Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 149 / 2013    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)



Αριθμός 149/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον διορισθέντα με την υπ' αριθμ. 46/27.7.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 46.27.7.2012, θέμα 1ο ΦΕΚ Β 2208/27.7.2012), ειδικό εκκαθαριστή αυτής κ. Ν. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Α. - Α. του Γ., κατοίκου ..., 2. Μ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3. Φ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4. Λ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 5. Χ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 6. Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 7. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8.Γ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., 9. Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., και 10. Θ. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιανουαρίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1735/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5133/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Ιουνίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο τρίτος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΠ 330/2010). Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (Ολ. Α.Π. 5/1996, Ολ. ΑΠ 17/1994), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική και ΕΠΕ, βλ. άρθρ. 47α παρ. 2 ν. 2190/ 1920, 41 παρ.2 ν. 959/1979, π.δ. 273/1993), η οποία και διατηρεί κατ' αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία. Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.
Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι` αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία (ΑΠ 330/2010). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Με επίσπευση της καθ' ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." κατασχέθηκε αναγκαστικά ακίνητο του οφειλέτη της Η. Α. και ορίστηκε ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 30-3-2005, κατόπιν δε αναβολής με την υπ' αριθ. 1858/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 25-5-2005, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κωνσταντινίδη. Επειδή το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της επισπεύδουσας την εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος αυτεπάγγελτα προέβη στη σύνταξη του προσβαλλόμενου υπ' αριθ…/12-12-2006 πίνακα κατάταξης δανειστών. Ειδικότερα, ο ανωτέρω συμβολαιογράφος, αφού προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα τα έξοδα εκτελέσεως που ανέρχονταν στο ποσό των 27.780,10 ευρώ, στο υπόλοιπο ποσό των 1.322.219,90 ευρώ, αφού κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ το διαίρεσε σε ποσοστά 1/3 και 2/3 κατέταξε: Α) στο 1/3 από 440.739,97 ευρώ α) τη ΔΟΥ Κηφισιάς για 2.029,87 ευρώ, β) τη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών για 69.647,27 ευρώ, γ) την Κοινότητα Κρυονερίου Αττικής για 18.102,74 ευρώ, δ) το Δ'Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών για 249,13 ευρώ και ε) το Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων του ΙΚΑ για 202.936,50 ευρώ και Β) στα 2/3 από 881.479,93 ευρώ και στο υπόλοιπο από το 1/3 ήτοι συνολικά 1.029.254,39 ευρώ, την επισπεύδουσα την εκτέλεση και τον πλειστηριασμό ήδη καθ' ής η ανακοπή και εκκαλούσα "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Στον πιο πάνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν και οι ανακόπτοντες, επικαλούμενοι ότι ο καθ' ού ο πλειστηριασμός Η. Α. οφείλει σε καθένα τους τα αναφερόμενα στην από 6-6-2005 αναγγελία τους χρηματικά ποσά από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όμως δεν κατέταξε στον ένδικο πίνακα κατάταξης και στο προς διανομή εκπλειστηρίασμα αυτούς με την αιτιολογία ότι οφειλέτης τους για τις άνω απαιτήσεις τους είναι η εταιρεία "CLARTE S.A. - Η. Α. ΑΕΒΕ" και όχι ατομικά ο καθ' ού ο πλειστηριασμός Η. Α.. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν, ως εργατοτεχνίτες, πλην της 10ης που προσλήφθηκε ως υπάλληλος, από την ανώνυμη εταιρεία "CLARTE S.A. - Η. Α. ΑΕΒΕ" αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της οποίας ήταν η κατασκευή αργυρών αντικειμένων. Ειδικότερα, προσλήφθηκαν ο πρώτος την 1η-6-1990 με την ειδικότητα του εργάτη-βουρτσαδόρου με ημερομίσθιο 64,42 ευρώ, ο δεύτερος του εργάτη την 1η-6-1998 με ημερομίσθιο 31,40 ευρώ, ο τρίτος του εργάτη στις 2-1-1999 με ημερομίσθιο 38,47 ευρώ, ο τέταρτος του εργάτη εφαρμοστή στις 26-1-1988 με ημερομίσθιο 49,48 ευρώ, ο πέμπτος του εργάτη-καλεμιστή την 1η-2-1988 με ημερομίσθιο 49,49 ευρώ, ο έκτος του τεχνίτη στις 2-5-2002 με μηνιαίο μισθό 1.181,68 ευρώ, η έβδομη της εργάτριας-αποθηκαρίου την 1η-2-1996 με μηνιαίο μισθό 957,69 ευρώ, ο όγδοος του εργάτη-βουρτσαδόρου στις 27-11-1991 με ημερομίσθιο 53,92 ευρώ, η ένατη της εργάτριας στις 9-9-1991 με ημερομίσθιο 32,05 ευρώ και η δέκατη της υπαλλήλου στις 5-11-1999 με μηνιαίο μισθό 739,79 ευρώ. Η ανωτέρω εταιρεία όμως από τα τέλη περίπου του 2004 δεν τηρούσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της απέναντι στους ανωτέρω εργαζόμενους και εν τέλει κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, του πρώτου στις 2-11-2004, του δεύτερου στις 23-12-2004, του τέταρτου στις 23-12-2004, του πέμπτου στις 23-12-2004, του έκτου στις 4-11-2004, της έβδομης στις 17-12-2004, του όγδοου στις 23-12-2004, της ένατης στις 23-12-2004 και της δέκατης στις 29-12-2004. Κατόπιν τούτου η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία τους οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές, που αφορούν το μήνα Ιούνιο 2004 για τον πρώτο και τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του ίδιου έτους για τους υπόλοιπους, και για νόμιμη αποζημίωση τα παρακάτω ποσά, αντίστοιχα: Στον πρώτο 3.250,48 ευρώ και 4.509,4 ευρώ, στο δεύτερο 1.190 ευρώ και 1.099 ευρώ, στον τρίτο 800 ευρώ, στον τέταρτο 1.364,83 ευρώ και 5.772 ευρώ, στον πέμπτο 1.053,86 ευρώ και 5.773,83 ευρώ, στον έκτο 2.031 ευρώ και 2500 ευρώ, στην έβδομη 1.086, 41 ευρώ και 5.586,55 ευρώ, στον όγδοο 1.626,19 ευρώ και 3.732,40 ευρώ, στην ένατη 2.236 ευρώ και στη δέκατη 406,73 ευρώ και 2.589 ευρώ. Αποδεικνύεται ακόμη ότι ο καθ' ού ο πλειστηριασμός Η. Α. κατά τον κρίσιμο χρόνο (2004) κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις των ανακοπτόντων ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της άνω εταιρείας και Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά και κυρίαρχος μέτοχος αυτής. Ο σύνδεσμός του όμως με την εν λόγω εταιρεία δεν εξαντλείται μόνο στη συμμετοχή του στο μετοχικό της κεφάλαιο, αλλά επιπλέον ενισχύεται από τη συνεχή παρουσία και ανάμειξή του στις υποθέσεις της και στην κυριολεκτικά εξάρτηση της τελευταίας από τον ίδιο, σε σημείο μάλιστα που να παραγνωρίζεται ή και να αγνοείται παντελώς και αυτή η ύπαρξη της διοίκησής της, με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι νοητή στους ανακόπτοντες-εργαζόμενους και τους τρίτους η ύπαρξη της εταιρείας, χωρίς την παρουσία του ανωτέρω προέδρου της. Πιο συγκεκριμένα, αυτός ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, εκπροσωπούσε την εταιρεία, κατάρτιζε τις συμβάσεις εργασίας, πολλές φορές αυτός κατέβαλε τις αμοιβές στους εργαζόμενους, εκπροσωπούσε την εταιρεία ενώπιον κάθε αρχής, ενώ ακόμη την ήλεγχε πλήρως, δεδομένου ότι μπορούσε να συγκαλέσει οποτεδήποτε τη γενική συνέλευση των μετόχων και να λάβει οποιαδήποτε απόφαση της αρεσκείας του. Ήταν "η ψυχή της εταιρείας" και οι ανακόπτοντες αυτόν θεωρούσαν εργοδότη τους. Επιπλέον, η συνεχής παρουσία του και ανάμιξή του σε όλες τις υποθέσεις της εταιρείας, είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει μια κυριαρχική εξάρτησή της από αυτόν, αλλά και σύγχυση των περιουσιών τους, αφού αυτός ελάμβανε δάνεια στο όνομά του από τις τράπεζες για εταιρική όμως χρήση. Εξάλλου, η εταιρεία δι' αυτού κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των ανακοπτόντων, ενώ με έγγραφες βεβαιώσεις του αναγνώρισε την ύπαρξη των πιο πάνω οφειλών της εταιρείας προς τους ανακόπτοντες εργαζόμενους και δεσμεύτηκε για την εξόφλησή τους. Επομένως, με τα πιο πάνω δεδομένα, οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας αυτής είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίου μετόχου της Η. Α. και αντιστρόφως οι πράξεις αυτού συνέχονται με την εταιρεία, ο δε βαθμός της οικονομικής και διοικητικής εξάρτησης του νομικού της προσώπου από τον φορέα της (φυσικό πρόσωπο) ως διαφορετικής νομικής "μονάδας" και η επίκληση της αυτοτέλειάς του από την καθ' ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, προς αποκλεισμό της ευθύνης του ανωτέρω μετόχου της Η. Α., προσκρούει στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, είναι δηλαδή καταχρηστική.
Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση και δικαιολογείται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εν λόγω εταιρείας, ώστε να προκύψει προσωπική ευθύνη του καθ' ού η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός Η. Α. για τις πιο πάνω αναγγελθείσες και εξασφαλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ απαιτήσεις των ανακοπτόντων εργαζομένων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι ανακόπτοντες για τις ως άνω αναγγελθείσες επίμαχες απαιτήσεις τους άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 25-2-2005 (αριθ. κατ…/2005) αγωγή, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εναντίον της εταιρείας "CLARTE S.A. - Η. Α. ΑΕΒΕ" και του καθ' ού ο πλειστηριασμός Η. Α., επικαλούμενοι λόγους άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εν λόγω εταιρείας και συνακόλουθα την προσωπική ευθύνη του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 108/2006 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες ήδη ανακόπτοντες τα αιτούμενα ποσά από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης, η απόφαση δε αυτή έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Ωστόσο, το εκ της αποφάσεως αυτής δεδικασμένο δεν δεσμεύει την καθ' ής η ανακοπή-εκκαλούσα, η οποία δύναται προς απόκρουση της κρινόμενης ανακοπής να αρνηθεί την εναντίον του καθ' ού η εκτέλεση ύπαρξη των εν λόγω απαιτήσεων των ανακοπτόντων-εργαζομένων.
Συνεπώς, ο προσβαλλόμενος πίνακας πρέπει να μεταρρυθμιστεί, ώστε να καταταγούν οι ανακόπτοντες εργαζόμενοι σε αυτόν για τις άνω απαιτήσεις τους με ανάλογη μείωση του ποσού (1.029.254,39 ευρώ) στο οποίο κατετάγη η καθ' ής στον εν λόγω πίνακα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια ως άνω πορισματική κρίση, με εσφαλμένες όμως αιτιολογίες (περί υπάρξεως δεδικασμένου από την ως άνω υπ' αριθ. 108/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών), που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους συναφείς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα και συνακόλουθα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η έφεση στο σύνολό της>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις εσφαλμένες αιτιολογίες της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με τις δικές του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την ένδικη ανακοπή, με την οποία επιδιώκετο η τροποποίηση του άνω πίνακα κατάταξης των δανειστών προκειμένου να καταταγούν οι αναγγελθείσες ως άνω απαιτήσεις τους σ' αυτόν προνομιακά, κατ' άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, και πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος (άρθρο 977 του ίδιου Κώδικα), με παράλληλη ισόποση προς τις απαιτήσεις τους (47.381,85 ευρώ) αποβολή, της καθ' ής η ανακοπή τράπεζας, ενόψει του ότι, οι καταταγείσες απαιτήσεις των γενικών προνομιούχων δανειστών, καίτοι εξοφληθείσες ολοσχερώς, δεν εξάντλησαν το ποσό που αντιστοιχεί στο 1/3 του απομένοντος πλειστηριάσματος και δεν συντρέχει περίπτωση μερικής αποβολής αυτών. Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: 1) O καθ' ού ο πλειστηριασμός Η. Α. κατά τον κρίσιμο χρόνο (2004), κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις των ανακοπτόντων ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. της άνω εταιρείας και διευθύνων σύμβουλος, αλλά και κυρίαρχος μέτοχος της εταιρίας με την επωνυμία "CLARTE S.A. - Η. Α. ΑΕΒΕ", 2) αυτός ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, εκπροσωπούσε την εταιρεία, κατάρτιζε τις συμβάσεις εργασίας, πολλές φορές αυτός κατέβαλε τις αμοιβές στους εργαζόμενους, εκπροσωπούσε την εταιρεία ενώπιον κάθε αρχής, ενώ ακόμη την ήλεγχε πλήρως, δεδομένου ότι μπορούσε να συγκαλέσει οποτεδήποτε τη γενική συνέλευση των μετόχων και να λάβει οποιαδήποτε απόφαση της αρεσκείας του 3) ήταν "η ψυχή της εταιρείας" και οι ανακόπτοντες αυτόν θεωρούσαν εργοδότη τους, 4) η συνεχής παρουσία του και ανάμιξή του σε όλες τις υποθέσεις της εταιρείας, είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει μια κυριαρχική εξάρτησή της από αυτόν, αλλά και σύγχυση των περιουσιών τους, αφού αυτός ελάμβανε δάνεια στο όνομά του από τις τράπεζες για εταιρική όμως χρήση, 5) η εταιρεία δι' αυτού κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των ανακοπτόντων, ενώ με έγγραφες βεβαιώσεις του αναγνώρισε την ύπαρξη των πιο πάνω οφειλών της εταιρείας προς τους ανακόπτοντες εργαζόμενους και δεσμεύτηκε για την εξόφλησή τους, δεν πληρούν, συνεκτιμώμενα στο σύνολό τους, το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και δεν δικαιολογούν την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της, ώστε να συντρέχει εις ολόκληρον ευθύνη αυτής μετά του καθ' ού η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός Η. Α., προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και συνακόλουθα να μην δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης ανακοπής των αναιρεσίβλητων. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο Η. Α. υπό τις ως άνω ιδιότητές του, ως βασικός μέτοχος της ως άνω εταιρίας, χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα αυτής για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ούτε ότι, οι πράξεις της εταιρίας συνιστούσαν ατομικές ενέργειες του ανωτέρω, ως κυρίαρχου μετόχου αυτής, που σκόπιμα παραλλάσσονταν, ώστε να συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείτο να αποκοπούν, προϋποθέσεις αναγκαίες για την άρση της νομικής αυτοτέλειας της εταιρείας που ο ανωτέρω Η. Α. εκπροσωπούσε, ώστε να καταστεί κι αυτός εις ολόκληρον υπόχρεος μετά της εταιρίας στις απαιτήσεις των ανακοπτόντων, αλλ' αντιθέτως, οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, περιγράφουν τυπικές δράσεις και συμπεριφορά νομίμου εκπροσώπου και βασικού μετόχου ανώνυμης εταιρείας, και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα, και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου της αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5133/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, κατ' ορθήν ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5133/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2013.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή