, 337, 338, 339, 340, 342, 343, 344, 345, 347, 349, 350, 356, 357, 360, 361, 362, 363, 365, 369, 371, 373, 374, 376, 377, 381, 382, 383, 385, 387, 391, 392, 393, 394, 395, 396, 397, 398, 399, 400, 401, 402, 404, 405, 407, 409, 410, 412, 413, 414, 415, 417, 418, 419, 420, 421, 422, 423, 424, 425, 427, 428, 430, 431, 432, 434, 435, 436, 439, 442, 443, 448, 459, 473, 474, 475, 476, 477, 478, 480, 481, 486, 495, 503, 505, 513, 517, 574Α, 577, 597, 598, 600, 601, 602, 603, 604, 605, 606, 607, 608, 609, 610, 622, 630, 631, 656, 657, 658, 665, 666, 667, 668, 669, 670, 671, 672, 673, 678, 679, 680, 681, 682, 684, 685, 686, 687, 695, 696, 697, 698, 699, 712, 714, 715, 736, 737, 738, 739, 741, 742, 743, 744, 749, 761, 762, 767, 768, 769, 770, 774, 775, 776, 790, 798, 804, 805 και 809 αναιρεσιβλήτους.
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους κάτωθι με αύξ. αριθμό αναιρετηρίου: 2η (Ε. χήρα (και όχι τέκνο που εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) Α. Π.), 15ος (Α. Χ. του Α.), 21ος (Δ. Μ. του Γ.), 55ος (Ι. Π.), 96ος (Α. Μ. του Π.), 99ος (Μ. Ε. του Κ. - που είναι το ίδιο πρόσωπο με τους 107, 128 και 366), 794η (Λ. χήρα Γ. Γ., το γένος Τ. Κ.), 205ος (Χ. Λ. του Ι. και Α.), 209ος (Κ. Σ. του Η.), 210ος (Α. Α. του Γ. και Μ.), 243ος - που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αύξ. αριθμό αναιρετηρίου 616 - Α. (Σ.) Ρ. του Ν., 276η (Α. χήρα Λ. Κ., το γένος Α. και Α. Τ.), 319η (Ι. χήρα - και όχι σύζυγος, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο- Α. Τ., το γένος Χ. Σ.), 323ος (Σ. Β. του Ι.), 324ος (Κ. Β. του Χ. - που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 466ο αναιρεσίβλητο), 353η (Ε. χήρα Σ. Κ., το γένος Χ. Σ., 433ος (Θ. Π. του Γ.), 440ος (Δ. Π. του Κ.), 493ος (Δ. Σ. του Α.), 506η (Ε. χήρα Θ. Θ., το γένος Α. και Α. Π.), 507η (Ε. χήρα Κ. Μ., το γένος Π. Β.), 511ος (Γ. Π. του Κ. και Ε.), 510ος (Κ. Π. του Ι.), 68ος (Β. Ν. του Ι.), 326ος (Μ. Ι. του Ε. - που είναι το ίδιο πρόσωπο με τους αύξ. αριθμ. 359 και 113), 549ος (Α. Μ. του Κ.), 777η (Ε. συζ. Ι. Λ.), 561ος (Κ. Κ.), 190ος (Γ. Π.), 674ος (Σ. Π.), 785β (Ει συζ. Γ. Β., το γένος Αθανασίου και Α. Α.), 773ος (Φ. Μ. του Α.), 389ος (Δ. Μ. του Μ.), 406ος (Ρ. Μ. του Ν.), 576η (Α. συζ. Ρ. Μ.), 567η (Β. Π.), 573ος (Π. Γ.), 28ος (Θ. Κ. του Δ.), 53ος (Δ. Λ.), 82ος (Δ. Μ. του Γ.), 97η (Ε. Α. συζ. Κ.), 305ος (που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 429 - Κ. Ε. του Θ.), 589η (Μ. Ρ. χήρα Π., το γένος Δ. Π.), 802η (Μ. Μ. χήρα Χ.), 625η (Ε. χήρα Κ. Χ.), 632η (Π. συζ. Ι. Π., το γένος Μ. Χ.), 638ος (Κ. Λ. του Δ.), 640ος (Κ. Ρ. του Δ.), 641ος (Α. Ε. του Γ.), 645ος (Χ. Ν. του Γ.), 659η (Αγ χήρα Α. Κ.), 662η (Κ. χήρα Κ. Χ.) και 114η (Α. χήρα - και όχι σύζυγος, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο - Δ. Α., το γένος Α. Ψ.), αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί την 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.
Καταδικάζει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων εκ των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την οποία, πέραν του ποσού των εξακοσίων (600) ευρώ, που προσδιορίστηκε με την υπ' αριθμ. 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ως αμοιβή για τις παραστάσεις των δικηγόρων τους και τα λοιπά έξοδα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λαμίας για κάθε χωριστή παράσταση, ορίζει:
α) σε ποσοστό 1,5% για όσους άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις (για τη σύνταξη των αιτήσεων και την κατάθεση των προτάσεων) και
β) σε ποσοστό 1% για όσους άσκησαν ανταιτήσεις ή παρεμβάσεις με τις προτάσεις ή κατέθεσαν απλές προτάσεις, επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας αποζημιώσεως.
Και
Συμψηφίζει στο σύνολό της μεταξύ του αναιρεσείοντος και των ως άνω αναιρεσιβλήτων (ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αναίρεση) τη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ