Αριθμός 768/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "…., με διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στον Πειραιά, εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Αναστάσιο Μπέγιογλου και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 613/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 2166Ε'/22-1-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (8-1-2021) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην τελούσα σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναιρεσίβλητη, η οποία εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή αυτής Αναστάσιο Μπέγιογλου (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1569/1985 "περί διαμεσολάβησης στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2496/1997, τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι. Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ως άνω ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων", οπότε στην περίπτωση αυτή, καταβάλλει σ' αυτόν επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση, ο δε ασφαλιστικός σύμβουλος θεωρείται θεματοφύλακας των εισπραττομένων και οφείλει να τα αποδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα. Μολονότι, όμως, τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ασφαλιστικός σύμβουλος ευθύνεται ως θεματοφύλακας, τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ' αυτή των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (βλ ΑΠ (Συμβ) 2141/2005, ΑΠ 492/2003 Ποιν). Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστικός σύμβουλος ενέχεται από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης, για τα ασφάλιστρα που εισέπραξε με την ιδιότητά του αυτή και δεν τα απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, στην ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν, μετά την είσπραξή τους, λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 § 6 του Ν.Δ. 400/1970 (περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως): "Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή". Επίσης, κατά το άρθρο 38 § 3 του Π.Δ. 237/1986 (Κωδικοποίηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων) "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης στον κλάδο ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, σύμφωνα προς τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχει εκδώσει, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 11, και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστηρίων, αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια, εφόσον δεν προηγήθηκε έγκριση του Υπουργού Εμπορίου αιτήσεως άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου εντός του μηνός, τότε είναι υπεύθυνη να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της, εφόσον αυτά εισπράχθηκαν από τον ασφαλιστικό της πράκτορα και αποδόθηκαν από αυτόν στην εταιρία. Εάν όμως δεν έχουν αποδοθεί και εξακολουθούν να παρακρατούνται από τον πράκτορα, τότε έχει αγωγική αξίωση κατ' αυτού για την απόδοση τους, ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τους ασφαλισθέντες πελάτες της, που έχουν αντίστοιχη αξίωση εναντίον της, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίησή της. Η τυχόν επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ίδιο τον πράκτορα στους ασφαλισθέντες, δεν αποκλείει το έννομο συμφέρον αυτής να επιδιώξει την ικανοποίησή της σχετικής αξιώσεως από τον ασφαλιστικό πράκτορα, εντεύθεν και την ενεργητική της νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής της εταιρείας κατά του πράκτορα ή στην απόρριψη της αγωγής των ασφαλισθέντων εναντίον της (ΑΠ 430/2019, ΑΠ 339/2015). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 566/2017, ΑΠ 1351/2002, 26/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχθηκε α) ότι δυνάμει της από 1-2-2006 σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ασφαλιστικής εταιρείας) και της πρώτης αναιρεσείουσας (ασφαλιστικής συμβούλου), η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση εξεύρεσης πελατών που θα ήθελαν να συνάψουν σύμβαση ασφάλισης με την αναιρεσίβλητη, έχοντας το δικαίωμα να εισπράττει και το αντίτιμο των ασφαλίστρων από τις σχετικές συμβάσεις ασφάλισης, και β) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, από πελάτες της, μέχρι την ανάκληση της αδείας αυτής στις 21-9-2009, ασφάλιστρα συνολικού ποσού 46.196,52 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την γενομένη εκκαθάριση τον Οκτώβριο του 2011, αρνήθηκε να αποδώσει το ποσό αυτό στην αναιρεσίβλητη, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία της, τελώντας έτσι το αδίκημα της υπεξαίρεσης, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, ο δεύτερος των οποίων είναι ομόρρυθμο μέλος της πρώτης, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση αυτής, που θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτοί επικαλέστηκαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί απ' ευθείας επιστροφής από αυτούς στους ασφαλισμένους μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων ποσού 40.201,85 ευρώ και, συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) αντίγραφα 347 ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στα οποία αναφέρονται τα ως άνω μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, β) επεξηγηματικό πίνακα που συνοδεύει τα ρηθέντα συμβόλαια και στον οποίο εμφαίνονται αφενός τα στοιχεία των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, αφετέρου τα ποσά των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων σε ιδιαίτερη στήλη υπό τον τίτλο "Μη δεδουλευμένα Ασφάλιστρα", τα οποία (ποσά) επεστράφησαν απευθείας στους ασφαλισμένους από την πρώτη αναιρεσείουσα, καθώς και τα επί πλέον καταβληθέντα από αυτή ποσά προκειμένου να παραμείνουν ασφαλισμένοι σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, τα οποία εμφανίζονται σε ιδιαίτερη στήλη με τον τίτλο "πρόσθετες καταβολές" και γ) τις γενόμενες προς την πρώτη αναιρεσείουσα από τους ως άνω ασφαλισμένους - δικαιούχους εκχωρήσεις των αξιώσεών τους έναντι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας για επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων και, επίσης, την από 28.1.1.2014 σχετική αναγγελία προς την αναιρεσίβλητη, που έχει ενσωματωθεί στην υπ' αριθμ. 7539Δ/1-12-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της πιο πάνω αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ωστόσο, από τη γενική αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καθίσταται βέβαιο αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στις αιτιάσεις του πιο πάνω αναιρετικού λόγου αποδεικτικά έγγραφα εκχώρησης προς την πρώτη αναιρεσείουσα των απαιτήσεων των αναφερόμενων στα αντίστοιχα ασφαλιστήρια ασφαλισμένων κατά της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, που είχαν ενσωματωθεί στην από 28.1.1.2014 αναγγελία, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθμ. 7539Δ/1-12-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π., είχαν δε τα έγγραφα αυτά παραδεκτά προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους. Για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, το Εφετείο, το οποίο αναφέρει ότι κατά την εκκαθάριση του Οκτωβρίου 2011 αφαιρέθηκαν τα ολικά ασφάλιστρα μόνον των ακυρωθέντων συμβολαίων, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει παραδοχή, ενόψει και του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, περί επιστροφής ή όχι των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη, καίτοι, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, έχουν αξιόλογη αποδεικτική βαρύτητα, δεδομένου ότι αυτά δύναται να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή τεκμηρίου αναφορικά με την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από την πρώτη αναιρεσείουσα στους πιο πάνω ασφαλισμένους, και, συνακόλουθα, για το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης. Έτσι όμως το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που οι αναιρεσείοντες είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει, και είναι εντεύθεν βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 177/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ