Αριθμός 1028/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανανιάδη Της αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου Γερμανίας και φερομένης ως κατοίκου .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2006 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία παρίστατο λόγω της ανηλικότητάς της με την μητέρα της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:174/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 410/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 66/8.10.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 410/20.6.2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την επιδίκασε των δικαστικών εξόδων και στα δικαστήρια της ουσίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 66/8-10-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 410/20-6-2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 99/20-3-2006 αίτηση η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, παρισταμένη λόγω της κατ' εκείνο το χρόνο ανηλικότητάς της, με την μητέρα της (ΑΚ 1516§2 ΚΠολΔ 64§1), εδίωκε την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα της 20F1058/03 EAUK, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου-Οικογενειακού Δικαστηρίου-της πόλεως του Βόλφενμπίτελ Γερμανίας, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων πατέρας της υποχρεώθηκε σε καταβολή μηνιαίας διατροφής της ποσού 269,00 ευρώ από 1.3.2003. Με την κατάθεση της απευθυνομένης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ως καθού, αιτήσεως ορίσθηκε και προθεσμία κοινοποιήσεως της εις εκείνον, με την πραγματοποίηση της οποίας παρέστη, κατά την επακολουθήσασα συζήτηση αυτής, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 174/2006 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, διαλαμβάνουσα παράλληλα στις αιτιολογίες της ότι απαραδέκτως προβάλλονται από τον καθού ισχυρισμοί εναντιώσεως στο διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της "ότι η αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας εκδικάζεται σε διαδικασία αμιγώς μονομερή, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο κηρύσσει την απόφαση εκτελεστή κατά τρόπο οιονεί αυτόματο, μετά από απλό τυπικό έλεγχο των υποβαλλομένων ενώπιόν του εγγράφων κα ότι η κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να αμφισβητηθεί από τον καθού στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, εφόσον αυτός θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους προβλεπόμενους περιοριστικά λόγους". Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο ήδη αναιρεσείων με την χαρακτηριζομενη 194/3-7-2006 Έφεση-Προσφυγή, που κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και τον με ιδιαίτερο, 33/20-9-2006, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, επί της οποίας εκδόθηκε η 410/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-προσφεύγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα, από 1-3-2002, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, τέθηκε σε εφαρμογή ο 44/2001 Κανονισμός του Συμβουλίου της 22.12.2000 για την διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο ανωτέρω κανονισμός αντικατέστησε την από 27.9.1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, όπως αυτή ίσχυε τροποποιηθείσα από την Σύμβαση του Σαν Σεμπάστιαν της 26 Μαΐου 1989, που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τον ν. 1814/1988 και του ν. 2004/1992 αντιστοίχως. Η θέσπιση του ανωτέρω Κανονισμού κατέστη αναγκαία μετά την Συνθήκη του Άμστερνταμ, που τέθηκε σε ισχύ από 1η Μαΐου 1999 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2691/1999, οπότε τα ζητήματα συνεργασίας των κρατών - μελών στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις πέρασαν από τον τρίτο πυλώνα της διακυβερνητικής συνεργασίας των κρατών -μελών, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί στα πλαίσια της Συνθήκης του Μάστριχτ (1992) υπό τον ευρύτερο τίτλο "Συνεργασία στην Δικαιοσύνη και τις Εσωτερικές υποθέσεις", όπου το πρόσφορο μέσο προς ρύθμιση αυτών ήταν η σύναψη Διεθνούς Συνθήκης (βλ. και παλαιό άρθρο 220 Συνθ. ΕΟΚ), στον πρώτο πυλώνα που ενσωματώνεται πλέον στην Συνθήκη, στο τρίτο μέρος αυτής, υπό τον τίτλο IV (αρθ. 61- 69), με στόχο την εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπου πλέον το πρόσφορο μέσο προς ρύθμιση αυτών είναι η θέσπιση κανόνων στα πλαίσια του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου. Στόχος της καταρτίσεως του πιο πάνω Κανονισμού ήταν αφ' ενός μεν εισαγωγή συγχρόνων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αφ' ετέρου δε η περαιτέρω απλούστευση των απαραιτήτων διατυπώσεων για την ταχεία αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις υποθέσεις αυτές, μέσω απλής και ομοιόμορφης διαδικασίας, και συνακόλουθα η αντιμετώπιση και η λύση των προβλημάτων, που είχαν προκύψει κατά την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών. Αναφορικά με την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων στις υποθέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, κατά το άρθρο 1 αυτού, ορίζονται με τις παρακάτω διατάξεις του κεφαλαίου III αυτού, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδομένη από δικαστήριο κράτους - μέλους, οποιαδήποτε και εάν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα" (αρθ. 32), "Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος - μέλος αναγνωρίζεται στα κράτη - μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία" (αρθ. 33 παρ.1), "Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως" (αρθ. 36), "Αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος εκτελούνται σε άλλο κράτος - μέλος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου" (άρθρ. 38 παρ. 1), "1. Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρμοδία αρχή, των οποίων ο κατάλογος σημειώνεται στο παράρτημα II. 2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από την κατοικία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης" (αρθ. 39 παρ. παρ. 1, 2), "1. Η αίτηση υποβάλλεται κατά το δίκαιο του κράτους - μέλους εκτέλεσης. 2. Ο αιτών οφείλει να προβεί σε εκλογή κατοικίας στην περιφέρεια του Δικαστηρίου ή της αρμοδίας αρχής στην οποία απευθύνεται. Αν πάντως το δίκαιο του κράτους- μέλους εκτελέσεως δεν προβλέπει την εκλογή κατοικίας, ο αιτών διορίζει αντίκλητο. 3. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 53" (αρθ. 40 παρ. παρ.1 - 3), "Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή, ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53, χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και 35. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις" (αρθ. 41), "1. Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά την διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους - μέλους εκτέλεσης. 2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφ' όσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο" (αρθ. 42 παρ. παρ.1, 2) "1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους 2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου, που αναφέρεται στο παράρτημα III. 3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. 4....5. Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή κοινοποίηση της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση της προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης" (αρθ. 43 παρ. παρ.1, 2, 3 και 5), " Κατά της απόφασης επί του ενδίκου μέσου μπορεί να ασκηθεί μόνο το ένδικο μέσο, που αναφέρεται στο παράρτημα IV (αρθ. 44), "1. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, δυνάμει των άρθρων 43 ή 44 δύναται να απορρίψει ή ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας, μόνον εφ' όσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35. Αποφασίζει αμελλητί 2. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως" (αρθ. 45 παρ. παρ.1, 2). Περαιτέρω με τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού προβλέπονται, κατά τρόπο περιοριστικό, οι λόγοι για τους οποίους δεν αναγνωρίζεται η απόφαση, ενώ με το άρθρο 53 ορίζονται τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίσει ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας. Τέλος υλικά αρμόδιο στην Ελλάδα για την κήρυξη της εκτελεστότητας Δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ. 740 επ. Κ. Πολ. Δ. σε συνδ. προς άρθρο 905 παρ.1 του ιδίου Κωδικός) σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος
ΙΙ του Κανονισμού, για την εκδίκαση του "ενδίκου μέσου" του άρθρου 43 του Κανονισμού είναι το Εφετείο, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού, ενώ το "ένδικο μέσο" που μπορεί να ασκηθεί, κατά το άρθρο 44 του Κανονισμού, είναι η αναίρεση, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού 44/2001, που κατά βάση διατηρεί την δομή και το ρυθμιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, προκύπτει ότι στα πλαίσια της θεσπιζόμενης, κατά τα ανωτέρω, ταχείας και απλής διαδικασίας κηρύξεως εκτελεστής αλλοδαπής αποφάσεως κράτους - μέλους, το Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο για την Ελλάδα) του κράτους- μέλους εκτελέσεως, περιορίζεται στο να διαπιστώσει ότι πρόκειται περί εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως προερχομένης από άλλο κράτος- μέλος, της οποίας το αντικείμενο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, χωρίς να έχει δικαίωμα πλέον να ερευνήσει, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση της εκτελεστότητας, κατά τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (σε αντίθεση προς το υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών ισχύσαν δίκαιο) και χωρίς ο καθ' ού η εκτέλεση να δικαιούται να παραστεί στην ως άνω δίκη και να υποβάλλει παρατηρήσεις (ομοίως κατά το άρθρο 34 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών). Συνακόλουθα η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχεται την αίτηση κηρύξεως εκτελεστής της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, δεν συνιστά ουσιαστικά δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, που υπόκειται στο κατά το άρθρο 43 παρ.1 του Κανονισμού ένδικο μέσο, το οποίο προσομοιάζει, στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, προς την ανακοπή του άρθρου 583 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1024/2001). Το εν λόγω "ένδικο μέσο", παρά την ως άνω ατυχή ονομασία του (υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών εχρησιμοποιείτο ο ορθότερος όρος "προσφυγή"), δεν συνιστά " έφεση" κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά το Εφετείο, επιλαμβανόμενο αυτού, ενεργεί ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 12 παρ. 2 Κ. Πολ.Δ. Για τον λόγο αυτό, τούτο ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται (Εφετείο) και με επίδοση αυτού στον καθ' ού απευθύνεται (ΚΠολΔ 585§1, 215§1) εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 43§5 του Κανονισμού αποκλειστικής προθεσμίας του ενός ή των δύο μηνών.
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με τον να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικού από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφο κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου θεωρούνται εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, χρησιμεύουν ως αποδεικτικά μέσα, σε αντιδιαστολή με τα διαδικαστικά έγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου και εναντιώνεται κατ' αυτής ο καθού, η εκτέλεση με το προβλεπόμενο από το άρθρο 44 του Κανονισμού ένδικο μέσο. Με τον τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 551 αρ. 20 ΚπoλΔ, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της 20F1058/03 UK αποφάσεως του Ειρηνοδικείο Βόλφενμπίττελ Γερμανίας, με την οποία υποχρεώθηκε να παράσχει πληροφορίες για τα εν γένει εισοδήματά του, δεχθείσα αντιθέτως ότι υποχρεώθηκε σε καταβολή διατροφής της αναιρεσίβλητης ποσού 269,00 ευρώ μηνιαίως από 1-3-2003. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος όπως και οι προβαλλόμενες από την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 και 14 ΚΠολΔ, επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Ειδικότερα από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναφέρεται στην 20F1058/03 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόφενμπίττελ, χωρίς τη σημείωση των διακριτικών ων δύο αποφάσεων στοιχείων (UK και EUK αντίστοιχα), που οφείλεται σ προφανή παραδρομή και επιτρεπτώς, επομένως κατά τούτο διορθώνεται (συμπληρώνεται ΚΠολΔ 315 επ), αφού από το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει ότι και εκείνη αναφέρεται στην τελευταία περί επιδικάσεως διατροφής προσωρινή διαταγή που κατά το αναιρετήριο δημοσιεύθηκε στις 23.5.2003 και η ετέρα (20F1058/03 UK) στις 15.1.2004.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, κλπ. ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ. είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλεπ. σχετ. ΟλΑΠ 12/2000). Επομένως η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ), μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 § 1 και 549 § 2 ΚΠολΔ ΑΠ 290/2005).
Επομένως ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο παραλείψεως να κηρύξει απαράδεκτη η συζήτηση της 90/20-3-2006 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης λόγω εκκρεμοδικίας από την άσκηση της προγενέστερης, από 20-5-2005, όμοιου περιεχομένου και αιτήματος αιτήσεως της ιδίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 223/2005 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, εφόσον, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη επιτρεπτώς παραιτήθηκε από την προηγούμενη αίτησή της, οπότε θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΚΠολΔ 591§1 εδ.1,294,295§1 εδ. 1).
ΙΙΙ. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο ανακοπής ο ήδη αναιρεσείων υποστήριξε ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 34§2 του Κανονισμού η αλλοδαπή απόφαση εκδόθηκε ερήμην του, χωρίς επίδοση εις εκείνον του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου. Το λόγο αυτό απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του με τις ακόλουθες, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, αιτιολογίες. "Όμως η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής και ειδικότερα της υπεράσπισης του καθού στην επίμαχη δίκη έγινε κατ' εφαρμογή της διάταξης, η οποία ισχύει και για τους υπηκόους της ξένης πολιτείας, αφού σε αντίθετη περίπτωση η ίση μεταχείριση ημεδαπών και αλλοδαπών από την αλλοδαπή πολιτεία αποδυναμώνει κατ' αρχήν ότι θα ήταν ως ελάττωμα βάσει του ημεδαπού δικαίου. Άλλωστε κατά το αλλοδαπό δίκαιο δεν υπάρχει στέρηση δικαιώματος υπερασπίσεως, αφού κατ' αρθρ. 687 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ημεδαπό δίκαιο) επιτρέπεται η συζήτηση και χωρίς κλήτευση του καθού.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου λόγος της κρινόμενης έφεσης, ότι δηλαδή η πιο πάνω αλλοδαπή απόφαση, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να του επιδοθεί εισαγωγικό δικόγραφο και ως εκ τούτου να μην δυνηθεί αυτός ν' αμυνθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με τις αιτιολογίες αυτές, από τις οποίες διαφαίνεται ότι με την αλλοδαπή απόφαση (προσωρινή διαταγή) διατάθηκε ασφαλιστικό μέτρο με την μορφή προσωρινής επιδικάσεως διατροφής, συνδέεται η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο από το άρθρο 599 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 34§2 του Κανονισμού, κατά τους ορισμούς του οποίου απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκύρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός αν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως, ενώ μπορούσε να το πράξει". Από την τελευταία αυτή επιφύλαξη της διατάξεως, σε συνδυασμό με τον επιδιωκόμενο με την θέσπιση του Κανονισμού σκοπό της απλουστεύσεως των διατυπώσεων για ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων των κρατών μελών, που δεσμεύονται από τον εν λόγω Κανονισμό, οι βασικοί κανόνες του οποίου πρέπει να έχουν την αναγκαία ευελιξία, ώστε να ληφθούν υπόψη οι δικονομικές ιδιαιτερότητες ορισμένων κρατών μελών, όπως ακριβώς αναφέρεται στο εισαγωγικό αυτού κείμενο, εκτιμάται ότι δεν αποτελεί κώλυμα κηρύξεως εκτελεστής της αλλοδαπής αποφάσεως (προσωρινής διαταγής) η παράλειψη επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου κατ' εφαρμογή της διατάξεως, η οποία ισχύει και για τους υπηκόους της ξένης Πολιτείας, ρύθμιση την οποία ακολουθεί και η διάταξη του άρθρου 323 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση με τις μη πληττόμενες κατά τούτο αιτιολογίες της ότι ισχύει κατά το γερμανικό δίκαιο κατά την διαδικασία εκδόσεως της αλλοδαπής αποφάσεως (προσωρινής διαταγής) που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτες, οι προβαλλόμενες υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 6 και 14 ΚΠολΔ, εφόσον η πλημμέλεια της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος δεν αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση και παράλληλα ο Κανονισμός δεν αποτελεί κανόνα δικονομικού αλλά ουσιαστικού δικαίου. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 66/8-10-2007 αίτηση για αναίρεση της 410/20-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ