Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1095 / 2015    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1095/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ’ ου η κλήση: Ν. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιοβανόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεκδικάστηκε με τις από 20-10-2006 (δύο) παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και με αγωγές άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2396/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 23-12-2010 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-11-2011, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-12-2012. Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε ξανά για τις 19-4-2013, οπότε ματαιώθηκε. Με την από 2-9-2013 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης επανήλθε η υπόθεση για συζήτηση στη δικάσιμο της 10-1-2014, κατά την οποία και πάλι ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με την από 20-1-2014 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 24-10-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-12-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2396/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος προσώπου ασκούντος την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση ενστάσεις απορρέουσες εκ της ασφαλιστικής σύμβασης, επιφυλλασομένου αυτώ του δικαιώματος αγωγής κατά του ησφαλισμένου, του αντισυμβαλλόμενου και του οδηγού". Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας, το οποίο ήδη θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το Ν. 3557/ 2007, πριν από την κατάργηση της K4/585/1978 ΑΥΕ από το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 3557/2007, θεμελιωνόταν στις γενικές και ειδικές εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, που προβλέπονταν στις διατάξεις των άρθρων 12, 25 και 26 της K4/585/1978 ΑΥΕ που κατά το χρόνο της ισχύος τους μπορούσαν να καταστούν περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως με τη ρητή παραπομπή σ’ αυτές με όρο του ασφαλιστηρίου. Ειδικότερα, οριζόταν στο άρθρο 12 παρ. 2, 3, 4 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ) ότι κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να γνωστοποιεί στον ασφαλιστή τα στοιχεία του κυρίου ή κατόχου του οχήματος και να γνωρίζει σ’ αυτόν κάθε αιτούμενο στοιχείο ή περιστατικό, που μπορεί να έχει επίδραση στην αναδοχή των κινδύνων και των καταβλητέων ασφαλίστρων. Όσο δε διαρκεί η σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος και οι ασφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον ασφαλιστή, μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες αφότου έλαβαν γνώση, κάθε μεταβολή των στοιχείων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, όπως και κάθε περιστατικό, που μπορεί να μεταβάλει ή να επιτείνει τον κίνδυνο, καθώς και κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος. Η μη επίταση (επαύξηση) του κινδύνου από μέρους του αντισυμβαλλομένου και των ασφαλισμένων αναφέρεται στον ασφαλισμένο κίνδυνο και τούτο ανεξάρτητα από το ότι το βάρος αυτό της μη επαυξήσεως του ασφαλιζόμενου κινδύνου επιβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο και από την κατά το άρθρο 288 του Α.Κ. καλόπιστη εκπλήρωση από μέρους του της συμβάσεως ασφαλίσεως. Σε περίπτωση δε παράβασης του παραπάνω ασφαλιστικού βάρους από δόλο ή βαριά αμέλεια του αντισυμβαλλομένου ή κάποιου από τους ασφαλισμένους, αυτός υποχρεούται να αποκαταστήσει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης και εξόδων, στα οποία ήθελε υποβληθεί ο ασφαλιστής απ’ αυτή την παράβαση. Η επίταση δε αυτή του κινδύνου, που αναφέρεται στον ασφαλισμένο κίνδυνο, πρέπει να έχει διάρκεια και να μην είναι παροδική. Η παράβαση αυτή του ασφαλιστικού βάρους δεν επάγεται τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης ή δικαίωμα καταγγελίας από τον ασφαλιστή, αλλά καθιερώνει υποχρέωση αποζημίωσης του ασφαλιστή μόνον αν η παράβαση οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του αντισυμβαλλομένου ή των ασφαλισμένων. Ελαφρά αμέλεια δεν αρκεί. Περιεχόμενο της αποζημιώσεως είναι η αποκατάσταση κάθε ζημίας και των εξόδων στα οποία ήθελε υποβληθεί ο ασφαλιστής από την παράβαση αυτή. Ο ασφαλιστής οφείλει στην κατά του ασφαλισμένου αγωγή να επικαλεστεί την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, ότι αυτή προέρχεται από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο, τη ζημία του και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας. Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής. Ο ασφαλιστής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας η οποία προκαλείται από την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας του ασφαλιστή. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής και ακολούθως για την ουσιαστική βασιμότητά της. Επομένως σε περίπτωση παράβασης ασφαλιστικού βάρους κατά την έννοια του άρθρου 12 της πιο πάνω Υπουργικής αποφάσεως για να συντρέξει αιτιώδης συνάφεια πρέπει το ατύχημα να οφείλεται ακριβώς στην παράβαση αυτή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με τις από 20 Οκτωβρίου 2006 και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως ...3 Νοεμβρίου 2006 και ...3 Νοεμβρίου 2006 δύο (2) παρεμπίπτουσες αγωγές της κατά του αναιρεσείοντος, ιδιοκτήτη και οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ζημιογόνου ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου και αντισυμβαλλομένου της στη σύμβαση ασφαλίσεώς του από ζημίες που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του, αφού αναφερόταν στις αγωγές αποζημιώσεως που άσκησαν εναντίον της ως ασφαλιστικής εταιρείας του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου τρίτοι ζημιωθέντες από το τροχαίο ατύχημα, επικαλούμενη παράβαση ασφαλιστικού βάρους από μέρους του αναιρεσείοντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου αντισυμβαλλομένου της που επίτεινε τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο προκλήσεως ζημιών σε τρίτους από τροχαίο ατύχημα που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του το ασφαλισμένο σ’ αυτήν αυτοκίνητο και συγκεκριμένα υπαίτια από μέρους του μη τοποθέτηση εσωτερικού καθρέπτη στο ασφαλισμένο αυτοκίνητο, που συνέτεινε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και των εκ τούτου ζημιών στους τρίτους που άσκησαν τις εναντίον της αγωγές, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος αναιρεσείων οφείλει να της καταβάλει κάθε χρηματικό ποσό που θα αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τρίτους των εναντίον της κύριων αγωγών και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες τρίτους των εναντίον της κύριων αγωγών. Τις δύο αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές τις έκανε δεκτές ως νόμιμες και βάσιμες το Εφετείο Θεσσαλονίκης και για την παραδοχή τους, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Επιπλέον, προέκυψε ότι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, Ν. Ι. του Δ., δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, αφού το ανωτέρω αυτοκίνητό του στερούνταν εσωτερικού καθρέπτη και ως εκ τούτου ο οδηγός του στερήθηκε της δυνατότητας να ελέγξει την κίνηση των λοιπών χρηστών της οδού στην οποία κινούνταν, δηλαδή δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση υποχρεώσεις του, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δοθέντος ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., σε κάθε σύμβαση ασφαλίσεως, επιβάλλεται σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρόσθετη παρεπόμενη υποχρέωση του συμβαλλομένου για την εκπλήρωση της παροχής όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών". Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το Εφετείο, που δέχθηκε τις ως άνω δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε μεν ευθέως το νόμο και ειδικότερα τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 489/76, 12 παρ. 2, 3, 4 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και 288 του Α.Κ. που αναφέρονται σε υποχρέωση αποζημιώσεως του ασφαλιστή σε περίπτωση παραβάσεως ασφαλιστικού βάρους από μέρους του ασφαλισμένου, στις οποίες και στηρίζονταν οι παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, πλην όμως παραβίασε εκ πλαγίου το νόμο και ειδικότερα τις ως άνω διατάξεις, διαλαμβάνοντας ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού ναι μεν δέχεται ότι δεν υπήρχε εσωτερικός καθρέπτης στο ασφαλισμένο και ζημιογόνο αυτοκίνητο, πλην όμως δεν διευκρινίζει αν υπήρχαν ή όχι άλλοι καθρέπτες και κυρίως εξωτερικοί, δεξιά και αριστερά του αυτοκινήτου, από τους οποίους μπορούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων πίσω από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο ο αναιρεσείων, οπότε η έλλειψη και μη τοποθέτηση του εσωτερικού καθρέπτη δεν συνιστούσε επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ούτε αν η έλλειψη και μη τοποθέτηση εσωτερικού καθρέπτη και η τυχόν επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου είχε διάρκεια και δεν ήταν παροδική, αλλ’ ούτε αν η επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου και η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους οφειλόταν σε βαρεία αμέλεια του αναιρεσείοντος και όχι σε ελαφρά αμέλειά του, με συνέπεια να μην μπορεί να κριθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τις παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στηρίζεται ή όχι στο νόμο, αφού διαλαμβάνονται σ’ αυτήν ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι προαναφερθείσες στη μείζονα πρόταση της παρούσας διατάξεις. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή των παρεμπιπτουσών αγωγών (αναγωγών) της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τις οποίες και μόνον αφορά η κρινόμενη αναίρεση, η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις από 20-10-2006 και με αριθμούς εκθέσεων καταθέσεων ...2006 και ...2006 παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας που στρέφονται εναντίον του αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2396/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που δέχθηκε τις αναφερόμενες στο σκεπτικό δύο (2) παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή