Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 675 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 675/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος: Γ. - Δ. Μ. του Χ., ως κληρονόμος του αρχικού αναιρεσείοντος Χ. Μ., ο οποίος απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 23-3-2022 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Αμπάζη.

Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2015 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3017/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2856/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-4-2019 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1494/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-4-2019 αίτησης του Χ. Μ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 2856/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 23-3-2022 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος - καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 § 1, 287 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, ενώ για την επέλευση της διακοπής απαιτείται η γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή αυτόν που ήταν, κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής, πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός. Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξη. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος, δηλαδή ο κληρονόμος του. Η δε επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, δηλαδή του κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου (Α.Π. 647/2021, Α.Π. 1251/2021, Α.Π. 194/2012).

Επομένως, ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, ανεξαρτήτως αν καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά ή με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000, Α.Π. 699/2024, Α.Π. 926/2020, Α.Π. 1014/2017), ενώ, αν αμφισβητηθεί από τον αντίδικο η ιδιότητα των δηλούντων επανάληψη δίκης, ως κληρονόμων, η νομιμοποίησή τους εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο με ελεύθερη απόδειξη (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 401/2018, Α.Π. 234/2018, Α.Π. 548/2012).

Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων κληρονόμων, όταν αυτοί επέχουν θέση απλού ομόδικου, η δήλωση για συνέχιση της δίκης από τον ένα δεν εξαναγκάζει τους άλλους να τη συνεχίσουν, ενώ οι πράξεις του κληρονόμου που συνεχίζει τη δίκη, δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους κληρονόμους (Α.Π. 1575/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Γ.-Δ. Μ. κατά τη συζήτηση στη δικάσιμο της 13-9-2021 της αίτησης αναιρέσεως του αρχικού αναιρεσείοντος Χ. Μ., με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του γνωστοποίησε τη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, του αρχικού αναιρεσείοντος, πατέρα του, και την επανάληψή της στο πρόσωπο του ιδίου ως κληρονόμου του, εκδόθηκε δε η 1494/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω μη προσκόμισης από τον δηλούντα των εγγράφων, από τα οποία αποδεικνύεται η ιδιότητά του ως μοναδικού κληρονόμου. Ήδη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται εκ νέου με την από 23-3-2022 κλήση του δηλούντος. Από τα έγγραφα, που αυτός προσκομίζει και επικαλείται, και συγκεκριμένα από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Πύδνας Πιερίας και την ... δημόσια διαθήκη του θανόντος, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.-Χ. Σ. και δημοσιεύθηκε με τα 15/9-1-2020 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο αρχικός αναιρεσείων με την ανωτέρω διαθήκη κατέλιπε την ένδικη απαίτησή του, σε ποσοστό 60% στον καλούντα γιο του, και σε ποσοστό 40% στη θυγατέρα του Γ. Μ., μη διάδικο στην παρούσα δίκη. Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω κληρονόμοι συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, ενόψει της φύσης της ένδικης απαίτησης, οι πράξεις του καλούντος συγκληρονόμου δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν τη δεύτερη συγκληρονόμο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως παραδεκτώς και νομίμως επισπεύδεται μόνο από τον καλούντα, ο οποίος υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η κλήτευση στη δίκη της δεύτερης συγκληρονόμου.

Κατά το άρθρο 1 § 1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), ενώ στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, τέτοια δε ασφάλιση ζημίας αποτελεί κατά το άρθρο 19 του νόμου και η ασφάλιση αντικειμένου για τον κίνδυνο της πυρκαγιάς (ασφάλεια πυρός). Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 Α.Κ., υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που, αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει (Α.Π. 693/2020), ενώ βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (Α.Π. 210/2023, Α.Π. 263/2021, Α.Π. 262/2020). Για την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στο ανωτέρω άρθρο 7 § 5 προσώπων, απαιτείται να υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δόλου ή της βαριάς αμέλειας, που επέδειξαν τα πρόσωπα αυτά, και της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η από δόλο ή βαριά αμέλεια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας (άρα και της βαριάς αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη αυτών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (Α.Π. 693/2020). Η προβολή της ανωτέρω από το άρθρο 7 § 5 του ν. 2496/1997 προβλεπόμενης απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελεί ένσταση, που προτείνει και αποδεικνύει ο επικαλούμενος την εξαίρεση αυτή ασφαλιστής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 15-4-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2856/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 7-1-2015 αγωγή του ο ενάγων-αρχικός αναιρεσείων ανέφερε ότι συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης πυρός, με την οποία ασφάλισε για τον κίνδυνο καταστροφής λόγω πυρκαγιάς α) το κτίριο αποθήκης, που είχε μισθώσει για τη φύλαξη εμπορευμάτων ιδιοκτησίας του, μέχρι το ποσό των 50.000 ευρώ, β) τα αποθηκευμένα σε αυτήν εμπορεύματα μέχρι το ποσό των 500.000 ευρώ, γ) την αστική ευθύνη του έναντι τρίτων από πυρκαγιά μέχρι το ποσό των 110.000 ευρώ και δ) τις δαπάνες απομάκρυνσης των συντριμμάτων της πυρκαγιάς. Επικαλούμενος δε την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και την καταστροφή της αποθήκης και των εμπορευμάτων λόγω πυρκαγιάς, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για το συμφωνημένο ασφάλισμα το συνολικό ποσό των 581.570 ευρώ, άλλως επικουρικώς 555.970 ευρώ. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 3017/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2856/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Μεταξύ των διαδίκων, του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος, εμπόρου υφασμάτων, ως ασφαλισμένου, και της εναγομένης ήδη εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, καταρτίσθηκε, δυνάμει του υπ' αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η υπ' αρ. ... σύμβαση ασφάλισης πυρός, με την οποία η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε με τους αναφερόμενους ειδικότερα σε αυτήν όρους, το κτίριο και το περιεχόμενο μίας ισόγειας αποθήκης ειδών προικός-νεωτερισμών, κείμενης στον παράδρομο της Επαρχιακής Οδού ... στη θέση ..., της περιοχής ... από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της πυρκαγιάς, μέχρι του ασφαλιζόμενου ποσού των 50.000 ευρώ για το κτήριο, του ποσού των 500.000 ευρώ για τα εμπορεύματα και του ποσού των 110.000 ευρώ για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, για το χρονικό διάστημα, αρχικώς από την 1-6-2012 μέχρι την 1-9-2012, έναντι τριμηνιαίου ασφαλίστρου ποσού 362,48 ευρώ. Στη συνέχεια, η ως άνω σύμβαση ασφάλισης ανανεώθηκε με άλλες δύο τρίμηνης διάρκειας, συμβάσεις και δη με τα από 22-8-2012 και 21-11-2012 ανανεωτήρια ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα χρονικά διαστήματα από την 1-9-2012 έως την 1-12-2012 και από την 1-12-2012 έως την 1-3-2013 καταβλήθηκαν δε και τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα, όπως συνομολόγησε η εναγομένη. Παράλληλα, στις αρχές του έτους 2013, ο ενάγων ζήτησε, μέσω του ασφαλιστικού του πράκτορα, την αύξηση του ασφαλιστικού ορίου για τα αποθηκευμένα εμπορεύματα από το ποσό των 500.000 ευρώ στο ποσό του 1.000.000 ευρώ, πλην όμως, απέσυρε το ως άνω αίτημά του, όταν η εναγομένη του απάντησε ότι, προϋπόθεση για τέτοια αύξηση του ασφαλιστικού ορίου αποτελούσε η διενέργεια αυτοψίας στην αποθήκη του, πράγμα το οποίο αρνήθηκε. Ο ενάγων κατείχε την ως άνω αποθήκη στα πλαίσια μισθωτικής σύμβασης, δυνάμει του από 1-6-2010 μισθωτηρίου συμβολαίου το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του ιδίου, ως μισθωτή και του Γ. Α., ιδιοκτήτη της, ως εκμισθωτή, έναντι μηνιαίου μισθώματος 400,00 ευρώ για την πρώτη διετία και στη συνέχεια, με αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά 50,00 ευρώ ανά δύο έτη, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει για την αποθήκευση εμπορευμάτων του καταστήματος εμπορίας ειδών προικός-νεωτερισμού, που διατηρούσε επί σειρά δεκαετιών επί της οδού ..., στο κέντρο της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η ανωτέρω ισόγεια αποθήκη, παρά την περιγραφή της στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με την αίτηση και τη δήλωση του ενάγοντος, ως έχουσα εμβαδόν 350 τ.μ., στην πραγματικότητα ήταν εμβαδού 240 τ.μ, όπως προκύπτει από το μισθωτήριο συμβόλαιο, με διαστάσεις 30 μ. Χ 8 μ., είχε ανεγερθεί το έτος 1995 εντός περιφραγμένου αγροτεμαχίου, έκτασης δύο (2) στρεμμάτων, όπου υπήρχαν επίσης ένα εφαπτόμενο κατά τη μία του πλευρά στην ανωτέρω αποθήκη, όμορο ισόγειο κτίριο και δύο ακόμη ισόγεια κτίρια, εμβαδού 30 τ.μ. και 80 τ.μ. Είχε δίφυλλη μεταλλική θύρα που αποτελούσε την είσοδο για την αποθήκη, στην εμπρόσθια όψη του κτιρίου, που έφερε οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, τοιχοποιία από οπτόπλινθους και λαμαρινοσκεπή επί ξύλινων δοκών. Στην ανωτέρω αποθήκη κατά τα έτη 2010 και 2011 μεταφέρθηκαν από το κατάστημα του ενάγοντος προς αποθήκευση εμπορεύματα ειδών προικός-νεωτερισμών, τα οποία τοποθετήθηκαν και παρέμειναν στοιβαγμένα πάνω σε παλέτες, χωρίς να υπάρχουν στην αποθήκη ράφια, ή άλλα έπιπλα για την τοποθέτησή τους. Στις 22-2-2013 και περί ώρα 04.15' ξέσπασε στην ανωτέρω ισόγεια αποθήκη πυρκαγιά, που έγινε αντιληπτή από διερχόμενο περιπολικό της αστυνομίας, το οποίο ειδοποίησε την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία επενέβη με ισχυρή δύναμη πέντε οχημάτων και δέκα πυροσβεστών και κατόρθωσε, μετά από ολονύκτια προσπάθεια να κατασβέσει την πυρκαγιά ... Από την ανωτέρω πυρκαγιά κάηκαν ολοσχερώς το σύνολο των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και η αποθήκη, καθώς επίσης κάηκε και κατέπεσε η σκεπή από τα ξύλινα ζευκτά και τις λαμαρίνες και από την υψηλή θερμοκρασία κατέπεσε τμήμα της τοιχοποιίας από οπτόπλινθους. Ο ενάγων ανήγγειλε την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στην εναγομένη το πρωί της ίδιας ημέρας (22-2-2013), ενώ η εναγομένη έσπευσε με τους αντιπροσώπους της και τους πραγματογνώμονές της στον τόπο της πυρκαγιάς, προκειμένου να λάβει χώρα άμεση διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με την από 22-2-2013 έκθεση απλής αυτοψίας των πυρονόμων, Χ. Π. και Μ. Ο., "δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης" της δίφυλλης μεταλλικής πόρτας, ενώ από επισταμένη έρευνα που διενεργήθηκε και από τα ίχνη της καύσης που εξετάστηκαν, διαπιστώθηκε ότι "η αρχική εστία της εν λόγω πυρκαγιάς ήταν εντός της αποθήκης", ενώ για δε τα ακριβή αίτια της πυρκαγιάς ορίστηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία ειδική πραγματογνώμονας. Για τα αίτια και τις συνθήκες της πυρκαγιάς διεξήχθησαν δύο πραγματογνωμοσύνες: α) της ειδικής πραγματογνώμονα Ηλεκτρολόγου Μηχ/κού του Α.Π.Θ., Ε. Φ., την οποία διόρισε η Πυροσβεστική Υπηρεσία και β) του γραφείου πραγματογνωμόνων "ΑΛΕΞΙΠΥΡΟ ΕΠΕ", τους οποίους διόρισε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Η εναγομένη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, για το λόγο ότι η πυρκαγιά οφειλόταν σε βαριά αμέλεια του ενάγοντος. Τόσο δε, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, εκθέτει λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά και δη τις ενέργειες και τις παραλείψεις του ασφαλισμένου της, στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, συνίσταται η βαριά αμέλεια του ενάγοντος ασφαλισμένου. Ο ισχυρισμός της αυτός αποτελεί την ένσταση απαλλαγής του άρθρου 7 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2496/1997, ελέγχεται δε ως παραδεκτή και νόμιμη ... Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Σύμφωνα με την από 25-2-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από την ως άνω πραγματογνώμονα - μηχανολόγο ηλεκτρολόγο - μηχανικό, Ε. Φ., στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, κατόπιν εντολής του Ανακριτκού Γραφείου Διοίκησης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, που είχε επιληφθεί της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι: "Το κτίριο όπου εκδηλώθηκε η φωτιά δεν είχε δική του ανεξάρτητη παροχή ρεύματος, αλλά τροφοδοτούνταν, μέσω του όμορου κτιρίου που ανήκει στον κ. Α. Γ. ιδιοκτήτη-χρήστη του χώρου του και ιδιοκτήτη του κτιρίου, όπου εκδηλώθηκε η φωτιά με ενοικαστή τον κ. Μ. Χ. ... Η καλωδίωση είναι πολύ πρόχειρη και μπορεί να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνη. Η εγκατάσταση δεν έγινε βάσει του κανονισμού εσωτερικών εγκαταστάσεων και συγκεκριμένα, τα καλώδια δεν ήταν τοποθετημένα σε αγωγούς, αλλά εξωτερικά και συνέδεαν την κεντρική παροχή με τις πρίζες και τους διακόπτες... Οι τήκτες ασφαλείας του πίνακα 35Α ήταν καμένες και μία ήταν παραποιημένη με σύρμα, έτσι ώστε να μη μπορεί να διακόψει την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση υπερφόρτισης, ή βραχυκυκλώματος", καθώς και ότι, "ο όγκος των υπολειμμάτων ήταν δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με το συνολικό όγκο της αποθήκης" και ότι "τα υπολείμματα των υλικών ήταν ετερόκλητα, υπήρχαν ρολά υφασμάτων, παλιοί κινητήρες αυτοκινήτων, παλιοί σιδηρόδρομοι τεντών, σιδερένια πτυσσόμενα κρεβάτια, ποτήρια, παλιοί μεταλλικοί νεροχύτες, πλαστικά πλακάκια". Η ως άνω πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "η πυρκαγιά είναι πιθανό να οφείλεται σε βραχυκύκλωμα, καθότι η όλη εγκατάσταση ήταν πολύ πρόχειρη και υπήρχαν παντού εξωτερικά καλώδια, ενώ η βροχή, που επικρατούσε, ενισχύει αυτό το ενδεχόμενο" και τέλος ότι "ο όγκος των υλικών ήταν υπερβολικά μεγάλος σε σχέση με το μέγεθος της αποθήκης. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, τα αποθηκευμένα, κυρίως εύφλεκτα, υλικά και αντικείμενα, τα οποία περιγράφηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο, ήταν στοιβαγμένα σε τέτοιο βαθμό και ύψος, ώστε να είναι πιθανό το ενδεχόμενο να ήρθαν σε επαφή με τα φωτιστικά της οροφής, ή με κάποιο εξωτερικό μη μονωμένο καλώδιο". Στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα καταλήγει και η από 5-5-2014 με αριθμό ... τεχνική έκθεση των Υποστράτηγου Π.Σ. εν αποστρατεία, Ν. Δ. και του Ανθυποπυραγού Π.Σ. εν αποστρατεία Ν. Μ., της εταιρίας "ΑΛΕΞΙΠΥΡΟ Μ.Ε.Π.Ε.", που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της εναγομένης, στην οποία αναγράφεται ότι, "η πρόχειρη και χωρίς τήρηση των κανόνων που επιβάλλονται από τον Κανονισμό Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων, ηλεκτρική εγκατάσταση, καθώς και η κακή σύνδεση ηλεκτρικών γραμμών είναι δυνατόν να είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκληση ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος και υπερθέρμανση, που, σε συνδυασμό με την άμεση γειτνίαση και επαφή των γραμμών με εύφλεκτα υλικά, είχε σαν αποτέλεσμα την έναρξη της πυρκαγιάς". Σύμφωνα με την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση διαπιστώθηκαν επίσης τα παρακάτω: "η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται στο εσωτερικό της αποθήκης και ιδιαίτερα αριστερά της εισόδου κατά μήκος της εφαπτόμενης πλευράς με την όμορη αποθήκη. Στην πλευρά αυτή εισέρχονταν η ηλεκτρική εγκατάσταση της αποθήκης...", "η πυρκαγιά κατ' αρχήν, αναπτύχθηκε επιφανειακά των αποθηκευμένων υλικών, με μεγάλη ταχύτητα και μεταδόθηκε λόγω των ξύλινων δοκών στη σκεπή, η οποία και λόγω του θερμικού φορτίου που αναπτύχθηκε και της μεγάλης έντασης της πυρκαγιάς κατέρρευσε", "στα σημεία όπου εντοπίζονται οι εστίες της πυρκαγιάς υπήρχαν καλωδιώσεις εξωτερικά της τοιχοποιίας, που ήταν εγκατεστημένες πρόχειρα χωρίς τους κανόνες που ισχύουν σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων...", "...η παραπάνω περιγραφόμενη εγκατάσταση δεν εξασφάλιζε την απαιτούμενη ασφάλεια κατά της πυρκαγιάς και αντοχή που επιβάλλεται από τους κανονισμούς, γιατί οι ηλεκτρικές γραμμές δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο χωρίς διακοπή καλώδιο, αλλά αποτελούνταν από πολλά μικρότερα, πρόχειρα ενωμένα μεταξύ τους (χωρίς κλέμες, με σύνδεση γυμνού μεταλλικού αγωγού) και δεν ήταν εγκατεστημένες μέσα σε σωλήνα, αλλά ήταν πρόχειρα και σε επαφή με στοιχεία της σκεπής (ξύλινοι δοκοί, λαμαρίνες κλπ) και άλλα αποθηκευμένα υλικά που εφάπτονταν της οροφής, της πλάγιας τοιχοποιίας, αλλά και του δαπέδου...", "η ποσότητα και ο όγκος των αποθηκευμένων αντικειμένων ήταν υπερβολικά μεγάλος σε σχέση με το συνολικό όγκο της αποθήκης και σε συνδυασμό με την εφαρμογή ασφαλών κανόνων αποθήκευσης (αποστάσεις-διάδρομοι-ύψος αποθηκευμένων υλικών κλπ)". Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα σε βαθμό δικανικής πεποίθησης πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, η πυρκαγιά στην αποθήκη του ενάγοντος οφείλεται σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα, που έλαβε χώρα εντός του χώρου της και συγκεκριμένα αριστερά της εισόδου κατά μήκος της εφαπτόμενης πλευράς με την όμορη αποθήκη, όπου εισερχόταν η ηλεκτρική εγκατάσταση της αποθήκης και ότι το βραχυκύκλωμα αυτό οφειλόταν στην επικινδυνότητα και την παντελή έλλειψη προστατευτικών μέτρων ασφάλειας της ηλεκτροδότησης του κτιρίου. Ειδικότερα, οφείλονταν στο γεγονός ότι, το κτίριο όπου εκδηλώθηκε η φωτιά δεν είχε δική του ανεξάρτητη παροχή ρεύματος, αλλά τροφοδοτούνταν μέσω του ηλεκτρολογικού πίνακα του όμορου κτιρίου, στο ότι η καλωδίωση ήταν πολύ πρόχειρη και επικίνδυνη, καθώς η εγκατάσταση έγινε χωρίς τήρηση των κανόνων του Κανονισμού Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων και συγκεκριμένα, τα καλώδια που συνέδεαν την κεντρική παροχή με τις πρίζες και τους διακόπτες δεν ήταν τοποθετημένα σε αγωγούς, αλλά ήταν εξωτερικά και έρχονταν σε επαφή με αποθηκευμένα εμπορεύματα, που ήταν στοιβαγμένα σε τέτοιο βαθμό και ύψος, ώστε να εφάπτονται της πλάγιας τοιχοποιίας, ενώ παράλληλα μία από τις ασφάλειες ήταν παραποιημένη με σύρμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να διακόψει την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση βραχυκυκλώματος. Τα παραπάνω γεγονότα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος, χωρίς να γίνει διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως θα γινόταν, εάν η ασφάλεια λειτουργούσε κανονικά και δεν ήταν παραποιημένη με σύρμα, που σε συνδυασμό με την άμεση επαφή των γραμμών της πλάγιας τοιχοποιίας με τα εύφλεκτα αποθηκευμένα εμπορεύματα είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη της πυρκαγιάς. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την διενεργηθείσα από τον ενάγοντα εκκαλούντα υπ' αρ. ...-2013 τεχνική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Χ. Γ., διενεργηθείσα κατ' εντολή του ενάγοντος, η οποία, ασκώντας κριτική στην πραγματογνωμοσύνη και στα συμπεράσματα της Ε. Φ. και διαφοροποιούμενη από αυτά, αναφέρει ότι η έλλειψη καναλιών όδευσης των καλωδιώσεων δεν αυξάνει τον κίνδυνο της πυρκαγιάς και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της αποθήκης, δεν είναι δυνατό να ευρεθεί η εστία και να διακριβωθεί η αιτία της πυρκαγιάς, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει τις θέσεις του ενάγοντα σχετικά με την περιγραφή και την αξία των εμπορευμάτων του και την εκτίμηση της ζημίας του στο ποσό των 994.158,86 ευρώ. ... Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η επέλευση της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης, (πυρκαγιάς), οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου ενάγοντος, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός, ως μέσος συνετός άνθρωπος και δη επιχειρηματίας, ο οποίος θέλει να προστατέψει τα αποθηκευμένα εμπορεύματά του και μάλιστα υφάσματα, αξίας (κατά τους ισχυρισμούς του) 581.570 Ε, παρέλειψε ύστερα από τη μίσθωση της ανωτέρω αποθήκης να προβεί στην εγκατάσταση ανεξάρτητης παροχής ρεύματος με ηλεκτρολογικό πίνακα εντός της αποθήκης και να τηρήσει τα απαιτούμενα και αναγκαία νόμιμα μέτρα ασφάλειας της ηλεκτροδότησης του αποθηκευτικού του χώρου, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων, ούτως ώστε να τον διατηρεί στοιχειωδώς ασφαλή για τη συντήρηση και αποθήκευση των ευαίσθητων εμπορευμάτων του, ενώ αυτός, αντιθέτως, τα είχε αποθηκευμένα σε μία αποθήκη χωρίς καν ανεξάρτητη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και με τις συνθήκες επικινδυνότητας που περιγράφηκαν παραπάνω, στοιβαγμένα σε παλέτες ανάμεσα σε ογκώδη ετερόκλητα αντικείμενα, ο όγκος των οποίων ήταν δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τη χωρητικότητα της αποθήκης, με αποτέλεσμα, η ως άνω κατάσταση της εντελώς πρόχειρης και επικίνδυνης ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη συμμόρφωσης με τους κανόνες ασφαλούς αποθήκευσης των εμπορευμάτων, κατά τα προαναφερθέντα, με την επαφή των γραμμών με εύφλεκτα στοιβαγμένα ογκώδη εμπορεύματα, να προκαλέσουν την πυρκαγιά. Η ως άνω περιγραφείσα αμέλεια του ενάγοντος ασφαλισμένου, αποτελούσε εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας ιδιαιτέρως μεγάλη και ασυνήθιστα σοβαρή, σε σχέση με τη χρήση και στον προορισμό του κτιρίου, που ήταν η αποθήκευση υφασμάτων ιδιαιτέρως μεγάλης (κατά τους ισχυρισμούς του) αξίας, η οποία χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, βαριά αμέλεια. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι, ο ενάγων μετά την πάροδο δύο ετών από τη μίσθωση της αποθήκης και μόλις λίγους μήνες πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς και παρά την αντιμετώπιση έντονων οικονομικών προβλημάτων του, (η οικονομική πορεία της επιχείρησης του είχε καθοδική πορεία, καθώς ο ετήσιος τζίρος του καταστήματος παρουσίαζε πτωτική τάση, η επιχείρηση εμφάνισε κατά το έτος 2012 ζημία 15.955 ευρώ, ο ίδιος δε όφειλε μισθώματα ενός έτους στον εκμισθωτή της επίδικης αποθήκης), προέβη στην ασφάλιση του κινδύνου της πυρκαγιάς, και όχι άλλου πιθανότερου, λόγω της ερημικής τοποθεσίας της αποθήκης, κινδύνου, όπως η κλοπή, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι αυτός είχε προβλέψει ως πολύ πιθανή την επέλευση ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος και την εκδήλωση πυρκαγιάς στην αποθήκη και παρόλα αυτά δεν φρόντισε, από βαριά αμέλειά του, να λάβει τα κατάλληλα ως άνω μέτρα για την αποτροπή του εν λόγω κινδύνου, ελπίζοντας ότι θα την αποφύγει, συμπεριφορά που καταδεικνύει την πλήρη αδιαφορία του για τις παράνομες συνέπειες των εν λόγω πράξεων και παραλείψεών του εις βάρος τρίτων. ... Ο ισχυρισμός του ενάγοντος εκκαλούντος, ότι η ποινική εις βάρος του δικογραφία που σχηματίστηκε για την ένδικη πυρκαγιά τέθηκε στο αρχείο, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, περί της συνδρομής βαριάς αμέλειας στο πρόσωπό του συνδεόμενης αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς ... Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εφεσίβλητης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωσή της για καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, λόγω του ότι, η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 ... και πρέπει η σχετική ένσταση της εναγομένης εφεσίβλητης, που προβλήθηκε με τς πρωτόδικες προτάσεις, αλλά και με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, με περαιτέρω απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αγωγής." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων βαρύνεται με βαριά αμέλεια για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και συνεπώς η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα, και ακολούθως απέρριψε την έφεση, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της ένστασης απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη του άρθρου 7 § 5 του ν. 2496/1997, που προέβαλε η εναγόμενη, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 § 5 ν. 2496/1997 και 330 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνδρομής στο πρόσωπο του ενάγοντος των προϋποθέσεων της βαριάς αμέλειας σχετικά με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και συνακόλουθα της απαλλαγής της εναγόμενης από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος. Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία παρατίθενται και αυτούσια τμήματα εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων, το περιεχόμενο των οποίων δέχεται ως αποδεδειγμένο το δικαστήριο και καθιστά έτσι μέρος της αιτιολογίας της απόφασής του, ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα, που συνέβη εντός του χώρου της αποθήκης, και ότι α) ο ενάγων δεν τήρησε τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας της ηλεκτροδότησης του αποθηκευτικού χώρου, στον οποίο η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος γινόταν από όμορο κτίριο, επειδή διατηρούσε πολύ πρόχειρη και επικίνδυνη καλωδίωση στον εσωτερικό χώρο της αποθήκης, και συγκεκριμένα επειδή η γραμμή παροχής δεν αποτελείτο από ενιαίο και χωρίς διακοπή καλώδιο, αλλά από πολλά μικρότερα, πρόχειρα ενωμένα μεταξύ τους και σε επαφή με στοιχεία της σκεπής, τα δε καλώδια που συνέδεαν την κεντρική παροχή με τις πρίζες και τους διακόπτες είχαν εξωτερική όδευση και δεν ήταν τοποθετημένα σε αγωγούς (σωλήνες) για προστασία, και β) τα εμπορεύματα, που είχε αποθηκεύσει στο χώρο ο ενάγων, ήταν κυρίως εύφλεκτα υλικά και αντικείμενα (υφάσματα και πλαστικά) σε μεγάλες ποσότητες, που είχαν στοιβαχτεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να γειτνιάζουν άμεσα και να εφάπτονται με τα καλώδια, και ότι όλα τα ανωτέρω, ενόψει και του βροχερού καιρού, είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος και την υπερθέρμανση των καλωδίων, που αποτέλεσαν την έναρξη της πυρκαγιάς, γεγονός που είχε προβλέψει ο ενάγων ως πιθανό, αλλά πίστευε ότι δεν θα επέλθει, ορθώς και με πλήρη, επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες συνήγαγε από τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του ότι ο ενάγων βαρύνεται με βαριά αμέλεια για την εκδήλωση της πυρκαγιάς, αφού πράγματι τα περιστατικά αυτά συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση και σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σημαντική, ασυνήθιστη και ιδιαιτέρως μεγάλη παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες και τα αποτελέσματά της εις βάρος τρίτων, η συμπεριφορά δε αυτή είναι ικανή να επιφέρει, και πράγματι επέφερε εν προκειμένω, την εκδήλωση της πυρκαγιάς και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αρχικός αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 § 5 ν. 2496/1997 και 330 Α.Κ. Ο ίδιος λόγος, καθόσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο βαριά αμέλεια του ενάγοντος, δεν αξιολόγησε επαρκώς τα αναφερόμενα στην ιδιωτική γνωμοδότηση του Χ. Γ., που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής αυτού (ενάγοντος) και κατά την οποία η έλλειψη αγωγών όδευσης των καλωδίων δεν αύξανε τον κίνδυνο πυρκαγιάς, είναι απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2019 αίτηση του αρχικού αναιρεσείοντος Χ. Μ. για αναίρεση της 2856/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή