Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1286 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1286/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2)Α. Π. του Κ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Κλουκίνα. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", η οποία εδρεύει στην Κρυόβρυση Ροϊτικων Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα εν προκειμένω από τον δικαστικά διορισθέντος ειδικό εκπρόσωπο της Αλέκο Καρώκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της (Αλέκο Καρώκη), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", η οποία εδρεύει στην Κρυόβρυση Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα εν προκειμένου από τον δικαστικά διορισθέντος ειδικό εκπρόσωπο της Αλέκο Καρώκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της (Αλέκο Καρώκη), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και εν προκειμένω από τον δικαστικά διορισθέντος ειδικό εκπρόσωπο της Αλέκο Καρώκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της (Αλέκο Καρώκη), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Α. Π. του Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Κλουκίνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2015 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείοντες με την από 1-4-2021 αίτησή τους και τον από 26-9-2022 πρόσθετο αυτής λόγο και η Β. αναιρεσείουσα με την από 21-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των Α. αναιρεσειόντων και Β. αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της από 1-4-2021 αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου, την απόρριψη της από 21-10-2022 αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 1.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5/ 6.4.2021 αίτησης αναίρεσης των Γ. Μ. και Α. Π. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" β] του από 26.9.2022 κα με αριθμό κατάθεσης 107/2022 πρόσθετου λόγου αναίρεσης των Γ. Μ. και Α. Π. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΟΕΡΜΙΚΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" και γ] της από 21.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης 38/2022 επικουρικής αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" κατά των Γ. Μ. και Α. Π., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 157/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Η από 1.4.2021 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Παραδεκτός εξάλλου, κατ' άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο, το οποίο έχει πληγεί με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ,ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26.9.2022, και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη στις 26.9.2022 [σύμφωνα με την με αριθμό ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Κ. Α.] ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης στη δικάσιμο της IV 11.2024 Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο του προσθέτου λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" κατά των δι' αυτής εναγόμενων Γ. Μ. και Α. Π., απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την επικουρική περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της. Η ανωτέρω εταιρεία, ως εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα και μετά ταύτα ως έχουσα έννομο συμφέρον άσκησε νομότυπα και παραδεκτά την από 21-10-2022 επικουρική αίτηση αναίρεσης μόνο για το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής της, για την περίπτωση που ήθελε ευδοκιμήσει η κύρια αναίρεση. Η ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης 38/24.10.2022 επικουρική αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα κατ' άρθρο [564 παρ. 3 του ΚΠολΔ], εντός της προθεσμίας των δυο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης στις 11.12.2020, καθόσον δεν έλαβε χώρα η επίδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών από τους αναιρεσίβλητους της υπό κρίση επικουρικής αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσείουσα εταιρεία, ώστε να τύχει εφαρμογής η οριζόμενη από την παρ. 1 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ προθεσμία της αναίρεσης. Η περί του αντιθέτου των ανωτέρω, προβληθείσα με τις κατ' άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ κατατεθείσες στις 14.11.2023, ήτοι είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση προτάσεις, από τους αναιρεσίβλητους, ένσταση, περί του εκπροθέσμου της υπό κρίση επικουρικής αναίρεσης είναι απορριπτέα, καθόσον οι ανωτέρω σε απόδειξη του ισχυρισμού τους επικαλούνται και προσκομίζουν την με αριθμό ....2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Α. Κ., σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο ανωτέρω, με την έγγραφη δοθείσα προς αυτόν παραγγελία, του με την με αριθμό 52/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών διορισθέντος ειδικού εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας Α. Κ., επέδωσε προς τους αναιρεσίβλητους την από 20.4.2021 εξώδικη δήλωση της πρώτης συγκοινοποιώντας και την προσβαλλόμενη, όχι στους ως άνω αντιδίκους της, αναιρεσίβλητους [οι οποίοι δεν ήταν στον ανωτέρω χρόνο μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου] κατ' άρθρο 127 επ.- του ΚΠολΔ, αλλά στο Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ", την οποία παρέδωσε στην Α. Π. ως μέλος του ΔΣ της ανωτέρω., οπότε υπάρχει παντελής έλλειψη επίδοσης στους αναιρεσίβλητους. Πρέπει, συνεπώς, η υπό κρίση επικουρική αναίρεση, η οποία είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της(άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).? 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του ν. 2190/1920, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο που συντελέστηκαν τα παραγωγικά της ευθύνης γεγονότα (άρθ. 187 § 15 ν. 4548/2018 σε συνδ. με άρθ. 24 και 25 ΕισΝΑΚ), και των άρθρων 31 και 32 του ΕΝ, 68, 714, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται σ' αυτήν συνεπεία πταίσματος τους από δόλο ή από αμέλεια κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις τους που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση πίστης, που υπέχουν έναντι αυτής. Η ευθύνη αυτή, των μελών του διοικητικού συμβουλίου υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (άρθρα 914 και 919 Α.Κ.), όταν η ζημιογόνος πράξης ή παράλειψή του, αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση (Α.Π. 131/2022, ΑΠ 1274/2015]. Στην ως άνω ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου εντάσσεται και η περίπτωση, κατά την οποία τελούν πράξη ή παράλειψη ,μετά τη λήψη σε προγενέστερο χρόνο μη σύννομης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, όπως όταν αυτή δεν συγκροτήθηκε με τις προβλεπόμενες νόμιμες διατυπώσεις. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022). Κατά τη διάταξη δε του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, αν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 998/2020). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά. Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Α.Π. 53/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο δεύτερο και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεις των άρθρων 22α παρ. 1 εδ α του Ν 2190/1920, 914, 919 και 932 του ΑΚ καθώς και την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων, που συνίσταται στο ότι διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι ανωτέρω διατάξεις.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: Το μετοχικό κεφάλαιο της εδρεύουσας στην Κρυόβρυση Ροϊτίκων Πατρών ενάγουσας- εκκαλούσας [ήδη αναιρεσίβλητης] ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΚΤΟΘΕΡΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" διαιρείται σε 39.600 μετοχές, από τις οποίες 12.672 μετοχές που αντιπροσωπεύουν το 32% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στο μη διάδικο στην παρούσα δίκη Μ. Γ. και 12.672 και 14.256 ανήκουν αντιστοίχως στον πρώτο και δεύτερο των εναγόμενων -εκκαλούντων [ήδη αναιρεσείοντες], οι οποίοι με το νομίμως καταχωρισθέν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιευμένο στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ, από 1.7.2005 πρακτικό του ΔΣ είχαν εκλεγεί ο πρώτος Πρόεδρος και ο δεύτερος Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Διοικητικού της Συμβουλίου με πενταετή θητεία. Με την από 2.12.2005 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας οι ενάγοντες [οι οποίοι κατέχουν το 68% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου], στην οποία δεν παρέστη ο μέτοχος της μειοψηφίας Μ. Γ. [μη διάδικος στην παρούσα δίκη] αποφασίστηκε η σύναψη μεταξύ της εταιρείας και εκάστου των εναγόμενων σύμβαση παροχής υπηρεσιών, στο πλαίσιο της οποίας, αυτοί [εναγόμενοι] θα ασκούσαν καθήκοντα, πέραν της ιδιότητάς τους ως μελών του ΔΣ της εταιρείας, με μηνιαίες αποδοχές για τον καθένα, για το μεν χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005 30.000 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.6.2006 και εφεξής 20.000 ευρώ, πλέον της καταβολής δυο ακόμη μισθών ετησίως. Με την από 30.6.2006 Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, ελήφθη, κατά πλειοψηφία των εναγόμενων και παρά την έντονη διαμαρτυρία του μειοψηφούντος μετόχου, απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε, σύμφωνα με την από 2.12.2005 απόφαση της ΓΣ, η καταβολή προς τους εναγόμενους μηνιαίων αποδοχών [και συνολικά 14 μηνών ]ως αμοιβή για παρεχόμενες υπηρεσίες στην εταιρεία 30.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005 και 20.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 και εφεξής. Ακολούθως με την από 11.7.2007 κατά πλειοψηφία των εναγόμενων εκδοθείσα απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας προεγκρίθηκε σύμφωνα με την από 2.12.2005 απόφαση της ΓΣ η καταβολή προς κάθε εναγόμενο μηνιαίων αποδοχών [και συνολικά 14 μηνών] 20.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2007 Μετά από αγωγή του μη διαδίκου Μ. Γ., [μετόχου της μειοψηφίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας] κατά της εταιρείας εκδόθηκε η με αριθμό 633/2009 τελεσίδικη [και ήδη αμετάκλητη ] απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της πρώτης από 2.12.2005 απόφασης της ΓΣ των μετόχων, λόγω της μη τήρησης από τους εναγόμενους των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων [άρθρο 35 α παρ. 1α του Ν 2190/1920] περί σύγκλησης της ανωτέρω απόφασης της ΓΣ των μετόχων, που συνίστατο στη μη νομότυπη κλήτευση σ' αυτή του μειοψηφούντος μετόχου της. Επίσης με τις με αριθμούς 234/2011 και 387/2010 τελεσίδικες [ήδη αμετάκλητες] αποφάσεις του Εφετείου Πατρών αναγνωρίσθηκε αντιστοίχως η ακυρότητα των από 30.6.2006 και 11.7.2007 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, ως στηριζόμενες στην άκυρη από 2.12.2005 απόφαση της ως άνω Γενικής Συνέλευσης. Οι εναγόμενοι ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας, παραβίασαν τις ανωτέρω διατάξεις περί σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας και σκοπίμως και εκ προμελέτης δεν προσκάλεσαν νομότυπα στην από 2.12.2005 Γενική Συνέλευση τον μέτοχο της μειοψηφίας Μ. Γ. για να παραστεί σ' αυτή, προκειμένου να ενεργήσουν εν κρυπτώ, ώστε να μην λάβει γνώση της σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης, ευελπιστώντας έτσι στην, δια της ως άνω απόφασης, αναδρομική εγκυροποίηση των μεταξύ της ενάγουσας και αυτών των ιδίων άκυρων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που ωφελούσαν [από οικονομικής απόψεως] αποκλειστικά και μόνο τους ίδιους, με υπέρογκους μισθούς σε βάρος του εταιρικού συμφέροντος, καθώς και στη συνεπεία της άγνοιάς του άπρακτη παρέλευση της από το νόμο ταχθείσας διετούς προθεσμίας προς ακύρωση της απόφασης αυτής [άρθρο 35α παρ. 2 του Ν 2190/1920 όπως ίσχυε το έτος 2005 πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 Ν 3604/2007] Επίσης, πρέπει να σημειωθεί πως οι εναγόμενοι λόγω της πολύχρονης και μακράς ενασχόλησής τους ως προς τη διεξαγωγή των εταιρικών υποθέσεων γνώριζαν ότι, εάν ο μέτοχος Μ. Γ. παρίστατο στην ως άνω Γενική Συνέλευση της 2ας/12/2005 και διατύπωνε τις αντιρρήσεις του για το σημαντικό αυτό οικονομικό ζήτημα για τα συμφέροντα της εταιρείας, ενδέχετο η ληφθείσα απόφαση να ήταν διαφορετική. Ενεργώντας οι εναγόμενοι κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, πέτυχαν τον παράνομο αποκλεισμό του μετόχου, Μ. Γ., από τη ΓΣ της 2ας/12/2005 στερώντας του έτσι τη δυνατότητα συμμετοχής σε αυτή και το δικαίωμα να αντιλέξει επί των τιθέμενων θεμάτων με αποτέλεσμα να καταβληθούν παρανόμως σε καθένα από αυτούς σημαντικά χρηματικά ποσά ως δήθεν μισθοί για παρεχόμενες υπηρεσίες και να ζημιωθεί αμέσως η ενάγουσα κατά τα ληφθέντα από αυτούς χρηματικά ποσά, με τη δε συμπεριφορά τους αυτή παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην εταιρεία που απορρέουν από τη σύμβαση ανάθεσης της εταιρικής διοίκησης κατά το νόμο [άρθρο 22α του Ν. 2190/1920] καθώς παράλληλα και τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, διότι υπό την ιδιότητά τους ως μελών του ΔΣ της ενάγουσας, καίτοι είχαν υποχρέωση να ασκούν τα καθήκοντά τους με τη δέουσα επιμέλεια και εντός των πλαισίων του νόμου επιδιώκοντας πάντοτε την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού υπέχοντος έναντι της εταιρείας υποχρέωση πίστης ως απόρροια της σχέσης που τους συνέδεε με αυτήν ως μέλη του ΔΣ, εντούτοις παραβίασαν την υποχρέωση αυτή αποσκοπώντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και έτσι ζημίωσαν την περιουσία της με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, ώστε να υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την προκληθείσα σε βάρος της θετική ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά τους και να της καταβάλουν λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς τους, όπως ανωτέρω περιγράφθηκε, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που η εταιρεία υπέστη και η οποία συνίσταται στην τρώση της εμπορικής της φήμης και πίστης στην αγορά των Πατρών .... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και υποχρέωσε έκαστο των εναγομένων να καταβάλει νομιμότοκα στην ενάγουσα το συνολικό ποσό του 1.000.000 ευρώ για τη ζημία που υπέστη η εταιρεία και για την ηθική της βλάβη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 18, 22α, 22β, 23α § 2, 24 § 3 του ν. 2190/1920, 31 και 32 του ΕΝ, 68, 714, 731, 914, 919, 932, 297 και 298 του ΑΚ, καταλήγοντας στο πόρισμα, ότι οι αναιρεσείοντες υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, παραβιάζοντας τις επιβαλλόμενες, από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας και από το νόμο, υποχρεώσεις τους περί άσκησης των καθηκόντων τους με τη δέουσα επιμέλεια για την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση πίστης, που υπέχουν έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, ζημίωσαν [με την λήψη αμοιβών για την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών προς την εταιρεία, τις οποίες δεν προσέφεραν] την περιουσία της, συνεπεία πταίσματος τους από δόλο κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, με τις ακόλουθες υποστηρίζουσες αυτό [πόρισμα] αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: Ότι οι αναιρεσείοντες υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του ΔΣ της αναιρεσίβλητης εταιρείας και έχοντας επί σειρά ετών την ιδιότητα αυτή και επομένως γνωρίζοντας τις οριζόμενες από το ν 2190/1920 διαδικασίες για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, εκ προθέσεως παραβίασαν τις διατυπώσεις για τη νόμιμη σύγκληση αυτής που έλαβε χώρα στις 2.12.2005, ώστε να μην παραστεί σ' αυτή ο μέτοχος της μειοψηφίας Μ. Γ., όχι μόνο για να μην προβάλλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης, αλλά και για να μη λάβει έγκαιρα γνώση αυτής έτσι ώστε προφανώς να παρέλθει άπρακτη η εκ του νόμου ορισθείσα διετής προθεσμία [άρθρο 35α παρ. 2 του Ν 2190/1920] για την ακύρωση της [απόφασης] και να επέλθει έτσι εγκυροποίηση της, και κατ' εφαρμογή της ως εν λόγω άκυρης συνέλευσης και στην επί της βάσει αυτής εκδοθείσες από 30.6.2006 και 11.7.2007 μεταγενέστερες της πρώτης συνελεύσεις, να λάβουν για μη παρεχόμενες προς την εταιρεία υπηρεσίες για τα έτη 2005,2006 και 2007 το συνολικό ποσό των 980.000 ευρώ, προτάσσοντας έτσι το ατομικό τους συμφέρον έναντι αυτού που η υποχρέωση πίστης προς την εταιρεία τους επέβαλε για την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού, την οποία [υποχρέωση] δολίως παραβίασαν. Ότι η ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά που αντίκειται στην υποχρέωσή τους να διοικούν με επιμέλεια τις εταιρικές υποθέσεις, ενόψει του κινήτρου και του σκοπού που είχαν για να προσπορίσουν ίδιο όφελος προκαλώντας ζημία στην εταιρεία είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Ότι μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς και των προαναφερόμενων παραβάσεων που οι εναγόμενοι τέλεσαν και της προκληθείσας στην εταιρεία ζημίας υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, η οποία δεν αίρεται, όπως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, από το ότι σε κάθε περίπτωση αυτοί ως έχοντες το 68% του μετοχικού κεφαλαίου θα είχαν λάβει την άδεια για τη σύναψη με την εταιρεία συμβάσεων για παροχή έναντι αμοιβής υπηρεσιών, ενόψει του ότι η λήψη μιας τέτοιας απόφασης των πλειοψηφούντων μετόχων είναι αντίθετη προς το συμφέρον της εταιρείας, έναντι των προσωπικών τους συμφερόντων και αντίκειται στις διατάξεις του Ν. 2190/1920, ως προς τα δικαιώματα της μειοψηφίας των μετόχων της Α.Ε. και των άρθρων 914, 919 ΑΚ και μετά ταύτα οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
2. Ετι περαιτέρω ο προταθείς από τους αναιρεσείοντες τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ψέγουν την προσβαλλόμενη από την με αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένως ότι υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από τις προαναφερθείσες τρεις αμετάκλητες αποφάσεις του ιδίου Εφετείου, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης το Εφετείο διηγηματικά μόνο αναφέρεται σ' αυτές και μόνο ως προς το λόγο [παράβαση του άρθρου 35α παρ. 1α του Ν 2190/1920] δυνάμει του οποίου κηρύχθηκε η ακυρότητα αντιστοίχως των από 2.12.2005, 30.6.2006 και 11.7.2007 αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, και δεν έκρινε την ύπαρξη δεδικασμένου που να απορρέει από αυτές, σχετικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, που αφορά στην θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 18, 22α, 22β, 23α § 2, 24 § 3 του ν. 2190/1920, 31 και 32 του ΕΝ, 68, 714, 731, 914, 919, 297 και 298 του ΑΚ, αξίωση της ήδη αναιρεσίβλητης. 3. Κατ' άρθρου 440 του ΑΚ συμψηφισμός είναι η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων μεταξύ δυο προσώπων, εφόσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες . Σύμφωνα δε με το άρθρο 450 εδ.α' ΑΚ "Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο". Το απαράδεκτο αυτό του συμψηφισμού, το οποίο συνιστά απαγόρευση που προσλαμβάνει χαρακτήρα γενικής κύρωσης κατά του αδικήσαντος, ο οποίος υποχρεούται σε καταβολή εξ ολοκλήρου της οφειλής του, αφορά τον οφειλέτη και όχι το δανειστή της αποζημίωσης. Ο οφειλέτης, δηλαδή, της αποζημίωσης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο (δράστης), δεν μπορεί να προτείνει οποιαδήποτε ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό έναντι του δικαιούχου της αποζημίωσης (θύματος) και όχι το αντίστροφο (ΑΠ 712/2023]. Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 695/2020]. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως αβάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στη μη λήψη υπόψη της προταθείσας από αυτούς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομίμως επαναφερθείσα με τις προτάσεις τους στο Εφετείο ένστασης συμψηφισμού, το περιεχόμενο της οποίας, μετά από παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεών τους στο Εφετείο είναι το ακόλουθο 'Να συμψηφιστεί η κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις αξίωσή τους [αναιρεισόντων] που προέρχεται από την αμοιβή που δικαιούνται για την εργασία που προσέφεραν στην εταιρεία κατά τα έτη 2005,2006 και 2007 ανερχόμενη στο ποσό των 30.000 ευρώ για τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και στο ποσό των 20.000 ευρώ [αφαιρουμένων των φόρων] για κάθε ένα από τους μήνες των ετών 2006 και 2007, με την ισόποση απαίτηση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης που έχει κατ' αυτών για τη ζημία που υπέστη για το ανωτέρω χρονικό διάστημα από την μη παρεχόμενη εργασία τους. Ωστόσο η προταθείσα από τους εναγόμενους αναιρεσείοντες ένσταση συμψηφισμού της απαίτησής τους κατά της απαίτησης της ενάγουσας αναιρεσίβλητης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, από δόλο και η οποία αφορά τόσο την αδικοπρακτική όσο και την από το άρθρο 22α περί του ν 2190/1920 ευθύνη τους, είναι απαράδεκτη ως αόριστη διότι δεν προσδιορίζεται το αντικείμενο των υπηρεσιών των εναγομένων που παρείχαν στην ενάγουσα δυνάμει των οποίων προτείνουν σε συμψηφισμό της αμοιβής τους, αλλά και μη νόμιμη κατ' άρθρο 450 του ΑΚ . Η ως άνω δε αόριστη και μη νόμιμη ένσταση, για την οποία ουδόλως το Εφετείο απεφάνθη, δεν αποτελεί πράγμα, και μετά ταύτα δεν ιδρύεται ο ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος, ο οποίος είναι απαράδεκτος.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22α παρ. 1 και παρ. 5 περ α και β του Ν 2190/1920 προκύπτει ότι η αξίωση της ανώνυμης εταιρείας για τη ζημία που υπέστη από μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου κατά την διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, υπόκειται αντιστοίχως [περ α] στην τριετή παραγραφή από την τέλεση της πράξης και [περ β] στην δεκαετή παραγραφή που εκκινεί από το ίδιο χρονικό σημείο όταν η ζημία προήλθε από δόλο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης από αδικαιοπραξία, [πενταετία αφ' ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση] ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 22α παρ. 5 περ β του Ν 2190/1920 [τριετία από την τέλεση του διαχειριστικού πταίσματος] και να δεχθεί ότι η πρώτη [αξίωση] έχει υποπέσει στη συντομότερη παραγραφή της δευτέρας, λόγω της αρχής της συσσώρευσης των προθεσμιών παραγραφής για τις δυο ένδικες αξιώσεις που συνδέονται μεταξύ τους ως απορρέουσες από την ίδια έννομη σχέση. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον θεμελιώνεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης εταιρείας προήλθε εξ' αμελείας των αναιρεσειόντων για την οποία ισχύει η τριετής παραγραφή από την τέλεση της πράξης, ενώ το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα επισκόπηση του περιεχομένου αυτής δέχθηκε ότι η ζημία της εταιρείας προήλθε από δόλο των αναιρεσειόντων κατά την διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων για την οποία ισχύει η δεκαετής παραγραφή από την τέλεση της πράξης 5. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 937 του ΑΚ και ειδικότερα προβάλλουν την αιτίαση για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την απόδειξη του χρόνου που η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ζημίας. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας βάλλεται η ανέλεγκτη κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].
6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339,340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023). Καμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 41/2023, ΑΠ 566/2023.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγος αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επανέφεραν στο Εφετείο και τα οποία απεδείκνυαν πραγματικά περιστατικά που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα εκθέτουν ότι δεν ελήφθησαν υπόψη α] με τον λόγο αναίρεσης αντίγραφα των εφημερίδων "ΚΗΡΥΞ Πατρών" "Ο ΛΟΓΟΣ" και "EXPRESS" στις οποίες δημοσιεύτηκε η πρόσκληση για τη σύγκληση της ΓΣ της 2.12.2005, απόδειξη πληρωμής του τέλους υπέρ ΤΑΠΕΤ για τη δημοσίευση της σύγκλησης της ανωτέρω απόφασης, αντίγραφο απόδειξης της ταχυμεταφορικής εταιρείας με επιστολή προς το Εθνικό Τυπογραφείο, έγγραφο εκ νέου αποστολής πρόσκλησης της ΓΣ στο Γενικό Τυπογραφείο και το με αριθμό 288/12.1.2006 φύλλο της ΕτΚ στο οποίο εν τέλει δημοσιεύθηκε η πρόσκληση για τη σύγκληση της ΓΣ της 2.12.2005, έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν ότι οι προϋποθέσεις της νομότυπης σύγκλησης της ΓΣ δεν τηρήθηκαν από αμέλεια τους και κατ' επέκταση ότι εξ' αμελείας ευθύνονται για την παράβαση του άρθρου 22 παρ. 1 εδ α του Ν 2190/1920, β] με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης τα αντίγραφα ημερολογίων των βιβλίων της εταιρείας και τα αντίγραφα από τις καρτέλες λογαριασμού της εταιρείας, τα οποία αποδείκνυαν ότι έναντι της οφειλής τους, έχουν επιστρέψει στην εταιρεία το ποσό των 30.000 ευρώ που είχαν λάβει ως αμοιβή για το μήνα Δεκέμβριο του 2005, καθώς και ότι το ύψος της αιτούμενης από την εταιρεία προς αποκατάσταση της ζημίας της για τα έτη 2006 και 2007, ανέρχονταν πραγματικώς και μετ' αφαίρεση των φόρων που παρακρατήθηκαν από την εταιρεία και αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο αντιστοίχως στο ποσό των 198.000 ευρώ και 208.000 ευρώ. Από την βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην κατά τα ανωτέρω παραδεκτώς επισκοπηθείσα απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα. Μετά ταύτα ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα ελλείποντος άλλου λόγου και προσθέτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 1.4.2021 αίτηση και ο από 26.9.2022 πρόσθετος λόγος για αναίρεση της με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης [495 παρ. 3 ΚΠολΔ ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό [ άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.] Επίσης λόγω της απόρριψης της κυρίας αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής η από 21.10.2022 επικουρική αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης [495 παρ. 3 ΚΠολΔ ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 1.4.2021 αίτηση και τον από 26.9.2022 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών καθώς και την από 21.10.2022 επικουρική αίτηση για αναίρεση κατά της ιδίας ως άνω απόφασης.

Απορρίπτει την από 1.4.2021 αίτηση και τον από 26.9.2022 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια ευρώ [2.700] ευρώ.

Απορρίπτει την από 21.10.2022 επικουρική αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 157/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. Το ύψος των οποίων ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια ευρώ [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή