Αριθμός 88/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Ε., 2) Ι. Μ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Δάλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Εταιρείας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "... που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1137/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6763/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 6763/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942 και 943 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο(ΑΠ 708/2017, ΑΠ 278/2011).Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων. Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 805/2013). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1217/2014). Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 28/2017). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 708/2017). 4) Δόλος του οφειλέτη , ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς. 5) Γνώση του τρίτου. Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσες, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η επίδικη γονική παροχή των ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος προς την δεύτερη αναιρεσείουσα- θυγατέρα του ήταν χαριστική δικαιοπραξία και συνεπώς καταδολιευτική σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας του, συνιστά και κάθε παροχή που γίνεται από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών, η δε γονική παροχή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η σχετική δικαιοπραξία είναι χαριστική. Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη γονική παροχή του πρώτου αναιρεσείοντος προς τη θυγατέρα του, δεύτερη αναιρεσείουσα, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 869/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο πρώτος εξ αυτών, εκτός των μεταβιβασθέντων ακινήτων, διέθετε ικανή και αξιόλογη υπόλοιπη ακίνητη περιουσία, η οποία επαρκούσε για να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην εκποιητική δικαιοπραξία με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, δηλ. με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον γνώριζε ότι με τη μεταβίβαση των σπουδαιότερων περιουσιακών στοιχείων του δεν θα υφίσταται στο όνομά του άλλη επαρκής περιουσία, ώστε να είναι εφικτή η ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προέκυψε η αξία της ήδη κατασχεμένης από τα έτη 2013 και 2014 λοιπής εμφανούς περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της επίδικης μεταβιβάσεως, ο ίδιος δε δεν την επικαλείται, η δε αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του επί της αποθήκης στο …. ανέρχεται σε 42.789,53 ευρώ, ποσό μικρότερο της επίδικης απαιτήσεως, ύψους 241.073,53 ευρώ, το οποίο δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της. Περαιτέρω, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019, ΑΠ 1396/2015). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, απορρίπτοντας την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση ότι η αναιρεσίβλητη συντέλεσε εξ οικείου πταίσματος στην πρόκληση της ζημίας της, καθόσον από αμέλειά της δεν φρόντισε να εξασφαλίσει την απαίτησή της με εμπράγματη ασφάλεια, εγγράφοντας σε ακίνητο του εγγυητή προσημείωση υποθήκης αναλόγου με την αξίωσή της ύψους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η καταδολίευση δανειστών δεν αποτελεί και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, διότι είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, όμως δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση των δανειστών, αλλά τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, οπότε δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Εφόσον το Εφετείο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης ως νόμω αβάσιμη, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ. απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 701/2011). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση ότι η αναιρεσίβλητη συντέλεσε εξ οικείου πταίσματος στην πρόκληση της ζημίας της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογίας σχετικής με την κρίση επί της ουσίας αλλά με την περί του νομικά βασίμου κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την οποία δεν παρέχεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 αναιρετικός λόγος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 6763/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ