Αριθμός 319/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη-Εισηγητή και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο ... Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ασφαλιστικό Εκκαθαριστή της Σ. Β.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Ελένη Φρουδάκη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βενάρδου Πάρεδρο του ΝΣΚ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.10.2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4192/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11.09.2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4192/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας που στρεφόταν εναντίον της με αριθμό .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή αποζημίωσης, κατόπιν ασφαλιστικής υποκατάστασης της αναιρεσείουσας στη θέση λήπτριας ασφάλισης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Ο νόμος 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", διατάξεις του οποίου, ειδικότερα δε εκείνες των άρθρων 1 έως και 108 και του άρθρου 110 αυτού, καταργήθηκαν μεν με το άρθρο 177 παρ. 1 εδ. α' του νόμου 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις", από την έναρξη ισχύος του και ειδικότερα από την 1η-1-2015 (άρθρο 183 παρ. 1 του νόμου αυτού), πλην όμως έχει εφαρμογή (ο νόμος 2362/1995) στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατ' άρθρο 183 παρ. 2 εδ. γ' του νόμου 4270/2014, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 του Κεφαλαίου Β' του Μέρους Δ', δηλαδή τα άρθρα 136-145 του νόμου αυτού, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, την παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου και των απαιτήσεων κατ' αυτού, την έναρξη, αναστολή και διακοπή της παραγραφής, τις συνέπειες αυτής κ.λπ., ισχύουν για τις απαιτήσεις του Δημοσίου που βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1η-1-2015, καθώς και για τις απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, ενώ, στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση σε βάρος του Δημοσίου έχει γεννηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή (1η-1-2015), όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' (επισημαίνεται ότι όμοιες διατάξεις, κατά περιεχόμενο, με αυτές εισήχθησαν με τα άρθρα 140 παρ. 1 και 141 εδ. α' του νόμου 4270/2014) τα ακόλουθα: Α) Το άρθρο 90 παρ. 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής". Β) Το άρθρο 91 εδ. α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης, παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης (ΑΠ 530/2024, ΑΠ 918/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 709/2022, ΑΠ 3/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 του νόμου 2362/1995, "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδισθεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά τη σχετική νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων αναστολής και διακοπής της παραγραφής αυτών, ρυθμίζονται από το νόμο περί Δημοσίου Λογιστικού και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να εφαρμοστούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο ίδιος ο νόμος περί Δημοσίου Λογιστικού παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις των άρθρων 257 έως και 259 ΑΚ που αφορούν την αναστολή της παραγραφής. Οι διατάξεις αυτές είναι οι μόνες διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται στην αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου (ΑΠ 223/2024, ΑΠ 222/2024, ΑΠ 399/2021).
3.- Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του νόμου 2496/1997, "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση του λήπτη της ασφάλισης και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από το νόμο και επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΠ 194/2024, ΑΠ 1426/2023, ΑΠ 1425/2023, ΑΠ 1341/2023, ΑΠ 964/2023), από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης, η αξίωση δε, περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Επομένως, ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση ακριβώς που βρισκόταν ο λήπτης της ασφάλισης έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί λόγω της ζημίας που προκλήθηκε από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Στο νόμο δεν προβλέπεται άλλη, πρόσθετη, προϋπόθεση για την επέλευση της υποκατάστασης, όπως, για παράδειγμα, συμφωνία μεταξύ λήπτη της ασφάλισης και ασφαλιστή ή αναγγελία της πληρωμής από τον ασφαλιστή στον υπόχρεο προς αποζημίωση τρίτο. Τρίτος, κατά το άρθρο 14 του νόμου 2496/1997, είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο δεν είναι αντισυμβαλλόμενος, ως λήπτης της ασφάλισης, κατά τη διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου 2496/1997, ή τρίτος, ως δικαιούχος του ασφαλίσματος. Ειδικότερα, "τρίτος", στον οποίο αναφέρεται η ρύθμιση του άρθρου αυτού, είναι το πρόσωπο που είναι υπαίτιο για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (ή ο ασφαλιστής της αστικής ευθύνης του) και κατά του οποίου ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος έχει αξίωση για αποζημίωση είτε από αδικοπραξία, είτε από σύμβαση, είτε απευθείας από το νόμο (ΑΠ 194/2024). Στην υποκατάσταση αυτή δεν παρίσταται ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση από το νόμο (ΑΠ 1426/2023, ΑΠ 1425/2023, ΑΠ 1341/2023, ΑΠ 964/2023, ΑΠ 1328/2020). Περαιτέρω, ο υπόχρεος προς αποζημίωση μπορεί να προβάλει κατά της αξίωσης του ασφαλιστή, κατ' ένσταση, την τυχόν συμπληρωθείσα πριν από την ασφαλιστική υποκατάσταση παραγραφή της αξίωσης του αρχικού δανειστή - λήπτη της ασφάλισης, με βάση τις διατάξεις που διέπουν τη μεταξύ τους ενοχή, ή την τυχόν συμπληρωθείσα μετά την ασφαλιστική υποκατάσταση και ρυθμιζόμενη στο άρθρο 14 παρ. 5 του νόμου 2496/1997 παραγραφή (ΑΠ 39/2023), σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή, "σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων". Επομένως, η απαίτηση του ασφαλιστή κατά του υπαιτίου τρίτου ζημιώσαντος, μετά την ασφαλιστική υποκατάσταση, εξακολουθεί να υπόκειται στην ίδια παραγραφή, στην οποία υπόκειται η απαίτηση του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου. Τούτο αποτελεί συνέπεια της ασφαλιστικής υποκατάστασης. Η παραγραφή της απαίτησης του ασφαλιστή κατά του τρίτου δεν εκκινεί εκ νέου από το χρόνο της καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ούτε υπόκειται σε άλλη παραγραφή, διότι, υπό την εκδοχή αυτή, παρά το γεγονός ότι η απαίτηση πηγάζει από την ίδια αιτία, θα υπέκειτο σε διαφορετική παραγραφή, ανάλογα με το πρόσωπο που ασκεί τη σχετική αξίωση, ενώ η ασφαλιστική υποκατάσταση δεν μεταβάλλει τη φύση της απαίτησης και συνακόλουθα δεν μεταβάλλονται με αυτήν ούτε και οι προϋποθέσεις και οι όροι της παραγραφής.
4.- Στη διάταξη του άρθρου 229 του νόμου 4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα
ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να αναστέλλει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την πληρωμή μερικώς ή ολικώς ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων από ασφάλιση ή υποχρεώσεων μιας ασφαλιστικής επιχείρησης προς ασφαλισμένους, δικαιούχους ασφαλίσματος ή αποζημίωσης είτε λόγω καταγγελίας είτε λήξης της σύμβασης είτε λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ή την καταβολή συγκεκριμένων παροχών προς ασφαλισμένους ή κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς και προς άλλα συμβαλλόμενα μέρη ή και προς λοιπούς πιστωτές εξαιρουμένων των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από έμμισθη εντολή. 2. Η απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθορίζει χρονικό διάστημα εφαρμογής της αναστολής και το εύρος εφαρμογής της αναστολής η οποία μπορεί να αφορά είτε στο σύνολο των υποχρεώσεων της επιχείρησης είτε σε μέρος αυτών όπως ενδεικτικά σε συγκεκριμένους ασφαλιστικούς κλάδους των άρθρων 4 και 5 του παρόντος ή συγκεκριμένες ομογενείς ομάδες κινδύνου ή κατηγορίες δραστηριοτήτων του άρθρου 61 του παρόντος ή συγκεκριμένες κατηγορίες πιστωτών ή αντισυμβαλλομένων. 3. Κατά τη διάρκεια της ως άνω αναστολής αναστέλλονται οι προθεσμίες και η άσκηση των διαδικαστικών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Το ίδιο ισχύει για τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων. 4. Η αναστολή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που συνάπτονται σε κεφαλαιαγορές ή και αγορές χρήματος". Στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου αυτού (σελ. 19), επισημαίνονται τα ακόλουθα: "Στο άρθρο 229 προβλέπεται ως μέτρο εξυγίανσης η αναστολή πληρωμών. Σημειώνεται ότι η αναστολή πληρωμών αποτελεί μέτρο εξυγίανσης και στη νομοθεσία της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων ήδη από το 2006. Εντάχθηκε στην ιδιωτικοασφαλιστική νομοθεσία µε τροποποίηση του ν.δ. 400/1970 το 2011 και παρόλο που δεν έχει ενεργοποιηθεί έως σήμερα, όπως και το πλαίσιο της εξυγίανσης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων γενικώς, είναι ένα δραστικό μέτρο που σκοπό έχει τη διάσωση, κατά το δυνατόν, της ασφαλιστικής επιχείρησης ή την προετοιμασία της για θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής και χάριν προστασίας των δικαιούχων από ασφάλιση της ασφαλιστικής επιχείρησης, δίνεται παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ορισμένων ή του συνόλου των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, µε παράλληλη προσαρμογή του μέγιστου επιτρεπτού χρονικού διαστήματος παράτασης. Περαιτέρω, ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω απόφασης αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, ενώ αποσαφηνίζεται ότι η αναστολή πληρωμών δεν ισχύει για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που συνάπτονται σε κεφαλαιαγορές ή / και αγορές χρήματος. Η απόφαση αφορά και πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης, περιλαμβανομένων και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εάν τούτο κριθεί σκόπιμο από την Εποπτική Αρχή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναστολή των προθεσμιών, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 229 του νόμου 4364/2016, αφορά μόνο τις περιπτώσεις της αναστολής, κατά την παράγραφο 1 του ίδιου αυτού άρθρου, της ικανοποίησης αξιώσεων σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως μέτρο εξυγίανσης αυτής, το οποίο αποσκοπεί στη διάσωσή της, εάν τούτο είναι δυνατό, ή την προετοιμασία αυτής για τη θέση της σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ειδικότερα, η αναστολή μπορεί να αφορά, για ορισμένο χρονικό διάστημα, την πληρωμή από την ασφαλιστική επιχείρηση μερικώς ή ολικώς ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων από ασφάλιση ή υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης προς ασφαλισμένους, δικαιούχους ασφαλίσματος ή αποζημίωσης κ.λπ., όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 229 του νόμου αυτού. Επομένως, υπό το καθεστώς του νόμου 4364/2016, για εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα από την 1η-1-2016 και μετά, όταν μία ασφαλιστική εταιρεία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρείας όλων όσοι έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατ' αυτής, δηλαδή και των τρίτων ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα που έχουν ευθεία εκ του νόμου αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, επειδή αυτή ασφάλιζε κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα για την προς τρίτους αστική του ευθύνη. Η αναστολή των ατομικών διώξεων περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα. Με την προαναφερόμενη διαδικασία που ομοιάζει με την πτωχευτική διαδικασία, κατά το χρόνο της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, προστατεύεται και η ασφαλιστική εταιρεία από τη διατήρηση των ενεργητικών στοιχείων της περιουσίας της, αλλά και οι ασφαλισμένοι από τις ατομικές διώξεις των ζημιωθέντων τρίτων, εφόσον η ασφαλιστική τους εταιρεία προέκυψε αφερέγγυα, όλα δε αυτά, ισχύουν για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα μετά την 1η-1-2016 (ΑΠ 1176/2023, ΑΠ 1161/2023, ΑΠ 208/2023, ΑΠ 36/2022, ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 643/2020, ΑΠ 1413/2019). Αντίθετα, η αναστολή των προθεσμιών, ως συναρτώμενη με την αναστολή των πληρωμών, δεν αφορά περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση τυγχάνει δικαιούχος απαίτησης κατόπιν ασφαλιστικής υποκατάστασης, ως εκδοχέας από το νόμο της απαίτησης του λήπτη της ασφάλισης σε βάρος του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία και ευθύνεται προς αποζημίωση, λόγω της επέλευσης του γεγονότος που παριστά τον ασφαλιστικό κίνδυνο.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 93/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 90/2024).
6.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 373/2024, ΑΠ 321/2024). Περαιτέρω, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022).
7.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού. Κατά συνέπεια τούτων, η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τα άρθρα 559 ή 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 435/2024, ΑΠ 434/2024, ΑΠ 311/2024, ΑΠ 655/2023, ΑΠ 269/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 1102/2021).
8.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "... Η ενάγουσα στις 24-7-2015 κατέβαλε στην ασφαλισμένη της, S. A., το ποσό 119.471,83 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που η τελευταία υπέστη στις 5-8-2013 στην ιδιόκτητη διώροφη οικία, που αυτή διατηρούσε στον ... Αττικής, στην θέση Κάτω Σούλι, στον οικισμό Αύρα, επί της οδού ..., εξ αιτίας πυρκαγιάς, την οποία η ενάγουσα αποδίδει σε τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα κατά τον ίδιο ανωτέρω χρόνο και ειδικότερα λόγω της πρόσκρουσης οχήματος του Πολεμικού Ναυτικού της Ναυτικής Βάσης Νοτίου Ευβοϊκού (Ν.Β.Ν.Ε.) σε ξύλινο στύλο της ΔΕΗ από υπαιτιότητα οργάνου του εναγομένου και δη του οδηγού του ανωτέρω οχήματος Γ. Π.. Επισημαίνεται όμως ότι η παραγραφή της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και, συνακόλουθα, η παραγραφή της αξίωσής της άρχισε την 1-1-2014 και συμπληρώθηκε, μετά την παρέλευση και του χρονικού διαστήματος των έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, την 1-7-2019, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 27-10-2020 (βλ. την 6174/Δ/27-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Κ.), με αποτέλεσμα η επίδικη αξίωση της ενάγουσας να έχει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 140 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 141 ν. 4270/2014 πενταετή παραγραφή, αφού από το τέλος του έτους 2013 και δη από την 1-1-2014 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής την 27-10-2020 παρήλθε χρονικό διάστημα ανώτερο της πενταετίας, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη. Από την πλευρά του το εναγόμενο, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρότεινε την εν λόγω ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας, η οποία έγινε δεκτή, εφαρμόζοντας η εκκαλουμένη τις ταυτόσημες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου διατάξεις του ν. 4270/2014. Μάλιστα, η ένστασή του αυτή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, δεδομένου ότι από την ημεροχρονολογία του συμβάντος, 5-8-2013, άλλως από το τέλος οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωση της ασφαλισμένης εκ του συμβάντος, μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής (κατάθεση: ΓΑΚ 77804/ΕΑΚ 8623/23-10-2020, επίδοση στο Ελληνικό Δημόσιο: 27-10-2020) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει καμία διακοπτική της παραγραφής πράξη και ούτως η αξίωση της ενάγουσας υπέπεσε σε παραγραφή, κατά τα προαναφερόμενα. Ωσαύτως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας ότι η ένδικη αξίωσή της λόγω της γενόμενης υποκατάστασης δεν μπορεί να ασκηθεί πριν από την ικανοποίηση του δανειστή τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι το γεγονός της ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος - λήπτη της ασφαλίσεως μεταβάλλει μόνο το πρόσωπο του δικαιούχου της απαιτήσεως, και όχι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά αυτής, αφού η ικανοποίηση του δικαιούχου - λήπτη της ασφάλισης αποτελεί γεγονός κρίσιμο, καθόσον από πλευράς ουσιαστικού δικαίου μεταβάλλει το πρόσωπο του δικαιούχου της απαιτήσεως και αντίστοιχα, στο χώρο του δικονομικού δικαίου το πρόσωπο του ενεργητικώς νομιμοποιούμενου προσώπου για την άσκηση αγωγής κατά του ζημιώσαντος, αλλά δεν ασκεί έννομη επιρροή στον διαδραμόντα χρόνο της παραγραφής της αξιώσεως, ο οποίος εξακολουθεί να τρέχει κανονικά, με μοναδική ρητά προβλεπόμενη εξαίρεση το εξάμηνο που ο νόμος (άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 2496/97) χορηγεί αμέσως μετά την υποκατάσταση στον ασφαλιστή για λόγους επιείκειας και με προφανή σκοπό να του παράσχει τον απαιτούμενο χρόνο για να προετοιμασθεί για την επιδίωξη ικανοποίησής του για τις αξιώσεις του από την γενομένη υποκατάσταση. Δεχόμενη, επομένως, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου εκτιμώμενος ως πρώτος λόγος της εφέσεως, που προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επιπροσθέτως, στην προκειμένη εφαρμοστέα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν ασκεί έννομη επιρροή η τυχόν μη προφορική ανάπτυξη των ανωτέρω ισχυρισμών στο ακροατήριο, τόσο ένεκα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία εκδικάσθηκε η αγωγή της αντιδίκου, διαδικασία στην οποία δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 1-590 ΚΠολΔ και δεν τηρούνται πρακτικά, αλλά και λόγω της υποβληθείσας, στο πλαίσιο των ρυθμίσεως προστασίας από τη διασπορά του κορωνοϊού, κοινής δηλώσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων για την συζήτησή της, δοθέντος ότι την 5-2-2021 ημερομηνία συζητήσεως της ένδικης αγωγής ήταν σε ισχύ η ΚΥΑ 6877, σύμφωνα με την οποία, για την συζήτηση της υποθέσεως χωρίς μάρτυρες, έπρεπε να υποβληθεί την προτεραία ημέρα της δικασίμου κοινή δήλωση με ηλεκτρονική αλληλογραφία στην γραμματεία του δικαστηρίου ότι η υπόθεση θα συζητηθεί χωρίς μάρτυρες και χωρίς την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων, όπως και πραγματικά εγένετο, ενώ είχαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων την δυνατότητα να αντικρούσουν τους υποβληθέντες με τις προτάσεις τους ισχυρισμούς, όπως τον ισχυρισμό του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας, όπως πράγματι έγινε. Εξ ετέρου, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί αναστολής της παραγραφής των αξιώσεών της σύμφωνα με το άρθρο 229 του ν. 4364/2016 ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην ένδικη υπόθεση, γιατί η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά περιπτώσεις άσκησης αξιώσεως κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και όχι περιπτώσεις στις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση τυγχάνει δικαιούχος απαιτήσεως και επιδιώκει την ικανοποίηση αυτής, δοθέντος δε ότι η ίδια ετέθη σε ασφαλιστική εκκαθάριση και αποφασίσθηκε η τοποθέτηση ασφαλιστικού διαχειριστή σύμφωνα με την υπ' αριθ. 178/10-2-2016 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προγενέστερα και δη την 24-7-2015 είχε η ίδια καταβάλει το ανωτέρω ποσό ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη της, κατά τα προπαρατεθέντα.
Συνεπώς, και ο δεύτερος ως ανωτέρω λόγος της εφέσεως, που προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα παρατίθενται στην μείζονα σκέψη. Προσέτι, απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ισχυρισμοί της ενάγουσας - εκκαλούσας για αναστολή της παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας, προεχόντως διότι τα επικαλούμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν περιστατικά ανωτέρας βίας, ήτοι περιστατικά μη δυνάμενα να αποτραπούν με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, καθόσον τυγχάνει αβάσιμη η παραδοχή ότι συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας η αδυναμία δικαστικής διεκδίκησης μίας αξιώσεως, η οποία ήταν γνωστή στην ενάγουσα λόγω της προηγηθείσας καταβολής του ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη της και της ιδίας πλέον κατοχής από την ενάγουσα του συνόλου των παραστατικών και εν γένει αποδεικτικών εγγράφων για την είσπραξη της ένδικης απαίτησης. Επίσης, αναφέρεται ότι η επελθούσα αναστολή καταλάμβανε έξοδα κάθε μορφής που δεν ήταν αναγκαία για τη λειτουργία της ενάγουσας ως ασφαλιστικής εταιρίας. Πλην όμως, η δικαστική επιδίωξη εκ μέρους της για την είσπραξη ενός τόσο μεγάλου ποσού αποζημιώσεως, όπως το επίδικο, αποτελούσε αναγκαίο έξοδο για την ομαλή λειτουργία της εταιρείας και για το λόγο αυτό δεν θα μπορούσε να εμπίπτει σε αναστολή. Ακόμη, κατά το άρθρο 255 ΑΚ ορίζεται ότι: "Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.". Αντιθέτως, τα επικαλούμενα από την ενάγουσα - εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα και υπό την εκδοχή ότι συνιστούσαν περιστατικά ανωτέρας βίας, δεν έλαβαν χώρα εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της παραγραφής και επομένως δεν δύνανται να επιφέρουν αναστολή της παραγραφής. Δεχόμενη, επομένως, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου εκτιμώμενος ως τρίτος λόγος της εφέσεως, που προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ...". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας που στρεφόταν εναντίον της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την αγωγή της αναιρεσείουσας εναντίον του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή αποζημίωσης, κατόπιν ασφαλιστικής υποκατάστασης της αναιρεσείουσας στη θέση της λήπτριας της ασφάλισης.
9.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης από το αναιρεσίβλητο, το οποίο ενέχεται σε αποζημίωση για την πρόκληση της ζημίας στη λήπτρια της ασφάλισης από πυρκαϊά, μετά την καταβολή στην τελευταία της ασφαλιστικής αποζημίωσης και την υποκατάσταση της αναιρεσείουσας στη θέση της λήπτριας της ασφάλισης, έχει υποκύψει σε παραγραφή, διότι από το τέλος του οικονομικού έτους (έτους 2013), μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης κατά του Δημοσίου, δηλαδή από την 1η-1-2014, ως αρχή του επόμενου έτους (πρβλ. ΑΠ 755/2021, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1651/2018), μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στο Δημόσιο στις 27-10-2020, παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, ορθά μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, μετά την παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου που προτάθηκε από το Δημόσιο, πλην όμως με εσφαλμένη αιτιολογία, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140 και 141 του νόμου 4270/2014 και 14 παρ. 5 του νόμου 2496/1997. Τούτο δε, διότι οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση. Ειδικότερα, εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' του νόμου 2362/1995 (όμοιες διατάξεις, κατά περιεχόμενο, με τις διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 1 και 141 εδ. α' του νόμου 4270/2014), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 108 και του άρθρου 110 του νόμου 2362/1995, συνεπώς και εκείνες των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' αυτού, καταργήθηκαν μεν με το άρθρο 177 παρ. 1 εδ. α' του νόμου 4270/2014 από την έναρξη ισχύος του (1η-1-2015), πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' του νόμου 2362/1995 και όχι εκείνες των άρθρων 140 παρ. 1 και 141 εδ. α' του νόμου 4270/2014, διότι οι τελευταίες ισχύουν για τις απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την 1η-1-2015, ενώ, στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση σε βάρος του Δημοσίου έχει γεννηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, των ουσιαστικού δικαίου δε διατάξεων αυτών (άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' του νόμου 2362/1995) συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Τούτο δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες διατάξεις και για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου, της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι α) η ένδικη αξίωση κατά του Δημοσίου, το οποίο ενέχεται σε αποζημίωση της λήπτριας της ασφάλισης, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για παράνομη πράξη του οργάνου του, κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που του είχε ανατεθεί και η οποία -παράνομη πράξη- προκάλεσε στη λήπτρια της ασφάλισης περιουσιακή ζημία από την επέλευση του γεγονότος που συνιστούσε τον ασφαλιστικό κίνδυνο (πυρκαϊά), παραγράφηκε μετά την παρέλευση πέντε ετών, η πενταετής δε παραγραφή ξεκίνησε από το τέλος του οικονομικού έτους (έτους 2013), μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, ειδικότερα δε, την 1η-1-2014 και συμπληρώθηκε πριν από την επίδοση στο Δημόσιο της ένδικης αγωγής (στις 27-10-2020), ακόμη και μετά το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του νόμου 2496/1997, β) η αναιρεσείουσα, από το χρόνο της καταβολής του ασφαλίσματος στη λήπτρια της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου από την παράνομη πράξη του οργάνου του Δημοσίου, υποκαταστάθηκε στη θέση της λήπτριας της ασφάλισης, ως εκδοχέας και δικαιούχος της απαίτησης από το νόμο, γ) με την αυτοδίκαιη υποκατάσταση, στη θέση της λήπτριας της ασφάλισης, της αναιρεσείουσας, μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η απαίτηση, μεταβλήθηκε δε, με τον τρόπο αυτό, το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης, δ) το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να αντιτάξει κατά της αναιρεσείουσας, με ένσταση, την παραγραφή της αξίωσης που συμπληρώθηκε μετά την ασφαλιστική υποκατάσταση και ε) η απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά του Δημοσίου εξακολούθησε να υπόκειται στην ίδια παραγραφή, στην οποία υπέκειτο και η απαίτηση της λήπτριας της ασφάλισης, δηλαδή η παραγραφή δεν εκκίνησε εκ νέου από το χρόνο της καταβολής του ασφαλίσματος, ενόψει του ότι η ασφαλιστική υποκατάσταση δεν μετέβαλε τη φύση της απαίτησης και συνακόλουθα ούτε και τις προϋποθέσεις και τους όρους της παραγραφής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, η απαίτησή της γεννήθηκε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη στις 24-7-2015, δηλαδή κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής υποκατάστασης, με αποτέλεσμα η παραγραφή να εκκινήσει την 1η-1-2016 και να μην έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, μετά την αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τη μη εφαρμογή των, μη εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση, διατάξεων των άρθρων 140 και 141 του νόμου 4270/2014.
10.- Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 229 του νόμου 4364/2016, της οποίας δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί για την εφαρμογή της. Τούτο δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία δεν αρκούν για την υπαγωγή τους στην προαναφερόμενη διάταξη και για την πλήρωση του πραγματικού αυτής, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη της αντένστασης αναστολής (ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 27-7-2016, οπότε εκδόθηκε, κατ' άρθρο 229 παρ. 1 του νόμου 4364/2016, σχετική απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, μέχρι τις 15-5-2017, οπότε η αναιρεσείουσα τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης) της παραγραφής που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα και επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προαναφερόμενη διάταξη, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι από τη διάταξη αυτή συνάγεται πως η αναστολή των προθεσμιών αφορά μόνο τις περιπτώσεις της αναστολής της ικανοποίησης αξιώσεων σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως μέτρο εξυγίανσης αυτής και συγκεκριμένα της πληρωμής από την ασφαλιστική επιχείρηση μερικώς ή ολικώς ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων από ασφάλιση ή υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης προς ασφαλισμένους, δικαιούχους ασφαλίσματος ή αποζημίωσης κ.λπ., όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νόμου 4364/2016. Επομένως, ορθά κρίθηκε ότι η αναστολή των προθεσμιών, ως συναρτώμενη με την αναστολή των πληρωμών, δεν αφορά περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση τυγχάνει δικαιούχος απαίτησης κατόπιν ασφαλιστικής υποκατάστασης, ως εκδοχέας από το νόμο της απαίτησης του λήπτη της ασφάλισης σε βάρος του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία και ευθύνεται προς αποζημίωση, λόγω της επέλευσης του γεγονότος που συνιστά τον ασφαλιστικό κίνδυνο, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση. Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει σ' αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση εκείνων που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί, οι αιτιολογίες δε αυτές, συνολικά εκτιμώμενες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 229 του νόμου 4364/2016, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα και τα οποία δικαιολογούν την απόρριψη της αντένστασης αναστολής της παραγραφής που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα και επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προαναφερόμενη διάταξη, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι έχουν αποδειχθεί, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ και το πόρισμα που συνάγεται από τις αποδείξεις και στηρίζεται σ' αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και με, κατά λογική ακολουθία, τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με εκείνα που προηγουμένως αναλυτικά έχουν εκτεθεί. Τούτο δε, διότι το Εφετείο δέχεται ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα τυγχάνει δικαιούχος απαίτησης σε βάρος του Δημοσίου, κατόπιν ασφαλιστικής υποκατάστασης και με την ένδικη αγωγή επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησης που εκχωρήθηκε σ' αυτήν από το νόμο, ενώ δεν πρόκειται για την άσκηση αξιώσεων που διατηρούν τρίτοι σε βάρος της, ως υπόχρεης προς εκπλήρωση αυτών, ώστε υπό την εκδοχή αυτή να τίθεται ζήτημα αναστολής προθεσμιών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της και β) από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναστολής της παραγραφής που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τυγχάνει αβάσιμος.
11.- Εξάλλου, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 εδ. β' του νόμου 2362/1995, της οποίας δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί για την εφαρμογή της. Τούτο δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία δεν αρκούν για την υπαγωγή τους στην προαναφερόμενη διάταξη και για την πλήρωση του πραγματικού αυτής, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη της αντένστασης αναστολής (ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 27-7-2016, οπότε εκδόθηκε, κατ' άρθρο 229 παρ. 1 του νόμου 4364/2016, σχετική απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, μέχρι τις 15-5-2017, οπότε η αναιρεσείουσα τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης) της παραγραφής που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα και επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προαναφερόμενη διάταξη, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σύμφωνα με την οποία, ανώτερη βία αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξαιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (πρβλ. ΑΠ 582/2023, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 344/2021, ΑΠ 157/2021), η έκδοση απόφασης από την Εποπτική Αρχή για την αναστολή της ικανοποίησης αξιώσεων σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως μέτρο εξυγίανσης αυτής και συγκεκριμένα της πληρωμής από την ασφαλιστική επιχείρηση μερικώς ή ολικώς ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων από ασφάλιση ή υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης προς ασφαλισμένους, δικαιούχους ασφαλίσματος ή αποζημίωσης κ.λπ., όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νόμου 4364/2016, πέραν του ότι το γεγονός αυτό δεν έλαβε χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής (όπως απαιτείται, κατ' άρθρο 92 εδ. β' του νόμου 2362/1995), αλλά σημαντικά νωρίτερα και ειδικότερα στις 27-7-2016, διήρκεσε δε μέχρι τις 15-5-2017. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την αναιρεσείουσα, ως δικαιούχο της απαίτησης σε βάρος του Δημοσίου, να ασκήσει την ένδικη αξίωση αποζημίωσης κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο, δηλαδή κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, τυγχάνει αβάσιμος.
12.- Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επίσης, άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' του νόμου 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο, "στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε"), μειωμένα όμως, α) κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ) και έχει αμφιμερή ισχύ, δηλαδή ισχύει τόσο για το Δημόσιο, όσο και για τον αντίδικό του και β) κατά την παρ. 2 του άρθρου μόνου της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με τον αριθμό 134423 οικ/8-12-1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του νόμου 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-9-2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας που έχει τεθεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, με την επωνυμία ..." για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 4192/2022.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ