Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 92 / 2024    (Α3, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 92/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Σ., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11803/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2020 αίτησή της.
Με την υπ' αριθμ. 162/2023 Πράξη του Αναπληρωτή Προέδρου του Α3' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Στη προκειμένη περίπτωση φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, η από 6-3-2020 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 162 /2023 Πράξη του Προέδρου του A3 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα στους διαδίκους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπιστώσεως αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, απευθυνομένης ενώπιον του ΑΙ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου. Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, όπως εξ άλλου δεν είχε παρασταθεί και στην αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 24ης.1.2022 παρόλο που κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρεσίβλητη (σχετ. προσκ. με αριθμό 7962Γ/16.11.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης). Κατά την δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε οίκοθεν από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 24.5.2022, με παρόντα τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, εφόσον αυτή (αναιρεσείουσα) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία της, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 11803/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ωςπροςτο παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 20.6.2013 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η ήδη αναιρεσείουσα, η οποία ήταν από το έτος 2001 και επί μία δεκαετία ασφαλιστική πράκτορας της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στον Νομό …, ζήτησε την ακύρωση της εις βάρος της εκδοθείσας με αριθμό 6043/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία διατασσόταν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 18.388,79 ευρώ που αφορούσε εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα στη τελευταία ασφάλιστρα. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 214/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής λόγω δικονομικού απαραδέκτου. Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 9.5.2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 11803/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη) δικάζοντος ως εφετείου, η οποία κατά παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δίκασε επί της ανακοπής την οποία απέρριψε στο σύνολο της και επικύρωσε τη με αριθμό 6043/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων δύναται να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφ' ενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση, αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 1131/2020, ΑΠ 872/2017, ΑΠ 1349/2013). Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ. α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/3019, ΑΠ 1071/2017). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', ε', στ και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενο της ως προς την αιτία της πληρωμής. Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990). Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ1 άρθρο 628 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015), να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη τής εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1850/2017). Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει κατά τα προεκτεθέντα, ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής (και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της) οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012). Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύφος αυτής ΑΠ 123/2023, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ "Η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή". Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ650/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1746/2013). Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 417 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ. α' ΑΚ, συνάγεται ότι, για να έχει, η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει: α) να είναι προσήκουσα. Δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, κατάταπροεκτεθέντα, χωρίς να αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005) και β) να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεώς του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός. Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224,1654,1540,1541,426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ204/2021, ΑΠ650/2020, ΑΠ537/2013, ΑΠ134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, συνάγεται, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, εάν α) δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, β) εάν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη, ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, (ΑΠ 983/2020, ΑΠ 1566/2018, ΑΠ 1876/2014). Συνέπεια δε της υπερημερίας αυτού (δανειστή) είναι, ότι ο οφειλέτης δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΑΚ, να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή, καθετί, που χρειάστηκε να δαπανήσει επιπλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Για την ύπαρξη δε υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, ήτοι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του (ΑΠ464/2022). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ, 361,873,874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει (ΑΠ 192/05, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991, ΑΠ1226/1982).
Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβληθέντων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή το από την αντιπαραβολή των κονδυλίων των πιστοχρεώσεων προκύπτον υπόλοιπο (ΑΠ Ολ 31/1997, ΑΠ 1795/2007). Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκειά του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκαμε αποστολές (ΑΠ 1524/1991). Η ενοχή για το κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προκύπτον κατάλοιπο γεννάται ανεξάρτητα από τα επί μέρους κονδύλια αυτού, όταν ο οφειλέτης του καταλοίπου είτε με τη σύμβαση περί λειτουργίας του λογαριασμού υποσχέθηκε αφηρημένα την εξόφληση του καταλοίπου, είτε μετά το κλείσιμο του λογαριασμού αναγνώρισε την οφειλή του για το κατάλοιπο. Η μετά το κλείσιμο του λογαριασμού αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη, γίνεται με δήλωση της βουλήσεως αυτού προς τον δανειστή και την αποδοχή της από τον τελευταίο, καταρτιζόμενης έτσι συμβάσεως αναγνωρίσεως του καταλοίπου. Με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται, σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών, με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που τίθεται στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου (ΑΠ 248/2014, ΑΠ 1472/2004). Η συμφωνία των συμβαλλομένων σε σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μερών, με την οποία καθορίζεται ως αποδεικτικό μέσο και το "απόσπασμα" των εμπορικών βιβλίων, -, το οποίο δεν προβλέπεται από τα άρθρα 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη διάταξη νόμου, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και είναι καταρχήν έγκυρη. Κατ' ακολουθίαν τούτων και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει σχετική συμφωνία των συμβαλλομένων, στην περίπτωση κατά την οποία κλείνεται ο λογαριασμός και έχει γίνει αναγνώριση του μέχρι του κλεισίματος καταλοίπου, δεν υπάρχει ανάγκη αναδρομής και στα προηγούμενα της αναγνωρίσεως αυτής κονδύλια, και συνεπώς παραθέσεώς τους στην αγωγή. Το κατάλοιπο μάλιστα του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι δυνατό να αναγνωρισθεί με άτυπη σύμβαση των μερών. Η αποστολή λογιστικής εκκαθαρίσεως από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο πρέπει να θεωρηθεί ότι ενέχει και πρόταση για αναγνώριση του καταλοίπου. Η αποδοχή της πρότασης μπορεί να συνάγεται και συμπερασματικώς. Ωστόσο, μόνη η σιωπή του άλλου μέρους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή της προτάσεως. Είναι, όμως, δυνατό να έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι αν ο αποδέκτης της εκκαθάρισης δεν αντιλέξει μέσα σε ορισμένη εύλογη προθεσμία, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο, η συμφωνία δε αυτή είναι επίσης έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη (ΑΠ 117/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Ειδικότερα, από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006). Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1386/2019). Η εν λόγω διάταξη, όμως, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν έχει εφαρμογή και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από αυτή, αναιρετικός λόγος όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1540/2022, ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 348/2009, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 189/2018). Η περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017). Σύμφωνα δε με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008). Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 284/2014).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την από 8.5.2013 αίτησή της στρεφομένη κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση ποσού 18.388,79 ευρώ, προερχομένη από σύμβαση που κατάρτισε στις 18.5.2001 με την ως άνω αναιρεσείουσα, με την οποία η τελευταία ορίστηκε ασφαλιστική πράκτορας στην περιοχή των …. Στο ιστορικό της αίτησης αναφερόταν ότι: "με την ανωτέρω σύμβαση ασφαλιστικής πράκτορα η οποία καταρτίστηκε ανάμεσα στην αιτούσα και την καθ' ης (κατά τα λεπτομερώς οριζόμενα στην ένδικη αίτηση), ορίστηκε η καθ' ης ασφαλιστική πράκτορας στην περιοχή του Νομού … σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1569/85, του Π.Δ. 298/86 και του Ν.Δ. 400/70, υπό τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων όρους και συμφωνίες που λεπτομερώς εκτίθενται στην κρινομένη αίτηση. Συγκεκριμένα: Δυνάμει του 1ου γενικού όρου η καθ' ης ανέλαβε την υποχρέωση και το δικαίωμα να διαμεσολαβεί για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα για κινδύνους που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν στην περιφέρεια αυτή (Ν. …) και κατά διαφόρων ασφαλιστικών κινδύνων και κυρίως για τους κλάδους Προσωπικών Ατυχημάτων, Χερσαίων Οχημάτων, Ιδίων Ζημιών Σκαφών, Μεταφορών, Πυρός, Λοιπών Ζημιών Αγαθών, Αυτοκινήτου, Αστικής Ευθύνης Σκαφών, Γενικής Αστικής Ευθύνης, Νομικής Προστασίας και Βοήθειας. Δυνάμει του 7ου όρου η καθ' ης είχε το δικαίωμα, να εισπράττει ασφάλιστρα, τα οποία υποχρεούνταν να διατηρεί σε κάθε στιγμή στη διάθεση της αιτούσας, στην οποία ανήκουν και ευθύνεται έναντι αυτής ως θεματοφύλακας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Π.Δ. 298/86, τον αστικό και ποινικό νόμο. Δυνάμει του 8ου όρου η καθ' ης είχε υποχρέωση, να ενημερώνει έγκαιρα την αιτούσα για την καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων και να καταθέτει στην εταιρία ή σε Τράπεζα στο όνομα της αιτούσας, τα ασφάλιστρα που εισπράττει, το αργότερο στο τέλος κάθε εβδομάδας, μετά από αφαίρεση των προμηθειών της και των τυχόν, κατ' εντολή της αιτούσας, πληρωθέντων απ' αυτήν για λογαριασμό της εξόδων ή αποζημιώσεων. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου, η καθ' ης αποδίδει στην αιτούσα αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της διαχείρισης γενικά του προηγούμενου διμήνου και καταβάλλει κάθε πλεόνασμα, αφαιρουμένων αντίστοιχα των όσων έχει καταβάλλει κατ' εντολή της αιτούσας. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της αιτούσας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Δυνάμει του 8ου όρου συμφωνήθηκε ότι η αιτούσα κάθε μήνα θα εκδίδει λογαριασμό, ο οποίος θα εμφανίζει το υπόλοιπο οφειλής της Ασφαλιστικής Πράκτορα καθ' ης μέχρι της ημέρας έκδοσης του λογαριασμού. Αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν θα αποστέλλει η αιτούσα στην καθ' ης, η οποία υποχρεώνεται να επιστρέψει αμέσως και εντός του μήνα, το δεύτερο αντίγραφο, υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις της. Η μη επιστροφή από την Ασφαλιστική Πράκτορα του παραπάνω λογαριασμού υπογεγραμμένου, αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της αιτούσας της σύμβασης της. Η τυχόν αδράνεια της αιτούσας να καταγγέλλει αμέσως τη σύμβαση, δεν θεωρείται ότι αυτή αποδέχεται την άνω παράλειψη της Ασφαλιστικής Πράκτορα, αλλά σημαίνει ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να καταγγέλλει τη σύμβαση σε χρόνο που η ίδια θα θεωρήσει κατάλληλο. Επίσης, με τον παραπάνω όρο συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση που η Ασφαλιστική Πράκτορας δεν αποστέλλει υπογεγραμμένο το άνω αντίγραφο του λογαριασμού, ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το λάβει και δεν γνωστοποιήσει εγγράφως στην αιτούσα, τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει. Η απόδειξη του υπολοίπου θα αποδεικνύεται πλήρως είτε από τα υπογεγραμμένα από την Ασφαλιστική Πράκτορα αντίγραφα αυτού, είτε από τα αντίγραφα που θα τηρεί η αιτούσα, είτε από απόσπασμα επίσημων στοιχείων της αιτούσας, τα οποία υποχρεώνεται η αιτούσα να τηρεί και στα οποία θα φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού. Συμφωνήθηκε δε (όρος 8ος εδ. 3) ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης, τα οποιαδήποτε οφειλόμενα από την καθ' ης ποσά καθίστανται αμέσως ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Επίσης με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε (14ος όρος) ότι αρμόδια για κάθε διαφορά θα είναι τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης. Με το από 31.12.2011 αντίγραφο λογαριασμού (ανάλυση λογαριασμού) προς την καθ' ης, το οποίο η αιτούσα προσκομίζει νόμιμα χαρτοσημασμένο και επικαλείται, γνωστοποίησε στην καθ' ης, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της στις 31.12.2011 ανερχόταν στο ποσό των 18.515,12 ευρώ. Παράλληλα, με το έγγραφο αυτό ζήτησε η αιτούσα από την καθ' ης να συγκρίνει το υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού της με τα βιβλία της και να βεβαιώσει την ορθότητα του, αποστέλλοντας στην αιτούσα υπογεγραμμένο το αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση διαφωνίας της, τις παρατηρήσεις της για τυχόν εγγραφές και ποσά που διαφωνεί, άλλως και σε περίπτωση μη αποστολής του αντιγράφου θα θεωρηθεί ότι συμφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού της, σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους της σύμβασης. Η καθ' ης σε καμία θετική ενέργεια δεν προέβη για την αποστολή του παραπάνω αντιγράφου του λογαριασμού της. Παρά τις κατ' επανάληψη οχλήσεις της αιτούσας η καθ' ης δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της και η αιτούσα προέβη την 20.01.2012 στην καταγγελία της εν λόγω σύμβασης Ασφαλιστικής Πράκτορα, με συνολικό υπόλοιπο λογαριασμού, το ποσό των 18.515,12 ευρώ, με την από 20.01.2012 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στην καθ' ης, όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη υπ' αριθμ. 10.409β'/26.01.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών, Αντώνιου Τσιάντα, καλώντας την ταυτόχρονα να καταβάλει στην αιτούσα το ανωτέρω συνολικό ποσό των 18.515,12 ευρώ, καθώς και οποιοδήποτε ποσό προκύψει από την οριστική εκκαθάριση του λογαριασμού της. Ο λογαριασμός της καθ' ης στη συνέχεια παρουσίασε κίνηση μέχρι και την 31.05.2012, όπως προκύπτει από την καρτέλα κίνησης του λογαριασμού της, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, και η, οφειλή της καθ' ης από 01.06.2012 μέχρι σήμερα, ανέρχεται στο ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων τριακόσια ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (18.388,79), νομιμότοκα από 01.06.2012 και μέχρι την εξόφληση, καθόσον από 01.06.2012 και μέχρι σήμερα δεν παρουσίασε κίνηση ο λογαριασμός της. Στην καθ' ης απέστειλε η αιτούσα και τα από 31.01.2011 και μέχρι την 31.08.2012 αντίγραφα λογαριασμού και της γνωστοποίησε, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της ανέρχεται στο ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων τριακόσια ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (18.388,79), χωρίς να αποστείλει η καθ' ης στην αιτούσα τα αντίγραφα αυτών υπογεγραμμένα, όπως όφειλε, από την μεταξύ τους σύμβαση, αναγνωρίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την οφειλή της, σύμφωνα με τους όρους αυτής (σύμβασης)". Με βάση το ιστορικό αυτό και προσκομίζοντας νόμιμα συνταγμένα και χαρτοσημασμένα τα παρακάτω έγγραφα: 1) Την από 18.05.2001 σύμβαση ασφαλιστικής πράκτορα μεταξύ της αιτούσας και της καθ' ης, μετά των τροποποιήσεων και των προσαρτημάτων της. 2) Νόμιμα εξηγμένα και επικυρωμένα αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της αιτούσας (πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης), στα οποία εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού της καθ' ης από 18.05.2001 έως 31.03.2013, 3) Τις από 31.01.2011 και μέχρι 31.08.2012, έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού - επιστολές που απέστειλε η αιτούσα στην καθ' ης με το υπόλοιπο του λογαριασμού της, 4) Την υπ' αριθμ. 10.409β'/26.01.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών, Αντώνιου Τσιάντα, στην οποία περιλαμβάνεται η από 20.01.2012 καταγγελία διαμαρτυρία - πρόσκληση την οποία κοινοποίησε η αιτούσα στην καθ' ης, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των καθ' ων. Η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμό 6043/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ' ης, να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 18.388,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Με την από 20/6/2013 ανακοπή της η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής επικαλούμενη λόγους που αφορούσαν την ύπαρξη της απαίτησης και το ύφος της. Ειδικότερα: με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής δεν συνέτρεχαν OL προϋποθέσεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ, καθόσον δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη οφειλή της έναντι της καθης και ότι ακύρως κατήγγειλε η τελευταία τη μεταξύ τους σύμβαση τον Δεκέμβριο του 2011, διότι: α) μέχρι την 31.10.2005 απέδιδε τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα σε τρίτο πρόσωπο που είχε επιτρέψει η καθης η ανακοπή και δη την κεντρική ασφαλίστριά της για το νομό …, Θ.Μ. β) δυνάμει του από 15-9- 2009 ιδιωτικού μεταξύ τους συμφωνητικού η καθης αναγνώρισε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της αναιρεσείουσας προς αυτήν για τους μήνες Μάϊο. Ιούνιο και Ιούλιο του 2009, ήταν 19.613,91 ευρώ, γ) ως προς το ποσό των 11.505,10 ευρώ η απαίτηση της καθης είχε αποσβεσθεί λόγω της τμηματικής καταβολής του στην ίδια την καθής έως και τον Σεπτέμβριο του 2011, κατά τους επί μέρους αναφερόμενους χρόνους και τα επί μέρους χρηματικά ποσά που αναφέρει αναλυτικά στον ως άνω λόγο της ανακοπής της, η δε καθής εξέδωσε για τις επί μέρους καταβολές τις μνημονευόμενες στον οικείο λόγο αποδείξεις, δ) το υπόλοιπο ποσό των 6.883,69 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011, το προσέφερε κατ' επανάληψη στην καθης και η τελευταία αρνήθηκε την είσπραξή του, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία δανειστή, ε) ζητώντας το σύνολο του ποσού των 18.388,79 ευρώ, επιδίωξε την είσπραξη ανύπαρκτης οφειλής, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας χρέωσε παράνομα στην ίδια προγενέστερες οφειλές που βάρυναν την Θ. Μ. έναντι της καθής, είτε από αξιόγραφα που έδωσε η πρώτη στη δεύτερη αντί των μετρητών που εισέπραξε από την ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) κατά τα ανωτέρω, είτε από μετρητά που η Μ. έλαβε από την τελευταία και δεν απέδοσε στην καθής, αλλά τα παρακράτησε. Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, ωσαύτως συναφή με τον πρώτο, αλλά συνοπτικό, προέβαλε την ανυπαρξία της απαίτησης της καθής, με την αιτίαση ότι το ποσό των 11505,10 ευρώ δεν συνιστά δική της οφειλή, αλλά της Θ.Μ. προς την καθής, για δε το υπόλοιπο ποσό των 6.883,69 ευρώ επικαλείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο της καθης υπερημερία δανειστή. Με τον τρίτο λόγο ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, διότι επιδίκασε τόκους υπερημερίας, παρά το γεγονός ότι δεν οφείλονται, ενόψει του ότι η καθής έχει καταστεί υπερήμερη δανείστρια. Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίσθηκε ότι η καθής εξέδωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος, διότι" είχαν προηγηθεί οι κατ' επανάληψη οχλήσεις της και η ενημέρωση της αντιδίκου της για όλα τα παραπάνω και κυρίως γιατί σε κάθε αντίγραφο λογαριασμού που της επέστρεφε διατύπωνε εγγράφως τις αντιρρήσεις της για το υπόλοιπο". Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 214/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε κατ' άρθρο 624 ΚΠολΔ η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της απαίτησης, διότι δεν αναγραφόταν στη διαταγή πληρωμής με βάση ποιο έγγραφο γνωστοποίησε η αιτούσα αναιρεσίβλητη το κατάλοιπο. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η καθής άσκησε την από 9-5-2018 έφεσή της. Το μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως Εφετείο, με την 11803/2019 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "... Κατόπιν της από 8.5.2013 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 6043/2013 Διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 18.388,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων με βάση την από 18.5.2001 σύμβαση ασφαλιστικής πράκτορα. Για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής η καθ' ης επικαλέσθηκε και προσκόμισε, όπως αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, νόμιμα συντεταγμένα και χαρτοσημασμένα: I) την από 18.5.2001 σύμβαση ασφαλιστικής πράκτορα, 2) νόμιμα εξηγμένα και επικυρωμένα αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της εταιρείας (πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης), στα οποία εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού της καθ' ης η ανακοπή από 18.5.2001 έως 31.3.2013, 3) τις από 31.01.2011 έως 31.8.2012 έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού-επιστολές που απέστειλε η αιτούσα στην καθ' ης με το υπόλοιπο του λογαριασμού της και 4) την υπ' αριθμ. 10409β'/26-01-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Αντωνίου Τσιάντα, στην οποία περιλαμβάνεται η από 20.01.2012 δήλωση- καταγγελία της σύμβασης. Κατά τον όρο 8 της σύμβασης (γενικοί όροι) συμφωνήθηκε ότι "Η Εταιρεία κάθε μήνα θα εκδίδει λογαριασμό, ο οποίος θα εμφανίζει το υπόλοιπο της οφειλής του Ασφαλιστικού πράκτορα μέχρι της ημέρας έκδοσης του λογαριασμού. Αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν μπορεί να αποστέλλει στον Ασφαλιστικό πράκτορα, ο οποίος υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως και σε ένα μήνα, το δεύτερο αντίγραφο υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις του. Η μη επιστροφή από τον ασφαλιστικό πράκτορα του παραπάνω λογαριασμού υπογεγραμμένου, αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της Εταιρείας της σύμβασής του. Η τυχόν αδράνεια της Εταιρείας να καταγγείλει αμέσως τη σύμβαση, δε σημαίνει ότι αυτή αποδέχεται τις παραβάσεις ή παραλείψεις της ασφαλιστικής πράκτορα, αλλά ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να καταγγείλει τη σύμβαση σε χρόνο που η ίδια θεωρήσει κατάλληλο. Επίσης σε περίπτωση που η Ασφαλιστική πράκτορας δεν αποστείλει υπογεγραμμένο το παραπάνω αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το λάβει και δεν το γνωστοποιήσει εγγράφως στην Εταιρία, τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει. Το υπόλοιπο θα αποδεικνύεται πλήρως από τα υπογεγραμμένα από την Ασφαλιστική πράκτορα αντίγραφα αυτού ή από τα αντίγραφα που θα τηρεί η Εταιρία ή από απόσπασμα επίσημων στοιχείων της Εταιρίας όπου θα φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού". Σε εκτέλεση του τελευταίου αυτού όρου η καθ' ης προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, νόμιμα εξαχθέν και επικυρωμένο απόσπασμα από τα φορολογικά της βιβλία και στοιχεία που αυτή τηρεί. Συνακόλουθα εφόσον υπήρχε ρητός όρος στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα αποδεικνύεται από απόσπασμα επισήμων στοιχείων της εταιρείας, τα οποία έγγραφα αποσπάσματα της κίνησης του λογαριασμού της καθής έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη κατ' άρθρο 448 ΚΠολΔ και αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο της απαίτησης της καθής, προσκομίσθηκαν δε νόμιμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αποδεικνυόταν η επίδικη απαίτηση, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 626 παρ.2 περ.γ' ΚΠολΔ, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου ανακοπής. Περαιτέρω η ανακόπτουσα με το δεύτερο και τρίτο λόγο ανακοπής όπως αυτοί εκτιμούνται, διατείνεται ότι δεν υφίσταται εις βάρος της η επιδικασθείσα με την επίδικη διαταγή πληρωμής απαίτηση ύψους 18.388,79 ευρώ, αλλά μόνον απαίτηση ποσού 6.883,69 ευρώ, την οποία έχει προσφέρει στην καθής, η οποία δεν την αποδέχεται και ως εκ τούτου υπάρχει υπερημερία δανειστή. Ο ανωτέρω λόγος, πέραν της αοριστίας του, διότι δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού, αλλά πρέπει να προβάλλονται ισχυρισμοί αναγόμενοι συγκεκριμένα πότε και με ποιό τρόπο εξόφλησης προσέφερε το άνω ποσό και η καθής η ανακοπή αρνήθηκε να το εισπράξει, τυγχάνει ουσία αβάσιμος και απορριπτέος κατά τα λοιπά, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η ανακόπτουσα δεν προέβη σε κάποια ενέργεια καταβολής του άνω ποσού, αλλά ούτε ενημέρωσε την καθής η ανακοπή με κάποια εξώδικη δήλωση, ως είθισται, ότι προτίθεται να καταβάλει το άνω ποσό στο ταμείο της εταιρείας. Κατόπιν τούτων δεν υφίσταται υπερημερία δανειστή και ορθώς η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής επιδίκασε τόκους υπερημερίας. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον όρο 8 της συμβάσεως σε περίπτωση που η καθ' ης η ανακοπή δεν απέστειλε υπογεγραμμένο αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το είχε λάβει και δεν το είχε γνωστοποιήσει εγγράφως στην καθ' ής, τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρούνταν ότι η ασφαλιστική πράκτορας αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει. Ως εκ τούτου, η τελευταία θεωρείται ότι αποδέχεται το μηνιαίο υπόλοιπο ακόμη και στην περίπτωση της μη λήψης αντιγράφου του λογαριασμού. Άλλωστε από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού εναντιώθηκε ή αμφισβήτησε το υπάρχον μέχρι τότε υπόλοιπο αυτού, αλλά στην ενέργειά της αυτή προέβη το πρώτον μετά την καταγγελία της συμβάσεως που της επιδόθηκε στις 20.1.2012. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, ότι ακύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 624 ΚΠολΔ, χωρίς να προκύπτει το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο εφέσεώς της, ο οποίος θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθώς επίσης και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο και απορριπτομένων των λόγων ανακοπής, να απορριφθεί και η υπό κρίση ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής...". Ακολούθως το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης καθής η ανακοπή, εξαφάνισε την με αριθμό 214/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου και αφού ερεύνησε και τους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως λόγους της ανακοπής, απέρριψε την ανακοπή στο σύνολο της και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο και με αυτά που δέχθηκε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 416,417, 349, 281 ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες εν προκειμένω, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και που δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης ανακοπής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία. Και τούτο διότι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι υφίσταται ληξιπρόθεσμη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δυνάμει της 6043/2013 διαταγής πληρωμής, με την (πλασματική, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν), αναγνώριση του υπολοίπου του μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού, σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας τους, με την παρέλευση της ορισθείσας προθεσμίας που τέθηκε από τη σύμβαση στην αναιρεσείουσα, χωρίς η τελευταία να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος υπολοίπου, υπό τις υποστηρίζουσες παραδοχές: α) της ύπαρξης της από 18.5.2001 συμβάσεως ασφαλιστικού πράκτορα μεταξύ των διαδίκων, β) των όρων αυτής στους οποίους διαλαμβάνεται και ο όρος με αρ. 8, σύμφωνα με τον οποίον προβλέπεται ότι στην περίπτωση που η ασφαλιστική πράκτορας δεν αποστείλει υπογεγραμμένο εντός μηνός, το δεύτερο αντίγραφο του μεταξύ τους λειτουργούντος λογαριασμού, το οποίο εκδίδει η εταιρεία μηνιαίως και απεικονίζει το υπόλοιπο της οφειλής του πράκτορα μέχρι την ημέρα της έκδοσής του, (πέραν του ότι αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της εταιρείας), ή για κάποιο λόγο δεν το λάβει και δεν το γνωστοποιήσει εγγράφως στην εταιρεία, με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι η πράκτορας (αναιρεσείουσα- ανακόπτουσα) αποδέχεται το μηνιαίο υπόλοιπο, γ) της συμφωνίας των διαδίκων με τον ίδιο ως άνω όρο της σύμβασής τους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το απόσπασμα επισήμων στοιχείων και φορολογικών βιβλίων που η ασφαλιστική εταιρεία τηρεί, δ) της προσκόμισης νομίμως εξηγμένων και επικυρωμένων αποσπασμάτων από τα επίσημα βιβλία της εταιρείας με απεικόνιση της κίνησης του μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού από την 18.5.2001 ως 31.3.2013, ε) της αποστολής από 31.1.2011 ως 31.8.2012 των εγγράφων αναλύσεων λογαριασμού-επιστολών που έστελνε η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα με το υπόλοιπο του λογαριασμού της κατά τον όρο 8 της σύμβασης, στ) της μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας ούτε αμφισβήτησης του υπολοίπου πριν το κλείσιμο του λογαριασμού και μέχρι την καταγγελία, που κατά τις άνω παραδοχές, έλαβε χώρα στις 20.1.2012.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, κριθεί ότι η αναιρεσείουσα, υπό τις προβαλλόμενες αιτιάσεις της "έλλειψης αιτιολογιών σε σχέση με τους ισχυρισμούς της: περί μερικής εξόφλησης λόγω καταβολής σε τρίτο που επέτρεψε η δανείστρια ασφαλιστική εταιρεία, στην ίδια την αναιρεσίβλητη, όσον αφορά το ποσό των 11.505,10 ευρώ και περί υπερημερίας της τελευταίας ως δανείστριας λόγω της άρνησής της να δεχθεί την προσφορά των 6.883,69 ευρώ", προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ως άνω λόγο πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν ταυτίζονται με το περιεχόμενο του πρώτου και δεύτερου λόγου της ανακοπής της, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι όσον αφορά τον πρώτο λόγο ανακοπής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν, (πλασματική αναγνώριση συγκεκριμένου υπολοίπου λογαριασμού, προκύπτοντος από τα επίσημα στοιχεία της αναιρεσίβλητης, κατά ρητό όρο της μεταξύ τους σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης και εντεύθεν ύπαρξη γεγενημένης και βέβαιης απαίτησης, χωρίς αίρεση, όρο, προθεσμία ή αντιπαροχή, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, προκύπτουσα από το συνδυασμό των παρατιθέμενων στην απόφαση εγγράφων), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της, πέραν του ότι όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ανακοπής (περί ανυπαρξίας της απαίτησης - υπερημερίας δανειστή), αλλά και τον τρίτο λόγο αυτής (περί παράνομης κατ' άρθρο 356 ΑΚ επιδίκασης τόκων υπερημερίας), από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας τους έλαβε υπ' όψη και τους απέρριψε με συνοπτική αιτιολογία ως αόριστους και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμους, με την περί του αντιθέτου παραδοχή ότι δεν συνέτρεχε υπερημερία της αναιρεσίβλητης. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, διότι υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο ισχυρισμός ότι "η επίδικη οφειλή, πέραν του ποσού των 6.883,69 ευρώ δεν είναι της αναιρεσείουσας, αλλά της Θ.Μ.", δεν συνιστά "πράγμα-αυτοτελή ισχυρισμό", αλλά άρνηση της οφειλής, όσον δε αφορά το ποσό των 6883,69 ευρώ, είναι και αλυσιτελής, διότι μόνη η υπερημερία (χωρίς δημόσια παρακατάθεση του αντίστοιχου ποσού ώστε να επέλθει απόσβεση της οφειλής) δεν αρκεί για να καταλύσει το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ωσαύτως, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει επί του τέταρτου λόγου ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής, καθόσον υπό τα προεκτεθέντα, κατά την ανάπτυξη εκάστου των λόγων ανακοπής, τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για τη θεμελίωση των όρων και των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης: περί παραβίασης α) του άρθρου 905ΑΚ, διότι πρόκειται για απαίτηση αχρεωστήτου β) εκείνης του άρθρου 389 ΑΚ (περί υπαναχώρησης, όσον αφορά τα ποσά 117,18 ευρώ και 35 ευρώ, λόγω ακύρωσης συμβολαίου πυρός και ασφάλισης μοτοποδηλάτου) είναι απαράδεκτες, διότι προβάλλονται το πρώτον με λόγο αναίρεσης πέραν του ότι όσον αφορά την υπό στοιχείο β) είναι και αλυσιτελής, οι δε αιτιάσεις στον δεύτερο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο ότι η καθής συνομολόγησε με από 15-9-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι οι οφειλές της αναίρεσείουσας ανέρχονται σε 19.613,91 ευρώ και προέρχονται μονο από τις μηνιαίες παραγωγές της για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2009, είναι προεχόντως αλυσιτελείς, συνιστούν νομικώς αδιάφορα περιστατικά και δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.3.2020 αίτηση αναιρέσεως της Α. Κ. κατά της με αριθμό 11803/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή