Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1071 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης στον Άρειο Πάγο. Απορρίπτει.





Αριθμός 1071/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1507/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15.10.2007, δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1783/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 26/28.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 210 και 211/15-10-2007 αιτήσεις των Χ1 και του Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 1507/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία τους οι με αριθμ. 96 και 97 /2-3-2007 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 3599/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ ο πρώτος και για απόπειρα απάτης ενώπιον του δικαστηρίου από την οποία η ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ο δεύτερος ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενους με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους δυνάμει πληρεξουσίου το οποίο πρασαρτάται στις εκθέσεις αναίρεσης , στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και συντάχθηκαν οι με αριθμ. 210 και 211 /2007 εκθέσεις αναίρεσης στις οποίες περιέχονται οι συγκεκριμένοι λόγοι και οι πλημμέλειες κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη (άρθρ. 484 & 1 περ δ, ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι όπως επίσης πρέπει να συνεκδικαστούν σαν συναφείς. Οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι κοινοί και στις δύο αναιρέσεις και συνίστανται όπως αναφέρεται στις αιτήσεις αναίρεσης ότι α ) Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης στην εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 386 ΠΚ και εκ του ότι δεν υφίσταται ζημία όπως και δόλος για πρόκληση ζημίας β) Η απόλυτη ακυρότητα λόγω του ότι δεν κλήθηκαν και δεν εξετάστηκαν οι εκπρόσωποι των εταιρειών προς τους οποίους φαίνονται ότι πουλήθηκαν και παραδόθηκαν τα στα τιμολόγια πώλησης αναφερόμενα εμπορεύματα όπως επίσης δεν ζητήθηκαν τα τιμολόγια πώλησης για τα οποία όπως αναφέρουν εκκρεμεί ποινική δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά όπως επίσης δεν εξετάσθηκαν σχετικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί αυτού όπως επίσης δεν εξετάσθηκε ο σύνδικος της πτώχευσης περί του αν τα εμπορεύματα πουλήθηκαν ή υπήρχαν στην αποθήκη ότι δεν συσχετίσθηκε η κατά τ' άνω μήνυση των αναιρεσειόντων κατά των μηνυτών όπως επίσης απορρίφθηκε το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους γ) για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία γιατί πέρα του ότι δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά με πληρότητα και σαφήνεια, υπάρχει και αντιφατικότητα εκ του λόγου ότι ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται για τον απαρτισμό της πράξης της απάτης το ότι ψευδώς από τους αναιρεσείοντες παραστάθηκε ότι οι αναιρεσείοντες συνεργαζόντουσαν με υπαρκτές εταιρείες και δέχεται ότι η μηνύτρια εταιρεία παρέδωκε σ' αυτές τα εμπορεύματα που πήρε από τον μηνυτή και μάλιστα στις έδρες τους και παραμετροποίησε το λογισμικό και τις ανάλογες υπηρεσίες μηχανογράφησης και ως προς το δεύτερο εκτός των άλλων δέχθηκε ότι χρησιμοποίησε εικονικά τιμολόγια προκειμένου ν' υποστηρίξει την άποψη ότι η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν 1892/1990 και συμβιβασμό με τους πιστωτές με ποσοστό 10% επί του συνολικού πιστώματος ενός εκάστου των πιστωτών ήταν αληθής και η αίτηση αυτή υποβλήθηκε προς ωφέλεια των πιστωτών λόγω του ότι αυτοί θα έπαιρναν τουλάχιστο το 10% των πιστωμάτων και ότι η αίτηση αποσκοπούσε στην ρύθμιση των χρεών της ..... ΕΠΕ και την δημιουργία προϋποθέσεων για την απορρόφηση της από άλλη εταιρεία αντί του όχι ευκαταφρόνητου ποσού των 500,.000 ποσό το οποίο κάλυπτε τουλάχιστον το 10% για όλους τους πιστωτές σε άλλο σημείο δέχεται ότι οι εταιρείες αυτές ήταν ανύπαρκτες και τα τιμολόγια εικονικά. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της ψευδώς εμφανιζόμενης κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη που έχει ανειλημμένη πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του. (ΑΠ,1913 /2000, ΑΠ 1297/2002,ΑΠ 1820/ 2003, ΑΠ 55/20041944/2003 ΑΠ 190/2005) όπως επίσης απάτη μπορεί να τελεστεί και στο Δικαστήριο με την προβολή ή την επίκληση ψευδών ισχυρισμών οι οποίοι συνοδεύονται από την ταυτόχρονη εν γνώσει προσκόμιση πλαστών η νοθευμένων ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, τετελεσμένη μεν όταν το δικαστήριο ή ο δικαστής εξαπατηθεί και εκδώσει βάσει αυτών απόφαση, εν αποπείρα δε όταν το δικαστήριο ή ο δικαστής απορρίψει την αγωγή ( ΑΠ 1612/1995). Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Η παράγραφος όμως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ( Α Π 2200/2002 ΑΠ 692/200).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 παρέστησε ψευδώς στον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία '' Αdvice AE '' η οποία ασχολείται με την εμπορία ηλεκτρονίκών υπολογιστών και συναφών ειδών και λογισμικού ότι ήταν εξειδικευμένος πωλητής, διαχειριστής και εγκαταστάτης λογισμικών προγραμμάτων, ότι είχε εμπειρία από την εργασία του σε πολυεθνικές εταιρείες στο εξωτερικό και ειδικότερα στον Καναδά , ότι είχε πελατολόγιο για την διάθεση και την εγκατάσταση των προϊόντων αυτών ότι η εταιρεία του συνεργάζονταν με την ΕΠΕ ''.......'', ότι η τελευταία ήταν ενεργός και φερέγγυα και ότι δραστηριοποιούνταν στο ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και ότι είχε συμφωνήσει με την συγκεκριμένη την πώληση λογισμικών προγραμμάτων της εγκαλούσας αξίας μεγαλύτερης του ποσού των 350.000 ευρώ η καταβολή του οποίου ήταν δεδομένη λόγω αφ' ενός της φερεγγυότητας της εταιρείας του άλλα και της εταιρείας αυτής δεδομένου ότι αυτή είχε καταρτίσει ήδη συμβάσεις εγκατάστασης λογισμικών προγραμμάτων για την μεταπώληση και την εγκατάσταση τους. 'Ολα τα παραπάνω είχαν σαν συνέπεια να πειστεί ο εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας να προβεί σε πώληση και παράδοση προς την εταιρεία του Χ2 εμπορευμάτων συνολικής αξίας 355.891 περίπου ευρώ καθώς και την παροχή σ' αυτήν υπηρεσιών υποστήριξης και παραμετροποίησης των λογισμικών προγραμμάτων συνολικής αξίας 87.729 ευρώ. Για την κάλυψη των ποσών αυτών η ''...... ΕΠΕ'' και ειδικά ο εκπρόσωπος της Χ2 μεταβίβασε στην μηνύτρια με οπισθογράφηση επιταγές ύψους 441.417 ευρώ μεταχρονολογημένες έκδοσης της εταιρείας ....... ΕΠΕ με ημερομηνίες λήξης και πληρωμής από τον μήνα Ιούνιο 2003 μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο 2003. Οι επιταγές αυτές κατά την εμφάνιση τους δεν πληρώθηκαν τόσο από την εκδότρια εταιρεία ..... ελλείψει κεφαλαίων όσο και από την οπισθογράφο'' ....... ΕΠΕ '' Το γεγονός της μη ύπαρξης κεφαλαίων όπως και της διαπιστωθείσας από την μηνύτρια αφερεγγυότητας της ..... ο αναιρεσείων Χ2 το γνώριζε , μάλιστα δε από την μηνύτρια εταιρεία διαπιστώθηκε ότι πέρα της αφερεγγυότητας των εταιρειών αυτών και την αδυναμία πληρωμής οι εταιρείες αυτές ήταν καταχρεωμένες και ο Χ2 δεν είχε τις δυνατότητες της προώθησης σε πελάτες των προϊόντων της μηνύτριας εταιρείας. Περαιτέρω ο αναιρεσείων Χ1 υπό την ιδιότητα του σαν νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας ....... ΕΠΕ υπέβαλλε στο Εφετείο Αθηνών τις με αριθμ. κατάθεσης 1337 /7-10-2003 και 1348/8-10-2003 αιτήσεις με τις οποίες η εταιρεία ζητούσε να επικυρωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του Ν.1892/1990 η από ...... συμφωνία της εταιρείας αυτής και των πιστωτών της που κατά τους ισχυρισμούς της εκπροσωπούσαν το 60% και πλέον των πιστωτών της για περιορισμό των απαιτήσεων τους στο 10%. . Προς υποστήριξη της αίτησης της επικαλέστηκε και προσκόμισε πίνακα πιστωτών και πιστωμάτων με διάφορες εταιρείες μεταξύ των οποίων ή ''Iccoler AE'' η ''D+OS AE'' η ''..... EPE'' ο οποίος πίνακας όμως περιλάμβανε εικονικούς πιστωτές και εικονικές οφειλές όπως επίσης ανακριβή ισολογισμό και ισοζύγιο πληρωμών όπως διαπιστώθηκε από την μηνύτρια εταιρεία . Η αίτηση της '' .......ΕΠΕ'' απορρίφθηκε από το Εφετείο Αθηνών με το αιτιολογικό ότι κρίσιμος χρόνος για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας είναι ο χρόνος σύνταξης του τελευταίου ισολογισμού της επιχείρησης που ήταν ο του 2002 και όχι ο χρόνος κατάρτισης της συμφωνίας. Ο λόγος όμως αυτός της απόρριψης δεν ασκεί επιρροή επί του αξιοποίνου της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο λόγω του ότι στο δικαστήριο προσκομίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την ευδοκίμηση της αίτησης αναληθή και εικονικά στοιχεία. Το προσβαλλόμενο βούλευμα στην συνέχεια απάντησε και απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί του ότι όλα όσα παρέστησε ο πρώτος ήταν αληθή όπως και ότι η αίτηση του δευτέρου στο Εφετείο Αθηνών και τα παραστατικά ήταν αληθινά και όχι εικονικά με επαρκή πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο για τα όσα ο πρώτος παρέστησε , όσο και για το χρέος της εταιρείας του δευτέρου προς την εταιρεία του πρώτου , όσο και για την εικονικότητα των στοιχείων τα οποία ο δεύτερος επικαλέστηκε για την υποστήριξη της αίτησης του στο Εφετείο Αθηνών άσχετα αν η αίτηση του απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ότι ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 και 386&1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται μεταξύ στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος και να απορριφθούν οι αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση γιατί επαρκώς με τις εξηγήσεις και τα υπομνήματά τους που προέβαλλαν στον πρώτο και δεύτερο βαθμό υποστήριξαν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α. Να απορριφθούν οι με αριθμ. 210 και 211/15-10-2007 αιτήσεις των Χ1 και του Χ2 αντίστοιχα για αναίρεση του με αριθμ. 1507/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β. Να απορριφθούν οι αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και Γ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα την 30-11-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Εισάγονται προς συζήτηση και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας, η υπ' αριθμ. 210/15-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και η υπ' αριθμ. 211/15-10-2007 αίτηση του Χ2 που στρέφονται και οι δύο κατά του ιδίου υπ' αριθμ.1.507/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Κατά δε την παρ.3 περ.β' του ίδιου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή αίτηση.


ΙΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.507/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες από τους αναιρεσείοντες εφέσεις και επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 3.599/2006 παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωθείσα εις αυτό εισαγγελική πρόταση, και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό ουσιαστικής κρίσης του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην Αθήνα, κατά το Νοέμβριο του 2003 ο Χ2 που εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρεία υπό την επωνυμία "..... - Χ2 - .......ΕΠΕ" ήρθε σ' επαφή με τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας Γ1, δηλώνοντας ότι είναι ειδικός σε ζητήματα προώθησης και διαχείρισης λογισμικών προγραμμάτων, αφού η εταιρεία που εκπροσωπούσε ασχολείτο με συναφές αντικείμενο αυτού της εγκαλούσας, ότι λόγω της εργασίας του σε πολυεθνικές εταιρείες κατασκευής και εμπορίας λογισμικών του εξωτερικού και ειδικότερα του Καναδά, όπου ζούσε και εργαζόταν επί χρόνια, διέθετε εμπειρία μεγάλη σ' αυτό το αντικείμενο και εξέφρασε την επιθυμία να συνεργασθεί με την εγκαλούσα ως εξουσιοδοτημένος μεταπωλητής αναλαμβάνοντας την προώθηση στην αγορά των λογισμικών προγραμμάτων της. Έτσι την ..... υπεγράφη σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας μετά των υπ' αυτών εκπροσωπουμένων εταιρειών "ADVICE" και "...... ΕΠΕ". Ο κατηγορούμενος παρέστησε σ' αυτόν ότι είχε έτοιμο πελατολόγιο που προερχόταν από την συνεργασία του με την υπό του δευτέρου κατηγορουμένου εκπροσωπούμενη εταιρεία με την επωνυμία "......... ΕΠΕ", ότι οι πελάτες αυτών έχουν επιδοτηθεί από το Γ' ΚΠΣ και ότι η ..... είναι ενεργός, φερέγγυα και δραστηριοποιείται κυρίως στον δημόσιο τομέα ενώ οι εταίροι της αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους συνιστώντες και άλλες εταιρείες με σκοπό τη δημιουργία ενός ισχυρού ομίλου. Τον Δεκέμβριο 2002 ο Χ2 δήλωσε στον εκπρόσωπο της "ADVICE" ότι είχε συμφωνήσει με την προαναφερόμενο "...... ΕΠΕ" την πώληση λογισμικών προγραμμάτων της εγκαλούσας, αξίας μεγαλύτερης των 350.000 €, η καταβολή των οποίων ήταν δεδομένη, λόγω της φερεγγυότητας αμφοτέρων αφ' ενός και αφ' ετέρου λόγω του ότι η "....." είχε καταρτίσει ήδη συμβάσεις με τρίτα νομικά πρόσωπα προς μεταπώληση και εγκατάσταση λογισμικών προγραμμάτων που θα της πωλούσαν. Επειδή οι συμφωνίες με τους τελικούς πελάτες είχαν κλεισθεί από την "... ΕΠΕ", η οποία είχε συμφωνήσει με την "...... ΕΠΕ" να της πωλήσει η τελευταία τα εμπορεύματα, κατά διαβεβαίωση του Χ2, πείσθηκε ο Γ1, να προβεί την 31.12.2002. κατά παρέκκλιση από τα συμφωνημένα, στην πώληση επί πιστώσει και την παράδοση προς την ΕΠΕ που εκπροσωπούσε ο Χ2(.......), συνολικά 94 λογισμικών προγραμμάτων συνολικής αξίας 355.891.54 € για τα οποία εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια πώλησης στο όνομα της εταιρείας ".......ΕΠΕ", ενώ, στη συνέχεια, η εγκαλούσα εταιρεία παρείχε κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο 2003, στην ίδια εταιρεία υπηρεσίες υποστήριξης και παραμετροποίησης των λογισμικών προγραμμάτων που είχαν πωληθεί σ' αυτήν συνολικής αξίας 87.729,46 €, εκδοθέντων αντιστοίχως τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Χάριν δε της καταβολής του τιμήματος η ".... ΕΠΕ" εξέδωσε δια του εκπροσώπου της μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές και μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως σ' αυτή επιταγές της εταιρείας "......ΕΠΕ", καθώς και μεταχρονολογημένες επιταγές φερομένων πελατών της τελευταίας, συνολικού ύψους 441.417,37 ευρώ. Κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2003, όταν εμφανίσθηκαν οι επιταγές για πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες δεν υπήρχαν τ' αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια και οι επιταγές δεν πληρώθηκαν. Έτσι αποκαλύφθηκε ότι οι ισχυρισμοί και παραστάσεις του Χ2 περί φερεγγυότητας των αντισυμβαλλομένων ήσαν ψευδή και ο τελευταίος τελούσε, φυσικά, εν γνώσει αυτών. Μετά ταύτα, ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας ερευνώντας για την πραγματική κατάσταση, διαπίστωσε ότι η ".... ΕΠΕ" και ".... ΕΠΕ" δεν ήταν φερέγγυες, οικονομικά ισχυρές και εμπορικά ενεργές αλλ' αντιθέτως η "..... ΕΠΕ" ήδη από του τέλους του 2002 ήταν καταχρεωμένη με μεγάλες οφειλές και οικονομικά προβλήματα, ενώ λίγο αργότερα έγινε γνωστό ότι είχε υποβάλλει στο Εφετείο Αθηνών τις από 7.10.2003 δύο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσε να επικυρωθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 1892/90 η από ..... συμφωνία μεταξύ της εταιρείας αυτής και διαφόρων φερομένων ως πιστευτών της που, κατ' αρχήν εκπροσωπούσαν το 60% και πλέον των συνολικών οφειλών της εταιρείας. Ωστόσο, τα διαλαμβανόμενα στις παραπάνω αιτήσεις πραγματικά περιστατικά ήσαν ψευδή δεδομένου ότι αρκετές από τις εμφανιζόμενες οφειλές της εταιρείας προς τρίτα πρόσωπα ήταν εικονικές, αφού η πραγματική εικόνα των οφειλών της εταιρείας προς τους φερόμενους συμβληθέντες σ' αυτές ήταν εντελώς διαφορετικές. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι α) οι περισσότερες από τις οφειλές δεν εμφανίζονται στο Ισοζύγιο Γενικών Αναλυτικών Καθολικών (αξιών), κατά το κλείσιμο του ισολογισμού της 31.12.2002 και εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Ισοζύγιο της ημέρας σύναψης και συμφωνίας. Μεταξύ αυτών είναι οι οφειλές προς την ΤΗΕSSΑ SΥSΤΕΜS SΑ, προς την CΟΟLΕR ΑΕ. προς την ΟΤΟS ΑΕ, προς τον ......, προς την ... ΕΠΕ, προς τους Β1 και ......, β) το γεγονός ότι οι εταιρείες .... ΕΠΕ και "ICΟΟLΕR ΑΕ" συστήθηκαν από τους εταίρους της ".... ΕΠΕ". Ειδικότερα η εταιρεία "DTOS AE" συστήθηκε τον Μάιο 2003 και η εταιρεία "ΙCΟΟLΕR ΑΕ" τον Δεκέμβριο 2002 ενώ ελάχιστους μήνες μετά τη σύσταση της, από εταίρους της ".... ΕΠΕ", φέρεται ότι δάνεισε το ποσό των 505.087,20 € στην "..... ΕΠΕ" γ) Το γεγονός ότι οι οφειλές που υπήρχαν την 31.12.2002 προς τον Β1 κατά το κλείσιμο των ισολογισμών ήταν μόλις 3.020, 96 €, ενώ κατά την ημέρα σύναψης της συμφωνίας εμφανίζεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 247.779 € αλλά και άλλες οφειλές. Έτσι, αφού διογκώθηκαν εικονικά οι υπάρχουσες οφειλές από μία εταιρεία η οποία ουσιαστικά δεν λειτουργούσε και εμφανίσθηκαν ανύπαρκτες οφειλές, επιχειρήθηκε η παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς το ποσοστό των συναινούντων δανειστών προκειμένου να επιτευχθεί, δια δικαστικής αποφάσεως, η υπαγωγή της αιτούσας στο καθεστώς του Ν. 1386/83. χωρίς να συντρέχουν στην πραγματικότητα οι νόμιμες προϋποθέσεις, για απώτερο σκοπό της προσπόρισης παράνομου περιουσιακού οφέλους δια της αποφυγής καταβολής μεγάλου μέρους των χρεωστηθέντων, αφού η επικύρωση θα είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστούν οι απαιτήσεις των πραγματικών πιστωτών, σε ποσοστό μόλις 10% του συνόλου των υφισταμένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και αυτών της εγκαλούσας εταιρείας "ADVICE" που ανέρχονταν στο ποσό των 248.257,37 € από τις επιταγές που είχε εκδώσει ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 και είχαν περιέλθει στην εγκαλούσα από τον Χ2. Με τον τρόπο αυτό η "....." θ' αποκόμιζε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 223.422,03 € με ισόποσο τη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας. Προς επιτυχία του σκοπού του ο δεύτερος εκκαλών προέβη στην επίκληση και προσκόμιση στο Δικαστήριο ψευδών στοιχείων, ήτοι εγγράφων αναληθών ως προς το περιεχόμενο της και ειδικότερα επικαλέσθηκε και εμφάνισε στο Εφετείο πίνακα πιστωτών και ισολογισμό και ισοζύγιο Γενικών Αναλυτικών Καθολικών με εικονικούς πιστωτές και εικονικές οφειλές. Ωστόσο η επιδιωκόμενη από τον Χ1 πράξη δεν ολοκληρώθηκε, δεδομένου ότι: το Εφετείο Αθηνών και κατόπιν παρέμβασης της εγκαλούσας εταιρείας, με την υπ' αριθμ. 208/2004 απόφαση του απέρριψε την αίτηση, ως αβάσιμη κατ' ουσία, αποφαινόμενο ότι κρίσιμος για τον σχηματισμό των πλειοψηφιών χρόνος είναι ο της συντάξεων του τελευταίου ισολογισμού της επιχείρησης και όχι ο χρόνος κατάρτισης της συμφωνίας και επομένως δεν λαμβάνονται υπ' όψη όλες οι οφειλές που υπάρχουν κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας αλλά μόνο εκείνες που υπήρχαν κατά το χρόνο συντάξεως του τελευταίου ισολογισμού (31.12.2002), ο οποίος και θεωρείται κρίσιμος για τον υπολογισμό του ποσοστού του 60% των πιστωτών. Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους και τα απολογητικά τους υπομνήματα, καθώς και τις εξηγήσεις τους προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι στην πραγματικότητα ουδεμία πώληση εκ μέρους της "ADVICE" έλαβε χώρα προς την εταιρεία ".......ΕΠΕ" και αντίθετα, υπό την έκδοση των τιμολογίων, υποκρύπτεται τοκογλυφικό δάνειο που επιχείρησαν ν' αποσπάσουν από τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας, ο οποίος και τελικά, παρά την σ' αυτόν εγχείριση των επιταγών, δεν παρεχώρησε σ' αυτούς το δάνειο προς αντιμετώπιση των ιδιαίτερα επιτακτικών οικονομικών αναγκών τους, επικαλούμενη προς τούτο την κατάθεση του πρώτου διευθυντή της "ADVICE" ότι τα εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν χωρίς όμως να επιβεβαιώνει τη χορήγηση δανείου καθόσον ο ίδιος δεν γνωρίζει τον λόγο της συναλλαγής. Προσθέτουν δε, ότι οι φερόμενοι ως πιστωτές της εταιρείας .... ΕΠΕ δεν είναι εικονικοί αλλά συγγενείς εταιρείες που έσπευσαν να βοηθήσουν την οικονομικά αιμορραγούσα εταιρεία "..... ΕΠΕ" όπως γίνεται σε κάθε οικογένεια που το ένα μέλος βοηθά το άλλο σε περίπτωση ανάγκης, ενώ η εικονικότητα δε διαπιστώθηκε από το ενεργών έλεγχο ΣΔΟΕ. Το ότι όμως οι φερόμενες οφειλές της "..... ΕΠΕ", που εμφανίσθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, είναι εικονικές, παρ' ότι δεν εντοπίσθηκαν από το ΣΔΟΕ, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, ενώ στην από Ιούνιο 2002 μήνυση της ..... κατά του Γ1 και Χ2 για τοκογλυφία δηλώνεται ρητά ότι η εταιρεία δεν είχε καμμία συναλλαγή μ' αυτούς στο συμφωνητικό με τους πιστωτές, εμφανίζεται η "......" να οφείλει στον μεν Χ2 ποσό 298.519 € ενώ στην υπ' αυτών εκπροσωπούμενη εταιρεία "..... ΕΠΕ" ποσού 641.448 €, χρονικό διάστημα κατά το οποίο και οι δύο εταιρείες βρίσκονταν, κατά τα υπ' αυτών ομολογούμενα σε άθλια οικονομική κατάσταση, κατά την οποία δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ούτε τους συνήθεις λογαριασμούς ΔΕΗ, ΟΤΕ και μισθοδοσία προσωπικού. Άλλωστε επισημάνθηκε και παραπάνω ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο συλλογισμός δανειοδότησης της ..... ΕΠΕ από συγγενείς εταιρείες που δημιουργήθηκαν από τα ίδια πρόσωπα, αφού αυτά φέρονται να δανειοδοτούν τον εαυτό τους, ως μέλη άλλης εταιρείας, τη συνολική που δηλώνουν οικονομική δυσπραγία και προφανώς χαρακτηρίζεται ως ατυχές το υπό του δευτέρου των κατηγορουμένων προβαλλόμενο παράδειγμα του μέλους της οικογένειας, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διευκολύνων και διευκολυνόμενος είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από της συστάσεώς τους πρόλαβαν και διοχέτευσαν εμπορεύματα ή πιστώσεις στην εταιρεία .... ΕΠΕ ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και συνολική που η τελευταία παρέπαιε οικονομικά αλλά προφανώς και λειτουργικά με κάθε στρόφιγγα δανειοδότησης κλειστής. Τέλος, όπως και στο προσβαλλόμενο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικώς και μόνο προς αποφυγή επαναλήψεων αναφέρομαι, επισημαίνεται η τόσο μεγάλου ύψους έκδοση τιμολογίων εκ μέρους της εγκαλούσας εταιρείας, με παράλληλη καταβολή αναλογούντων ΦΠΑ, θα ήταν πολύ επικίνδυνη με παράλληλα βαρύτατες συνέπειες (χρηματικές και ποινικές) σε περίπτωση εξακριβώσεως της εικονικότητας τους, ενώ τα σχετικά έγγραφα παράδοσης των εμπορευμάτων έχουν υπογραφεί από τον ίδιο τον Χ2. γεγονός που θα αποφεύγετο από τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας στην προσπάθειά του να καλύψει τη φερόμενη ως τοκογλυφική δραστηριότητα του μ' άλλο τρόπο ........".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1,3β του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Η αιτίαση και των δύο κατηγορουμένων ότι η εγκαλούσα εταιρία ADVICE δεν πραγματοποίησε πώληση εμπορευμάτων στις από τον πρώτο απ' αυτούς εκπροσωπούμενες εταιρίας τα δε εκδοθέντα σχετικώς τιμολόγια ήσαν εικονικά, είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την αντίθετη ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του συμβουλίου. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη η αιτίαση με την οποία μέμφονται το βούλευμα για τις παραδοχές του ως προς την αφερεγγυότητα αυτών. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το συμβούλιο δεν κάλεσε να εξετάσει τον εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρίας, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ότι υπεβλήθη αίτημα διενέργειας περαιτέρω ανακρίσεως, είναι απαράδεκτη και δεν δημιουργεί αναιρετικό λόγο, ενώ, εξ άλλου, αορίστως προβάλλεται παραβίαση των δικαιωμάτων τους ως κατηγορουμένων από την άρνηση του συμβουλίου να εξετάσει τους προτεινόμενους μάρτυρες, εφόσον συγχρόνως δεν επικαλούνται εάν υπέβαλαν σχετικό αίτημα και δεν κατονομάζουν τους μάρτυρες, τέλος δε, αορίστως προτείνεται έλλειψη νομιμοποιήσεως της πολιτικώς εναγούσης χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Ακόμη, για την απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος Χ1, όλες οι αιτιάσεις αυτού συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτες. Ακόμη, απαραδέκτως γίνεται επίκληση ότι το συμβούλιο δεν συσχέτισε την κατ' αυτών κατηγορία με μήνυση την οποία αυτοί έχουν υποβάλλει κατά της εγκαλούσης εταιρίας για την πράξη της τοκογλυφίας.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β'και δ'του Κ.Π.Δ με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV.- Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν χωρίς επαρκή αιτιολογία απορρίψει το υποβληθέν αίτημα επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά τα προεκτεθέντα. Εξυπακούεται ότι η από τον διάδικο υποβαλλόμενη αίτηση εμφανίσεως, για να δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση του Συμβουλίου, πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά και ισχυρισμούς προς απόκρουση ή υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι θα πρέπει προσδιορίζονται στην αίτηση και να είναι νέοι, με την έννοια να μην αποτελούν απλή επανάληψη εκείνων που περιλαμβάνονται στα υπομνήματα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή και μεταγενέστερα κατά την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο ή περιέχονται στην απολογία του κατηγορουμένου, τα οποία τέθηκαν υπόψη και είναι ήδη γνωστά στο Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τη διαλαμβανόμενη στην εισαγγελική πρόταση αιτιολογία, στην οποία και το ίδιο αναφέρεται, κατά την οποία ".... Το αίτημα των κατηγορουμένων εκκαλούντων προς προσωπική εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων, είναι μεν νόμιμο, κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, φρονούμε όμως ότι πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι δια των εξηγήσεων, απολογητικών τους υπομνημάτων και εφέσεών τους πολλαπλώς και επαρκώς υποστήριξαν τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και πληθωρικώς διευκρίνισαν τις υπ' αυτών προβαλλόμενες απόψεις..." απέρριψε την υπό των κατηγορουμένων με το δικόγραφο της εφέσεώς τους υποβληθείσα αίτηση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου. Η κατά τούτο απορριπτική κρίση του βουλεύματος είναι και ειδική και εμπεριστατωμένη, συνέτρεξαν δε οι αναφερόμενοι στο άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ εξαιρετικοί λόγοι απορρίψεως, Συνεπώς ο για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερομένου αιτήματος σχετικός λόγος αναιρέσεως και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος (άρθρο 484 παρ.2 ΚΠΔ) της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' του ΚΠΔ) εκ της παραβιάσεως της άνω διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση και την άσκηση δικαιώματος του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω και αναφορικά με το υποβαλλόμενο υπό των αναιρεσειόντων αίτημα για την, κατά το άνω άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ , αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προκειμένου να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία της αθωότητάς τους, παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα στοιχεία τα οποία διαθέτουν, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με την προαναφερθείσα διάταξη παρέχεται στους διαδίκους το δικαίωμα διευκρινίσεως των ισχυρισμών τους και όχι προσκομιδής νέων αποδεικτικών στοιχείων, σημειουμένου ότι η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 210/15-10-2007 και 211/15-10-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1.507/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου.
Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή