Αριθμός 1228/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι. και της Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουβίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Κ. Α., το γένος Π. και Θ. Μ., κατοίκου ..., 2) Δ. Α. του Κ. και της Μ., κατοίκου ..., 3) Μ. Α. του Κ. και της Μ., κατοίκου ..., 4) Π. Α. του Κ. και της Μ., κατοίκου ..., απάντων ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος την ...-2020 Κ. Α. του Δ. και της Μ., 5) Δ. Χ. του Γ. και της Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7757/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5685/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 05.01.2023 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 5685/10.11.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τύποις και κατ' ουσίαν την από 14.12.2021 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 7757/25.08.2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 21.05.2015 αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων (Α. Κ. του Ι. και της Γ.) ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.05.2015 αγωγή, την οποία έστρεψε κατά του δικαιοπαρόχου των πρώτης, δεύτερου, τρίτης και τέταρτου των ήδη αναιρεσίβλητων (Κ. Α. του Δ.) και του πέμπτου των ήδη αναιρεσίβλητου (Δ. Χ. του Γ.). Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ερήμην των εναγόμενων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 7757/25.08.2021 οριστική απόφαση με την οποία η κύρια νομική βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η πρώτη επικουρική νομική βάση της αγωγής έγινε δεκτή ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ενώ το άνω Δικαστήριο άφησε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής αδίκαστη. Την ως άνω κρίνασα δικαστική απόφαση προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 14.12.2021 έφεσή τους την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών και έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 5685/10.11.2022 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, αναδικάστηκε η αγωγή και απορρίφθηκε ως προς αμφότερες τις επικουρικές νομικές της βάσεις. Την άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων με την από 05.01.2023 αίτησή του ζητώντας την αναίρεσή της για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο. Οι νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, ήσαν, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Από το άρθρο 904 του ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία .... Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού είναι εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού. Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρο 361 ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον είναι ισχυρή να ασκήσει τα δικαιώματά του από αυτήν. Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση παροχής που δόθηκε στα πλαίσια σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνο να η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη από οποιοδήποτε λόγο ...
Περαιτέρω, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ...
Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική της βάση (ως προς την απορριφθείσα ως μη νόμιμη κύρια βάση της αγωγής, η υπόθεση δεν μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο) που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη για τους εξής λόγους: Με τη δικαιοπραξία με την οποία συνιστάται (ή τροποποιείται) η οροφοκτησία, η οποία συντάσσεται προκειμένου να προσδιορισθούν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής με την αναλογία τους στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και να ρυθμιστούν οι σχέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών, επέρχεται αλλοίωση των μέχρι τότε δικαιωμάτων κυριότητας με τη δημιουργία νέων αυτοτελών εμπράγματων δικαιωμάτων διαφορετικών από την αρχική συγκυριότητα, μη έχοντος πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 1033 ΑΚ περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου ... . Η δικαιοπραξία αυτή είναι εμπράγματη και αναιτιώδης, ώστε το ελάττωμα ή η ανυπαρξία της υποκείμενης αιτίας δεν επιδρά στο κύρος των συσταθέντων δι' αυτής εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών. Νομίμως συνεπώς συστήθηκαν καταρχήν οι υπό στοιχεία Κ-1 και Κ-3 οριζόντιες ιδιοκτησίες με την ορισθείσα στην .../2008 πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας επιφάνεια. Ο ενάγων δε, δεν επικαλείται ακυρότητα της πράξης αυτής, με την οποία επήλθε η τροποποίηση των οριζόντιων ιδιοκτησιών των εναγομένων σε βάρος της δικής του, ούτε ελάττωμα ή ανυπαρξία της υποκείμενης αιτίας, αντίθετα ισχυρίζεται ότι και αυτός συνέπραξε στην πράξη αυτή, άρα η βούλησή του αυτή και η επακολουθήσασα δικαιοπραξία, ήτοι η πράξη τροποποίησης, αποτελεί, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την νόμιμη αιτία του επικαλούμενου πλουτισμού των εναγομένων, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη. Εξάλλου, η βάση αυτή είναι μη νόμιμη και διότι στηρίζεται στα ίδια περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων για την κύρια βάση της αγωγής του, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι στο ότι δεν υπάρχει νόμιμη αιτία για την μεταβίβαση του τμήματος της δικής του ιδιοκτησίας.
Περαιτέρω, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα μη τήρηση από τους εναγομένους της συμφωνίας περί καταβολής τιμήματος για το τμήμα αυτό, δεν αποτελεί έλλειψη νόμιμης αιτίας, αλλά ενδεχομένως περιεχόμενο σχετικής αξίωσης του ίδιου κατά των εναγομένων για καταβολή του τιμήματος ..., την οποία πράγματι ασκεί με την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής του. Η βάση αυτή που δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει, μετά την απόρριψη της βάσης του άρθρου 904 ΑΚ, να ερευνηθεί στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης από το παρόν Δικαστήριο, αφού η απόφαση εξαφανίσθηκε και δικάζεται πλέον η αγωγή .... Η επικουρική αυτή βάση είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 346 ΑΚ και 70, 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων .... Δυνάμει του ...-2007 συμβολαίου πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος) της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. - Ζ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Βύρωνα σε συνδυασμό με την ...-2008 πράξη εξόφλησης και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, ο ενάγων απέκτησε με αγορά από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος AΕ" την πλήρη κυριότητα της υπό στοιχεία ΙΣ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος (χώρου συνεργείου), επιφάνειας 233,50 τ.μ., του ισογείου μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στον Δήμο Βύρωνα Αττικής, επί της Λεωφόρου Αγ. Ιωάννου - Κορέα αρ. 108, επί της οποίας έχουν συσταθεί οριζόντιες ιδιοκτησίες δυνάμει της .../1990 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βύρωνα. Το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά κυριότητα στην άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος του δυνάμει της ...-1995 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., νόμιμα μεταγραφείσας, κατόπιν διενεργηθέντος πλειστηριασμού δυνάμει της ...-1995 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Οι αρχικοί εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της υπό στοιχεία ΙΣ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου της ιδίας ας άνω οικοδομής, επιφάνειας 62,60 τ.μ., το οποίο περιήλθε στον μεν πρώτο, δυνάμει της .../1995 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης, στο δε δεύτερο με αγορά, δυνάμει του .../1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π. - Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένου. Με το προαναφερόμενο ...-2007 συμβόλαιο πώλησης, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος A.Ε." εκχώρησε στον τελευταίο τα δικαιώματα από την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 25-11-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12748/2005 αγωγή της κατά των εναγομένων, για την αυθαίρετη κατάληψη εκ μέρους αυτών, τμήματος του πωληθέντος με στοιχεία ΙΣ-3 καταστήματος, επιφάνειας 41,90 τ.μ. . Η αγωγή αυτή αν και προσδιορίσθηκε και αναβλήθηκε δύο φορές, ουδέποτε συζητήθηκε, καίτοι ο ενάγων επανέφερε αυτήν με κλήση και άσκησε επ'αυτής την από ...-2007 πρόσθετη παρέμβασή του υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία επίσης δεν συζητήθηκε (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφο πορείας υπόθεσης από το solon.gov.gr). Ακολούθως, δυνάμει της ...-2008 πράξης τροποποίησης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Β. - Σ., νόμιμα καταχωριθείσας στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βύρωνα με αριθμό καταχώρισης ...-2008, έγινε τροποποίηση της ως άνω .../1990 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με σύμπραξη και του ενάγοντος και των εναγομένων, με την οποία μεταξύ άλλων τροποποιήθηκαν και οι ανωτέρω ΙΣ-1 και ΙΣ-3 οριζόντιες ιδιοκτησίες και ορίστηκε ότι στο υπό στοιχεία ΙΣ-1 κατάστημα ιδιοκτησίας των εναγομένων, το οποίο μετονομάστηκε σε Κ-1, ενσωματώνεται τμήμα επιφάνειας 43,45 τ.μ., (43,41 τ.μ. σύμφωνα με τα από Μαΐου 2007 και Ιουνίου 2015 τοπογραφικά διαγράμματα- κατόψεις ισογείου του αρχιτέκτονα Δ. Π. και το δικόγραφο της αγωγής) από το βόρειο τμήμα του όμορου Κ-3 (πρώην ΙΣ-3) καταστήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Μετά την τροποποίηση αυτή, η επιφάνεια του υπό στοιχεία Κ-1 (πρώην ΙΣ-1) καταστήματος ιδιοκτησίας των εναγομένων διαμορφώθηκε σε 106,05 τ.μ., αντί της αρχικής 62,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 119/1000, ενώ η επιφάνεια του υπό στοιχεία Κ-3 (πρώην ΙΣ-3) καταστήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος, διαμορφώθηκε σε 191,08 τ.μ., αντί της αρχικής 233,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 217/1000. Όπως προκύπτει από την άνω πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, για την προσαύξηση αυτή της ιδιοκτησίας Κ-1, οι εναγόμενοι κατέβαλαν φόρο μεταβίβασης ποσού 34.950 ευρώ. Οι τροποποιήσεις αυτές έλαβαν χώρα, προκειμένου να αποτυπωθεί και νομικά η πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, καθόσον, στον ισόγειο χώρο της οικοδομής λειτουργούσε από τον αρχικό ιδιοκτήτη - οικοπεδούχο, έκθεση αυτοκινήτων και γραφεία στις ιδιοκτησίες ΙΣ-1 και ΙΣ-2 που είχαν ενοποιηθεί και συνεργείο στην ιδιοκτησία ΙΣ-3, από την οποία όμως είχε προσαρτηθεί το άνω τμήμα, με ανέγερση διαχωριστικού τοίχου, στην ιδιοκτησία ΙΣ-1 (βλ. σχετικά και το από ...-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Σ. Β. και την ...-1995 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., στην οποία αναφέρεται ότι τα καταστήματα ΙΣ-3, ΙΣ-1 και ΙΣ-2 έχουν διαμορφωθεί σε δύο λειτουργικούς χώρους για τις ανάγκες της επιχείρησης και όχι σύμφωνα με την περιγραφή τους στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας). Το τμήμα αυτό περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια στα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και ειδικότερα στο από Ιουνίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα-κάτοψη ισογείου του αρχιτέκτονα Δ. Π. με στοιχεία ε,ζ,η,θ,ι,λ,ε και συνορεύει βόρεια με την ιδιοκτησία Κ-1, νότια με την ιδιοκτησία Κ-3, ανατολικά με ακάλυπτο χώρο και δυτικά με κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν αυτός που είχε την πρωτοβουλία για την τροποποίηση της πράξης αυτής, καθόσον ως μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΥΜΗΤΤΟΣ 3" που είχε αναλάβει την ανέγερση της υπόλοιπης οικοδομής (4 ορόφων), με το .../2005 προσύμφωνο μεταβίβασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και εργολαβικής σύμβασης που συνήψε με τα τέκνα του αρχικού οικοπεδούχου, ενδιαφερόταν για την πώληση των διαμερισμάτων που θα λάμβανε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, καθώς και για την συνολική ρύθμιση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι προσδιορισμό των θέσεων στάθμευσης που θα ανήκαν κατ' αποκλειστική χρήση σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία, θέση περιορισμών ως προς την χρήση του ισογείου, δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, διαίρεση της ΑΠ-1 ιδιοκτησίας του σε 11 αποθήκες κλπ (βλ. την άνω πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας). Ο ενάγων και εκ της διπλής ιδιότητάς του ως εργολάβου και συνιδιοκτήτη (αφού ήταν ήδη κύριος των οριζοντίων ιδιοκτησίων ΑΠ-1 και ΙΣ-1), είχε πλήρη γνώση και άποψη των τροποποιήσεων, καθώς και νομική στήριξη καθόσον κατά την σύνταξη της πράξης αυτής, ήταν ο μόνος που παραστάθηκε διά πληρεξουσίου δικηγόρου. Όπως δε προκύπτει και από την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Ε. Κ. που είχε άμεση αντίληψη των πραγμάτων και κρίνεται αξιόπιστη, υπήρχε "δούναι και λαβείν" στις γενόμενες τροποποιήσεις, δηλαδή και ο ενάγων έναντι της μείωσης της ιδιοκτησίας του, ευνοήθηκε κατ' άλλους τρόπους, όπως με την αύξηση επιφάνειας του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου που αποτελούσε μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά 8,20 τ.μ., καθώς και με την συμπερίληψη διαφόρων όρων (περιορισμούς χρήσης του ισογείου, ρύθμιση αποκλειστικής χρήσης θέσεων στάθμευσης με περιορισμό του ακάλυπτου χώρου που χρησιμοποιούνταν από τα ισόγεια καταστήματα) και γι'αυτό δέχθηκε τη μείωση αυτή, για την οποία δεν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε συμφωνήσει με τους εναγομένους να του καταβάλουν ως τίμημα για το τμήμα που προσαύξησε την ιδιοκτησία τους, ποσό 90.000 ευρώ, αφού στην περίπτωση αυτή, θα είχε συμπεριληφθεί η συμφωνία αυτή στο συμβολαιογραφικό έγγραφο ή θα είχε συνταχθεί έστω ένα ιδιωτικό έγγραφο ή θα είχε λάβει άλλου είδους εξασφάλιση, όπως λήψη κάποιου αξιογράφου, πολλώ μάλλον που είχε και την επικουρία πληρεξουσίου δικηγόρου. Δεν είναι δυνατό δε να γίνει δεκτό, ότι ο ενάγων και με την ιδιότητά του ως εργολάβου, για το οφειλόμενο σε αυτόν τίμημα, θα επαφίετο μόνο στην καλή θέληση των εναγομένων.
Εξάλλου από τον χρόνο σύναψης της άνω πράξης τροποποίησης, δεν προκύπτει όχλησή του στους εναγομένους για καταβολή του τιμήματος με αποστολή εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης, παρά μόνο άσκηση της υπό κρίση αγωγής μετά από 7 περίπου έτη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν συζητήθηκε και η αγωγή της Εμπορικής Τράπεζας και η πρόσθετη παρέμβασή του κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 5-5-2009.
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το ...-2007 συμβόλαιο πώλησης δυνάμει του οποίο ο ενάγων απέκτησε την ΙΣ-3 ιδιοκτησία, επιφανείας 233,50 τ.μ., με αγορά από την Εμπορική Τράπεζα, για την αγορά αυτή, κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 205.000 ευρώ, ήτοι κατώτερο της αντικειμενικής αξίας αυτής που ανερχόταν σε 253.412,88 ευρώ, προφανώς διότι η πωλήτρια Εμπορική Τράπεζα συνυπολόγισε την δικαστική εκκρεμότητα σχετικά με το τμήμα των 41,90 τ.μ. Κρίνεται συνεπώς απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά την δεύτερη επικουρική της βάση.".
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ένδικου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (Α.Π. 138/2020, Α.Π. 914/2008). Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (Α.Π. 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τη συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 1846/2024, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/13.07.2011, προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως από τον εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (Α.Π. 639/2015, Α.Π. 866/2008, Α.Π. 829/2008, Α.Π. 884/2007, Α.Π. 446/2007, Α.Π. 1015/2005), ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος εφέσεως, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής (Α.Π. 579/2018, Α.Π. 546/2014, Α.Π. 1015/2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 579/2018, Α.Π. 495/2017). Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως γίνεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Με τη διάταξη αυτή, εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία αρχή ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ.. Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν, κάποιος λόγος της εφέσεως. Όμως, η εξαφάνιση της αποφάσεως οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους εφέσεως του εκκαλούντος, ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της εφέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της εφέσεως, τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (Α.Π. 579/2018, Α.Π. 6/2017, Α.Π. 343/2013). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται στον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., και αναδίκασε την αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος), παρέλειψε να κρίνει την κύρια νομική βάση της αγωγής και αρκέστηκε στην εκφορά κρίσεως επί των επικουρικών νομικών βάσεως της αγωγής, τις οποίες απέρριψε, άφησε δηλαδή αίτημα (την κύρια νομική βάση της αγωγής) αδίκαστο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχόμενου και του αιτήματος της από 14.12.2021 εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπιστώθηκε ύπαρξη αιτιάσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναφορικά με την κρίση της σχετικά με την κύρια νομική βάση της αγωγής με αποτέλεσμα να μη μεταβιβαστεί το σχετικό κεφάλαιο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να μην είναι νόμιμα δυνατή η εκφορά κρίσεως επ' αυτής.
Επειδή, από τα άρθρα 369, 513 και 1033 του Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου με πώληση, στον συμβολαιογραφικό τύπο υπόκειται τόσο η εμπράγματη όσο και η ενοχική σύμβαση κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ήτοι το πράγμα και το τίμημα (Α.Π. 847/2003). Επιπλέον, κατά το άρθρο 904 εδάφ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδάφ. β' της ίδιας διατάξεως, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) Ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (Α.Π. 1669/2024, Α.Π. 169/2024, Α.Π. 1372/2022). Υποχρέωση αποδόσεως της ωφελείας, από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνο στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία (Α.Π. 169/2024, Α.Π. 1833/2023, Α.Π. 311/2023).
Εξάλλου, αφού στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, συνάγεται ότι, αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία (Ολ.Α.Π. 23/2003, Α.Π. 169/2024, Α.Π. 1966/2022).
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας δεν είναι νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή, έστω και έμμεση (Α.Π. 169/2024, Α.Π. 1966/2022, Α.Π. 1372/2022, Α.Π. 408/2020), επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγόμενου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της συμβάσεως που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (Ολ.Α.Π. 23/2003, Α.Π. 169/2024, Α.Π. 1833/2023, Α.Π. 1966/2022, Α.Π. 1372/2022, Α.Π. 408/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1669/2024, Α.Π. 845/2019).
Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις των βουλήσεων των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις των βουλήσεων των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 31/2020, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 115/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. για την συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια σε δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. γιατί για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα η διάταξη απαιτεί για την εφαρμογή της. Ισχυρίζεται ειδικότερα ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αξίωσε να αναφέρεται στην αγωγή, αναφορικά με την πρώτη επικουρική νομική βάση της, ότι η κύρια νομική σχέση των αρχικών διαδίκων ήταν ελαττωματική ενώ τέτοια αναφορά περιεχόταν στο δικόγραφο της αγωγής έστω και αν δεν γινόταν πανηγυρική αναφορά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται και είναι βάσιμος. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αναφέρθηκε σε δύο συμβάσεις και συγκεκριμένα στην πολυμερή, την αφορώσα την τροποποίηση συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας ν. 3741/1929 και κανονισμού της σχέσεως των συνιδιοκτητών, και στη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, την ενοχική σύμβαση πωλήσεως των 43,41 τ.μ., τμήματος που ενσωματώθηκε στην αρχική ιδιοκτησία των αυτών διαδίκων. Εφόσον, όμως, η δεύτερη αυτή σύμβαση δεν επέφερε το αποτέλεσμα, στο οποίο προσέβλεψαν τα μέρη, λόγω της μη περιβολής της με τον αναγκαίο τύπο, παρέχει την αξίωση στον αναιρεσείοντα να ζητήσει την αξία του πλουτισμού των αντισυμβαλλομένων του με νομική βάση τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απαιτώντας για την εφαρμογή της άνω διατάξεως να περιλαμβάνεται στην αγωγή ρητή αναφορά σε ελαττωματική συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, ζήτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως από όσα ο νόμος απαιτεί και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα.
Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μη λαμβάνοντας υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς του ("πράγματα") και ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως, οι οποίες παρατίθενται στο αναιρετήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία εζητείτο το τίμημα του ενσωματωθέντος τμήματος του ακινήτου του στο ακίνητο των εναγόμενων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου επιδιώκει τον επανέλεγχο των πραγματικών γεγονότων τα οποία δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος (επανέλεγχος) δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να αναιρεθεί στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εφόσον τέτοια σύνθεση είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που έχει καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. προτελευταίο του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του νικώντος αναιρεσείοντος πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν εις βάρος των ηττώμενων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 56865/10.11.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο άνω Δικαστήριο, συγκείμενο από άλλο δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος προσδιορίζει δε το ποσό αυτών σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία με το βαθμό της Αντιπροέδρου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ