Αριθμός 610/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κων/νο Γιαννόπουλο και Νικόλαο Ταμπουράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Νικολαϊδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-12-2009 και 21-2-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 809/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 23-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ.663 επ. ΚΠολΔ), 809/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 186/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τους συναφείς ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη, τότε, παραπάνω απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε αποδοχές υπερημερίας της αναιρεσίβλητης λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε κατ’ ουσία την από 21-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 47.985,27 ευρώ νομιμοτόκως, μετά την απόσβεση των αξιώσεων της ενάγουσας που επήλθε δια του προταθέντος, από την εναγομένη Τράπεζα, συμψηφισμού, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ.577 αριθμ.1 και 3 ΚΠολΔ). Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε με την από 24-12-2009 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι προσλήφθηκε στις 3-2-1989 από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) στις 3-2-1989 ως δικηγόρος, με σύμβαση έμμισθης εντολής και έναντι παγίας μηνιαίας αντιμισθίας και ότι, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρείχε τις υπηρεσίες της με την πιο πάνω ιδιότητα. Ότι, από την αλληλογραφία την οποία αντήλλαξε με τη διοίκηση της εναγομένης, διέγνωσε ότι η τελευταία είχε την πρόθεση, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού που ίσχυε για τους υπαλλήλους της, να τη θεωρήσει ως αποχωρήσασα αυτοδικαίως από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του 60ού έτους της ηλικίας της και κατά χρόνο που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, αμφισβητώντας έτσι (η εναγομένη) την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Επικαλούμενη δε, έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της συνέχισης της έννομης σχέσης της εντολής και μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της και μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό της εναγομένης, επικουρικώς δε μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, ζήτησε να αναγνωριστεί τούτο δικαστικά και να υποχρεωθεί η εναγομένη, σε περίπτωση απομάκρυνσής της προ της συζητήσεως της αγωγής να της καταβάλλει, εντόκως, την οφειλόμενη μηνιαία αντιμισθία της. Εξάλλου, με την από 21-2-2011 (αυξ.αρ.καταθ. 103/2011) αγωγή της, η ίδια ενάγουσα, επικαλούμενη την άσκηση της αμέσως προηγουμένης αγωγής της, το περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνει αυτολεξεί, ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής της, η εναγομένη της γνωστοποίησε με το από 31-12-2009 έγγραφο της ότι από την επομένη ημέρα παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και ότι κατά τον τρόπο αυτό κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής, καταγγελία η οποία είναι άκυρη ως έχουσα τυπικά σφάλματα και ως γενομένη χωρίς σπουδαίο λόγο. Ακολούθως, σημειώνει την ανάγκη συμπληρώσεως της από 24-11-2009 (προγενέστερης) αγωγής της με το μεταγενέστερο της άσκησης της γεγονός της καταγγελίας της σύμβασής της και διατύπωσης του αιτητικού της ως εξής: α) να αναγνωριστεί δικαστικά ότι η γενομένη στις 15-1-2010 άλλως στις 31-12-2009 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είναι άκυρη, ότι η σύμβασή της συνεχίζεται και μετά την 1-1-2010 μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης, επικουρικώς μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, από 1-1-2010 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής την οφειλόμενη μηνιαία αντιμισθία της ποσού 5.736 ευρώ, νομιμοτόκως από την πάροδο εκάστου ημερολογιακού μηνός μέχρις εξοφλήσεως.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αξιολόγηση της από 21-2-2011 αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το ως άνω περιεχόμενο, η δεύτερη (από 21-2-2011) αγωγή, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται από το δικαστήριο δεν αποτελεί "συμπλήρωση" των ισχυρισμών της πρώτης αγωγής κατατείνουσα σε ενίσχυσή τους ή επικουρική αγωγή, αλλά κύρια αγωγή, περιλαμβάνουσα αυτοτελές αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας και διαφοροποιούμενη ως προς την ιστορική βάση από την πρώτη αγωγή, ως περιέχουσα το νέο πραγματικό περιστατικό της χωρησάσης καταγγελίας, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας αιτείται. Λεκτέον ότι, χωρίς την άσκηση της νέας αγωγής δεν θα ηδύνατο παραδεκτά να συμπληρωθεί η πρώτη αγωγή κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, ως προς το μεταγενέστερο αυτό περιστατικό (της καταγγελίας) και να γίνει επίκληση της ακυρότητάς της. Η χρήση δε από την ενάγουσα των φράσεων "είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί με το μεταγενέστερο γεγονός ... και το αιτητικό της να διατυπωθεί ως εξής...", εγένετο προκειμένου να δικαιολογήσει την άσκηση της μεταγενέστερης αγωγής της και να σηματοδοτήσει τα σημεία διαφοροποίησής της από την πρώτη. Περαιτέρω, το αίτημα της ως άνω, δεύτερης αγωγής, για την καταψήφιση των αντιμισθιών της ενάγουσας, ποσού 5.736 ευρώ μηνιαίως, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ουδόλως ήταν αόριστο, αφού τούτο, κατά το χρόνο συζήτησης, που είναι κατά γενική δικονομική αρχή που συνάγεται από τα άρθρα 69, 70, 223, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ ο απώτερος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η συνδρομή των στοιχείων της κτήσης και του απαιτητού του συγκεκριμένου δικαιώματος της ενάγουσας είχε επακριβώς προκύψει ποσοτικά -δυναμένης της εναγομένης, ως εκ του χρόνου προσδιορισμού της συζήτησης, για την οποία εγκαίρως προσκλήθηκε, να υπολογίσει με ακρίβεια το σχετικό κονδύλιο και να προετοιμάσει την άμυνά της, αλλά επίσης προσδιορίστηκε και από την ενάγουσα κατά τη συζήτηση, προσδιορισμός που δεν ήταν καν αναγκαίος για το ορισμένο της αγωγής, αλλά είχε αξία μόνον για τον υπολογισμό του καταβλητέου δικαστικού ενσήμου. Το ύψος, περαιτέρω, των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας - οι οποίες ήταν πάγιες και δεν απαρτίζονταν από άθροισμα αμοιβών για συγκεκριμένες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες και έξοδα τούτων-σαφώς προσδιορίστηκε, χωρίς να είναι αναγκαία η ανάλυση των επιδομάτων και των κρατήσεων υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και ΦΜΥ. Κατά συνέπεια, η αγωγή, ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμον στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα (216 ΚΠολΔ), δεν έπασχε από αοριστία (απορρίπτοντας, το Εφετείο την πρώτη από 24-12-2009 αγωγή, ως άνευ αντικειμένου δεχόμενο ότι το αίτημά της επικαλύπτεται από εκείνο της δεύτερης). Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ο τρίτος και πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας εκ του αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3,4, και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, θεωρούμενη ως σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύνεται μεταξύ άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία. Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η καταγγελία του εντολέα μπορεί να γίνει μόνο όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, και όχι οποτεδήποτε, ανεξάρτητα μάλιστα από το αν υπάγεται ή όχι στον Κανονισμό ο δικηγόρος.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή για τη λύση της συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών του δικηγόρου, απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου και επομένως η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία για λύση της συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών είναι άκυρη (βλ. ΟλΑΠ 21/2004, ΟλΑΠ 35/2002 ΕλλΔνη 44.381) Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελεί η παράβαση ουσιωδών όρων της συμβάσεως καθώς και εκείνα τα γεγονότα ή και ένα ακόμη γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από έναν των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πταίσματος, και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλομένου (ΟλΑΠ 21/2004, ΑΠ 1573/2009 ΑΠ 1075/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όχι όμως και η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας περί αυτοδίκαιης αποχώρησης που προβλέπεται από Κανονισμό Προσωπικού της Υπηρεσίας, όπου προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές του υπηρεσίες ο δικηγόρος (ΑΠ 1075/1999 ο.π.). Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 Α παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του 1366/1983 ορίστηκε ότι: "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του Ν.1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβαση τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του ανωτέρω δικηγόρου από την υπηρεσία ή Οργανισμό, στον οποίο προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης του με τον εντολέα είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν. Επομένως η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, που έγινε από τον ανωτέρω εντολέα, προτού ο δικηγόρος θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη του κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ.180 ΑΚ), ο δε εντολέας που κατήγγειλε άκυρα περιέρχεται για το λόγο αυτό σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του δικηγόρου. Εξάλλου, ο εντολέας σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και υποχρεούται μέχρι να άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα δικηγόρο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εντολέως εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες αυτού που απολύθηκε. Οι αποδοχές υπερημερίας, συνίστανται στη μετέπειτα και κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εντολέως αμοιβή, ήτοι τη νόμιμη ή τη συμφωνημένη, ανώτερη της νόμιμης, αμοιβή μετά των επιδομάτων αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα [άρθρα 69 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, 648, 656 ΑΚ, 1 ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 ν. 4506/1966,1, 4, 5 α.ν. 539/1945,1 ν. 1346/1983, 3 ν.δ. 3755/1957,1 ν.δ. 4547/1966, 6 ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α 111/8.5.2003), 1 ν. 3302/2004 (ΦΕΚ Α 267/28.12.2004), 6 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ-απόφαση Υπ. Εργασίας 4943/1971 (ΦΕΚ Β 60), 8 ν. 549/1977, Κοινές Αποφάσεις Υπ. Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981 (ΦΕΚ Β 742), 12921/1981 (ΦΕΚ Β 212)]. Ο δικηγόρος, εξάλλου, δικαιούται να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να ζητήσει την αμοιβή μέχρι την άρση της υπερημερίας του εντολέως. Περαιτέρω, η έννοια της "πλήρους σύνταξης" της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 63Α παρ.5 του ΚωδΔικ, αφορά το ανώτατο όριο των συντάξιμων αποδοχών κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό, που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του ο δικηγόρος. Εξάλλου, για το προσωπικό της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ισχύει ο "Γενικός Κανονισμός της Καταστάσεως των Υπαλλήλων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε και εγκρίθηκε με την από 29-9-1971 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας και έχει συμβατική ισχύ, ο έχων επίσης συμβατική ισχύ "Οργανισμός της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμός της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ενώ για τους υπηρετούντες σ’ αυτή και παρέχοντες τις νομικές και δικηγορικές τους υπηρεσίες δικηγόρους ισχύει και ο "Οργανισμός Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών" από τους οποίους προβλέπεται μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού της εναγομένης, αλλά και των υπηρετούντων ως μονίμων σε οργανικές θέσεις αυτής δικηγόρων. Με το άρθρο 1 του ανωτέρω Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων" της εναγομένης Τράπεζας της Ελλάδας, καθορίζονται οι Διευθύνσεις στις οποίες ανατίθεται η άσκηση των υπηρεσιών της, μεταξύ των οποίων προβλέπεται και η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών. Με το άρθρο 10 περ.γ του "Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών" της εναγομένης ορίζεται ότι η σχέση μεταξύ της Τράπεζας και των δικηγόρων, η οποία ιδρύεται με την πρόσληψη αυτών, λήγει με τη συμπλήρωση του προβλεπομένου ορίου ηλικίας για τους τακτικούς υπαλλήλους με ίσες αποδοχές, εφαρμοζομένης αναλόγως της διατάξεως του άρθρου 19 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων. Εξάλλου, στο αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο, ως εφαρμοζόμενο αναλογικά και επί των υπηρετούντων, στην εναγομένη δικηγόρων, άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων της, ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι, οι οριστικώς διορισθέντες υπάλληλοι απολύονται μόνον ένεκα συμπληρώσεως των σε αυτό αναφερόμενων -για κάθε διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων - ορίων ηλικίας, που ειδικότερα για τους Τμηματάρχες-Προϊσταμένους και όσους εξομοιώνονται με αυτούς καθώς και για το προσωπικό των λοιπών βαθμών είναι το 60° έτος. Ως ημερομηνία συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, που συμπληρώνεται το 60° έτος της ηλικίας. Περαιτέρω, το Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου συνιστά τον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης του προσωπικού της εναγομένης Τράπεζας, που έχει συσταθεί με νόμο (ΟλΑΠ 29/1998 ΤΝΠ), διέπεται από τον "Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τράπεζας Ελλάδος και Κτηματικής", το οποίο ισχύει δυνάμει του άρθρου 1 παρ.4 του ν.2626/1953, και σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.4 περ.α του άρθρου 6 αυτού ασφαλίζονται στο ως άνω Ταμείο υποχρεωτικώς από του διορισμού τους στην εναγομένη Τράπεζα οι έμμισθοι δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι εφόσον κατά πλήρη απασχόληση προσφέρουν τις υπηρεσίας τους προς αυτή, ενώ στο άρθρο 7 του ίδιου ως άνω καταστατικού ορίζεται ότι: "Δικαίωμα εις σύνταξιν έχει πας ασφαλισμένος α) μετά 30 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας, β) μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφόσον έχει συμπεπληρωμένον το 55° έτος της ηλικίας του, γ) μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφόσον έχει συμπεπληρωμένο το 60ο έτος της ηλικίας του, δ) μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει καταλήψεως υπό του ορίου ηλικίας, ε)μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει απολύσεως εκ της υπηρεσίας ένεκα καταργήσεως θέσεως ή εξ άλλων υπηρεσιακών λόγων, στ) μετά 10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει πλήρους ανικανότητος και εφόσον διαρκεί η ανικανότης αύτη, ζ) μετά από πλασματική υπηρεσία 15 ετών, η οποία εξαγοραζόμενη...στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος απολύθηκε μεταξύ των ετών 1945 και 1952 με οποιαδήποτε διαδικασία και από οποιοδήποτε όργανο για λόγους πολιτικούς...Εξαιρετικώς δια το θήλυ προσωπικόν.,.τα όρια ηλικίας και υπηρεσίας προς απόλαυσιν του δικαιώματος συντάξεως καθορίζονται ως εξής: α)Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας και β) μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφόσον έχουσι συμπεπληρωμένον το 45° έτος της ηλικίας των, γ) μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφόσον είναι έγγαμοι ή έχουν τέκνο, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας". Ακολούθως, στο άρθρο 10 του εν λόγω Καταστατικού του ΤΣΠ της εναγομένης Τράπεζας ορίζεται ότι: α) στην παράγραφο 1 "1. Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 7 του Κανονισμού. Η σύνταξις των κατά το άρθρ. 7 δικαιούχων καθορίζεται εις ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, αναλόγως των συνταξίμων ετών, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα", Β) στην παράγραφο 2 "2. Συντάξιμα έτη. Συντάξιμα έτη είναι τα έτη εμμίσθου υπηρεσίας εν, ταις Τραπέζαις Ελλάδος και KATE ή παρά τη τέως ΚΤΕ και εφ’ όσον διά ταύτα ήσαν συμφώνως τω αρθρ. 6 του παρόντος Κανονισμού ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή παρά τω τέως Ταμείω Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος, προσηυξημένα κατά τον χρόνον προσμετρουμένης υπηρεσίας βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. Ίνα θεωρηθή ως συντάξιμος χρόνος ο παρά τη τέως ΕΤΕ χρόνος εμμίσθου υπηρεσίας ησφαλισμένου τινός δέον ούτος να ανήκεν εις το προσωπικόν της Τραπέζης της Ελλάδος ή της ΕΚΤΕ κατά την 1.10.53 (Ν.Δ.2626/53) ή να ήτο συνταξιούχος του προκατόχου Ταμείου εξελθών της υπηρεσίας εκ των Τραπεζών Ελλάδος και ΕΚΤΕ" και Γ) στην παράγραφο 3 "3. Ποσοστά συντάξεων. Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε 2,2857% για κάθε συντάξιμο έτος από το 1ο μέχρι και του 35ου συμπεριλαμβανομένου οπότε συμπληρώνεται ποσοστό 80% των συντάξιμων αποδοχών και πέραν αυτού καμιά αύξηση του παραπάνω ποσοστού γίνεται". Από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται περαιτέρω ότι: α) Κριτήριο κατ’ άρθρο 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων για την υποχρεωτική αποχώρηση και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης (εντολής) των δικηγόρων που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η εναγομένη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" και υπάγονται στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, αποτελεί η θεμελίωση από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, β) Κατά τον ως άνω Κανονισμό του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και Κτηματικής, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος των ασφαλισμένων στο Ταμείο αυτό προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω Κανονισμού, ενώ τα ποσοστά για τον καθορισμό της πλήρους σύνταξης ως ανώτατου ορίου συντάξιμων αποδοχών ορίζονται στο άρθρο 10. Ειδικότερα δε, η πλήρης αποζημίωση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης συνισταμένη σε ποσοστό 80% των συντάξιμων αποδοχών, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 35 συντάξιμων ετών, ενώ για κάθε συντάξιμο έτος από το 1° έτος έως το 35° έτος, υπολογίζεται ποσοστό 2,2857% (ήτοι 80% : 35 έτη = 2,2857%). Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 941/2010, ΝΟΜΟΣ).
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3.2.1989 με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες της ως δικηγόρος αντί παγίας μηνιαίας αντιμισθίας. Η σύμβαση αυτή έμμισθης εντολής της ενάγουσας διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1926 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων", όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και από τους έχοντες συμβατική ισχύ "Γενικό Κανονισμό της Καταστάσεως των Υπαλλήλων" της εναγομένης, τον "Οργανισμό Διεύθυνσης των Νομικών Υπηρεσιών" αυτής και τον "Οργανισμό της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων" της τελευταίας, από τους οποίους προβλέπεται, όπως δεν αμφισβητεί η εναγομένη, τόσο μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού της, στο οποίο υπάγονται και οι δικηγόροι, ενόψει του ότι στις Διευθύνσεις, στις οποίες ανατίθενται η άσκηση των λειτουργιών και εν γένει εργασιών της περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 1 του ανωτέρω "Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων" της και η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών, όσο μόνιμη υπηρεσία και των δικηγόρων, οι οποίοι υπηρετούν στις προβλεπόμενες από τον "Οργανισμό της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών" οργανικές θέσεις μόνιμων δικηγόρων, σύμφωνα με τα άρθρα 1,5,6,7,8,9 και 10 του Οργανισμού αυτού. Με την ανωτέρω ιδιότητα της δικηγόρου, η ενάγουσα προσέφερε τις νομικές υπηρεσίες της στην εναγομένη, υπηρετώντας στα Τμήματα της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της τελευταίας και εξελισσόμενη υπηρεσιακά με την απονομή σ’ αυτή των λογιστικών αντιστοιχιών και αμοιβών, που προβλέπονται από τους ανωτέρω Κανονισμούς και Οργανισμού της εναγομένης και τελικά με την απονομή σ’ αυτή (ενάγουσα) της λογιστικής αντιστοιχίας και αμοιβής του βαθμού του Τμηματάρχη. Στις 31.12.2009 η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα το υπ’ αριθμ. 8036/31.12.2009 έγγραφο της, που υπογράφεται από την Προϊσταμένη Τμήματος Εξέλιξης Προσωπικού, Φ. Α., στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σας γνωρίζουμε ότι, με την υπ’ αριθμ. ...31.12.2009 Πράξη Διοικητή μετά από σχετική πρόταση του Συμβουλίου Διευθύνσεως της 28.12.2009 (Συν.6), η Τράπεζα παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες σας από 1.1.2010, αφ’ ότου και διαγράφεσθε από τη δύναμη του προσωπικού, λόγω λήξης της σύμβασης έμμισθης εντολής", ενώ στις 15.1.2010 της επέδωσε την από 14.1.2010 Εξώδικη Δήλωση, συγκοινοποιώντας της και την υπ’ αριθμ. ...31.12.2009 Πράξη Διοικητή, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων: "Όπως γνωρίζετε, με την υπ’ αριθμ. ...31.12.2009 Πράξη Διοικητή η Τράπεζα έπαυσε από 1.1.2010, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση την 31.12.2009 του, κατά τον Γενικό Κανονισμό της -άρθρο 19 παρ.1- ορίου ηλικίας αποχώρησης, να αποδέχεται τις υπηρεσίες σας και προέβη, από την ίδια ημερομηνία, σε διαγραφή σας από τη δύναμη του εκ δικηγόρων προσωπικού της...η Τράπεζα επιβεβαιώνει και πάλι με την παρούσα την κατά τα ανωτέρω λύση δια καταγγελίας από 1.1.2010 της μεταξύ αυτής και υμών από 3.2.1989 σύμβασης έμμισθης εντολής και τη ρητή άρνηση της να αποδέχεται έκτοτε τις υπηρεσίες σας, σύμφωνα με την ως άνω υπ’ αριθμ. ...31-12-2009 Πράξη Διοικητή..." Η αναφερόμενη από την εναγομένη, στο ως άνω έγγραφο της, υποχρεωτική αποχώρηση της ενάγουσας από την υπηρεσία και συνακόλουθα η λύση, από 1.1.2010 της υφισταμένης μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, βασίστηκε από την εναγομένη στο άρθρο 19 του "Γενικού Κανονισμού της Κανονισμού της Καταστάσεων των Υπαλλήλων", το οποίο, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του "Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών" εφαρμόζεται αναλόγως για τους δικηγόρους, και σύμφωνα με το οποίο "οι οριστικώς διορισθέντες υπάλληλοι απολύονται, μεταξύ άλλων και ένεκα συμπληρώσεως... του 60ου έτους της ηλικίας για τους Τμηματάρχες και το προσωπικό των λοιπών βαθμών". Πράγματι η ενάγουσα, όπως δεν αμφισβητείται, στις 31.12.2009, όταν της κοινοποιήθηκε το ανωτέρω έγγραφο της εναγομένης περί διαγραφής της από τη δύναμη του προσωπικού της από 1.1.2010, είχε συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας της και επιπλέον κατείχε κατ’ αντιστοιχία το βαθμό του Τμηματάρχη. Πλην όμως, στην ενάγουσα, λόγω της ιδιότητάς της, ως δικηγόρου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αποχώρησης από την υπηρεσία της και αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως της, υπερισχύουν των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 19 του "Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων" της εναγομένης και του άρθρου 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών αυτής, που έχουν μόνο συμβατική δέσμευση, οι ευνοϊκότερες διατάξεις του νόμου και δη αυτή του άρθρου 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, από την οποία προκύπτει, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του δικηγόρου από την υπηρεσία στην οποία προσφέρει τις νομικές ή δικηγορικές του υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης του με τον εντολέα, είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία του ασφαλιστικού οργανισμού που διέπει την υπηρεσία του εντολέα, της θεμελίωσης δικαιώματος για πλήρη σύνταξη νοούμενης κατά τη διάταξη αυτή, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, ως θεμελίωσης δικαιώματος λήψης του ανώτατου ορίου των συντάξιμων αποδοχών (και όχι της θεμελίωσης απλώς συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τις διακρίσεις των κανόνων της κοινωνικής ασφάλισης), προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της ενάγουσας, η οποία κατά την 1.1.2010 είχε συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο 20 ετών 10 μηνών και 24 ημερών, και όχι 35 ετών, όπως θα έδει για να θεμελιώνει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη (ισούμενη το 80% των συντάξιμων αποδοχών) κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό παροχής κύριας ασφάλισης του προσωπικού της εναγομένης (Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας Ελλάδος), στο οποίο και αυτή (ενάγουσα) υπάγεται. Με βάση τα προεκτεθέντα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι είναι άκυρη η λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης και ότι η τελευταία της οφείλει έκτοτε μισθούς υπερημερίας, ουδόλως έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ως άνω διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ.1, 3 αυτού που προστατεύει την οικονομική ελευθερία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, καθ’ όσον η διάταξη αυτή έχει τεθεί στα πλαίσια ανεκτού περιορισμού της ελευθερίας των συμβάσεων και προκειμένου να προστατευθούν οι δικηγορικοί λειτουργοί, οι οποίοι μάλιστα εγκατέλειψαν την μαχόμενη δικηγορία για να προσφέρουν απερίσπαστοι και αποκλειστικά τις νομικές τους υπηρεσίες στα νομικά πρόσωπα που διαλαμβάνει η πιο πάνω διάταξη, και των οποίων η πρόωρη (προ της θεμελίωσης δικαιώματος λήψεως πλήρους συντάξεως) αποχώρηση από την υπηρεσία των νομικών αυτών προσώπων, θα είχε ως αποτέλεσμα την περιέλευσή τους σε δυσχερή θέση, συνεπεία αφ’ ενός της αδυναμίας τους να επανέλθουν στη μαχόμενη δικηγορία και να πορισθούν εξ αυτής εισοδήματα, αφ’ ετέρου της απολήψεως ποσοστού μόνον της πλήρους συντάξεως, με όλες τις εξ αυτού του γεγονότος δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις. Κατά συνέπεια, η εναγομένη, η οποία κατήγγειλε ακύρως και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (τον οποίο δεν συνιστά η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας περί υποχρεωτικής αποχώρησης που προβλέπει ο Γενικός Κανονισμός) τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τη συνέδεε με την ενάγουσα, έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών της τελευταίας και υποχρεούται να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές της, πλέον των αναλογούντων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Το ύψος τούτων, προ των νομίμων κρατήσεων (οι οποίες θα υπολογιστούν/αφαιρεθούν κατά την εκτέλεση), ανέρχεται σε 5.498,75 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς, οφείλονται στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι για 16 μήνες (από Ιανουάριο 2010 έως και Απρίλιο 2011), αφού οι πάγιες μηνιαίες αμοιβές της δεν ήταν προκαταβλητέες (5.498,75 Χ 16 μήνες = 87.980 ευρώ, πλέον δώρου Χριστουγέννων 2010 ποσού 5.498,75 ευρώ, δώρου Πάσχα 2010 και 2011 ποσού (5.498,75 Χ 1/2 Χ 2 =) 5.498,75 και επιδόματος αδείας 2010 ποσού (5.498,75 Χ 2 =) 2.749,38, ήτοι συνολικά) 101.726,88 ευρώ και όχι 51.881,96 ευρώ που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία υπολόγισε τα οφειλόμενα με βάση τις καθαρές αποδοχές της ενάγουσας και χωρίς να προσθέσει τα επιδόματα δώρων εορτών και αδείας, γενομένων δεκτών των σχετικών παραπόνων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης της ενάγουσας και στο δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης της εναγομένης. Λεκτέον ότι η ενάγουσα, κατά τον γενόμενο υπολογισμό των αποδοχών υπερημερίας στις πρωτόδικες προτάσεις της, συνυπολόγισε τα ως άνω επιδόματα δώρων εορτών και αδείας στο καταβλητέο ποσό, με την, περιλαμβανόμενη στον υπολογισμό αυτό, προσαύξηση κατά το 1/6 του ποσού των συνολικά οφειλομένων μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας, προσδιορίζοντας έτσι το συνολικά αιτούμενο ποσό σε 113.764 ευρώ, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης περί μη υποβολής αιτήματος για την επιδίκαση των ως άνω επιδομάτων. Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίστηκε, τόσο πρωτόδικα όσο και με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, ότι το δικαίωμα της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικώς, διότι η ενάγουσα, που κατά το χρόνο προσλήψεως της διήνυε το 40ό έτος της ηλικίας της, ουδέποτε έκανε την παραμικρή νύξη περί παραμονής της πέραν του ορίου ηλικίας αποχώρησης του προσωπικού της εναγομένης, δημιουργώντας της την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται την αποχώρηση της κατά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της, ότι η παράταση της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, και μάλιστα επί 15 ακόμη έτη, θα επιφέρει στην εναγομένη δυσβάστακτες συνέπειες, υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, ως προς βασικές συνιστώσες της οργάνωσης και εύρυθμης λειτουργίας της διεύθυνσης νομικών υπηρεσιών της, την οποία έχει ήδη στελεχώσει με νομικούς υψηλού επιπέδου ειδίκευσης, γνώσεων, ικανοτήτων και γλωσσομάθειας, ικανών να ανταποκριθούν στις εξειδικευμένες και ιδιαιτέρου βάρους για την εθνική οικονομία δραστηριότητές της, εν αντιθέσει με την ενάγουσα, η οποία ουδέποτε ανέλαβε θέση ευθύνης, σε περίπτωση παράτασης της συμβάσεως της οποίας, πέραν των αντιμισθιών της, θα αναγκαστεί (η εναγομένη) να καταβάλει και τα 2/3 των ασφαλιστικών της εισφορών, καίτοι η τελευταία θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί με την προβλεπόμενη ανώτατη σύνταξη από το ΕΤΑΑ και το TAN. Ότι περαιτέρω, η ίδια η ενάγουσα επικαλέστηκε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.2 του Κανονισμού της για την παράταση κατά ένα έτος της παραμονής της στην υπηρεσία, πράγμα που προϋποθέτει λογικά την αποδοχή και αδιαμφισβήτητη εκ μέρους της εφαρμογή του Κανονισμού αυτού ως προς το όριο ηλικίας αποχωρήσεως. Η πιο πάνω ένσταση, ως προς μεν τα περιστατικά της μη διαμαρτυρίας της ενάγουσας και των δυσβάστακτων οικονομικών συνεπειών της εναγομένης από την παραμονή της πρώτης, η οποία παρουσιάζεται να στερείται προσόντων, στην υπηρεσία, είναι μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Σε σχέση, περαιτέρω, με την εκ μέρους της ενάγουσας, λίγο πριν το χρόνο της καταγγελίας, επίκληση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.2 του Κανονισμού, η οποία, όπως εκτιμάται ο ισχυρισμός της εναγομένης, της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα, αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με την υπ’ αρ.995/15-11-2009 αίτησή της, απευθυνόμενη προς τον Διευθυντή Διοικητικού της εναγομένης, η ενάγουσα, πιθανολογώντας ότι η εναγομένη θα κάνει χρήση του άρθρου 19 παρ.1 του Κανονισμού και θα κινήσει τη διαδικασία διαγραφής-απόλυσής της, ζήτησε να παραμείνει στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, ενώ με μεταγενέστερο (το από 15-12-2009) έγγραφο της προς τη Διεύθυνση Διοικητικού, ζήτησε την παραμονή της στην υπηρεσία τουλάχιστον για ένα έτος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 παρ.2 του Κανονισμού. Στην πρώτη όμως από τις ως άνω αιτήσεις, η ενάγουσα τονίζει ότι η αποδοχή του αιτήματος της έχει και νόμιμο έρεισμα, και ακολούθως αναλύει τα οριζόμενα στο άρθρο 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, επισημαίνοντας στο τέλος ότι η απόλυσή της με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της δεν ικανοποιεί το νομοθέτη, αφού η σύνταξη που θα λάβει, ισούμενη με το 45,714% των συντάξιμων αποδοχών και όχι με το 80% τούτων, δεν θα είναι πλήρης, γεγονός που θα οδηγήσει σε ακυρότητα την πιθανολογούμενη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως προ της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της. Αλλά και με τη μεταγενέστερη, από 15-12-2009 αίτησή της, η ενάγουσα αναφέρει: "Οίκοθεν νοείται μέχρις της θετικής απάντησής σας επιφυλάσσομαι κάθε δικαιώματος μου". Με τις πιο πάνω υπομνήσεις της, η ενάγουσα κατέστησε σαφές στη διοίκηση της εναγομένης ότι, σε περίπτωση μη ικανοποίησης του αιτήματος της για παράταση της παραμονής της στην υπηρεσία, επιφυλάσσεται να προσφύγει στα δικαστήρια για την εφαρμογή του άρθρου 63Α παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τον τρόπο αυτό, δεν άφησε κανένα περιθώριο για τη δημιουργία εντύπωσης στα φυσικά πρόσωπα που απαρτίζουν τη διοίκηση της εναγομένης, ότι δεν προτίθεται να ασκήσει τα δικαιώματά της ή παραιτείται εκ των προτέρων από αυτά. Απλά, υπέβαλε κατ’ ουσίαν μια πρόταση, η αποδοχή της οποίας θα την ικανοποιούσε και θα οδηγούσε σε παραίτηση από τις νόμιμες αξιώσεις της, πράγμα που δεν έγινε. Κατά συνέπεια, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, κατά το ως άνω νόμιμο σκέλος της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο καταγγελίας, έλαβε από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 53.741,61 ευρώ (προ των νομίμων κρατήσεων) ως αποζημίωση, ποσό το οποίο, λόγω της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας, καταβλήθηκε αχρεωστήτως προς την ενάγουσα. Το ποσό αυτό, η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά (με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και νόμιμα (άρθρ. 440 επ. ΚΠολΔ) σε συμψηφισμό με τις αγωγικές αξιώσεις των μισθών υπερημερίας. Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωση της, οι αμοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις της ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της εναγομένης για επιστροφή της καταβληθείσης αποζημιώσεως, λόγω ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής της αποζημιώσεως, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση της ενάγουσας (για αποδοχές υπερημερίας) κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, με συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της εναγομένης, για τα αντίστοιχα ποσά των αποδοχών υπερημερίας, και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας γι’ αυτά. Το πρωτοβάθμιο όμως δικαστήριο, εσφαλμένα απέρριψε σιγή την πιο πάνω ένσταση, την οποία επαναφέρει η εναγομένη με το σχετικό τέταρτο λόγο της έφεσής της. Έτσι, μετά την αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων, απομένει να οφείλεται στην ενάγουσα (101.726,88 ευρώ - 53.741,61 ευρώ =) 47.985,27 ευρώ. Μετά απ’ αυτά θα πρέπει, μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα, αφού γίνουν δεκτές οι δύο εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι ως βάσιμοι και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση και δη ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στις αποδοχές υπερημερίας, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η από 21-2-2011 αγωγή. Ακολούθως θα πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 47.985,27 ευρώ, νομιμοτόκως, και δη, μετά την απόσβεση των παλαιοτέρων απαιτήσεών της, που επήλθε δια του συμψηφισμού, ήτοι μετά την απόσβεση των αξιώσεών της: α) για τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-10 έως και 30-8-10, β) του δώρου Πάσχα και του επιδόματος αδείας 2010, καθώς και γ) μέρους των αποδοχών Σεπτεμβρίου 2010, ύψους 4.252,86 ευρώ, να καταβάλει (η εναγομένη) νομίμους τόκους του ποσού των 1.245,89 ευρώ (υπόλοιπο αποδοχών Σεπτεμβρίου 2010) από 1-10-2010, των αποδοχών εκάστου των επομένων μηνών, ύψους 5.498,75 ευρώ από την πρώτη του επομένου μηνός εκείνου, που θα έδει να καταβληθούν, του δώρου Χριστουγέννων 2010 από την 1-1-2011, του δώρου Πάσχα 2011 από 1-5-2011 και του επιδόματος αδείας 2011 από 1-1-2012. Ακολούθως το Εφετείο, όπως ήδη, αναφέρθηκε δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ’ αυτήν (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 47.985,27 ευρώ νομιμότοκα. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27-28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η καταγγελία του εντολέα μπορεί να γίνει μόνο όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος και όχι οποτεδήποτε ανεξάρτητα μάλιστα αν υπάγεται ή όχι στον κανονισμό ο δικηγόρος και επομένως η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της σύμβασης, επί παγία αντιμισθία δικηγόρου, παροχής, νομικών υπηρεσιών είναι άκυρη. Μ’ αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 του (τότε ισχύοντος) ΝΔ 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 με την αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι με τη συμπλήρωση του κατά τον ίδιο οργανισμό ορίου ηλικίας μονιμότητας, δεν υφίσταται θέμα ισοσθενούς προστασίας των έμμισθων δικηγόρων με τους μισθωτούς και επομένως η σύμβαση έμμισθης εντολής μπορεί να καταγγελθεί χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής. Οι ισχυρισμοί πρέπει να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να είναι λυσιτελείς, ήτοι να έχουν επίδραση στο διατακτικό. Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 63 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, τον οποίο αυτή είχε προτείνει παραδεκτά με τις προτάσεις της στο Εφετείο αλλά και με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο και την έφεση της (με τον δεύτερο λόγο), αυτή (αναιρεσείουσα), είχε ισχυρισθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων είναι αντισυνταγματική, ήτοι αντίθετη στο κατοχυρωμένο συνταγματικώς δικαίωμα της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας περιλαμβανομένης της οικονομικής ελευθερίας (άρθρ. 5 παρ. 1,3 του Συντάγματος). Ανεξαρτήτως όμως, του ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 63 παρ.5 του Κώδικα Δικηγόρων είναι Συνταγματική όπως εμμέσως δέχθηκε το Εφετείο με την εφαρμογή της ο περί αντισυνταγματικότητας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 διατάξεως του ΚΠολΔ και ο 2ος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη, όπως εκτέθηκε, ζήτησε με την ένδικη από 21-2-2011 αγωγή της, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, να της καταβάλει, νομιμοτόκως, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής της σχέσης, για μισθούς υπερημερίας, που αντιστοιχούν στο ποσό των 5.736 ευρώ μηνιαίως της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας της, από 1-1-2010 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι συνολικά 97.512 (5.736 χ 17 μήνες) ευρώ όπως παραδεκτά συμπληρώνει το χρονικό διάστημα με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, κατά τον γενόμενο υπολογισμό των αποδοχών υπερημερίας στις πρωτόδικες προτάσεις της, συνυπολόγισε, επί πλέον, τα επιδόματα δώρων εορτών και αδείας στο άνω αιτούμενο με την αγωγή ποσό, με την περιλαμβανόμενη, στον υπολογισμό αυτό, προσαύξηση, κατά το 1/6 του ποσού των συνολικά οφειλομένων μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας, προσδιορίζοντας έτσι το συνολικό αιτούμενο ποσό σε 113.764 ευρώ ήτοι αιτούμενο, επί πλέον, του αιτουμένου με την αγωγή ποσό 16.252 (113.764 - 97.512) ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι οφείλονται στην αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι για 16 μήνες (από Ιανουάριο έως Απρίλιο 2011), εκτός από την πάγια μηνιαία αντιμισθία της ύψους 5.498,75 ευρώ, επιπλέον και τα ποσά 5.498,75 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2010, 5.498,75 ευρώ για δώρο Πάσχα 2010 και 2011 και 2.749,38 ευρώ για επίδομα αδείας 2011, ήτοι ποσά τα οποία δεν είχε ζητήσει με την αγωγή της για τις προαναφερόμενες αιτίες, ο δε προσδιορισμός με τις πρωτόδικες προτάσεις στην προσαύξηση κατά το 1/6 του ποσού των συνολικά οφειλομένων μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας κατά το αιτούμενο, επί πλέον, για τις προαναφερόμενες αιτίες ποσό 16.252 ευρώ, το οποίο δεν είχε ζητηθεί με την αγωγή, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (απαράδεκτη επέκταση του αιτήματος) κατ’ άρθρ. 223 ΚΠολΔ και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε τον πρώτο λόγο της από 27-9-2012 έφεσης της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) και επεδίκασε για τις προαναφερόμενες αιτίες σ’ αυτή (δώρο Χριστουγέννων 2010, δώρο Πάσχα 2010 και 2011 και επίδομα αδείας 2010) τα παραπάνω ποσά, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και κατ’ ακολουθία είναι βάσιμος ο εκ του άνω άρθρου (559 αριθμ. 9) τέταρτος αναιρετικός λόγος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 27-5-2014 απόδειξη - δήλωση αποδεικνύεται προαποδεικτικώς, η εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης που αναιρείται και ειδικότερα από την απόδειξη αυτή προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη Β. Κ. εισέπραξε από την αναιρεσείουσα το ποσό των 61171,64 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση: Α)Κεφαλαίου 47985,27€ και τόκων ευρώ 13436,37 ευρώ που του κατέβαλε η αναιρεσείουσα δυνάμει της 809/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη), κατόπιν αφαίρεσης λόγω συμψηφισμού από το αρχικώς επιδικασθέν ποσό, ποσού 250 ευρώ που είχε επιδικασθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της αναιρεσίβλητης δυνάμει της 4660/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα που παραδεκτά υποβάλλει η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό εκ κεφαλαίου μόνο των 13746,38 ευρώ δηλαδή για τα ποσά των 5498,75 ευρώ, 5498,75€ και 2749,38€ (που επιδικάσθηκαν κατά τα ανωτέρω στην αναιρεσίβλητη με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω αιτίες, που δεν ζητούσε με την αγωγή), και όχι και τους τόκους επί του ποσού αυτού, δεδομένου ότι ούτε στον αναιρετήριο αλλ’ ούτε και στη πρότασή της αναφέρει το αφετήριο χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκογονίας. Το παραπάνω ποσό των 13746,38€ πρέπει να καταβάλει η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα νομιμοτόκως από της επιδόσεως σ’ αυτήν της παρούσης αποφάσεως και όχι από της καταβολής αυτού, όπως αβάσιμα ζητά η αναιρεσείουσα. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ.178, 183, παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 809/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη, δώρο Χριστουγέννων 2010, ποσού 5498,75€, δώρο Πάσχα 2010 και 2011, ποσού 5498,75€ και επιδόματος αδείας 2010, ποσού 2749,38€ και συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες 13746,38 ευρώ, ως και κατά το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων.
Δέχεται εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι και τριάντα οκτώ λεπτών (13746,38) ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ