Αριθμός 296/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: κοινοπραξίας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουτσοφιό.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Α., χήρας Ν. Π. - Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Κυριακίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1173/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 18/2008, ολΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, η διεθνής θαλάσσια μεταφορά επιβατών διέπεται στη χώρα μας από τη Διεθνή Σύμβαση των Αθηνών της 13ης Δεκεμβρίου 1974 "σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους", όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της 19ης Νοεμβρίου 1976 και το Πρωτόκολλο της 1ης Νοεμβρίου 2002, που κυρώθηκαν και έχουν την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος η μεν άνω Διεθνής Σύμβαση και το Πρωτόκολλο της 19ης Νοεμβρίου 1976 με το Ν. 1922/1991, το δε Πρωτόκολλο της 1ης Νοεμβρίου 2002 με το Ν. 4195/2013, καθώς και από τον Κανονισμό (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 "σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος", ο οποίος, με βάση το άρθρο 12, ισχύει από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης των Αθηνών όσον αφορά την Κοινότητα, αλλά όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 2012, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 παρ 1 του παραπάνω κανονισμού "Το καθεστώς ευθύνης ως προς τους επιβάτες, τις αποσκευές τους και τα οχήματά τους και οι κανόνες για την ασφάλιση ή άλλου είδους χρηματοοικονομική ασφάλεια διέπονται από τον παρόντα κανονισμό καθώς και από τα άρθρα 1 και 1α, το άρθρο 2 παράγραφος 2, τα άρθρα 3 έως 16, και τα άρθρα 18, 20 και 21 της σύμβασης των Αθηνών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι και τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών του IMO που παρατίθενται στο παράρτημα
ΙΙ". Εξάλλου, τα άρθρα 3, 4, 7 και 14 της Σύμβασης των Αθηνών, όπως τα άρθρα 3 και 7 αντικ. με τα άρθρα 4 και 6 του Πρωτοκόλλου του 2002, ορίζουν τα εξής: "Άρθρο 3. Ευθύνη του μεταφορέα. 1. Για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη, λόγω ναυτικού συμβάντος, ο μεταφορέας θα ευθύνεται στο μέτρο που η εν λόγω ζημία σε σχέση με τον εν λόγω επιβάτη, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει τις 250.000 λογιστικές μονάδες, εκτός εάν ο μεταφορέας αποδείξει ότι το συμβάν: (α) υπήρξε αποτέλεσμα πολεμικής πράξης, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, εξέγερσης ή φυσικού φαινομένου, έκτακτου, αναπόφευκτου και ακαταμάχητου χαρακτήρα, ή (β) προκλήθηκε εξ ολοκλήρου από πράξη ή παράλειψη που έγινε από τρίτο με πρόθεση την πρόκληση του συμβάντος. Αν και στο βαθμό που η ζημία υπερβαίνει το ανωτέρω όριο, ο μεταφορέας ευθύνεται περαιτέρω, εκτός αν ο μεταφορέας αποδείξει ότι το συμβάν που προκάλεσε τη ζημία δεν οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του μεταφορέα... 5. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: (α) ο όρος "ναυτικό συμβάν" σημαίνει το ναυάγιο, την ανατροπή, τη σύγκρουση ή την προσάραξη του πλοίου, την έκρηξη ή πυρκαγιά στο πλοίο, ή το ελάττωμα του πλοίου, (β) ο όρος "δόλος ή αμέλεια του μεταφορέα" περιλαμβάνει και το δόλο ή την αμέλεια του προσωπικού του μεταφορέα, το οποίο ενεργεί στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας του. (γ) ο όρος "ελάττωμα του πλοίου" σημαίνει οποιαδήποτε δυσλειτουργία, αστοχία ή μη συμμόρφωση με τους ισχύοντες κανονισμούς ασφαλείας σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος του πλοίου ή του εξοπλισμού του, όταν χρησιμοποιείται για τη διαφυγή, εκκένωση, επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών, ή όταν χρησιμοποιείται για την ώθηση, πηδαλιούχηση, ασφαλή πλεύση, πρόσδεση, αγκυροβολιά, άφιξη ή αναχώρηση από προκυμαία ή αγκυροβόλιο, ή τον έλεγχο βλάβης μετά από πλημμύρα, ή όταν χρησιμοποιείται για την καθέλκυση σωστικών μέσων, και (δ) ο όρος "ζημία" δεν περιλαμβάνει αποζημιώσεις ποινικού ή παραδειγματικού χαρακτήρα. 6. Η ευθύνη του μεταφορέα, βάσει του παρόντος άρθρου, σχετίζεται μόνο με ζημία, η οποία προκύπτει από συμβάντα, τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Το βάρος της απόδειξης ότι το συμβάν, το οποίο προκάλεσε τη ζημία, έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, καθώς και την έκταση της ζημίας, φέρει ο ενάγων... Άρθρο 4. Πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα. 1. Εάν η διενέργεια της μεταφοράς ή μέρος αυτής έχει ανατεθεί σε πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα, ο μεταφορέας θα παραμένει παρά ταύτα υπεύθυνος για το σύνολο της μεταφοράς σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της σύμβασης... Άρθρο 7. Όριο ευθύνης για θάνατο και σωματικές βλάβες. 1. Η ευθύνη του μεταφορέα για θάνατο ή σωματικές βλάβες επιβάτη, βάσει του άρθρου 3, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 400.000 λογιστικές μονάδες, ανά επιβάτη, για κάθε επιμέρους περίπτωση. Όταν, σύμφωνα με το δίκαιο του δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης, επιδικάζονται αποζημιώσεις με τη μορφή περιοδικών προσόδων, το ισότιμο της αξίας του κεφαλαίου των λόγω καταβολών δεν θα υπερβαίνει το ανωτέρω όριο. 2. Ένα Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να ρυθμίζει, με ειδικές διατάξεις εθνικού δικαίου, το όριο ευθύνης που ορίζεται στην παράγραφο 1, υπό τον όρο ότι το εθνικό όριο ευθύνης, εφόσον υπάρχει, δεν θα είναι μικρότερο από εκείνο που ορίζεται στην παράγραφο 1. Ένα Συμβαλλόμενο Κράτος το οποίο κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, θα ενημερώνει το Γενικό Γραμματέα για το εγκριθέν όριο ευθύνης ή για το γεγονός ότι αυτό δεν υφίσταται... Άρθρο 14. Βάση απαιτήσεων. Καμία αγωγή αποζημίωσης για το θάνατο ή τις σωματικές βλάβες επιβάτη, ή για την απώλεια ή τη ζημία αποσκευών, δεν εγείρεται κατά του μεταφορέα ή του προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα ή με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται από την παρούσα Σύμβαση...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας είναι υπεύθυνος για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη, λόγω ναυτικού συμβάντος, η ευθύνη του δε αυτή είναι αντικειμενική, εφόσον η εν λόγω ζημία δεν υπερβαίνει τις 250.000 λογιστικές μονάδες και νόθος αντικειμενική σε περίπτωση που υπερβαίνει το ανωτέρω όριο, αφού στην περίπτωση αυτή ο επιβάτης αρκεί να επικαλεστεί και αποδείξει τη ζημία του και ότι αυτή προκλήθηκε από ναυτικό συμβάν, στον μεταφορέα δε εναπόκειται να ισχυριστεί και αποδείξει ότι το συμβάν που προκάλεσε τη ζημία δεν οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ιδίου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων. Σε κάθε δε περίπτωση, είτε πρόκειται για συμβατική είτε για εξωσυμβατική ευθύνη, οι σχέσεις του επιβάτη διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς ρυθμίζονται από τους διεθνείς κανόνες που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση των Αθηνών (ΑΠ 1002/2002). Με τη σύμβαση όμως αυτή επιβάλλεται η υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη, λόγω ναυτικού συμβάντος, όχι δε και η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η οποία δεν συνιστά ζημία. Τούτο συνάγεται και από τη διατύπωση της ισχύουσας από το 2002 διάταξης του άρθρου 3 παρ. 5 περ. δ της Σύμβασης των Αθηνών, βάσει της οποίας ο όρος "ζημία" δεν περιλαμβάνει αποζημιώσεις ποινικού ή παραδειγματικού χαρακτήρα, οι αξιώσεις δε παραδειγματικού χαρακτήρα δεν έχουν περιουσιακό αλλά προσωπικό χαρακτήρα, όπως είναι και η προβλεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Σημειωτέον ότι παρόμοια ρύθμιση προς τη ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 1 της Σύμβασης των Αθηνών υπάρχει και στην από 29-1-1930 Σύμβαση της Βαρσοβίας "περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών με τις διεθνείς αερομεταφορές", η οποία κυρώθηκε με τον α.ν. 596/1937, τροποποιήθηκε με το από 28-9-1955 πρωτόκολλο της Χάγης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 4365/1964, συμπληρώθηκε με την από 18-9-1961 σύμβαση Γουαδαλαχάρας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 766/1971 και τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Γουατεμάλα στις 8-3-1971 και τα τέσσερα (4) πρόσθετα πρωτόκολλα που υπογράφηκαν στο Μόντρεαλ στις 25-91975, που κυρώθηκαν με το νόμο 1778/1988, καθώς και στην κυρωθείσα με το ν. 3006/2002 Σύμβαση του Μόντρεαλ, η οποία υπεγράφη στις 2.5.1999 με σκοπό, αφενός μεν τον εκσυγχρονισμό και την κωδικοποίηση της από 19.1.1930 Συμβάσεως της Βαρσοβίας "περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς μεταφοράς", αφετέρου δε την εξασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και της δίκαιης αποζημίωσης με βάση την αρχή της επανόρθωσης, η οποία σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις επί πληρωμή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 17 τόσο της Σύμβασης της Βαρσοβίας όσο και της Σύμβασης του Μόντρεαλ, ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για τη ζημία που επέρχεται σε περίπτωση θανάτου, ή κάθε σωματικής βλάβης, που υφίσταται ένας επιβάτης, με την προϋπόθεση ότι το γεγονός που προκάλεσε το θάνατο ή τη σωματική βλάβη έγινε στο αεροσκάφος ή στη διάρκεια των διαδικασιών επιβίβασης ή αποβίβασης. Βάσει δε της διατάξεως αυτής έχει γίνει δεκτό ότι η μη εκπλήρωση της συμβάσεως αεροπορικής μεταφοράς παράγει υποχρέωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μόνον αν φέρει και τα στοιχεία αδικοπραξίας (ΑΠ 1369/2007, ΑΠ 39/2006).
Συνεπώς, και στην περίπτωση της διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, η υποχρέωση του μεταφορέα για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης προϋποθέτει αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 έως 299, 335 επ. και 374 επ. ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη επί ενδοσυμβατικής ευθύνης δεν αναγνωρίζεται, ειμή μόνον εάν η παράβαση της συμβάσεως φέρει και το χαρακτήρα αδικοπραξίας, όταν δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη (ολΑΠ 967/1973).
Συνεπώς, εάν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, δηλαδή υπάρχει α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου, μπορεί να στηριχθεί αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 1.9.2016 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη ότι ο σύζυγός της Ν. Π.-Σ. κατάρτισε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς με την εναγομένη κοινοπραξία, η οποία ως συμβατικός μεταφορέας εκτελούσε το δρομολόγιο μεταξύ των λιμένων Πάτρας-Ηγουμενίτσας-Ανκόνα Ιταλίας, με το υπό ιταλική σημαία ε/γ-ο/γ πλοίο "N. A.", ότι μετά την έκδοση του απαιτούμενου εισιτηρίου επιβιβάστηκε στο πλοίο στο λιμάνι της Πάτρας μαζί με το οδηγούμενο από αυτόν με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο προκειμένου να μεταφέρει φορτίο ελαιόλαδου στην γειτονική χώρα, ότι κατά τη διάρκεια του πλου προς το ιταλικό λιμάνι στο πλοίο εκδηλώθηκε πυρκαγιά η οποία εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα σ' όλους τους χώρους του πλοίου δημιουργώντας ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους επιβαίνοντες, μεταξύ δε αυτών και ο σύζυγός της ο οποίος εν τέλει απεβίωσε λόγω πνιγμού και των χαμηλών θερμοκρασιών που επικρατούσαν και ότι τα ναυάγιο οφείλεται αποκλειστικά σε σωρεία πράξεων και παραλείψεων της μεταφορέως και των προστηθέντων από αυτήν προσώπων, όπως οι πράξεις και παραλείψεις αυτές αναλυτικά και λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει: α) το ποσό των 38.140,20 ευρώ, για τη στέρηση του δικαιώματος διατροφής της κατά το διάστημα από 1.1.2015 έως 31.12.2029, και β) το ποσό των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1173/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη ως προς το πρώτο κονδύλιο της στέρησης διατροφής και έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη ως προς το δεύτερο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, αναγνωρίσθηκε δε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 278/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και αφού συζητήθηκε η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως αόριστη ως προς το πρώτο κονδύλιο της στέρησης διατροφής και έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη ως προς το δεύτερο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, αναγνωρίσθηκε δε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της. Ειδικότερα, το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με το νόμο 4195/2013 ... η χώρα μας κύρωσε το πρωτόκολλο της 1-11-2002 το οποίο τροποποιεί τη Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών της 13ης Δεκεμβρίου 1974 σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως είχε τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της 19ης Νοεμβρίου 1976... Σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω κυρωτικού νόμου, το άρθρο 3 της Σύμβασης αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο... Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις της Δ/Σ όπως ισχύουν σήμερα μετά την τροποποίησή τους από το Πρωτόκολλο του 2002... καθιερώνεται ευθύνη του συμβλήθέντος για την μεταφορά επιβάτη, μεταφορέα, αντικειμενική, χωρίς να απαιτείται το επιζήμιο αποτέλεσμα να καλύπτεται από ευθύνη του τελευταίου ή των προστηθέντων αυτού. Καθιερώνεται επίσης η δυνατότητα απαλλαγής επί συγκεκριμένων κινδύνων... ενώ αν η απώλεια υπερβαίνει το ποσό των 250.000 λογιστικών μονάδων τότε το πταίσμα του μεταφορέα τεκμαίρεται ενώ αυτός έχει τη δυνατότητα να (αντ)αποδείξει την έλλειψη της ευθύνης του στην πρόκληση της απώλειας. Επομένως για ζημία έως 250.000 λογιστικές μονάδες ο δικαιούχος αποζημίωσης αρκεί να επικαλεστεί την κατάρτιση της σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς, το (ναυτικό) συμβάν, την προκληθείσα ζημία και την έκταση αυτής, ενώ αν η ζημία προκλήθηκε από θάνατο επιβάτη και υπερβαίνει το εν λόγω ποσό τίθεται αφενός μεν όριο έως τις 400.000 λογιστικές μονάδες ενώ επιπλέον ο ζημιωθείς πρέπει να επικαλεστεί περιστατικά υπαιτιότητας του μεταφορέα. Στην προκειμένη περίπτωση στην κρινόμενη αγωγή αναφέρονται επαρκώς αυτά τα περιστατικά... Η αναφορά δε των περιστατικών υπαιτιότητας της εναγομένης είναι επαρκής για την θεμελίωση της σε βάρος της αγωγής, όσον αφορά το πλέον των 250.000 λογιστικών μονάδων όριο ευθύνης της προς αποζημίωση, ανεξαρτήτως του είδους της επιδιωκόμενης αποζημίωσης. Αυτό διότι για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δεν απαιτείται η επίκληση της υπαιτιότητας σε κάθε περίπτωση, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 14 της Δ/Σ με τίτλο, βάση απαιτήσεων.... Από την εκτίμηση των νομότυπα προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με όσα οι διάδικοι ισχυρίζονται και συνομολογούν, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Π.-Σ. σύζυγος της ενάγουσας κατάρτισε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς με την εναγομένη-εκκαλούσα κοινοπραξία η οποία ως συμβατικός μεταφορέας εκτελούσε το δρομολόγιο μεταξύ των λιμένων Πάτρας-Ηγουμενίτσας-Ανκόνα Ιταλίας, με το υπό ιταλική σημαία ε/γ-ο/γ πλοίο "N. A.", το οποίο είχε υποναυλώσει η μη διάδικος στην παρούσα δίκη... από την ιταλική εταιρία "..." που είχε αναλάβει τον εφοπλισμό του με βάση σύμβαση γυμνής ναύλωσης την οποία είχε καταρτίσειμε την κυρία του πλοίου, ομοίως ιταλική εταιρία, "...". Μετά την έκδοση του απαιτούμενου εισιτηρίου ο σύζυγος της ενάγουσας επιβιβάστηκε στο πλοίο στο λιμάνι της Πάτρας μαζί με το οδηγούμενο από αυτόν με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο προκειμένου να μεταφέρει φορτίο ελαιόλαδου στην γειτονική χώρα. Το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι αφετηρίας στις 17.45 και από το ενδιάμεσο λιμάνι της Ηγουμενίτσας περί ώρα 1.35. Κατά τη διάρκεια του πλου προς το ιταλικό λιμάνι στο πλοίο εκδηλώθηκε πυρκαγιά η οποία εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα σ' όλους τους χώρους του πλοίου δημιουργώντας ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους επιβαίνοντες, μεταξύ δε αυτών και ο σύζυγος της ενάγουσας ο οποίος εν τέλει απεβίωσε λόγω πνιγμού και των χαμηλών θερμοκρασιών που επικρατούσαν. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη-εκκαλούσα η οποία περαιτέρω δεν αμφισβητεί τη σχέση της ενάγουσας με τον αποβιώσαντα Ν. Π.-Σ. όπως και την ψυχική οδύνη που αυτή δοκίμασε από την απώλεια του συζύγου της. Ισχυρίζεται αβάσιμα, όπως ήδη αναφέρεται στις προηγηθείσες σκέψεις, ότι η αποζημίωση για την ψυχική οδύνη προϋποθέτει υπαιτιότητα της ίδιας, περαιτέρω ότι δεν συνδέεται με σχέση πρόστησης με το πλήρωμα και συνεπώς δεν ευθύνεται για πράξεις και παραλείψεις των μελών του ενώ αντιλέγει ως προς το ύψος του επιδικασθέντος για το σκοπό αυτό ποσού. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της ενάγουσας με τον οποίο είχαν παντρευτεί το 2002, δεύτερος γάμος για εκείνον ο οποίος είχε αποκτήσει ενήλικα πλέον τέκνα από τον πρώτο γάμο του, ήταν 60 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του και διέτρεφε αποκλειστικά τη σύζυγό του καθώς εκείνη δεν εργαζόταν και δεν διέθετε εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, το στενό συγγενικό δεσμό αυτού με την ενάγουσα και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασε η τελευταία από τον αδόκητο χαμό του, την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη το ποσό των 60.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογο ανάλογο δηλαδή με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης... Με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό της αξίας των ΕΤΔ κατά την ισοτιμία αυτών με το ευρώ κατά το χρόνο της απόφασης, δηλαδή κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αφού από αυτό το χρονικό σημείο και με τη δημοσίευση υφίσταται απόφαση, το επιδικαζόμενο ποσό των 60.000 ευρώ αντιστοιχεί σε 74.400 ΕΤΔ, ποσό πολύ κατώτερο των 250.000 ΕΤΔ το οποίο αποτελεί το ανώτατο όριο της αντικειμενικής ευθύνης της εναγομένης, το οποίο και δεν θα εξαντληθεί ακόμα και στην περίπτωση, τυχόν, επιδίκασης στην ενάγουσα αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής την οποία θα της κατέβαλε, εάν ζούσε, ο σύζυγός της κατά τα επόμενα πέντε έτη κατά τα οποία θα εργαζόταν σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά την αφαίρεση και του ποσού που ήδη λαμβάνει ως σύνταξη χηρείας, από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ... Τέλος επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Δ/Σ (ειδικότερα άρθρο 4) ο μεταφορέας εξακολουθεί ο ίδιος να ευθύνεται συνολικά έναντι του επιβάτη ή του οικείου του σε περίπτωση θανάτου αυτού ανεξάρτητα αν τη ζημία την προκάλεσε ο ίδιος, ή το πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του την μεταφορά ή ο προστηθείς του τελευταίου...". Με βάση τις παραπάνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 60.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ψυχική οδύνη που υπέστη από τον θάνατο του συζύγου της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή για την επιδίκαση της αιτούμενης από την αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τον θάνατο του συζύγου της δεν απαιτείται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας και δη υπαιτιότητα αυτής, την οποία και δεν ερεύνησε καθόλου, καίτοι η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της επικαλούνταν περιστατικά που θεμελίωναν την υπαιτιότητα και εν γένει την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 14 της Σύμβασης των Αθηνών, καθώς και των άρθρων 297, 298, 330, 914, 922, 932 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, στην περίπτωση της διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών η υποχρέωση του μεταφορέα για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης προϋποθέτει αδικοπρακτική συμπεριφορά του κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ. Επιπλέον, το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας για την απώλεια του συζύγου της αναιρεσίβλητης, καθιστώντας έτσι αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, με τα οποία αποδίδονται οι άνω πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης της από 1-9-2016 αγωγής της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) κατά το εκκληθέν κεφάλαιο της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό την με αριθ. 278/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ