Αριθμός 1052/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Ασλάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καμπά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5341/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/5/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28/1/2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 5341/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Περεταίρω, η υπομίσθωση η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 11 του Π.Δ. 34/1995 επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορική μίσθωση, είναι η σύμβαση με την οποία ο μισθωτής ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση σε τρίτον (υπομισθωτή) με ορισμένο αντάλλαγμα - μίσθωμα και για ορισμένο χρόνο, που, στα πλαίσια της κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να είναι το μίσθωμα και ο χρόνος που συμφωνήθηκαν με την κύρια μίσθωση. Πρόκειται, επομένως, περί συμβάσεως με όλα τα χαρακτηριστικά της μίσθωσης, η οποία είναι νέα μεταξύ του μισθωτή και του τρίτου, χωρίς ν' αλλοιώνεται υποκειμενικά η κύρια μίσθωση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων εκμισθωτή και μισθωτή (Α.Π. 1957/2006). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κύριας μίσθωσης (Ολ.Α.Π. 14/1992, Α.Π. 554/2001), και για το κύρος της είναι αναγκαία η συναίνεση του εκμισθωτή (αρθρ. 11 § 1 του Π.Δ. 34/1995). Η υπομίσθωση από μη δικαιούμενο σε υπεκμίσθωση, ή που είναι άσχετη με προϋπάρχουσα κύρια μίσθωση, διέπεται από τις διατάξεις της μίσθωσης από μη δικαιούμενο σε εκμίσθωση. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ που ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου είναι καθ' όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα, ή οποιοδήποτε άλλου εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα ν' ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις απ' αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Απ' αυτά έπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή. Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του π.δ. 34/95 (αρθ. 7 § 2 ν. 813/78) παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλότριου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφ' όσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης. Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή (ΑΠ 108/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5341/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δετά τα ακόλουθα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή για έλλειψη νομιμοποίησης παθητικής των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων: "Δυνάμει του από 8/8/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής υττομισθώσεως ακινήτου, νομίμως κατατεθειμένου και θεωρημένου στην Δ.Ο.Υ Πειραιά (αριθμ. δηλωσ. 2802/27-8-2008) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπομίσθωσε από την (μη διάδικο στην ένδικη υπόθεση) εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑRSHALL - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Ε.Π.Ε." μία διώροφη κατοικία αποτελούμενη από ημιυπόγειο επιφανείας 263,97 τ.μ., υπερυψωμένο ισόγειο, επιφανείας 263,97 τ.μ. και α' όροφο επιφανείας 261,47 τ.μ. κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως 905,5 τ.μ. που κείται στο Δήμο ... και επί της συμβολής των οδών ... και ... αρ. 19. Η διάρκεια της υπομισθώσεως συμφωνήθηκε τριετής, ήτοι από 8-8-2008 έως 7-8-2011, αντί μηνιαίου μισθώματος 4.000 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου, το δε μίσθιο ακίνητο κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό θα χρησιμοποιούνταν κατά τα εκτιθέμενα και στην ένδικη αγωγή, ως δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος αναιρεσείοντος και των συνεργατών του. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του άνω μισθίου ακινήτου, με την υπ' αριθμ. 4732/26-6-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ετέθη υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρο 46 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 60 του ν. 2324/1995 και ορίσθηκε με την ίδια απόφαση ειδική εκκαθαρίστρια η πρώτη εναγομένη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" με τον τίτλο "ΑLΡΗΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.". Η τελευταία, η οποία ανέλαβε την διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, στα πλαίσια των εργασιών της εκκαθαρίσεως προέβη στις σχετικές διαδικασίες για την εκπλειστηρίαση των περιουσιακών στοιχείων της, με σκοπό την ικανοποίηση των αξιώσεων των πιστωτών. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβανόταν και το άνω μίσθιο ακίνητο του οποίου η αξία είχε προσδιορισθεί με την υπ' αριθμ. 5310/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε 4.640.000,00 €. Κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν στελέχη της πρώτης εναγομένης στο εν λόγω ακίνητο, το οποίο η δεύτερη εναγομένη δεν είχε εκμισθώσει, διαπιστώθηκε η εγκατάσταση του ενάγοντος σ' αυτό, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως επαγγελματική στέγη για την άσκηση της δικηγορίας του και είχε τοποθετήσει γραφειακό εξοπλισμό. Εν όψει αυτής της καταστάσεως κοινοποίησε η πρώτη εναγομένη ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, στον ενάγοντα την από 13-10-2008 εξώδικη πρόσκληση που του επιδόθηκε αυθημερόν, με την οποία τον καλούσε να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με την μίσθωση του ακινήτου και συγχρόνως να μεριμνήσει για την άμεση απομάκρυνση των εισκομισθέντων στο ακίνητο της δεύτερης εναγομένης πραγμάτων. Ο ενάγων με την από 17-10-2008 εξώδικη απάντηση του, καθώς και με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίζεται ότι κατέχει το ακίνητο νόμιμα αντλώντας τα δικαιώματα του από την υπομίσθωση την οποία συνήψε με την υπεκμισθώτρια εταιρεία "ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ" Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε η υπεκμισθώτρια εταιρεία "ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ" από την ιδιοκτήτρια εταιρεία το δικαίωμα διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του επιδίκου ακινήτου της συμπεριλαμβανομένης και της υπεκμισθώσεως αυτού, προϋπόθεση την οποία υποχρεούνταν όχι μόνον να ελέγξει ο ενάγων αλλά και να διατηρήσει τα σχετικά έγγραφα, τα οποία θα αποδείκνυαν την εγκυρότητα της καταρτισθείσας τόσο από τον ίδιο συμβάσεως υπομισθώσεως (τα οποία ούτε και τώρα προσκομίζει, αφού ευχερώς θα μπορούσε να τα αναζητήσει από την υπεμισθώτρια εταιρεία), όσο και την εγκυρότητα της συμβάσεως της τελευταίας, με την ιδιοκτήτρια εταιρεία του ακινήτου, ή άλλης, η οποία νομίμως γα διαχειριζόταν. Εξ άλλου, ούτε και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο με πρόταση του γνώριζε κάτι συγκεκριμένο, σχετικά με το ζήτημα αυτό.
Συνεπώς, αφού δεν απέδειξε ο ενάγων την εγκυρότητα της συμβάσεως υπομισθώσεως που επικαλείται έναντι των αμφισβητούντων αυτήν εναγομένων με τις ιδιότητες που παραπάνω αναφέρθηκαν (κυρίας του ακινήτου και ειδικής εκκαθαρίστριας), πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο ήδη εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά, στις 24-6-2009, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. .../24-6-2009 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού με υπερθεματίστρια την Ε. Ί., ο δε ενάγων και η εταιρεία "ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ" απεβλήθησαν από το ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθμ. 963Β/12-4-2010 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., καθόσον με το άρθρο 31 παρ.3 του ν. 2538/1997 ρυθμίζεται κατ' απόκλιση από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 Κ.Πολ.Δ. και 614 Α.Κ. το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου στην περίπτωση της ειδικής εκκαθαρίσεως επιχειρήσεως, θεωρούμενης (μισθωτικής σχέσεως) ως στοιχείο του παθητικού απ' ευθείας από το νόμο, αποκλειόμενης της υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση του υπερθεματιστή κατά τα άνω άρθρα. Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις την αναγνωριστική ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε με την ιδιότητα του υπομισθωτή να αναγνωρισθεί έναντι των αναιρεσιβλήτων εταιρειών με την ιδιότητα της διαχειρίστριας και κυρίας αντίστοιχα του ένδικου ακινήτου ότι η επικαλούμενη από αυτόν σύμβαση επαγγελματικής, υπομίσθωσης είναι έγκυρη και δεσμευτική και έναντι αυτών και δικαιούται να κατέχει και να χρησιμοποιεί ακώλυτο το ίδιο μίσθιο ακίνητο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 574, 593 του Α.Κ. 11 § 1 και 14 του Π.Δ. 34/1995, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την ανυπαρξία: 1) έγκυρης σύμβασης κύριας μίσθωσης, εμπορικού χαρακτήρα μεταξύ της δεύτερης αναιρεσίβλητης νόμιμα εκπροσωπούμενης ως κύριας του ένδικου ακινήτου και της φερόμενης ως μισθώτριας πιο πάνω εταιρείας, με την επωνυμία ΜΑΡΣΑΛ, από την οποία φέρεται να υπεκμίσθωσε το ίδιο ακίνητο ο αναιρεσείων και 2) οποιασδήποτε συναίνεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως κυρίας στη σύναψη της προβαλλόμενης υπομίσθωσης δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της εγκύρως καταρτισθείσης υπομίσθωσης επαγγελματικού χαρακτήρα και της συναίνεσης στη κατάρτιση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κυρίας με την προβαλλόμενη ιδιότητα της υπεκμισθώτριας και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο κατά το ένα μέρος του λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 574, 593 του Α.Κ. και 11 § 1 και 14 του Π.Δ. 34/1995 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία εκτός από τις ίδιες αιτιολογίες και η παράθεση άλλων εφ' όσον άλλωστε ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη η επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 14 του Π.Δ. 34/1995 για την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων μη προβολή έγκαιρης διαμαρτυρίας για την ένδικη υπομίσθωση, αλλά και για την καλή πίστη του αναιρεσείοντος σε σχέση με τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός είναι ανάγκη οι αντιφατικές διατάξεις να περιλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του ουσιαστικού δικαστηρίου και όχι στο σκεπτικό. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ύπαρξης αντιφάσεων, που εντοπίζονται στις παραδοχές του σκεπτικού της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 173 και 183 του Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-1-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 5341/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27-5-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22-6-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ