Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1457 / 2022    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1457/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Σπυρόπουλο και Φωτεινή Πετροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, οι πληρεξούσιοι της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξαν. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14/11/2016 και 3-1-2017 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 19-12-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ., 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), υπ' αριθμ. 431/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 35/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν τις από 14-11-2016 και 3-1-2017 ανακοπές και το από 31-1-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων, της αναιρεσιβλήτου κατά της επιταγής προς εκτέλεση και της έκθεσης βίαιης αποβολής, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτές τις ανακοπές κατά τον πρώτο λόγο αυτών ως και κατ` ουσίαν βάσιμες και ακύρωσε την προσβαλλόμενη από 11-11-2016 επιταγή προς εκτέλεση, καθώς και τη με αριθ. 2049/8-12-2016 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν το εδάφιο α` της παραγράφου αυτής αντικατασταθεί με την παράγραφο 7 του άρθρου έβδομου του ν.4475/2017 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση), από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του χορηγεί περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και συνακόλουθα ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ` ου η εκτέλεση του οποίου διαδέχεται το δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει σύμβασης" όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 παρ 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται με το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση με την οποία γίνεται αποδεκτή η τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Αν ο υπερθεματιστής καταβάλλει ολόκληρο το οφειλόμενο πλειστηρίασμα (με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, το φόρο μεταβίβασης και την αναλογία στα έξοδα περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης), γεννάται υποχρέωση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη, ύστερα από αίτηση του. Με την έκδοση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο), η κυριότητα πλειστηριασθέντος ακινήτου μεθίσταται, χωρίς ιδιαίτερη παράδοση, στον υπερθεματιστή, ο οποίος μπορεί, πλέον, να ασκεί όλες τις εκ του δικαιώματος του αυτού απορρέουσες εξουσίες, η ως άνω δε χορήγηση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, παράλληλα με τη λειτουργία της στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, ως νομίμου τίτλου για τη μετάθεση της κυριότητας, αποτελεί επίσης διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έχει μάλιστα αυτοτέλεια απέναντι στην έκθεση του πλειστηριασμού και αποτελεί ιδιαίτερη πράξη και τίτλο εκτελεστό για νέα εκτέλεση (ΟλΑΠ 2/1993, ΑΠ 227/2020, ΑΠ 2154/2014, ΑΠ 2089/2013, ΑΠ 235/2016). Με βάση τα παραπάνω, ο υπερθεματιστής με τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης κατά ίδιο περιεχόμενο και έκταση αυτοδικαίως (ex lege) (Ολ ΑΠ 2/1993). Κατά το ίδιο άρθρο, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός και έναντι αυτών που κατέχουν το ακίνητο στο όνομα του καθ` ου η εκτέλεση, ανεξάρτητα από το αν η κατοχή στηρίζεται σε εμπράγματη ή ενοχική σχέση. Όμως όταν η κατοχή του ακινήτου στηρίζεται σε μισθωτική σχέση, εφαρμόζεται η ειδικά ρυθμίζουσα το θέμα αυτό διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 4335/2015 : "Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 614 και 616 Α.Κ. Στην περίπτωση του άρθρ. 615 Α.Κ. η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή, αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στον μισθωτή", σύμφωνα δε με το άρθρο 614 ΑΚ "Εκποίηση του μισθίου-Στη μίσθωση ακινήτου που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, αν ο εκμισθωτής κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μεταβιβάσει σε τρίτον την κυριότητα του μισθίου ή παραχωρήσει άλλο εμπράγματο δικαίωμα που αποκλείει στο μισθωτή τη χρήση, ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της μίσθωσης, εκτός αν έγινε αντίθετη συμφωνία στο μισθωτήριο έγγραφο. ...". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η δέσμευση του υπερθεματιστή από τη μίσθωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου με παραπομπή στη ρύθμιση του ουσιαστικού δικαίου (614 ΑΚ) που προστατεύει το ενοχικό δικαίωμα του τρίτου μισθωτή, αν η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Ο υπερθεματιστής στην περίπτωση αυτή απαγορεύεται να εκτελέσει την κατακυρωτική έκθεση σε βάρος του μισθωτή, εκτός εάν υπάρχει όρος στο μισθωτήριο ότι η μίσθωση δεν βαρύνει το νέο κτήτορα, σύμφωνα με το άρθρο 614 ΑΚ, οπότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ανεχθεί τη μίσθωση. Στην τελευταία περίπτωση ή εάν η μίσθωση δεν αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, ο υπερθεματιστής δικαιούται να εκτελέσει την κατακυρωτική έκθεση κατά του μισθωτή, αφού περάσει ένας μήνας ή δύο από την κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και επιταγής προς εκτέλεση στο μισθωτή, αναλόγως του γεγονότος ότι η μίσθωση έχει διάρκεια ως ένα χρόνο ή παραπάνω αντίστοιχα. Η διάταξη αυτή του άρθρου 1009 KΠολΔ, προστατεύει το μισθωτή με σκοπό την διατήρηση του διαρκούς χαρακτήρα της μίσθωσης, αποβλέποντας στην ανάγκη να διατηρηθεί η έννομη σχέση μέχρι να φτάσει στη συμφωνημένη λήξη της, παρά την βίαιη λόγω του πλειστηριασμού εκποίηση του μισθίου και μεταβολή του προσώπου του εκμισθωτή. Προσβλέπει στη διατήρηση του συμβατικού δεσμού και την εξασφάλιση τήρησης των εκατέρωθεν δεσμεύσεων για τον συμφωνημένο χρόνο. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, το δικονομικό δίκαιο διασώζει την ουσιαστικού δικαίου έννομη σχέση. Εάν ο υπερθεματιστής, κατά παράβαση ή κατά αμφισβήτηση (λόγω π.χ άκυρης μίσθωσης,) των όρων του 1009 KΠολΔ, προβεί σε εκτέλεση κατά τους όρους των 615 ΑΚ και 1005 § 2, ο μισθωτής μπορεί να ασκήσει ανακοπή του 933 ΚΠολΔ κατά της επιταγής και γενικώτερα κατά των πράξεων της εναντίον του κατά το άρθρο 1005 §2 ΚΠολΔ επισπευδόμενης εκ μέρους του υπερθεματιστή εκτέλεσης με τίτλο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, με λόγο τη μη εκτελεστότητα του εκτελεστήριου τίτλου επικαλούμενος την εφαρμογή του αρθ. 614 ΑΚ για μίσθωση συναφθείσα πριν την κατάσχεση. Ήτοι η ως άνω διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται μόνο αν η μίσθωση είχε συναφθεί πριν από την κατάσχεση του μισθίου, ενώ αν η μίσθωση είχε συναφθεί μετά την κατάσχεση εφαρμόζεται το άρθρ. 997 του ΚΠολΔ. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται επίσης και επί των εμπορικών μισθώσεων. Επιπλέον, ο υπερθεματιστής από την απόκτηση της κυριότητας του μισθίου ακινήτου (αρθρ. 1005 ΚΠολΔ) υπεισέρχεται κατά τα άνω στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (ΑΠ 259/1993, ΑΠ 1230/1994), ήτοι για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής. Τα ίδια ισχύουν και στην απόκτηση του μισθίου από πλειστηριασμό, καθότι είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού. Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου. Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, ολόκληρη η έννομη σχέση της μίσθωσης μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή, ο οποίος λαμβάνει πλέον τη θέση του εκμισθωτή. Πρόκειται για περίπτωση ex lege μεταβίβασης της συμβατικής σχέσης, που επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη γνώση ή άγνοια του υπερθεματιστή, έκτοτε δε αποκόπτεται για το μέλλον κάθε ενοχικός δεσμός μεταξύ του μισθωτή και του αρχικού εκμισθωτή-παλαιού κτήτορα (ΑΠ 956/2015, ΑΠ 306/2014, ΑΠ 819/2013, ΑΠ 235/2016 ΑΠ 259/1993). Περαιτέρω, ο νομοθέτης του Ν. 4335/2015 περιόρισε σημαντικά την προστασία των μισθωτών επί των εμπορικών μισθώσεων τροποποιώντας ριζικά τη διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, που ορίζει (όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 81 Ν. 4842/2021 με ισχύ από 1-1-2022) : "Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτούς". Έτσι, σύμφωνα με την τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 1009 KΠολΔ, με το Ν. 4335/2015, ο υπερθεματιστής ως νέος κτήτορας του ακινήτου έχει πλέον τα ακόλουθα δικαιώματα: α) να καταγγείλει την έννομη σχέση της μίσθωσης χωρίς να υπεισέρχεται σε αυτή κατά τους όρους του αρθ. 614 επ. ΑΚ και β) τη δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης, της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αφού αυτή (μίσθωση) λυθεί εντός δύο μηνών από την καταγγελία, εναντίον του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτούς, προϋπόθεση δε για την εφαρμογή της διάταξης αποτελεί το ακίνητο κατά το χρόνο του πλειστηριασμού να ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης.
Συνεπώς, κρίσιμος χρόνος για την ενεργοποίηση του δικαιώματος καταγγελίας και ακολούθως εκτέλεσης, και της συνεπαγόμενης αυτής ενεργητικής νομιμοποίησης του υπερθεματιστή, είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, κατά τον οποίο θα κριθεί η συνδρομή ή μη των τιθέμενων από την άνω διάταξη προϋποθέσεων για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του υπερθεματιστή. Πρόκειται για διάταξη του ΚΠολΔ, που όπως και η προϊσχύσασα, περιέχει ρυθμίσεις ουσιαστικού Αστικού Δικαίου, για την περίπτωση της κτήσης κυριότητας του μισθίου ακινήτου από τον υπερθεματιστή και τη δέσμευση ή μη του τελευταίου από τις υφιστάμενες στο πλειστηριασθέν ακίνητο συμβάσεις μισθώσεων, με την οποία θεσπίζεται ως λόγος καταγγελίας της μίσθωσης και η καταγγελία λόγω πλειστηριασμού. Ήτοι, δίδεται η δυνατότητα άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος της καταγγελίας μέσω μιας διάταξης δικονομικού δικαίου, με δύο βασικές προϋποθέσεις, που τίθενται από αυτήν, ήτοι την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού που οδηγεί στην ενεργητική νομιμοποίηση του υπερθεματιστή ως νέου κυρίου προς άσκηση της καταγγελίας και την άσκηση σε αυτό επιχειρηματικής δραστηριότητας εκ μέρους του μισθωτή. Η καταγγελία δε είναι μονομερής, απευθυντέα και αιτιώδης δήλωση βούλησης κατά το ουσιαστικό Αστικό Δίκαιο, διά της οποίας εκδηλώνεται ρητώς το διαπλαστικό δικαίωμα του υπερθεματιστή να διακόψει την έννομη σχέση της μίσθωσης. Δεδομένης δε της ριζικής διαφοράς των συνεπειών που προβλέπονται από την παλαιότερη διάταξη και τη νέα διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, ανακύπτει ζήτημα διαχρονικού δικαίου, αναφορικά με την εφαρμογή της διάταξης υπό τη νέα μορφή της και στους πλειστηριασμούς που ολοκληρώθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4335/2015 (1-1-2016), αλλά μετά την ισχύ του επισπεύδεται από τον υπερθεματιστή που κατήγγειλε τη μίσθωση του επιχειρηματικού ακινήτου με βάση τη νέα διάταξη, νέα αναγκαστική εκτέλεση για την αποβολή του μισθωτή, με βάση την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, ο οποίος στηρίζει νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με την οποία ο υπερθεματιστής επιδιώκει να αποκτήσει, πέρα από την κυριότητα του πράγματος που έχει ήδη αποκτήσει με τη μεταγραφή, και την κατοχή του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "3. Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 01-01-2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος - ΒΙΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ ΚΠολΔ) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 "Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις" ορίζεται στο εδ. α` αυτού ότι "Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις: α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α` 94), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 της παρ. 2 του ν. 4446/2016 και (β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α` 87) (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης), δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. ...". Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη (ΑΠ 1151/2021), το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Με βάση τα παραπάνω, το άρθρο 1009 KΠολΔ, υπό τη νέα διατύπωσή του με το ν. 4335/2015, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις πλειστηριασμών που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη κατά την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016), πολύ δε περισσότερο σε πλειστηριασμούς που είχαν ολοκληρωθεί πριν την έναρξη της ισχύος του, αλλά μετά την ισχύ του έλαβε χώρα εκ μέρους του υπερθεματιστή καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης βάσει του νέου άρθρου 1009 ΚΠολΔ, και επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με βάση την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης για την αποβολή του μισθωτή μετά την καταγγελία, και συνακόλουθα οι συμβάσεις μισθώσεων επιχειρηματικών ακινήτων στις περιπτώσεις αυτές δε μπορούν να καταγγελθούν από τον υπερθεματιστή, διότι, στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το άρθρο 1009 KΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής υπεισερχόμενος στη μισθωτική σχέση, οφείλει εφόσον η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να σεβαστεί το δικαίωμα του μισθωτή, αδυνατώντας τελικά να εκτελέσει την κατακυρωτική έκθεση σε βάρος του τελευταίου. Δηλαδή, στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου μισθωμένου για την άσκηση επιχείρησης, ο οποίος ολοκληρώθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 (1-1-2016), δεν υφίσταται δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης εκ μέρους του υπερθεματιστή υπό την ισχύ της νέας διάταξης του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, και ακολούθως, μετά τη λύση της σύμβασης μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία, εκτέλεση της κατακυρωτικής έκθεσης κατά του μισθωτή κλπ, γιατί στην περίπτωση αυτή κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω δεν υφίσταται δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αφού κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2016, ο υπερθεματιστής υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση και δεσμεύεται από αυτήν. Τέτοια δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης του επιχειρηματικού ακινήτου υφίσταται εφόσον ο πλειστηριασμός προσδιοριστεί μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και η εκτελεστική διαδικασία δεν ήταν εκκρεμής κατά τον ίδιο χρόνο (σημειώνεται ότι το άρθρο 1009 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση, συμπλήρωση και αναμόρφωσή του με το άρθρο 81 του ν. 4842/2021, κατά ρητή διάταξη αυτού {άρθρ, 116 παρ. 6στ'} εφαρμόζεται για όσους πλειστηριασμούς προσδιοριστούν μετά από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1-1-2022). Και αυτό γιατί, το δικαίωμα του υπερθεματιστή για καταγγελία της μίσθωσης δυνάμει του νέου άρθρου 1009 KΠολΔ, θα πρέπει αναγκαστικά να έχει ως αφετηρία το χρόνο έναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που οδήγησε στον πλειστηριασμό και την κατακύρωση του ακινήτου στον τελευταίο και όχι το χρόνο έναρξης της διαδικασίας για την αποβολή του μισθωτή, η οποία θα λάβει χώρα κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης μετά την καταγγελία της μίσθωσης του επιχειρηματικού ακινήτου με την εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω κρίσιμος χρόνος για την ενεργοποίηση του δικαιώματος καταγγελίας και ακολούθως εκτέλεσης, και της συνεπαγόμενης αυτής ενεργητικής νομιμοποίησης του υπερθεματιστή είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, κατά τον οποίο θα κριθεί η συνδρομή ή μη των τιθέμενων από την άνω νέα διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, προϋποθέσεων για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του υπερθεματιστή, ήτοι η ολοκλήρωση του πλειστηριασμού που οδηγεί στην ενεργητική νομιμοποίηση του υπερθεματιστή ως νέου κυρίου προς άσκηση της καταγγελίας και η άσκηση σε αυτό επιχειρηματικής δραστηριότητας εκ μέρους του μισθωτή. Το αντίθετο θα οδηγούσε στο άτοπο όλες οι συμβάσεις μίσθωσης επί ακινήτων που πλειστηριάστηκαν, οποιοδήποτε χρονικό σημείο προ της 1-01-2016, να βρίσκονται χωρίς την προστασία του προηγούμενο δικαίου και να δύνανται πλέον να καταγγελθούν, παρόλο που κατά το χρόνο ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού (πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2016), κατά τον οποίο κατά τη νέα διάταξη κρίνεται το δικαίωμα καταγγελίας, δεν προβλεπόταν το σχετικό δικαίωμα καταγγελίας, ενώ θα κλονιζόταν ανεπανόρθωτα η ασφάλεια των συναλλαγών, πολύ δε περισσότερο όταν η μίσθωση έχει περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και έχει μεταγραφεί. Με τον τρόπο αυτό, εξασφαλίζεται η ενότητα εφαρμογής του δικαίου στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι σε αντίθετη περίπτωση η εκτελεστική διαδικασία και ο πλειστηριασμός του ακινήτου θα ρυθμίζονταν από τον KΠολΔ πριν τις τροποποιήσεις, ενώ η άμεση εκτέλεση που θα ακολουθούσε μετά την καταγγελία με βάση την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης θα ρυθμίζονταν με βάση το Ν. 4335/2015, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του οποίου όμως αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, ως προς το δικαίωμα της καταγγελίας, δεν θα συνέτρεχαν κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, αφού αυτός θα είχε διενεργηθεί πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2016. Μάλιστα, από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015 και ορίζει ότι αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία και ότι στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή κλπ., η οποία (διάταξη) περιέχει κατά τα προεκτεθέντα ρυθμίσεις ουσιαστικού αστικού δικαίου, προκύπτει ότι το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης εκ μέρους του υπερθεματιστή, το οποίο ακολούθως οδηγεί μετά την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας στη λύση της μίσθωσης και στη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, υφίσταται και κρίνεται κατά το χρόνο πλειστηριασμού του ακινήτου, και επομένως, εφόσον ο πλειστηριασμός είναι προγενέστερος της ισχύος του ν. 4335/2015, δεν υφίσταται δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, εφόσον τέτοιο δικαίωμα καταγγελίας λόγω πλειστηριασμού δεν υφίστατο στο προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς. Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1132/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "... η εκκαλούσα Εταιρεία με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... συστήθηκε το καλοκαίρι του 2008 (ΦΕΚ 11975/2008, ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ), με σκοπό την λειτουργία της ως ξενοδοχειακή επιχείρηση (τουριστικών καταλυμάτων). Την 15-05-2009 συνήφθη το με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης βεβαίας χρονολογίας, ενός ακινήτου έκτασης 4.000 τ.μ. στη θέση ... ή ... στην ..., ιδιοκτησίας του .... Το εν λόγω μισθωτήριο καθώς και η από 24-06-2009 τροποποίησή του, μεταγράφηκαν νομίμως στις 26-06-2009 στον τόμο ... και αριθμούς ... και ... του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Βόλου, και έκτοτε λειτουργεί ως ξενοδοχειακή επιχείρηση (τουριστικά καταλύματα) με τον διακριτικό τίτλο .... Με επίσπευση της εφεσίβλητης -καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας με την επωνυμία "..., ως ειδικής διαδόχου της Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λίμιτεδ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, διενεργήθηκε στις 09-12-2015 δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ενώπιον της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Συμβολαιογράφου Βόλου Πιπίνας Καλομέρα, στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Βόλου, επί του ακινήτου του οφειλέτη ..., το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς στην με αριθ. ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, ήτοι ένα (1) οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο), που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο μετά των κτισμάτων που βρίσκονται μέσα σ' αυτό, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ..., του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ..., έχει έκταση κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 3.155,30 τ.μ, κατά δε νεότερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από Σεπτεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε ..., που προσαρτάται στο με αριθμό ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βόλου Ελένης Πολυχρονάκη, 4.014,81 τ.μ και εμφαίνεται με τους αριθμούς 1-2-3-4-5 ........... 36-37-38-1 στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα όπου και περιγράφεται αναλυτικά. Εντός του άνω οικοπέδου υπάρχει κτηριακό συγκρότημα αποτελούμενο από: 1) το πρώτο κτήριο του συγκροτήματος είναι ένα ισόγειο με υπόγειο κατάστημα με εμβαδόν κατά όροφο πενήντα (50) τετραγωνικά μέτρα. 2) το δεύτερο κτήριο του συγκροτήματος αποτελείται από το υπόγειο, το ισόγειο και το πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, με εμβαδόν κατά όροφο πενήντα (50) τετραγωνικά μέτρα. 3) το τρίτο κτήριο του συγκροτήματος αποτελείται από το υπόγειο και το ισόγειο όροφο με εμβαδόν κατά όροφο εβδομήντα πέντε (75) τετραγωνικά μέτρα. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, με το με αριθμό 685/21-10-2009 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βόλου Ε.Πολυχρονάκη και είναι νόμιμα μεταγεγραμμένο στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου στον τόμο ... και αριθμό .... Κατά τον ως άνω πλειστηριασμό το πλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα και ήδη εφεσίβλητη με την υπ' αριθ. ... πράξη-έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης της άνω επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Βόλου Π. Καλομέρα. Μετά την μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, η υπερθεματίστρια Τράπεζα κοινοποίησε στην ανακόπτουσα την από 05-09-2016 εξώδικη δήλωση με την οποία κατήγγειλε την σύμβαση μισθώσεως του ως άνω ακινήτου και καλούσε την τελευταία να αποδώσει το ακίνητο μετά την πάροδο δύο μηνών από την επίδοση αυτής (βλ. την υπ' αριθ. 9642β/09-09-2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ευστάθιου Κωτσόβολου). Στις 11-11-2016 επιδόθηκε και στη μισθώτρια Εταιρία του ακινήτου, αντίγραφο εξ απογράφου με την από 11-11-2016 επιταγή προς απόδοση του ακινήτου (βλ. την υπ' αριθ. 3946γ/11-11-2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου άνω Δικαστικού Επιμελητή), ενώ στην συνέχεια προχώρησε σε αποβολή της, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. ... έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Π. Κολώνια, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε εν τέλει στον νόμιμο εκπρόσωπό της, στην κατοικία του (βλ. την υπ' αριθ. 4094γ/21-12-2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω Δικαστικού Επιμελητή). Όμως, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, συμβάσεις μισθώσεων επιχειρηματικών ακινήτων, στις περιπτώσεις πλειστηριασμών που εκκρεμούν ή έχουν ολοκληρωθεί πριν την έναρξη του Ν. 4335/2015 δεν μπορούν να καταγγελθούν διότι, στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το άρθρο 1009 KΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης κατά την πρόβλεψη του νέου άρθρου 1009 KΠολΔ δεν υπάρχει. ... Επιπλέον, το δικαίωμα της υπερθεματίστριας για καταγγελία της μισθώσεως δυνάμει του νέου 1009 KΠολΔ θα πρέπει αναγκαστικά να έχει ως αφετηρία το χρόνο έναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που οδήγησε στον πλειστηριασμό και την κατακύρωση του ακινήτου στην τελευταία. ...". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ανακόπτουσας ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει τα αντίθετα και κράτησε και δίκασε τις ανακοπές, έκανε δεκτούς τους σχετικούς λόγους αυτών και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι την από 11-11-2016 επιταγή προς εκτέλεση παρά πόδας του υπ` αριθ. 1/2016 αντιγράφου του απογράφου της υπ` αριθ. ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Βόλου Πιπίνας Καλομέρα και την υπ' αριθ. ... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Παναγιώτη Κολώνια. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως το άρθρο 1009 KΠολΔ για την αναγκαστική εκτέλεση, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ίσχυε από 1-1-2016 και εντεύθεν, με τη μη εφαρμογή του και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο αυτό, που δεν ήταν εφαρμοστέο στην ένδικη υπόθεση ακύρωσης πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και δη : α) της από 11-11-2016 επιταγής προς εκτέλεση παρά πόδας του υπ` αριθ. 1/2016 αντιγράφου του απογράφου της υπ` αριθ. ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και β) της ... έκθεσης βίαιης αποβολής της μισθώτριας-ανακόπτουσας και εγκατάστασης της καθ' ης-υπερθεματίστριας, λόγω ακυρότητας της εκ μέρους της τελευταίας καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης που συνέδεε την ανακόπτουσα με την καθής, για το λόγο ότι επειδή η αναγκαστική εκτέλεση και ο πλειστηριασμός διενεργήθηκαν πριν από την ισχύ του νέου άρθρου 1009 ΚΠολΔ (1-1-2016), δεν έχει εφαρμογή αυτό αλλά κατ' εφαρμογή του προϊσχύσαντος άρθρου 1009 ΚΠολΔ, η υπερθεματίστρια υπεισήλθε στη μίσθωση δεσμευόμενη από αυτήν την οποία εξ' αυτού του λόγου δεν μπορούσε να καταγγείλει βάσει της μη εφαρμοστέας νέας διάταξης του άρθρου 1009 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 (κατ` ορθή δε εκτίμηση μόνο από τον αρ. 1) του άρθρου 559 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1009 KΠολΔ για την αναγκαστική εκτέλεση όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ίσχυαν από 1-1-2016 και εντεύθεν, που ορίζουν ότι : "Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτούς", δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι δέχθηκε επί λέξει ότι "συμβάσεις μισθώσεων επιχειρηματικών ακινήτων, στις περιπτώσεις πλειστηριασμών που εκκρεμούν ή έχουν ολοκληρωθεί πριν την έναρξη του Ν. 4335/2015 δεν μπορούν να καταγγελθούν διότι στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το άρθρο 1009 KΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης κατά την πρόβλεψη του νέου άρθρου 1009 KΠολΔ δεν υπάρχει.", ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 4335/2016, άρθρ. 2 ΑΚ και 50 ΕισΝΚΠολΔ, οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1009 ΚΠολΔ όπως ισχύουν μετά την 1-1-2016 και με το προεκτεθέν περιεχόμενο έπρεπε να εφαρμοστούν, και συνακόλουθα εγκύρως έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης κατά του μισθωτή του πλειστηριασθέντος ακινήτου, μετά την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας-υπερθεματρίστριας. Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, που ο πλειστηριασμός ολοκληρώθηκε πριν την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4335/2015 (1-1-2016) και μετά την ισχύ του και κατ' εφαρμογή του νέου άρθρου 1009 ΚΠολΔ, έλαβε χώρα καταγγελία της υφιστάμενης σύμβασης μίσθωσης και ακολούθως επισπεύδεται από τον υπερθεματιστή νέα αναγκαστική εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης για την αποβολή του μισθωτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το άρθρο 1009 KΠολΔ υπό τη νέα διατύπωσή του με το ν. 4335/2015, που προβλέπει τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του υπερθεματιστή και ακολούθως την εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης κατά του μισθωτή, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις πλειστηριασμών που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη κατά την έναρξη της ισχύος του (1-1-2016), πολύ δε περισσότερο σε πλειστηριασμούς που είχαν ολοκληρωθεί πριν την έναρξη της ισχύος του (όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση), και μετά την ισχύ του έλαβε χώρα εκ μέρους του υπερθεματιστή καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης βάσει του νέου άρθρου 1009 ΚΠολΔ. Στις περιπτώσεις αυτές (όπως και η ένδικη), οι συμβάσεις μισθώσεων επιχειρηματικών ακινήτων δεν μπορούν να καταγγελθούν από τον υπερθεματιστή, διότι, εφαρμόζεται το άρθρο 1009 KΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και επομένως ο υπερθεματιστής υπεισερχόμενος στη μισθωτική σχέση, οφείλει, εφόσον η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (όπως η ένδικη), να σεβαστεί το δικαίωμα του μισθωτή, αδυνατώντας τελικά να εκτελέσει την κατακυρωτική έκθεση σε βάρος του τελευταίου. Εξάλλου, το καθιερούμενο από τη νέα διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης εκ μέρους του υπερθεματιστή, το οποίο ακολούθως οδηγεί μετά την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας στη λύση της μίσθωσης και στη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, υφίσταται και κρίνεται κατά το χρόνο πλειστηριασμού του ακινήτου, και επομένως, εφόσον ο πλειστηριασμός είναι προγενέστερος της ισχύος του ν. 4335/2015, δεν υφίσταται δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, εφόσον τέτοιο δικαίωμα καταγγελίας λόγω πλειστηριασμού δεν υφίστατο στο προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς. Τέτοια δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης του επιχειρηματικού ακινήτου υφίσταται εφόσον ο πλειστηριασμός προσδιοριστεί μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και η εκτελεστική διαδικασία δεν ήταν εκκρεμής κατά τον ίδιο χρόνο. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσης, εφόσον με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο ακίνητο πλειστηριάστηκε την 9-12-2015 (ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015), χρόνο κατά τον οποίο ουδόλως προβλεπόταν δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης εκ μέρους του υπερθεματιστή, η γενομένη μετά την ισχύ του νέου ν. 4335/2016 καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους της υπερθεματίστριας, δεν επέφερε λύση της μισθωτικής σύμβασης, ούτε και υφίστατο δυνατότητα εκτέλεσης κατά του μισθωτή για το λόγο αυτό, αφού κρίσιμος χρόνος για την ενεργοποίηση του δικαιώματος καταγγελίας και ακολούθως εκτέλεσης, και της συνεπαγόμενης αυτής ενεργητικής νομιμοποίησης του υπερθεματιστή προς εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, κατά τον οποίο θα κριθεί η συνδρομή ή μη των τιθέμενων από την άνω διάταξη προϋποθέσεων για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του υπερθεματιστή. Και ναι μεν η εκτέλεση για την αποβολή του μισθωτή, η οποία ήδη έχει ξεκινήσει με την καταγγελία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από το πλειστηριασμό, χωρίς να υφίσταται οργανική ενότητα της άμεσης εκτέλεσης προς απόδοση του πλειστηριαθέντος ακινήτου με την προηγηθείσα διαδικασία του πλειστηριασμού, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν ελέγχονται τυπικές πλημμέλειες της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά η συνδρομή των ουσιαστικού δικαίου προϋποθέσεων της καταγγελίας, που αποτελεί το υπόβαθρο της εκτελεστικής διαδικασίας για απόδοση του μισθωμένου ακινήτου, οι οποίες προϋποθέσεις κρίνονται σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο του πλειστηριασμού δίκαιο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, η οποία, για την περίπτωση πλειστηριασμού μισθωμένου ακινήτου προέβλεπε υπεισέλευση του υπερθεματιστή στη μισθωτική σχέση με τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη όρους, ενώ ουδόλως προβλεπόταν καταγγελία της μίσθωσης. Δηλαδή, η άμεση εκτέλεση, που διενεργείται μετά την 1-1-2016 προς απόδοση ακινήτου που χρησιμοποιείται για επιχειρηματική δραστηριότητα, αποκτηθέν από πλειστηριασμό, καθίσταται δυνατή μετά από καταγγελία της υφιστάμενης μίσθωσης σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, εφόσον ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε μετά την 1-1-2016 και δεν ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2016.

ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 176 KΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178§1 KΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά κατ' άρθρ. 561§1 KΠολΔ (ΑΠ 461/2021, ΑΠ192/2016, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 (κατ` ορθή δε εκτίμηση όχι και τον αρ. 19) του άρθρου 559 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι, εσφαλμένα επέβαλε στην αναιρεσείουσα-εφεσίβλητη το σύνολο της δικαστικής δαπάνης της εκκαλούσας (ανακόπτουσας) και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, μολονότι όφειλε να συμψηφίσει μεταξύ τους τη δικαστική δαπάνη λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διότι δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 KΠολΔ και μη εφαρμογής του άρθρου 179 KΠολΔ, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται n αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ουσίας (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-12-2019 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 431/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην ... την 28 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην ... σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή