Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 55 / 2020    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 55/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γιαλαμά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην .., 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων" (ΕΟΚ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ζάππειος Επιτροπή", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-9-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ το 3ο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-11-2015 κύρια παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις διά των προτάσεών τους παρεμβάσεις των α) Υπουργού Οικονομικών, β) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ζάππειος Επιτροπή", γ) Δ. Α. του Σ. κ.λπ. (σύνολο 13) και δ) τριτοβάθμιας ένωσης αστικών σωματείων με την επωνυμία "... Συνομοσπονδία της Ελλάδος", μη διαδίκων (των υπό στοιχ. γ και δ) στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 2508/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιες των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1-3, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠολΔ εφαρμοζόμενα κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ και σε υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται τούτο σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό και αν αυτός δεν ευρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 γραφείο του, το έγγραφο, κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του γραφείου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, οπότε πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στην έκθεση η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου αυτού (Ολ.ΑΠ 900/1985, ΑΠ 532/1999, ΑΠ 1589/1997), για να μπορεί να διαπιστωθεί, αν είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα παραλαβής εγγράφου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη ως "υπάλληλοι ή υπηρέτες" προφανώς νοούνται οι υπάλληλοι ή υπηρέτες του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Εξάλλου, η έκθεση επίδοσης ως δημόσιο έγγραφο, αφού συντάσσεται από δημόσιο όργανο, το δικαστικό επιμελητή, έχει την αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 438 επ. του ΚΠολΔ και επομένως ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτή ότι ο παραλήπτης του εγγράφου είναι υπάλληλος εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση (βλπ. ΑΠ 805/2018, ΑΠ 769/2002). Από τη με αριθμό .../20.5.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Κ. που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 26.3.2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 474/2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αρμόδιο για την παραλαβή υπάλληλο του τρίτου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ζάππειο Επιτροπή", Ι. Ρ., (άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ δ', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1-3, 129 παρ. 1, 139 παρ. 1 στοιχ. δ' και 741 ΚΠολΔ). Κατά συνέπειαν, αφού το τελευταίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Η κρινόμενη από 26.3.2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 2508/2017 οριστικής απόφασης του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί της ασκηθείσας από τους αναιρεσείοντες .../2015 αίτησης, η οποία απορρίφθηκε και των συνεκδικασθεισών με αυτή κυρίων και προσθέτων παρεμβάσεων, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν έχει ασκηθεί παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες κατά των αναιρεσιβλήτων (κατ' άρθρα 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ), νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 564 παρ. 1 και 568 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 σε συνδ. 741 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, "δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού". Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, κατ' αρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφέλειας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (ΑΠ Ολ. 1241/1979). Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερη περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει. Η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση της περιουσίας που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε αποτελεί νομική αξιολογική έννοια, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ως προς τα προτεινόμενα προς υπαγωγή σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί από το δικαστήριο αν αυτά πράγματι την συνιστούν, αφού συγκριθεί η προτεινόμενη λύση με την ήδη υπάρχουσα κατάσταση (ΑΠ 1355/2017, βλ. και ΑΠ 2013/2014, ΑΠ 1495/2013, ΑΠ 13/2013, ΑΠ 138/2011, ΑΠ 1547/ 2010). Κατ' επιταγή της συνταγματικής αυτής διάταξης, εκδόθηκε αρχικά ο ν. 455/1976 και, στη συνέχεια, ο ν. 4182/2013, στο άρθρο 10 του οποίου ορίζεται ότι: "Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή, τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών, όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της (παρ. 1). Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο (παρ. 2). Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 10 του ως άνω Ν. 4182/2013, η αίτηση προς το Δικαστήριο υποβάλλεται από την αρμόδια αρχή, μετά από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας, ή και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης (ΑΠ 846/2018). Το συμφέρον αυτό, όπως έχει κριθεί και κατά την ερμηνεία της όμοιας διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει εκτός από έννομο, να είναι ατομικό του αιτούντος και άμεσο, δηλαδή το απειλούμενο με την αίτηση δικαίωμα του αιτούντος πρέπει να είναι υπαρκτό κατά την άσκηση της αίτησης (βλ. ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 1877/2014, ΑΠ 205/2014 και ΑΠ 1915/2014, όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.), προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού, (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Εξάλλου νομιμοποίηση των διαδίκων ως διακριτή, μη ταυτιζόμενη με το έννομο συμφέρον, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 875/2015, ΑΠ 772/2014). Υπό το πρίσμα αυτό, για την υποβολή της αιτήσεως του άρθρου 825 ΚΠολΔ, νομιμοποιείται εκτός από την Αρμόδια Αρχή, και κάθε πρόσωπο το οποίο έχει άμεσο έννομο συμφέρον και ιδίως ο κληρονόμος ή συγγενής του διαθέτη, ο εκτελεστής της διαθήκης, ο διαχειριστής της περιουσίας, ο εκκαθαριστής, ο ωφελούμενος από τον σκοπό που έταξε ο διαθέτης, ο Υπουργός των Οικονομικών, καθώς επίσης και η αποκεντρωμένη διοίκηση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται τέλος, ότι κατά την έννοια του άρθρου 825 ΚΠολΔ, στην εφαρμογή του οποίου παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 4182/2013, έννομο συμφέρον κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που υποβάλλει ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου αίτηση, περί των αναφερομένων στις παρ. 2 και 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου ζητημάτων, (επίλυση αμφιβολίας περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, τροποποίηση κοινωφελών σκοπών, καθορισμός επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας κ.λπ.), νοείται εκείνο το οποίο αντλούν από αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο της διαθήκης. Ο κύκλος των εχόντων έννομο συμφέρον είναι μεν ευρύς, πλην όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να περιλαμβάνει οποιονδήποτε τρίτον, ο οποίος κατά την υποκειμενική του κρίση θεωρεί ότι δικαιούται να παρεμβαίνει αυτοβούλως σε θέματα διοικήσεως και διαχειρίσεως των κληροδοτημάτων. Έτσι η από το άρθρο 825 ΚΠολΔ δικονομική δυνατότητα της ουσιαστικής διερεύνησης από το κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο της αληθούς θέλησης του διαθέτη ή του δωρητή και της διαπίστωσης, αν αυτή εναρμονίζεται ή όχι με τον σκοπό του Ιδρύματος, δεν παρέχεται σε τρίτους (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) που δεν έχουν ενοχικό δικαίωμα άμεσα συνδεόμενο ή εξαρτώμενο από το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη ή του δωρητή. Περαιτέρω η διαδικαστική προϋπόθεση, της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή της εμπίπτει στον με αρ. 1 αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008). Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι ότι τόσο η πρώτη απ' αυτούς, ελληνική εταιρία, όσο και ο δεύτερος, Έλληνας πολίτης, αμφότεροι με μακρόχρονη και ποικιλοτρόπως αποδοτική πορεία στο χώρο του αθλητισμού και του ολυμπιακού ιδεώδους, έχουν ηθικό, άμεσο, παρόν έννομο συμφέρον να αιτηθούν την άρση ή την επίλυση της αμφιβολίας περί του περιεχομένου της βούλησης των διαθετών Ε. και Κ. Ζ., και να διαφυλάξουν τη βούληση αυτών, διότι ο κοινωφελής σκοπός για τον οποίο κατελήφθη η επίμαχη περιουσία, τους αφορά άμεσα και ευθέως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 10 παρ. 4 του ν. 4182/2013, άλλως στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο προκειμένου να αχθεί εις την κρίση του για το απαράδεκτο της ένδικης αίτησης ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι ζήτησαν την άρση και επίλυση της αμφισβήτησης ή αμφιβολίας περί του περιεχομένου της από 30.11.1860 διαθήκης του Ε. Ζ. και των από 18.01.1891 και 19.07.1891 διαθηκών του Κ. Ζ., σχετικά με τη βούληση των διαθετών, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα σε αυτήν, έλαβε υπόψη τα παρακάτω εκτιθέμενα στο δικόγραφό της περιστατικά: 1) Ότι η πρώτη των αιτούντων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ΑΕ, εταιρία ιδιωτικών συμφερόντων δραστηριοποιούμενη στην παροχή υπηρεσιών συμβούλου σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού, επικοινωνίας, μάρκετινγκ και οργάνωσης επιχειρήσεων και στην εφαρμογή δράσεων για την προώθηση ιδεών, υπηρεσιών, προϊόντων, προσώπων, ιδρυμάτων οργανισμών και εταιρειών, με ιδιαίτερη εξειδίκευση στην αθλητική οικονομία και στην σχετική αγορά υπηρεσιών, η οποία οφείλεται στη σχετική εμπειρία του δεύτερου αιτούντος και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, απέστειλε στις 2/5/2001 επιστολή προς το κυρίως παρεμβαίνον ΝΠΔΔ και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων υπό την επωνυμία "Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων" και συνεπτυγμένως στο εξής "ΕΟΚ", ως εκτελεστή της διαθήκης του Ε. Ζ., με την οποία ζήτησε να της παραχωρηθούν έναντι μισθώματος οι αναγκαίες αίθουσες του Ζαππείου για την σε μόνιμη βάση δημιουργία και λειτουργία ενός Ολυμπιακού Θεματικού χώρου και την διοργάνωση Ολυμπιακών Εκθέσεων. 2) Ότι η αίτηση αυτή, την οποία υπέβαλλε επιδιώκοντας να υλοποιήσει την, (συλλήψεως του δευτέρου των αιτούντων), ιδέα δημιουργίας ολοκληρωμένου θεματικού χώρου (Μουσείου) για την προβολή του Ολυμπιακού Πνεύματος στην Αθήνα, στο χώρο του Ζαππείου Μεγάρου, όπως και η όμοια από 8/2/2005 αίτηση της ίδιας, απορρίφθηκαν από την "ΕΟΚ", με την αιτιολογία, ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν επέτρεπε την εκμίσθωση αιθουσών του Ζαππείου σε ιδιωτική εταιρεία με πολυετή μίσθωση και μάλιστα χωρίς διαγωνισμό. 3) Ότι, μη παραιτηθείσα της ως άνω επιδίωξής της για την υλοποίηση του σχεδίου δημιουργίας Ολυμπιακού μουσείου στο Ζάππειο, στις 22/3/2011 υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με το ΝΠΙΔ με την επωνυμία Διεθνής Ολυμπιακή Ακαδημία και συνεπτυγμένως στο εξής "ΔΟΑ", το οποίο κατέθεσε στις 8/4/2011 αίτηση για την μίσθωση (ενοικίαση) αιθουσών του Ζαππείου για την δημιουργία του Ολυμπιακού Μουσείου Αθηνών, με βάση Τεχνική Έκθεση, Μουσειολογική και Οικονομική Μελέτη, που συνέταξε η πρώτη αιτούσα, ενώ σε συνεννόηση με τον Οργανισμό "... Α.Ε." ("..."), που εποπτεύεται από το Υπουργείο Ανάπτυξης, συντάχθηκε σχέδιο τροποποίησης του κανονισμού της ΕΟΚ, που θα προέβλεπε την παραχώρηση της χρήσης των αιθουσών 2, 3, 4, 7, 10, 11, 12 και 15 του Ζαππείου στην ΔΟΑ επί 20 έτη και την δυνατότητα αυτής να καθιερώσει εισιτήριο, οπότε το 10% του αντιτίμου των εισιτηρίων θα καταβάλλεται στην ΕΟΚ. Ότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την "ΕΟΚ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) στις 10/11/2011, ενώ στις 20/1/2014 απορρίφθηκε και νέα όμοια από 5/12/2013 πρόταση της "ΔΟΑ". 4) Ότι στις 3/2/2014 η "ΔΟΑ" και η πρώτη αιτούσα υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας και συναντίληψης, με βάση το οποίο η πρώτη αιτούσα ανέλαβε τον συντονισμό και τα έξοδα για την συνέχιση της προσπάθειας δημιουργίας του Ολυμπιακού Μουσείου Αθηνών, η δε ΔΟΑ δεσμεύτηκε για την υποστήριξή της. 5) Ότι η κατά τα ως άνω απόρριψη της πρότασης των αιτούντων από την "ΕΟΚ" προσκρούει στη σχετική με τη διαχείριση του Ζαππείου Μεγάρου, περιεχόμενη στην από 30/11/1860 διαθήκη, αληθή βούληση του Ε. Ζ., ο οποίος απέβλεπε εξ αρχής στην αναβίωση και την ανά τετραετία τέλεση των Ολυμπίων αγώνων, ερμηνεία η οποία προκύπτει τόσο από τη διατύπωση του περιεχομένου της, όσο και από την προσφυγή σε καταγεγραμμένες σε απομνημονεύματα ή άλλες ιστορικές πηγές μαρτυρίες ιστορικών προσώπων. 6) Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΕΟΚ", η οποία κατά την διαθήκη του Ε. Ζ. και τον Α Ν. 1920/1939 έχει την διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας, που κατέλειπε στο Ελληνικό Δημόσιο ο Ε. Ζ., δεν διαχειρίζεται ορθά τις δύο βασικές προσόδους της, δηλαδή την μίσθωση του αναψυκτηρίου "...", που βρίσκεται δίπλα στο Ζάππειο και τη μίσθωση των αιθουσών του Ζαππείου, με αποτέλεσμα κατά τα έτη 2008 έως 2012 να παρουσιασθούν οι ζημίες ανά έτος που αναφέρονται στην αίτηση. Ότι η ίδια διαχρονικά από τη σύστασή της και μέχρι σήμερα αδιαφόρησε για την διενέργεια των Ολυμπιακών αγώνων, που έτσι περιήλθαν στην Διεθνή Ολυμπιακή επιτροπή, όπως και για την εκτέλεση άλλων όρων της διαθήκης του Ε. Ζ. και ιδίως την θέσπιση βραβείων και .... 7) Ότι το Ελληνικό Δημόσιο αδιαφορεί και για την κληρονομιά του επίσης Εθνικού ευεργέτου Κ. Ζ., εκτελεστή της διαθήκης του Ε. Ζ., του οποίου είναι κληρονόμος, αφού η αδυναμία διεξαγωγής των Ολυμπίων με την μορφή που αναφέρεται στη διαθήκη επιβάλλει την αναζήτηση επωφελέστερης και ασφαλέστερης αξιοποίησης της καταληφθείσας περιουσίας του Ε. Ζ., η οποία είναι: α) είτε η ανά τετραετία διοργάνωση των Ολυμπίων στην Αθήνα με την μορφή αμιγώς αθλητικών αγώνων στο μεσοδιάστημα των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων, με προσδοκώμενα έσοδα πολλαπλάσια σε σχέση με την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας από την ΕΟΚ, η οποία αφήνει ετήσια ελλείμματα της τάξεως των 500.000 ευρώ, ενόψει του ότι η διεξαγωγή των Διεθνών Ολυμπιακών αγώνων του 2004 στην Αθήνα απέφερε κέρδη 131.000.000 ευρώ, β) είτε με την δημιουργία στους χώρους του Ζαππείου, (με εκμίσθωση ή παραχώρηση στην ΔΟΑ, ή με συνδυασμό και των δύο), Ολυμπιακού Μουσείου, η λειτουργία του οποίου με τους προβλεπόμενους στην αίτησή της τρόπους, κατά την οικονομική Μελέτη που έχει συντάξει η πρώτη αιτούσα θα έχει εκτιμώμενα ετήσια έσοδα 11.530.000 ευρώ. Εντέλει, δε ότι οι αιτούντες επικαλούμενοι έννομο συμφέρον στηριζόμενοι στις προσπάθειές τους για τη δημιουργία Ολυμπιακού Μουσείου, αλλά και στη ρητή διάταξη στην διαθήκη του Ε. Ζ. με την οποία αυτός όρισε ότι κάθε Έλληνας έχει το δικαίωμα να επαγρυπνεί για την εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης του και να υποχρεώνει κάθε ενάντιο διά του νόμου να τις αποκαθιστά ζήτησαν: Να αρθεί και επιλυθεί κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 4182/2013 κάθε αμφισβήτηση ή η αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης Α) του Ε. Ζ., I) με την ΕΟΚ και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, II) ως προς τα "ΟΛΥΜΠΙΑ", III) ως προς το "ΖΑΠΠΕΙΟ ΜΕΓΑΡΟ" και IV) τους λοιπούς όρους αυτής (βραβεία, Ολυμπιακό λαχείο κ.ά.) και Β) της βούλησης του Κ. Ζ. κατά τα όσα λεπτομερώς αναφέρονται στην προσβαλλομένη στην οποία επαναλαμβάνονται τα αιτήματα των αιτούντων, όπως επακριβώς κατά λέξη διατυπώνονται στην ένδικη αίτηση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ακολούθως, με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Επικουρικά, αν κριθεί ότι η αίτηση είναι ορισμένη, αυτή είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, γιατί αυτοί, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν έχουν το απαιτούμενο προσωπικό και υπάρχον κατά τη συζήτηση της αίτησης έννομο συμφέρον για την άσκησή της, αφού: α) οι αιτήσεις της πρώτης τούτων για μίσθωση χώρων του Ζαππείου Μεγάρου, οι οποίες απορρίφθηκαν, έγιναν το 2001 και το 2005 και η πρώτη αιτούσα δεν εμμένει σ' αυτές, β) οι πρόσφατες αιτήσεις δεν έγιναν από την πρώτη αιτούσα αλλά από την ΔΟΑ, της οποίας η πρώτη αιτούσα ήταν απλή σύμβουλος και δεν εκτίθεται στην αίτηση ότι η ΔΟΑ, η οποία συστήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 7 ν. 2947/2001 ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος διορίζει και το Διοικητικό της Συμβούλιο εμμένει στην αίτησή της να της εκμισθωθούν αίθουσες του Ζαππείου Μεγάρου και γ) δεν δημιουργείται έννομο συμφέρον του δεύτερου αιτούντος από την αναφερόμενη στην αίτηση διάταξη της διαθήκης του Ε. Ζ. για την διαφύλαξη της βούλησής του, αφού η διαφύλαξη αυτή πρέπει να γίνει, όπως ορίζει το Σύνταγμα και ο νόμος, δηλαδή απαιτείται άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον, το οποίο δεν υπάρχει...".
Με βάση το περιεχόμενο αυτό της αίτησης το Εφετείο, το οποίο με τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές απέρριψε την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2-4 του Ν. 4182/2013. Η επίκληση της δημιουργίας από τους αιτούντες των αναφερομένων στην αίτηση περιστάσεων για τη διαμόρφωση κατάλληλου επενδυτικού περιβάλλοντος προς επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του Ζαππείου Μεγάρου, με τη μίσθωση των αιθουσών του στη ΔΟΑ για τη δημιουργία και λειτουργία ενός Ολυμπιακού θεματικού χώρου και την διοργάνωση Ολυμπιακών Εκθέσεων, επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία με βάση τις επικαλούμενες ιστορικές πηγές είναι απολύτως εναρμονισμένη με την αληθή βούληση των Εθνικών ευεργετών Ε. και Κ. Ζ., δεν θεμελιώνουν, κατά όσα και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον των αιτούντων να επιδιώξουν την κατ' άρθρο 10 παρ. 4 του Ν. 4281/2013 ερμηνεία των ως άνω διαθηκών, καθώς η έκδοση της, επί της ένδικης αιτήσεως, απόφασης του Εφετείου, έστω και με θετικό υπέρ της εκδοχής των για την αληθή βούληση των διαθετών αποτέλεσμα, δεν οδηγεί άμεσα στην πραγμάτωση του προσδοκώμενου απ' αυτούς επιχειρηματικού οφέλους. Επιπροσθέτως τα, από μέρους των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων επικαλούμενα περί ζημιογόνου διαχείρισης από το ΝΠΔΔ με την συντετμημένη ονομασία "ΕΟΚ" των προσόδων που αποφέρει η μίσθωση των χώρων του Μεγάρου άρνησης του ίδιου για τη διενέργεια των Ολυμπιακών αγώνων και την εκτέλεση άλλων όρων της διαθήκης του Ε. Ζ. και αδράνειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, για την επωφελή αξιοποίηση της κληρονομιάς του επίσης Εθνικού ευεργέτου Κ. Ζ., δεν νομιμοποιούν αυτούς με μόνη την ιδιότητα του δευτέρου των αιτούντων ως Έλληνα πολίτη και της πρώτης των αιτούντων που έχει αυτοτελή προσωπικότητα και εδρεύει στην Ελλάδα, να ζητήσουν την ερμηνεία των ενδίκων διαθηκών, καθώς τόσο οι ίδιοι, όσο και το ΝΠΙΔ "ΔΟΑ", κατ' εντολήν του οποίου επιδιώκουν τη μίσθωση των αιθουσών του Μεγάρου, δεν αναφέρονται στη διαθήκη ως υποκείμενα που εξαρτούν άμεσο συμφέρον από την κατά τα ως άνω, ερμηνεία της. Ο όρος της διαθήκης του Ε. Ζ., ο οποίος εξουσιοδοτεί κάθε Έλληνα πολίτη να "επαγρυπνεί για την εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης του και να υποχρεώνει κάθε ενάντιο διά του νόμου να τις αποκαθιστά", δεν καθιστά τους αιτούντες, ή οποιοδήποτε τρίτο, μη αναφερόμενο στη διαθήκη, πρόσωπο φορέα των αναφερομένων στο άρθρο 10 παρ. 2 και 3 του Ν. 4281/2013 δικαιωμάτων, ώστε να νομιμοποιείται για την υποβολή της ένδικης αίτησης, καθώς το έννομο συμφέρον για οποιαδήποτε προσφυγή στα Δικαστήρια μόνο από το Σύνταγμα και τους Νόμους μπορεί ν' απορρέει. Επιπροσθέτως, οι αναιρεσείοντες στον ερευνώμενο λόγο, αβασίμως αιτιώνται το Εφετείο, επειδή δεν έλαβε υπόψη του ότι το, προς άσκηση της ένδικης αίτησης έννομο συμφέρον τους θεμελιώνεται πέραν των άλλων και στα άρθρα 20 παρ. 1 και 120 παρ. 4 του Συντάγματος. Και τούτο διότι αντικείμενο της προστασίας που περιβάλλεται με τις συνταγματικές εγγυήσεις της πρώτης των διατάξεων αυτών (20 παρ. 1), δεν αποτελεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον, αλλά μόνο τα δικαιώματα που σχετίζονται άμεσα και προσωπικά με τον ενδιαφερόμενο προσφεύγοντα, ενώ περαιτέρω, οι, κατά τις επικλήσεις τους, παραβίαση της βούλησης των διαθετών του Ζαππείου Μεγάρου, πλημμελής διαχείριση των εισοδηματικών πόρων του Ιδρύματος από μέρους των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, αλλά και έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους των αρμοδίων οργάνων του πρώτου αναιρεσιβλήτου για τον προσδιορισμό της αληθούς βούλησης των ως άνω διαθετών σχετικά με την εκπλήρωση του σκοπού του ως άνω κληροδοτήματος, προδήλως δεν στοιχειοθετούν το κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 120 του Συντ/τος νομιμοποιητικό έρεισμα για την προάσπιση της βούλησης που εξέφρασαν με τις διαθήκες τους οι ως άνω Εθνικοί Ευεργέτες.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με επάλληλη αιτιολογία κατέληξε στο ίδιο πόρισμα και απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης του νόμου και της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει, τόσο κατά το κύριο, όσο και κατά το επικουρικό μέρος του, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος η απόρριψη του λόγου αυτού της αναίρεσης καθιστά πλέον άνευ αντικειμένου την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου περί εσφαλμένης απόρριψης της αίτησης ως απαράδεκτου λόγου αοριστίας αφού, ακόμη και σε περίπτωση ευδοκίμησής του, δεν υπάρχει πλέον δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.
Συνακολούθως των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικό δικηγόρο, Πάρεδρο του ΝΣΚ, κατά το νόμιμα αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ζάππειος Επιτροπή", το οποίο ερημοδίκησε και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.3.2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 2508/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει για το καθένα εξ αυτών στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή