Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1629 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1629/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμης Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1718/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2416/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, Ολ ΑΠ 9/2003, Ολ ΑΠ 2/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1374/2017). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε και το άρθρο 260 διαμορφώθηκε και ισχύει από 1.1.2022 σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 120 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α'190), [που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του αυτού νόμου (4842/2021), όπως η τελευταία παράγραφος διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α'246/10.12.2021)], "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Στην προκειμένη περίπτωση, η από 28.2.2023 και με αριθμό κατ. 1969/192/3.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 17ης Οκτωβρίου 2023. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εισήχθησαν προς συζήτηση οι εγγεγραμμένες στο πινάκιο αναιρέσεις, λόγω διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Νικόλαος Πιπιλίγκας, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει και το υπ' αριθμ. πρωτ. 46339οικ./22.9.2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για την εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (30.1.2024) και με πρωτοβουλία της γραμματέως η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Η επίσπευση της ένδικης από 28.2.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1969/192/3.3.2023) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Κ. Γ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία", έλαβε χώρα με την επιμέλεια της τελευταίας, όπως προκύπτει από την από 12.6.2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Α. Ν., στο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων. Κατά τη συζήτηση, όμως της άνω αίτησης κατά την εκ νέου ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, Σ. Κ. - Δ., είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από την απολιπόμενη ως άνω αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ....2020 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. - Π.

Κατά συνέπεια εγκύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και πρέπει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να χωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης ήταν η εξής: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 28.6.2019 και με αριθμό κατ. 58061/1447/1.7.2019 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τον προσέλαβε στις 6.3.1978, ως υπάλληλό της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι την 1.6.2006, ενώ υπηρετούσε στη διεύθυνση επιχειρηματικών πιστοδοτήσεων της εναγομένης, με το βαθμό του υποδιευθυντή Α', η γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφάσισε τη θέσπιση προγράμματος διάθεσης δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών της (stock option), σε προσωπικό της ιδίας και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών, με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης αγοράς μετοχών, έναντι τιμήματος κατώτερου της αξίας που είχαν τότε αυτές, ως ανταμοιβή (επιβράβευση), των στελεχών αυτών για τη σημαντική συμβολή τους στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων της εναγομένης και στην αύξηση της κερδοφορίας της. Ότι προκειμένου να καταστεί δυνατή η υλοποίηση της επιβράβευσης αυτής, η εναγομένη έδωσε στα στελέχη της που συμμετείχαν στο πρόγραμμα τη δυνατότητα να προβούν στην αγορά των μετοχών, αντί με δικά τους διαθέσιμα, μέσω της χορήγησης από την ίδια σ' αυτούς χαμηλότοκου δανείου ειδικής μορφής, ποσού ίσου με το μειωμένο τίμημα της αγοράς τους. Ότι το δάνειο αυτό θα αποπληρώνονταν σταδιακά από τα μερίσματα και τις υπεραξίες της μετοχής και όχι με την απόδοση στην εναγόμενη του ποσού του. Ότι η αρχική έγκριση για τον ενάγοντα ήταν για 2500 δικαιώματα προαίρεσης αγοράς αντίστοιχων μετοχών και ότι με τις από 4.12.2007 και 3.6.2008 επιστολές-δηλώσεις του προς την εναγομένη, δήλωσε ότι ασκεί το δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά 750 μετοχών (375 + 375) και για το λόγο αυτό έλαβε από την εναγόμενη δύο δάνεια ποσών 8.625 και 8.295 ευρώ τα οποία θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για την αγορά των μετοχών και τα άνω ποσά θα κατατίθεντο απευθείας από την εναγομένη σε αναφερόμενο στις συμβάσεις τραπεζικό λογαριασμό, θα παρέμεναν δε εκεί δεσμευμένα και στη συνέχεια θα αναλαμβάνονταν από αυτήν με σκοπό να υλοποιηθεί η διαδικασία από την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, με τους ειδικότερους όρους που αναλύονται στην αγωγή. Ότι η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, του δήλωσε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έπρεπε να προβεί για ικανό χρονικό διάστημα σε εκποίηση των μετοχών, (για την οποία χρειαζόταν έγγραφη συναίνεσή της και στις οποίες, μετοχές, η εναγόμενη είχε αποκτήσει με τις από 10.12.2008 και 10.6.2009 πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των ως άνω συμβάσεων δικαίωμα ενεχύρου), διότι μαζική εκποίηση των μετοχών θα συνεπαγόταν πτώση της τιμής τους, με επιβλαβείς γι' αυτήν συνέπειες αλλά και διότι, σε περίοδο κατά την οποία ζητούσε από το επενδυτικό κοινό να συμμετάσχει σε αναγκαίες γι' αυτήν αυξήσεις του μετοχικού της κεφαλαίου, θα ήταν αδιανόητο τα στελέχη της να εκποιούν τις δικές τους μετοχές. Αναφέρει δε ότι ακολουθώντας τις πιο πάνω υποδείξεις της εναγομένης δεν εκποίησε τις μετοχές του, ούτε υπέβαλε αίτηση προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια εκποίησής τους. Ότι μετά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων και ειδικότερα από τις αρχές του έτους 2010, άρχισαν να λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα γεγονότα που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες, δηλαδή η κρίση χρέους, η οποία είχε ως συνέπεια την προσφυγή της Χώρας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, προκειμένου να περιοριστεί το δημοσιονομικό της έλλειμμα και να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες και στη συνέχεια η οικονομική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε με την επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, την πολύ μεγάλη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, τη διακοπή λειτουργίας σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων και τη συνακόλουθη δραματική αύξηση της ανεργίας και την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, με αποτέλεσμα οι 750 μετοχές που έλαβε, συνολικής αξίας κατά το χρόνο κτήσης τους 29.295€, τις οποίες έλαβε αντί τιμήματος 16.290 ευρώ, να χάσουν σταδιακά την αξία τους και να αντικατασταθούν τελικά από μία μετοχή της εναγόμενης αξίας 2,345€, επί της οποίας εξακολουθεί να υπάρχει ενέχυρο, ενώ πλέον η οφειλή του διαμορφώθηκε σε 20.570,336 ευρώ, κατά κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους. Ισχυρίσθηκε δε ότι η εναγόμενη ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος, διότι με τις ένδικες συμβάσεις του απαγόρευσε να εκποιήσει τις μετοχές και στη συνέχεια, όταν άρχισε η πτώση της τιμής των μετοχών, δεν τις εκποίησε, όπως είχε δικαίωμα με βάση τις συμβάσεις ενεχύρου, με τελικό αποτέλεσμα να κινδυνεύει να υποστεί σημαντική ζημία. Ότι επίσης η εναγόμενη τέλεσε σε βάρος του αδικοπραξία, διότι η ανωτέρω αναφερόμενη καταχρηστική συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, είναι παράνομη και υπαίτια, οφείλεται δε τουλάχιστον σε βαριά αμέλεια αυτών, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημία ίση προς τα ανωτέρω ποσά των δανείων που καλείται να καταβάλει για την απόκτηση μίας μετοχής μηδαμινής αξίας και συνακόλουθα να υποστεί και ηθική βλάβη, διότι εμφανίζεται ως κακόπιστος οφειλέτης "κόκκινων δανείων". Ότι στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ, περί απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε: Α. κυρίως κατά τις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ: 1) Να αναγνωρισθεί ότι οι ένδικες με αριθ. 4209038156/6.12.2007 και 4212597896/10.6.2008 δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, με αντίστοιχη υποχρέωσή του να αποδώσει στην εναγομένη την κατά τα αναφερόμενα στο ιστορικό της αγωγής κτηθείσα μία (1) μετοχή και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.000€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Β. Επικουρικά κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ: α) να διαταχθεί με απόφαση του δικαστηρίου η λύση των ενδίκων συμβάσεων και η απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του, άλλως, β) να περιορισθεί η παροχή του σε ποσοστό 10% των φερομένων ως δανεισθέντων χρηματικών ποσών, άλλως, γ) να αναχθεί η παροχή του στο προσήκον μέτρο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθμ. 1718/10.11.2020 απόφασή του, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε την από 12.7.2021 και με αριθμό κατ. 55864/4294/13.7.2021 έφεσή του. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 2416/9.5.2022 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και ακολούθως α) ως προς την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της κύριας βάσης της αγωγής με την οποία ο ενάγων επεδίωκε την ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης έναντι αυτού και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ως μη νόμιμης, επικύρωσε αυτήν, ενώ β) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τις λοιπές κύρια και επικουρική αυτής βάσεις, την οποία απέρριψε ως αόριστη (και ως προς τις δυο της βάσεις). Η υπό κρίση από 28.2.2023 και με αριθμό κατ. 1969/192/3.3.2023 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 2416/9.5.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα στις 2.2.2023, όπως προκύπτει από την από 2.2.2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Α. Ν., στο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2416/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 3.3.2023, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 10/2012, Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001). Μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του από την ανωτέρω διάταξη ισχυρισμού, είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον επί υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 999/2019). Για την πληρότητα και επομένως το παραδεκτό του εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται περιστατικά τόσο για την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου όσο και για τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις εξαιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος του υποχρέου δυσμενείς συνέπειες, εν όψει της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης (ΑΠ 1820/2008, ΑΠ 1574/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο Δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 830/2020, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 121/2019).

4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28.6.2019 αγωγής του, ο ενάγων, κατά την κύρια αγωγική βάση επικαλείται ότι συντρέχει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, το οποίο άγει στην ακυρότητα των καταρτισθεισών δανειακών συμβάσεων, την αναγνώριση της οποίας (ακυρότητας) και αιτείται (σε συνδυασμό με το άρθρο 180 ΑΚ), ήτοι ισχυριζόμενος ότι υπάρχει δικαίωμα της εναγομένης τράπεζας (το οποίο ασκήθηκε καταχρηστικά) δια της καταρτίσεως των υπ` αριθ. 4209038156/6.12.2007 και 4212597896/10.6.2008 ενδίκων δανειακών συμβάσεων, οι οποίες και, είναι άκυρες κατ` ορθή εκτίμηση των ισχυρισμών του, ως αντικείμενες σε απαγορευτική του νόμου διάταξη (ΑΚ 174), αφού η παραβίαση του ΑΚ 281 συνιστά παράβαση νόμου. Όμως, στην αγωγή του δεν περιλαμβάνει λόγους ακυρότητας αυτών καθεαυτών των δανειακών συμβάσεων, ως δήθεν ακύρως καταρτισθεισών βάσει καταχρηστικώς ασκηθέντος δικαιώματος εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ήτοι ποιο είναι αυτό το δικαίωμα της εναγομένης τράπεζας το οποίο ενώ γεννήθηκε νομίμως και δεν έχει αποσβεσθεί, τελικώς ασκήθηκε καταχρηστικά για τους ήδη αναφερθέντες λόγους, ήτοι διότι δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κλπ, αλλά και υπό τις λοιπές ειδικές συνθήκες - που έπρεπε να προσδιορισθούν - με αποτέλεσμα αυτή - η καταχρηστική άσκηση - να οδηγήσει στη σύναψη των επιδίκων συμβάσεων (και άρα στην ακυρότητά τους). Αντιθέτως, τα αναφερόμενα στην αγωγή ότι έλαβαν χώρα πραγματικά περιστατικά θα μπορούσαν να τύχουν επίκλησης μόνον υπό την έννοια της προβολής ως καταχρηστικής της άσκησης του προβλεπομένου στις συμβάσεις νομίμου δικαιώματος καταγγελίας και στη συνέχεια, της επιδίωξης της ικανοποίησης της απαίτησης της εναγομένης τράπεζας κατά του ενάγοντος οφειλέτη με αναγκαστική εκτέλεση (Ολ. ΑΠ 16/2006). Η επίκληση όμως αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη του επιδίκου δικαιώματος του δανειστή από τη δανειακή σύμβαση (ΑΠ 109/2019).

Συνεπώς, εφόσον δεν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων, αλλά μόνον περιστατικά καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγόμενης τράπεζας μεταγενέστερα της κατάρτισης των συμβάσεων και όπως τα περιστατικά αυτά αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω και συνεπώς όχι κατάχρηση δικαιώματος με δικαιοπραξία, στην πραγματικότητα δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το επικαλούμενο καταχρηστικώς ασκηθέν δικαίωμα. Αλλά και περαιτέρω ο ενάγων δεν προβάλλει και δεν εξειδικεύει, όπως όφειλε, ποιες είναι οι επαχθείς γι` αυτόν συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος της δανείστριας τράπεζας να προβεί στη σύναψη των ως άνω δανειακών συμβάσεων, τελούσες μάλιστα σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του υποχρέου (Ολ. ΑΠ 7/2002, ΑΠ 109/2019).

Συνεπώς, το περί αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβάσεων αγωγικό αίτημα ήταν απορριπτέο ως αόριστο. Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, με την οποία ο ενάγων επεδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 174, 180 ΑΚ. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες ι) του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' και β' του ΚΠολΔ,, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ιι) του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281 και 914 επ ΑΚ και ιιι) του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, διότι απορρίπτοντας την κύρια βάση της αγωγής του, ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και ο πρώτος λόγος αναίρεσης απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.

5.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 121 1 εδ. β`, 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 - 47 του ν.δ. 17-7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του ενεχύρου είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος. Και τούτο γιατί το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και επί ανωνύμων τίτλων, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση. Από τα άρθρα δε 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1228, 1235 αρ. 1, και 1256 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017).

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ. ΑΠ. 967/1973).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης, για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, είτε από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ. Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002). Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1298/2017).

Ειδικότερα η παράλειψη του ενεχυρούχου δανειστή να προβεί στην έγκαιρη εκποίηση των μετοχών, επί των οποίων έχει υπέρ αυτού συσταθεί ενέχυρο, δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία για τη ζημία του κυρίου των μετοχών από την εκμηδένιση της (χρηματιστηριακής τους) αξίας (ΑΠ 1298/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 942/2021, ΑΠ 757/2015). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως όταν, το δικαστήριο κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης της αγωγής ή λόγου έφεσης ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτήν (ΑΠ 712/2022, ΑΠ 104/2019).

6.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28.6.2019 αγωγής του, ο ενάγων, κατά την (επίσης) κύρια αγωγική βάση, ισχυρίζεται ότι η εκτιθέμενη στην αγωγή καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης τράπεζας (η οποία, όμως, όπως αναφέρθηκε αμέσως ανωτέρω, δεν αφορά στη δικαιοπραξία της σύναψης των δανειακών συμβάσεων και συνεπώς δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση της ακυρότητας αυτών) συνίσταται στην από - τουλάχιστον- βαριά αμέλειά της-απαγόρευση εκποίησης των μετοχών του, αλλά και στη μη εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας ρευστοποίησή τους με αποτέλεσμα την εκμηδένιση της αξίας τους και, αφού τούτο συνιστά παράβαση νόμου (άρθρο 281 ΑΚ), προκύπτει αδικοπρακτική κατ` άρθρο 914 ΑΚ έναντι αυτού ευθύνη της. Όμως, από τα όσα εκτίθενται στην αγωγή του, αναφορικά με το περιεχόμενο των όρων των δανειακών συμβάσεων και ειδικότερα του όρου 6.4 αυτών (βλ. σελ. 5 αγωγής), δεν προκύπτει, από το περιεχόμενο των ενδίκων δανειακών συμβάσεων, απαγόρευση εκποίησης των μετοχών, αλλά μόνον υποχρέωση λήψης εκ μέρους του ενεχυρούχου οφειλέτη της συναίνεσης της εναγομένης τράπεζας πριν την εκποίηση των μετοχών.
Συνεπώς, η αγωγή κατά το μέρος που ο ενάγων ισχυρίζονταν, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματά της, ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης τράπεζας συνίσταται στην από τουλάχιστον βαριά αμέλειά της, απαγόρευση εκποίησης, των μετοχών του, με αποτέλεσμα την με την πάροδο του χρόνου και λόγω της επισυμβάσας οικονομικής κρίσης εκμηδένιση της αξίας τους και, αφού τούτο συνιστά παράβαση νόμου (άρθρο 281 ΑΚ), προκύπτει αδικοπρακτική έναντι αυτού ευθύνη της, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή όρους των δανειακών συμβάσεων δεν προέκυπτε τοιαύτη απαγόρευση και συνεπώς η αγωγή ήταν μη νόμιμη. Επί πλέον, ως προς την αιτίαση περί μη ρευστοποίησης από την ίδια την εναγόμενη τράπεζα των μετοχών, η αγωγή ήταν επίσης μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ο ενεχυρούχος δανειστής δεν είναι υποχρεωμένος προς τούτο, και ούτε σχετική αδράνειά του συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη του προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ενεχυρούχος οφειλέτης από τη σημαντική μείωση της αξίας του ενεχύρου. Στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου παρέχεται το δικαίωμα (χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση σε αυτόν) να ζητήσει κατά το άρθρο 1228 ΑΚ δικαστική άδεια πώλησης του ενεχύρου, εκτός εάν ο ενεχυρούχος οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια εντός της προθεσμίας που θα του ταχθεί. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαίτησης, και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαίτησης) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το Δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την (επίσης) κύρια βάση αυτής, με την οποία ο ενάγων επεδίωκε την ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης έναντι αυτού και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφενός μεν διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

7.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία ως ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης και ειδική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, απέβλεψε στο μετριασμό των συνεπειών της δογματικής προσήλωσης στην αρχή "pacta sunt servanda" ορίζεται ότι αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη. Αν αποφασιστεί η λύση της σύμβασης, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων παροχής που πηγάζουν απ` αυτήν και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η διάταξη αυτή έχει ως προϋπόθεση εφαρμογής να επήλθε από λόγους έκτακτους και απρόβλεπτους κατά τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου, δηλαδή της πραγματικής κατάστασης που τα μέρη γνώριζαν και αποδέχονταν, με αποτέλεσμα να καθίσταται η παροχή του ενός μέρους υπέρμετρα επαχθής και η αξίωση εκτέλεσης της σύμβασης δυσβάστακτη και καταχρηστική. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην παραπάνω διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση για να αποκρουστεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατ` άρθρ. 216 παρ. 1 και 118 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, να εκτίθενται με ακρίβεια σ` αυτό και να γίνεται μνεία ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς η αγωγή θα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του υπόψη άρθρου δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβαλλόμενων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης που πρόκειται να εκτελεστεί στο μέλλον (ΑΠ 73/2024, ΑΠ 685/2022, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 207/2017).

Προκειμένου, δε, να βρεθεί το "προσήκον μέτρο" στο οποίο αρμόζει να αναπροσαρμοστεί μία συγκεκριμένη παροχή κατά το άρθρο 388 ΑΚ, πρέπει να συνεκτιμηθούν διάφοροι παράγοντες που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη συναλλακτική σχέση, όπως η οικονομική κατάσταση και προοπτικές των συμβαλλόμενων μερών, αλλά και ο κίνδυνος που αυτά ανέλαβαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Ειδικά κατά πάγια νομολογία ως προς το μέτρο του αναλαμβανόμενου κινδύνου, γίνεται δεκτό ότι προκειμένου το δικαστήριο να προχωρήσει στην αιτούμενη διάπλαση, θα πρέπει να διαπιστώσει ότι η εκπλήρωση της παροχής ενός των μερών συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 1271/2012).

8.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28.6.2019 αγωγής του, ο ενάγων, κατά την επικουρική βάση της αγωγής του ισχυρίσθηκε ότι μετά την κατάρτιση των ένδικων "Συμβάσεων Προσωπικού Δανείου" και ειδικότερα από τις αρχές του έτους 2010 άρχισαν να λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα γεγονότα που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ότι τα γεγονότα αυτά ήταν αρχικά η κρίση χρέους, η οποία είχε ως συνέπεια την προσφυγή της χώρας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης προκειμένου να περιοριστεί το δημοσιονομικό της έλλειμμα και να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες και στη συνέχεια η οικονομική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε με την επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, την πολύ μεγάλη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, τη διακοπή λειτουργίας σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων και τη συνακόλουθη δραματική αύξηση της ανεργίας και την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά. Ότι η γενικευμένη αυτή οικονομική κρίση, όπως είναι γενικά αποδεκτό, είναι η χειρότερη που έχει πλήξει την Ελλάδα σε καιρό ειρήνης, μέσα στα 200 έτη της ύπαρξής της ως ανεξάρτητου κράτους. Ότι συνεπεία αυτής επήλθε, μεταξύ άλλων, ραγδαία πτώση της τιμής των μετοχών των ελληνικών τραπεζών. Ότι έτσι η τιμή της μετοχής της εναγομένης από τα ποσά των 45,62 και των 32,50 ευρώ, στα οποία αυτή ανερχόταν κατά το χρόνο καταρτίσεως των ένδικων συμβάσεων (στις 6.12.2007 και στις 10.6.2008 αντίστοιχα), ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 2,345 ευρώ, ενώ κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο η μεγίστη τιμή της ανήλθε σε 2,80 ευρώ. Ότι επί πλέον κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης έλαβαν χώρα επανειλημμένες ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων και της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι κατά τ` ανωτέρω κτηθείσες από αυτόν 750 μετοχές της, να αντικατασταθούν διαδοχικά από μικρότερο αριθμό μετοχών της, στο τέλος δε αυτές έχουν αντικατασταθεί από μία μετοχή της εναγομένης, αξίας 2,345 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, επί της οποίας εξακολουθεί να υπάρχει ενέχυρο υπέρ αυτής.
Για τους λόγους αυτούς επικαλούμενος, με την επικουρική βάση της αγωγής του: α) ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι αμφοτεροβαρείς, αφού αν και χαρακτηρίσθηκαν από την εναγομένη ως συμβάσεις δανείου, στην πραγματικότητα είναι μικτές συμβάσεις με προέχοντα αυτόν της πώλησης μετοχών με πίστωση του τιμήματος, αλλά και αν θεωρηθούν ως συμβάσεις δανείου και πάλι αυτές είναι αμφοτεροβαρείς ενόψει της αναληφθείσας με αυτές υποχρέωσής του για καταβολή συμβατικών τόκων, β) ότι οι ένδικες συμβάσεις δεν έχουν εκτελεσθεί πλήρως αφού ο ενάγων δεν έχει εκπληρώσει την παροχή του, γ) ότι μοναδικός σκοπός των ενδίκων συμβάσεων, επιδιωκόμενος και από τα δύο διάδικα μέρη, ήταν να αποκτήσει μετοχές της εναγομένης αντί τιμήματος κατωτέρου εκείνου που είχαν τότε αυτές, ως ανταμοιβή του (επιβράβευση) για τη σημαντική συμβολή του στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων της εναγομένης και στην αύξηση της κερδοφορίας της, καθώς και ως κίνητρο για την παραμονή του σ` αυτήν. Για το σκοπό αυτό και μόνο του χορηγήθηκε από την εναγόμενη το δικαίωμα να αποκτήσει 750 μετοχές της, συνολικής αξίας κατά το χρόνο κτήσεώς τους 29.295 ευρώ αντί του χαμηλού τιμήματος των 16.920,00 ευρώ. Τα ανωτέρω περιστατικά όμως, στα οποία τα δύο διάδικα μέρη στήριξαν κυρίως την κατάρτιση των συμβάσεων ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (δηλαδή αμφότερα τα μέρη έθεσαν τα περιστατικά αυτά, που αποτέλεσαν το θεμέλιο των συμβάσεων, ως όρο της ισχύος τους, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση αυτών εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει), ήδη μεταβλήθηκαν, αφού καλείται να καταβάλει για μία μετοχή της εναγομένης αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 2,345 ευρώ, το συνολικό ποσό των 20.570,33 ευρώ, δ) ότι η μεταβολή είναι μεταγενέστερη της καταρτίσεως των συμβάσεων, ε) ότι η μεταβολή οφείλεται σε λόγους εκτάκτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την κατάρτιση των συμβάσεων και ειδικότερα σε λόγους: ί) γενικούς, που είναι η χωρίς προηγούμενο σε καιρό ειρήνης οικονομική κρίση του έτους 2010 και εφεξής και ii) ειδικούς που είναι η επίσης χωρίς προηγούμενο σε καιρό ειρήνης κατάρρευση της τιμής των μετοχών της εναγομένης και οι ανακεφαλαιοποιήσεις αυτής, στ) ότι από τη μεταβολή αυτή η παροχή του ως οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, όπως προκύπτει: ί) από την καταφανή αναντιστοιχία παροχής και αντιπαροχής, αφού για μια μετοχή της εναγομένης αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 2,345 ευρώ, καλείται να καταβάλει στην εναγόμενη ποσό 20.570,33 ευρώ και ii) από την καταφανή αναντιστοιχία της οικονομικής κατάστασης των μερών, αφού η εναγόμενη είναι η ισχυρότερη εμπορική τράπεζα της Ελλάδος, ενώ ο ενάγων είναι ήδη συνταξιούχος με μηνιαία σύνταξη 1.500 ευρώ περίπου και δεν έχει περιουσία. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζήτησε με την επικουρική βάση της αγωγής του, όπως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ: α) να διαταχθεί με απόφαση του δικαστηρίου η λύση των ενδίκων συμβάσεων και η απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του να καταβάλει στην εναγομένη: i) τα οφειλόμενα με βάση τις συμβάσεις αυτές ποσά των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων είκοσι πέντε (8.625,00) και οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα πέντε (8.295,00) ευρώ αντίστοιχα και ii) τους συμβατικούς τόκους, με αντίστοιχη υποχρέωσή του να αποδώσει στην εναγόμενη την κατά τα προαναφερθέντα κτηθείσα μετοχή της, άλλως β) να περιορισθεί η παροχή του σε ποσοστό 10% των φερομένων ως δανεισθέντων χρηματικών ποσών, ήτοι στα ποσά των οκτακόσιων εξήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών (862,50) και οκτακόσιων είκοσι εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (829,50) αντίστοιχα, άλλως γ) να αναχθεί η παροχή του στο προσήκον κατά την κρίση του δικαστηρίου μέτρο. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση από το άρθρο 388 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρονται σ' αυτή, συγκεκριμένα περιστατικά που αποτέλεσαν ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, θεμέλιο για τη σύναψη των συμβάσεων δανείου με το περιεχόμενο που αναφέρεται στην αγωγή και ειδικότερα ότι οι διάδικοι στήριξαν σιωπηρά τη σύναψη των πιο πάνω συμβάσεων στη διατήρηση της χρηματιστηριακής τιμής των μετοχών σε ένα ορισμένο ύψος, δηλαδή σε τέτοιο ύψος, ώστε στη λήξη του δανείου, το οφειλόμενο από τον ενάγοντα ποσό να καλύπτονταν σε κάθε περίπτωση από την αξία της χορηγηθείσας ασφάλειας, έτσι ώστε η απρόοπτη μεταβολή της να συνιστά νόμιμο λόγο αναπροσαρμογής ή λύσης της σύμβασης. Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που επικράτησαν στη χώρα μετά την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων και η συνεχιζόμενη επιδείνωση αυτών μετά το έτος 2010, λόγω των παραγόντων που εκτίθενται στην αγωγή, καθώς και τα στοιχεία που αφορούν τη ραγδαία πτώση των μετοχών, ακόμη και εάν χαρακτηριστούν ως περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα, ενόψει του ότι φέρονται να είναι απόρροια της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της χώρας από το έτος 2010 και μετά, της οποίας η έκταση, το βάθος και η εξελισσόμενη διάρκειά της είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και μπορεί να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν αρκούν μόνα τους για να στοιχειοθετηθεί, περίπτωση εφαρμογής του υπόψη άρθρου (388 ΑΚ), για την οποία θα έπρεπε να παρατίθενται στην αγωγή με την δέουσα πληρότητα και εξειδίκευση συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι οι μεταβληθείσες αυτές, κατά τρόπο έκτακτο και απρόβλεπτο για τα συμβαλλόμενα μέρη συνθήκες, αποτέλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση το θεμέλιο για την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων, όπως ιδίως ποιο ήταν το αναμενόμενο κέρδος από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατά την κατάρτισή της, ποια ήταν τότε η οικονομική κατάσταση των μερών και η εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και οι υποχρεώσεις τους προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση κλπ. Μόνον έτσι θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες που αφορούν τις ένδικες συμβάσεις, εάν στην κρινόμενη περίπτωση, τα περιστατικά που φέρονται να μεταβλήθηκαν είναι εκείνα στα οποία οι διάδικοι ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κυρίως στήριξαν τη συμφωνία τους για τις ένδικες δανειακές συμβάσεις και εάν οι συνέπειες από την επικαλούμενη απρόοπτη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας έγιναν δυσβάστακτες για το συμβληθέντα ενάγοντα, υπερβαίνοντας τον κίνδυνο, που αυτός ανέλαβε κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, όπως κάθε συμβαλλόμενος που αποφασίζει να χρηματοδοτήσει την αγορά μετοχών με δάνειο και όχι εξ ιδίων χρημάτων, είτε διότι δεν έχει επαρκές κεφάλαιο είτε διότι δεν ήθελε να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτό, ενόψει μάλιστα της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας παρατηρουμένης διακύμανσης της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών, η οποία οφείλεται σε πολλούς και όχι πάντοτε οικονομικούς παράγοντες και η οποία (διακύμανση) μπορεί κατά τις περιστάσεις να είναι έντονη μέχρις εκμηδένισης της αξίας αυτών. Στην προκειμένη δε περίπτωση στην αγωγή δεν εκτίθεται ότι τα παραγωγικά αίτια για τα οποία ο ενάγων επέλεξε με ελεύθερη βούληση τη χρηματοδότησή του κατά τα προεκτεθέντα, τέθηκαν ως δικαιοπρακτικό θεμέλιο των μερών, ώστε να αποτελέσουν βάση ή προϋπόθεση της σύναψης των ενδίκων δανείων. Μη παραθέτοντας ο ενάγων τέτοια περιστατικά στην αγωγή του, κατέστησε την αγωγή του κατά τη συγκεκριμένη (επικουρική) βάση αυτής, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον το Δικαστήριο δεν δύναται δυνάμει των εκτιθεμένων σε αυτήν περιστατικών να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της συγκεκριμένης βάσης η δε εναγόμενη δεν δύναται να αμυνθεί δεόντως. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη μνεία στο δικόγραφο της αγωγής [αλλά και τη σχετική αναφορά στον οικείο αναιρετικό λόγο], προκειμένου να θεμελιωθεί περίπτωση εμπίπτουσα στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 388 του ΑΚ, ότι οι ανωτέρω δανειακές συμβάσεις στην πραγματικότητα έφεραν το χαρακτήρα μικτής σύμβασης με προέχοντα χαρακτήρα εκείνο της πώλησης [των μετοχών] με πίστωση του τιμήματος [με την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων] και ότι σε κάθε περίπτωση οι συμβάσεις δανείου, ως έντοκες, ήσαν αμφοτεροβαρείς, καθότι οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί προτείνονται αλυσιτελώς, εφόσον α) στην πρώτη περίπτωση της μικτής σύμβασης με προέχοντα χαρακτήρα εκείνο της πώλησης με πίστωση του τιμήματος, τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής ή απώλειας του πράγματος φέρει ο αγοραστής από την παράδοσή του σε αυτόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΑΚ, αντίστοιχη δε περίπτωση συνιστά η σε μεταγενέστερο χρόνο κατάρρευση της αξίας των μετοχών της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, τις οποίες απέκτησε με αγορά ο αναιρεσείων με πίστωση του τιμήματος, μετά την "παράδοσή" τους σε αυτόν, ήτοι μετά την καταχώρηση στα αρχεία της Ανώνυμης Εταιρείας Αποθετηρίων Τίτλων της σχετικής συναλλαγής, ως εξωχρηματιστηριακής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 39 και 46 παρ.2 εδ. τελ. του Ν. 2396/1996 (ΦΕΚ Α 73) [στο πλαίσιο της αποϋλοποίησης των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών τίτλων], η τελευταία των οποίων (διάταξη) διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 15 του Ν. 3756/2009 (ΦΕΚ Α 53) που κατήργησε μόνο τις παρ.1 και 3 αυτής, αφού δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι κατά το χρόνο διενέργειας της ως άνω καταχώρισης δεν είχε ήδη καταρρεύσει η αξία των πιο πάνω μετοχών και β) στη δεύτερη περίπτωση δεν συνιστά "παροχή" στο πλαίσιο λειτουργίας έντοκης δανειακής σύμβασης το αντικείμενο [εδώ μετοχές] που αποκτήθηκε με το προϊόν του δανείου, αλλά "παροχή" συνιστά η δόση του δανειζομένου κεφαλαίου στον οφειλέτη με παράλληλη υποχρέωση του δανειστή να μην αναζητήσει την επιστροφή του για τον συμφωνηθέντα χρόνο και "αντιπαροχή" η υποχρέωση του οφειλέτη να καταβάλλει τους συμφωνηθέντες [συμβατικούς] τόκους (ΑΠ 1081/2015), με συνέπεια η διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ να μην ευρίσκει σε αμφότερες τις περιπτώσεις έδαφος εφαρμογής.

Συνεπώς, η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επεδίωκε, την κατ' άρθρο 388 ΑΚ, λύση των ενδίκων συμβάσεων προσωπικού δανείου και την απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις καταβολής των ποσών 8.625 ευρώ και 8.295 ευρώ, καθώς και των συμβατικών τόκων με αντίστοιχη υποχρέωσή του να αποδώσει την κτηθείσα μετοχή και επικουρικότερα να περιορισθεί η παροχή του σε ποσοστό 10% των φερομένων ως δανεισθέντων χρηματικών ποσών και να αναχθεί η παροχή του στο προσήκον μέτρο, ήταν απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες i) του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ,, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ii) του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ διότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ και iii) του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, διότι απορρίπτοντας την επικουρική βάση της αγωγής του, ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και ο τρίτος λόγος αναίρεσης απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.

9.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττάται στη δίκη, δεν τίθεται, διότι λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, αυτή δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.2.2023 και με αριθμό κατ. 1969/192/3.3.2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2416/9.5.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή