Αριθμός 1599/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5220/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023,ΑΠ 1191/2023).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-3-2024), σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, από τη σειρά της στο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτόν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας. Κατά τις διατάξεις, δε, των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, τελειώνει, δε, κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξάλλου, με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου, είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών....".
Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α` του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α 31) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών".
Εξάλλου, με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 109) ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023,ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) με κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 17-10-2022, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 12-9-2022, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χ. Ζ., που υπάρχει στο πρώτο φύλο του αντιγράφου της. Επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τούτο, διότι η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγω της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης εντός του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών, άρχισε την επομένη της 15-9-2922(χρόνο λήξης των δικαστικών διακοπών) και έληγε την 15-10-2022,που όμως ήταν ημέρα Σάββατο και επομένως η προθεσμία έληγε την 17-10-2022 κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 144 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5220/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", με αγωγή του,την οποία απηύθυνε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού και δυνάμει εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο το περιγραφόμενο στο δικόγραφο ακίνητο, επιφάνειας 79 τμ. για επαγγελματική χρήση κυλικείου, για χρονικό διάστημα τριών ετών με χρόνο έναρξης την 1-1-2010, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 3.800€, πλέον χαρτοσήμου 3,6% για το πρώτο έτος και αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, κατά τα ειδικά αναφερόμενα στο δικόγραφο, ενώ συμφωνήθηκε η εκ μέρους του μισθωτή παράδοση εγγυητικής επιστολής ποσού 11.400€ ως συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα. Ότι η καταγγελία της μίσθωσης, στην οποία προέβη ο εναγόμενος- μισθωτής, με την από 25.07.2011 εξώδικη δήλωσή του, επικαλούμενος μείωση των εισοδημάτων του λόγω οικονομικής κρίσης, δεν επέφερε τη λύση της, διότι οι μισθώσεις καταστημάτων εντός χώρων που ανήκουν στα ΑΕΙ δεν υπάγονται στην προστασία του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, κατά το άρθρο 4 § 1 περ. η' του πδ 34/1995, αλλά στο ΠΔ 715/1979, στο οποίο δεν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης από το μισθωτή. Ότι το ίδιο, προκειμένου να αποτρέψει μεγαλύτερη ζημία του, παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου την 19-11-2012, ενώ στη συνέχεια στις 16-8-2012 προέβη σε δήλωση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που το κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 92.845,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί α) σε οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από μήνα Οκτώβριο 2010 έως μήνα Δεκέμβριο 2011 και β) σε μη δεδουλευμένα μισθώματα από μήνα Ιανουάριο του 2012 μέχρι τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της μίσθωσης, ήτοι μέχρι μήνα Δεκέμβριο 2012 ως συμφωνημένη ποινική ρήτρα. άλλως ως αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 594 και 597 παρ. 2 ΑΚ. για τη ζημία που υπέστη από την υπαίτια και πρόωρη λύση της μίσθωσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 129/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 30.802,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι από 29-9-2016 και 22-1-2018 αντίθετες εφέσεις του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα. Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5220/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο ενάγον- εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον το ποσό των 9.701,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του Α.Κ., τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 44 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη, σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως το χρόνο της λήξης της. Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε και για τα δύο μέρη, είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως από την συνδρομή ή όχι οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής. Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται, όμως, να βρίσκονται στην σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος (ΑΠ 378/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 928/2020, ΑΠ 1255/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περίπτωση η' του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" ορίζεται ότι "...δεν υπάγονται στην προστασία του νόμου:...οι μισθώσεις εντός χώρων που ανήκουν στα ιδρύματα του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα". Κατά δε το άρθρο 40 παρ. 1 του ΠΔ 715/1979 "Περί του τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ. προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένε αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών" "Διακήρυξις διαγωνισμού. 1.Ο διαγωνισμός ενεργείται κατόπιν διακηρύξεως του διοικούντος το ΝΠΔΔ συλλογικού οργάνου, η οποία περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία...γ) την χρονική διάρκεια της μισθώσεως, ζ) τον όρο ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται σε μείωση του μισθώματος από την κατακύρωση της μίσθωσης και εφεξής...ιγ) τον όρο ότι, το ΝΠΔΔ έχει δικαίωμα μονομερούς λύσεως της συμβάσεως, όταν καταστή εις τούτο αναγκαία η ιδιοχρησις του μισθίου, ιδ) πάντα έτερον κατά την κρίση του ΝΠΔΔ αναγκαίον όρον". Επίσης, κατά το άρθρο 44 του ίδιου ΠΔ/τος "Κατακύρωση διαγωνισμού..." ορίζεται στην παρ. 1 αυτού, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή ότι "1. Διά της εγγράφου, επί αποδείξει γνωστοποιήσεως εις τον προκριθέντα πλειοδότην, της υπέρ αυτού κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού, ούτος καλείται εντός δέκα πέντε ημερών να προσέλθη διά την υπογραφήν της συμβάσεως μισθώσεως. 2. Η σύμβασις μισθώσεως καταρτίζεται διά συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίσιν του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου. 3... 4. Το Ν.Π.Δ.Δ. δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού διά την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιον και ης ώφειλεν να λάβη γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως. 5....".Σύμφωνα με το ανωτέρω ΠΔ 715/1979, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ΝΔ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", δεν περιέχεται διάταξη που να απαγορεύει στο μισθωτή να ζητήσει μείωση του μισθώματος ή τη λύση της μίσθωσης. Από το άρθρο 40 του εν λόγω ΠΔ/τος, το οποίο αναφέρεται στη διακήρυξη διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτων, τα οποία ανήκουν στα ΝΠΔΔ και γενικά διαχειρίζονται από αυτά, συνάγεται ότι ο όρος που αφορά τη μείωση του μισθώματος ή τη λύση της μίσθωσης πρέπει να περιέχεται στη διακήρυξη και επομένως πρέπει να αποτελεί και όρο της σχετικής σύμβασης. Αν λοιπόν ο όρος αυτός δεν περιληφθεί στη διακήρυξη ή τη σύμβαση, δεν ισχύει για τους συμβαλλόμενους. Επομένως, ένας τέτοιος όρος μόνο συμβατική δέσμευση μπορεί να έχει, εφόσον συμφωνηθεί. Ως συμβατικός, όμως, ο όρος αυτός δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 288 και 388 ΑΚ και τούτο διότι οι κανόνες των άρθρων αυτών είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται εκ των προτέρων παραίτηση από αυτούς (ΑΠ 53/2019, ΑΠ 1465/2018,ΑΠ 983/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 669/2011, ΑΠ 195/2010).
Εξάλλου, οι προαναφερόμενες ως άνω διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 περ.ζ και άρθρου 44 παρ. 4 του ΠΔ 715/1979 εφαρμόζονται κατ' αρχήν και στις μισθώσεις, που συνάπτει το αναιρεσείον, αφού αποτελεί ΝΠΔΔ και ασκεί δημόσια υπηρεσία υπό λειτουργική έννοια. Υποχωρεί, όμως, έναντι των διατάξεων του ΠΔ/τος 34/1995, οι τελευταίες των οποίων, ως περιέχουσες ειδική ρύθμιση, αφού ρυθμίζουν τις μισθώσεις που υπάγονται σ' αυτόν, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του μισθωτή ή του εκμισθωτή, επικρατούν εκείνων της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Το τελευταίο, όμως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις που συνάπτονται με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως εκμισθωτή, ή με νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου,που όμως αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπό λειτουργική έννοια, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής - προστασίας του ΠΔ/τος 34/1995 (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 762/2015). Επομένως, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η επίδικη μίσθωση του κυλικείου του ευρισκόμενου στο ισόγειο του κτιρίου ... των κεντρικών κτιρίων του συγκροτήματος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου δεν προστατεύεται από το ΠΔ 34/1995 και δεν θεωρείται εμπορική κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ. η' αυτού, όπως προεκτέθηκε. Διέπεται, όμως, από το ΠΔ 715/1979, και τα άρθρα ο 40 παρ. 1 περ. ζ' και 44 παρ. 4 αυτού, σύμφωνα με τα οποία είναι δυνατόν να συμφωνηθεί συμβατικά η για οποιονδήποτε λόγο απαγόρευση στο μισθωτή της μείωσης του μισθώματος κατά την κατακύρωση του μισθίου ή της λύσης της μίσθωσης. Η διάταξη αυτή,όμως, δεν υπερισχύει εκείνης των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ, οι οποίες είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή τους εκ των προτέρων ή με παραίτηση του ενός των συμβαλλομένων μερών, είτε με συμφωνία και των δύο συμβαλλομένων. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για το ορισμένο, δε, του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016,ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 678/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα,δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020). Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τους λόγους αναίρεσης, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση: ".......Δυνάμει του 35047/05.11.2009 δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, που προκήρυξε το ενάγον, ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούν, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.) και κατακυρώθηκε στον εναγόμενο Χ. Τ., ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο, προηγούμενο μισθωτή του κατωτέρω χώρου επί δεκαετία, υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το από 13.01.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Με αυτό, το Ε.Μ.Π. εκμίσθωσε στον ανωτέρω πλειοδότη ένα χώρο επιφάνειας 79 τμ., κείμενο στο ισόγειο του κτιρίου ... του συγκροτήματος των κεντρικών κτιρίων της Πατησίων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κυλικείο, για χρονικό διάστημα τριών ετών, με δικαίωμα διετούς παράτασης μετά από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του Ιδρύματος και ημερομηνία έναρξης την 01.01.2010. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 3.800 €, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, καταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, αναπροσαρμοζόμενο μετά τη λήξη του πρώτου έτους και για κάθε επόμενο, κατά τα αναφερόμενα στον όρο του με αριθμό 3, με έναρξη καταβολής την 01η.02.2010 και ο μισθωτής παρέδωσε στον εκμισθωτή σε εκτέλεση του 5ου άρθρου της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 § 11 της διακήρυξης, οι όροι της οποίας αποτελούσαν όρους της σύμβασης, την με αριθμό 620790/12.01.2010 εγγυητική επιστολή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσού 11.400 €........ Η ως άνω ένδικη μίσθωση διέπεται, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη νομική σκέψη, από τις διατάξεις του Π.Δ. 715/1979 "περί του τρόπου ενεργείας υπό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεως κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 § 4 ΝΔ 496 /1974 και δεν υπάγεται στην προστασία του Π.Δ. 34/1995, διότι με το άρθρο 4 § 1 περ. η' αυτού ρητώς εξαιρούνται από το ρυθμιστικό πεδίο αυτού, μεταξύ άλλων και οι μισθώσεις εντός χώρων που ανήκουν στα ιδρύματα του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα, όπως η μίσθωση της κρινόμενης υπόθεσης. Επομένως, στη μίσθωση αυτή τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 40 § περ.ζ' και 44 § 4 του ΠΔ 715/1979, με τα οποία ορίζεται ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται σε μείωση του μισθώματος από την κατακύρωση της μίσθωσης και εφ' εξής και ότι το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτή για την πραγματική κατάσταση του μισθίου, της οποίας όφειλε αυτός να λάβει γνώση και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου σε επιστροφή ή μείωση του μισθώματος ούτε στη λύση της μίσθωσης, διατάξεις οι οποίες περιλήφθηκαν ως όροι και στη σύμβαση, δυνάμει του άρθρου 4 αυτής, που παραπέμπει στους όρους της διακήρυξης του διαγωνισμού, η οποία και προβλέπει τα ανωτέρω στο κεφάλαιο 12 αριθ. 2, 3 και 4, κατά του κύρους των οποίων δεν βάλλει ο μισθωτής. Στη συνέχεια οκτώ μήνες περίπου μετά την έναρξη της μίσθωσης, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 26859/14.09.2010 αίτησή του, στην οποία είχε επισυναφθεί αντίγραφο από το επίσημο βιβλίων εξόδων της επιχείρησης για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 31.07.2010, με ισοσκελισμένα τα έσοδα-έξοδα, χωρίς κέρδη, ο μισθωτής, επικαλούμενος: α) δαπάνες 25.000 €, στις οποίες είχε υποβληθεί πριν την έναρξη της σύμβασης, τον Δεκέμβριο του 2009, για την ανακαίνιση του χώρου και την ανανέωση του εξοπλισμού του, β) την αύξηση του ΦΠΑ και των τιμών στα προϊόντα, τη μείωση των μισθών και την εφαρμογή του μέτρου περί απαγόρευσης του καπνίσματος, ισχυρίστηκε ότι όλα τα ανωτέρω είχαν ως συνέπεια τη μείωση των εισπράξεών του κατά ποσοστό 40% και, δηλώνοντας ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει στα βασικά έξοδα διατήρησης της επιχείρησης και να καταβάλει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ζήτησε τη μείωση αυτού κατά ποσοστό 25%. Το αίτημά του απορρίφθηκε με την από 04.11.2010 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου, με τη λακωνική αιτιολογία της τήρησης ενιαίας πολιτικής για παρόμοια θέματα. Τέσσερις περίπου μήνες μετά, τον Ιανουάριο του επόμενου έτους (2011), λόγω της επικείμενης συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής του μισθώματος στο ποσό των 4.220,25 €, στο οποίο ο μισθωτής αδυνατούσε να ανταποκριθεί, εφόσον ήταν ήδη υπερήμερος ως προς την καταβολή προηγούμενων μισθωμάτων, συνολικού ποσού 11.810,40 €, επανήλθε με την με αριθμό πρωτοκόλλου 1063/17.01.2011 νέα αίτησή του. Μ' αυτήν, στην οποία είχε επισυναφθεί αντίγραφο από το αυτό ως άνω επίσημο βιβλίο εσόδων- εξόδων της επιχείρησης για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 31.12.2011, επικαλούμενος, επιπλέον, ότι οι όροι του επιβληθέντος στη χώρα μνημονίου αποτελούσαν λόγο ανωτέρας βίας, άλλως απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και ότι κατά τις ημερομηνίες 11.11.2010,12.11.2010, 25.11.2010, 26.11.2010 και όλο το Δεκέμβριο του 2010, πλην τριών ημερών, το κυλικείο δεν λειτούργησε λόγω καταλήψεων και επεισοδίων, ζήτησε τη μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 25%. Και το νέο αίτημα απορρίφθηκε με την από 18.03.2011 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου, με την αυτή ως άνω αιτιολογία. Στη συνέχεια, με την με αριθ.πρωτ. 11624/06.05.2011 νέα αίτησή του, επικαλούμενος τους ανωτέρω λόγους, επιπλέον δε ότι δεν ήταν δυνατή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, λόγω των συνεχών καταλήψεων, απεργιών και επεισοδίων που λάμβαναν χώρα στο Πολυτεχνείο, ζητούσε την απαλλαγή του από την καταβολή μισθωμάτων για όσο χρονικό διάστημα η Σχολή θα τελούσε σε αναστολή λειτουργίας, καλώντας το ενάγον, σε περίπτωση απόρριψης και αυτής της αίτησης, να λύσουν αζημίως τη σύμβαση. Και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την από 31.05.2011 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου. Ο μισθωτής, αδυνατώντας πλήρως να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις του, επανήλθε εκ νέου με την με αριθ.πρωτ. 18254/19.07.2011 αίτησή του, ζητώντας εκ νέου τη λύση της σύμβασης, τον συμψηφισμό της εγγύησης με αντίστοιχο τμήμα των οφειλόμενων μισθωμάτων και την αφαίρεση ενός μισθώματος, ποσού 4.220,25 €, λόγω της αναστολής λειτουργίας της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, εξαιτίας των φοιτητικών καταλήψεων κατά τις ημερομηνίες 12, 24, 25, 26 Νοεμβρίου 2010 και 1, 2, 3, 6, 8, 9, 10 Δεκεμβρίου 2010 και 4 Μάιου ως 2 Ιουνίου 2011, με βάση την 8041/08.07.2011 βεβαίωση της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών. Μετά την ενημέρωσή του, στις 25 Ιουλίου 2011, ότι και αυτή η αίτησή του απορρίφθηκε, θεωρώντας ότι δεν δικαιούται να ζητήσει δικαστικά τη μείωση του μισθώματος, δεσμευόμενος από τον σχετικό απαγορευτικό όρο της μίσθωσης και αδυνατώντας να ανταποκριθεί στο ανωτέρω μίσθωμα, κατήγγειλε τη σύμβαση, με την από 25.07.2011 εξώδική δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον εκμισθωτή στις 08.07.2011 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.), επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην κατάληψη των κτιρίων για 11 ημέρες κατά το ημερολογιακό έτος 2010-2011, στην μηνιαία αναστολή των εκπαιδευτικών διαδικασιών του Ιδρύματος, στην παράνομη συμβατική απαγόρευση της μείωσης του μισθώματος και αύξησης των τιμών των πωλουμένων ειδών, καθώς και στην οικονομική κρίση και καλούσε το ενάγον να παραλάβει τα κλειδιά του κυλικείου, τα οποία είχαν παραδοθεί στον υπογράφοντα την εξώδικη Δικηγόρο. Αυθημερόν, δε, αποχώρησε από το μίσθιο. Η καταγγελία της μίσθωσης από τον μισθωτή δεν προβλέπεται ως δικαίωμα αυτού από τις διατάξεις του πδ. 715/1979, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου υπάγεται η συγκεκριμένη μίσθωση. Όμως, κατά τα αναφερόμενα στη δεύτερη νομική σκέψη, με βάση τη γενική αρχή του δικαίου, απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ, περί δυνατότητας καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης, σε κάθε περίπτωση, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, αλλά και από αυτές των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ο μισθωτής είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη μισθωτική σχέση για σπουδαίο λόγο, ακόμα κι αν αυτός αφορούσε στο πρόσωπό του ή στη σφαίρα των κινδύνων του, εφόσον είχε άλλη νόμιμη ή συμβατική δυνατότητα λύσης της μίσθωσης. Τα ανωτέρω, δε, επικαλούμενα από αυτόν γεγονότα, συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μισθωτικής σχέσης και καθιστούν μη ανεκτή τη συνέχισή της, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εφόσον αυτή για τους ανωτέρω λόγους κατέστη, χωρίς υπαιτιότητά του, υπέρμετρα δυσβάσταχτη για τον ίδιο και, επομένως, μη αξιώσιμη κατά την καλή πίστη. Τούτο διότι, μεταβλήθηκαν ουσιωδώς τα δεδομένα στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν στηρίξει την κατάρτιση της μισθωτικής σχέσης, ήτοι η απρόσκοπτη λειτουργία των σχολών, η γενικότερη καλή οικονομικής πορεία της χώρας, η ανοδική πορεία των μισθωμάτων των καταστημάτων και η διαμόρφωσή τους σε υψηλά επίπεδα, η ανοδική ή έστω σταθερή πορεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του μισθωτή και η αύξηση ή έστω διατήρηση του τζίρου και των κερδών της, διότι η πρωτοφανής οικονομική κρίση, η οποία είναι κοινώς γνωστό ότι εκδηλώθηκε αμέσως μετά τη σύναψη της μίσθωσης (από το έτος 2010 και εντεύθεν), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω δυσλειτουργίες των σχολών, κατέστησε αδύνατη για τον μισθωτή την ανταπόκρισή του στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Πράγματι, όπως είναι κοινώς γνωστό, επιβλήθηκαν αυστηρά μέτρα, μειώθηκαν υπέρμετρα οι μισθοί και οι συντάξεις, διακόπηκε η λειτουργία πολλών (κυρίως μικρομεσαίων) επιχειρήσεων, αυξήθηκε η ανεργία σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, άνω του 25% και επιβλήθηκαν πρόσθετα και έκτακτα φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα που επιβάρυναν τους πολίτες, όπως αύξηση του ΦΠΑ, αύξηση φορολογίας, επιβολή έκτακτης εισφοράς, επιβολή ενιαίου τέλους ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων, μείωση-κατάργηση του αφορολόγητου κ.λπ., με συνέπεια την εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και τη μείωση της κατανάλωσης και αναγκαίο επακόλουθο τη μείωση του κύκλου εργασιών όλων σχεδόν των επιχειρήσεων, προκαλώντας κατακόρυφη μείωση της μισθωτικής αξίας των διαθέσιμων ακινήτων. Προς επίρρωση τούτων, εκδόθηκε και η υπ' αριθ. 2/32619 απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, δυνάμει της οποίας συνιστάτο η αναδιαπραγμάτευση όλων των μισθωμάτων που καταβάλλονταν για ακίνητα, που μισθώνονταν από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.), κατά ποσοστό 20% τουλάχιστον, ενώ στη συνέχεια με το ν. 4002/2011 επιβλήθηκε μονομερής μείωση στο ύψος των καταβαλλόμενων από το Ελληνικό Δημόσιο μισθωμάτων, σε ποσοστό 20%. Επιπλέον, δε, με το άρθρο 17 του ν. 3583/2010, τροποποιήθηκε το άρθρο 43 εδ. 2 του π.δ. 34/1995 και περιορίσθηκε, αφενός μεν η περίοδος δέσμευσης του μισθωτή εμπορικής μίσθωσης, σε περίπτωση καταγγελίας λόγω μεταμέλειας, αφετέρου δε μειώθηκε η κατά νόμο οφειλόμενη αποζημίωση, προκειμένου, κατά τα διαλαμβανόμενα στην εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου να διευκολυνθεί η επαναδιαπραγμάτευση των μισθώσεων, στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας, που διαμορφωνόταν. Η οικονομική κρίση δεν άφησε ανεπηρέαστη την επιχείρηση του μισθωτή, τα κέρδη της οποίας, όπως προαναφέρεται, είχαν μηδενιστεί λόγω των ανωτέρω γεγονότων, ακόμα κι αν αυτά θεωρηθούν προβλέψιμα και δυνάμενα να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των συναλλαγών ή να θεωρηθούν ως γεγονότα συνήθως συμβαίνοντα, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων ή ως τυχαία απλώς γεγονότα, με συνέπεια το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 4.220,25 €, να καταστεί προδήλως δυσανάλογο με την μειωμένη καταναλωτική κίνηση της επιχείρησης και τη μισθωτική αξία του ακινήτου, η οποία ήταν πολύ κατώτερη, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός της αδυναμίας περαιτέρω εκμίσθωσής του, έστω με μίσθωμα 3.000 € κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Συνεπεία αυτών, η καταγγελία της ένδικης μίσθωσης από τον μισθωτή, η οποία έγινε για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να επιτύχει τη συμβατική μείωση του μισθώματος, ήταν έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λύση της ένδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου. Επομένως, αυτός, μετά την ταυτόχρονη αποχώρησή του από το μίσθιο, δεν υποχρεούτο, κατά τα αναφερόμενα στη δεύτερη νομική σκέψη, να καταβάλει εφεξής τα συμφωνηθέντα μισθώματα. Ο εκμισθωτής, ο οποίος αρχικώς αρνήθηκε την παραλαβή των κλειδιών του μισθίου, έστερξε τελικώς σ' αυτήν πέντε περίπου μήνες μετά τη λύση της μίσθωσης, στις 23.12.2011, οπότε και συντάχθηκε το υπό ίδια ημερομηνία σχετικό πρωτόκολλο, το οποίο υπέγραψε με επιφύλαξη για πιθανές αξιώσεις του από φθορές και ζημίες του μισθίου, αλλά και για άλλες αξιώσεις του "από τη λύση μίσθωσης", όπως αναφέρει, αποδεχόμενο δηλαδή τη συντελεσθείσα λύση αυτής. Το γεγονός ότι το Ε.Μ.Π. θεωρούσε τη μίσθωση λυθείσα προκύπτει με ασφάλεια και από το ότι στις 17.01.2012 διενήργησε διαγωνισμό για νέα εκμίσθωση του ακινήτου, αντί κατώτατου μηνιαίου μισθώματος 3.500 €, ο οποίος κηρύχθηκε άγονος και στις 15.05.2012, μετά δε από αναβολή στις 31.05.2012, διενήργησε άλλο διαγωνισμό, με κατώτατο μηνιαίο μίσθωμα 3.000 €, ο οποίος επίσης κηρύχθηκε άγονος, προδήλως επειδή οι επιχειρηματίες του χώρου, με δεδομένες τις ανωτέρω συνθήκες, έκριναν ως μη συμφέρουσα τη μίσθωση με τόσο υψηλό μίσθωμα. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, παρότι δέχτηκε ορθώς ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης, έκρινε τελικώς ότι αυτή δεν επέφερε τη λύση της, επειδή δεν επιτρεπόταν τέτοια καταγγελία από το π.δ. 715/1979 και, επομένως, ότι ο μισθωτής οφείλει μισθώματα και για τους μήνες μετά τη λύση της μίσθωσης λόγω της καταγγελίας της, ήτοι από Αύγουστο έως και Δεκέμβριο 2011, συνολικού ποσού 21.101,25 ευρώ (4.220,25 € X 5 μήνες) και οι σχετικοί, συναφείς μεταξύ τους, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσής του πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος εκμισθωτή ότι ο εναγόμενος μισθωτής οφείλει σ' αυτόν τα μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, ήτοι του χρονικού διαστήματος από 01.01.2012 έως 31.12.2012, λόγω σχετικής συμβατικής ποινικής ρήτρας, που συμφωνήθηκε να καταπέσει σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι η ποινική αυτή ρήτρα δεν κατέπεσε, ως προς μεν την παραβίαση του όρου περί καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, επειδή η συνομολόγηση και πρόσθετου χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, επιπλέον του θεμιτού τόκου, είναι άκυρη ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 293, 294 και 345 ΑΚ νόμου περί ανώτατου ποσοστού τόκου και είναι άκυρη κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας -ακυρότητα που είναι άσχετη με το υπέρμετρο της ποινής που προβλέπεται στο άρθρο 409 A. Κ. (ΑΠ 1193/2013, ΑΠ 1438/1997.ΑΠ 1444/2018, επίσημη ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, X. Δ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου, Τόμος Πρώτος, 3η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 396-397, Κατράς Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις, έκδ. 2019 § 16 Β' σελ. 227), ως προς δε την παραβίαση του όρου της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, επειδή η αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, δεν ήταν πρόωρη, εφόσον έγινε μετά την λύση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω της άσκησης του νόμιμου δικαιώματος του περί καταγγελίας αυτής για σπουδαίο λόγο. Δεν έσφαλε, επομένως, κατ' αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς το ποσό των 50.643 €, που το ενάγον ζητούσε κυρίως ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα με βάση τον ανωτέρω συμβατικό όρο και αντιστοιχούσε στα μη δεδουλευμένα μισθώματα του έτους 2012, μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, έστω με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς διορθώνεται με την παρούσα απόφαση, κατά τα ανωτέρω και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης του εκμισθωτή, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ως προς την επικουρική βάση του αιτήματος αυτού, ερειδόμενη στο άρθρο 597 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο εκμισθωτής καταγγείλει τη μίσθωση λόγω ολικής ή μερικής καθυστέρησης του μισθώματος δεν αποκλείεται αξίωσή του για αποζημίωσης εξαιτίας της πρόωρης λύσης της, η οποία απορρίφθηκε σιγή, παρά την απόρριψη της κύριας βάσης, δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης του Ε.Μ.Π. Σε κάθε δε περίπτωση ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, λόγω μη συνδρομής των όρων εφαρμογής της διάταξης αυτής, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για πρόωρη λύση της μίσθωσης λόγω καταγγελίας του εκμισθωτή, αλλά του μισθωτή. Περαιτέρω, για τους αυτούς ως άνω λόγους, δεν κατέπεσε ούτε το ποσό των 11.400 € της εγγυοδοσίας, η οποία είχε επίσης συμφωνηθεί ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση παραβίασης των συμβατικών όρων και δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ως ουσία βάσιμη την ένσταση του μισθωτή περί συμψηφισμού του ανωτέρω ποσού με τα οφειλόμενα από αυτόν μισθώματα, έστω με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, κατά τα ανωτέρω και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος ΝΠΔΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Σημειώνεται ότι ως προς την επικουρική βάση του αιτήματος αυτού, ερειδόμενη στο άρθρο 597 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο εκμισθωτής καταγγείλει τη μίσθωση λόγω ολικής ή μερικής καθυστέρησης του μισθώματος δεν αποκλείεται αξίωσή του για αποζημίωσης εξαιτίας της πρόωρης λύσης της, η οποία απορρίφθηκε σιγή, παρά την απόρριψη της κύριας βάσης, δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης του Ε.Μ.Π. Σε κάθε δε περίπτωση ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, λόγω μη συνδρομής των όρων εφαρμογής της διάταξης αυτής, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για πρόωρη λύση της μίσθωσης λόγω καταγγελίας του εκμισθωτή, αλλά του μισθωτή.
Περαιτέρω, για τους αυτούς ως άνω λόγους, δεν κατέπεσε ούτε το ποσό των 11.400 € της εγγυοδοσίας, η οποία είχε επίσης συμφωνηθεί ως ποινική ρήτρα για/ην περίπτωση παραβίασης των συμβατικών όρων και δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ως ουσία βάσιμη την ένσταση του μισθωτή περί συμψηφισμού του ανωτέρω ποσού με τα οφειλόμενα από αυτόν μισθώματα, έστω με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, κατά τα ανωτέρω και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντας ΝΠΔΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά τις ασκηθείσες εφέσεις και α) απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος εκμισθωτής και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ β) δέχθηκε εν μέρει την έφεση του εναγόμενου εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά βάσιμη και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενός ευρώ και εικοσιπέντε λεπτών (9.701,25 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1περ. α' και 19 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από το άρθρο 559 αρ.1α, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περ. ζ' και 44 παρ. 4 του ΠΔ 715/1979, καθώς επίσης, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 388, 588, 672, 752, 766 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τη νομική εκτίμηση της αγωγής του, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι, αν και η επίδικη σύμβαση μίσθωσης του κυλικείου του ευρισκόμενου στο ισόγειο του κτιρίου ... των κεντρικών κτιρίων του συγκροτήματος του δεν προστατεύεται από το ΠΔ 34/1995 και διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 715/1979, το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, ότι η επίδικη μίσθωση λύθηκε με την καταγγελία, στην οποία προέβη εναγόμενος μισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος και ως εκ τούτου αυτός δεν όφειλε τα αιτούμενα μη δεδουλευμένα μισθώματα από τον χρόνο καταγγελίας μέχρι τον χρόνο που είχε συμφωνηθεί ως χρόνος της συμβατικής λήξης της μίσθωσης, β) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1α και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι 1) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 293, 294, 345 ΑΚ και 404, 405,407 και 409 ΑΚ και διέλαβε αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε α) ότι δεν κατέπεσε το ποσό των 11.400 ευρώ της εγγυοδοσίας, που ο αναιρεσίβλητος είχε καταβάλει και που είχε συμφωνηθεί ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση παραβίασης των συμβατικών όρων της μίσθωσης, β) ότι δεν οφείλονται τα μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης συνολικού ποσού 50.643 ευρώ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι κατέπεσε η ρήτρα εγγυοδοσίας και να απορρίψει την σχετική ένσταση συμψηφισμού του ποσού αυτής (της εγγυοδοσίας), ήτοι των 11.400 ευρώ και να κρίνει ότι η ποινική ρήτρα για το ποσό των 50.643 ευρώ δεν είναι άκυρη και ότι, επομένως, έπρεπε να καταπέσει, αφενός διότι παραβιάστηκε ο όρος της μίσθωσης περί καταβολής των δεδουλευμένων μισθωμάτων, αφετέρου διότι είχε ρητά συμπεριληφθεί στη σύμβαση μίσθωσης, ως ποινική ρήτρα, 2) διέλαβε αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του συμψηφισμού της εγγύησης και το ζήτημα της ποινικής ρήτρας για τα μη δεδουλευμένα μισθώματα διότι 1) ενώ δέχθηκε α) ότι το ποσό της εγγυοδοσίας ποσού 11.400 ευρώ είχε συμφωνηθεί ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση παραβίασης συμβατικών όρων, όπως και ότι ο αναιρεσίβλητος όφειλε μέχρι το χρόνο της καταγγελίας μισθώματα, β) ότι είχε ρητά συμπεριληφθεί στη σύμβαση μίσθωσης ως ποινική ρήτρα να καθίστανται απαιτητά όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα σε περίπτωση πρόωρης λύσης της μίσθωσης, στη συνέχεια δέχθηκε ως προς μεν το ποσό της εγγυοδοσίας ποσού 11.400 ευρώ ότι αυτό δεν κατέπεσε, με την αιτιολογία ότι η συνομολόγηση και πρόσθετου χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, επιπλέον του θεμιτού τόκου, είναι άκυρη ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, ως προς δε το αιτούμενο ποσό των 50643 ευρώ για τα μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, ότι αυτό δεν οφείλεται, με την αιτιολογία ότι η αποχώρηση του μισθωτή δεν ήταν πρόωρη, διότι έγινε μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης λόγω της άσκησης του νόμιμου δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραδοχές έπρεπε να καταπέσει τόσο η εγγυοδοσία ποσού 11.400 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί έγκυρα ως ποινική ρήτρα, διότι παραβιάστηκε ο όρος περί καταβολής των μισθωμάτων, όσο και η εγκύρως, επίσης, συμφωνηθείσα ρήτρα για υποχρέωση καταβολής των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της μίσθωσης σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης. Σχετικά με τους ως άνω λόγους, με τις ανωτέρω προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο με το να κρίνει ότι η επίδικη σύμβαση λύθηκε μετά από την έγκυρη καταγγελία από σπουδαίο λόγο, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι η διάταξη αυτή ως αναγκαστικού δικαίου κατισχύει των διατάξεων των άρθρων 40 παρ. 1 περ. ζ' και 44 παρ. 4 του ΠΔ 715/1979, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αναφορικά, δε, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι προπαρατεθείσες αιτιάσεις δεν επιστηρίζουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προσδιορίζεται γιατί τα αναφερόμενα και ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και η βάσει αυτών καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια, συνιστά παραβίαση των επικαλουμένων νομικών διατάξεων, που ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερθέν μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Όσον αφορά τον εκ της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγο, επίσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι ακριβώς συνίστανται, από πού προκύπτει η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, καθώς και ποια είναι τα επιπλέον ουσιώδη περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά την αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1α και 19 ΚΠολΔ, σχετικά με την κατάπτωση ποινικής ρήτρας ποσού 50643 ευρώ, ο λόγος αυτός κατά τμήμα αυτό, είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν γίνεται σχετική μνεία στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί στο δικαστήριο ουσίας, αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν είχε προταθεί στο Εφετείο με την έφεση ή τις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ. 561παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το αναιρεσείον με την έφεση και τις προτάσεις του δεν παραπονέθηκε για την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ως θεμελιούμενου στις διατάξεις περί ποινικής ρήτρας, αλλά στο ότι τα ως άνω μη δεδουλευμένα μισθώματα οφείλοντο ως αποζημίωση λόγω πρόωρης άνευ σπουδαίου λόγου λύσης της σύμβασης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι και για το λόγο αυτό απαράδεκτος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επικδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου καθώς αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2022 και με αρ. καταθ. 7953/2022, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.5220/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ