Αριθμός 1561/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου-Εισηγήτρια, Χρυσούλα Πλατιά και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COCA-COLA 3E ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ.-ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ-SNACKS-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Τ. Α.Β.Ε.Ε.", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κυριακίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ & ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" με διακριτικό τίτλο "T. FAMILY A.E." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Άγγελο Παπασπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.01.2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10299/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1402/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 07.12.2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7.12.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 1402/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ - SNACKS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [η οποία μετά την έκδοση της παραπάνω προσβαλλομένης απόφασης, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την ήδη αναιρεσείουσα, καθισταμένης της τελευταίας οιονεί καθολικής διαδόχου της παραπάνω εκκαλούσας, όπως συναφώς δεν αμφισβητήθηκε] κατά της με αριθμό 10299/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε ομοίως απορριφθεί η από 5.6.2018 αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, με αντικείμενο την παράνομη και υπαίτια προσβολή εκ μέρους των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) των δικαιωμάτων της επί εμπορικού σήματος, επωνυμίας και ονόματος χώρου στο διαδίκτυο (domain name) και για αθέμιτο εις βάρος της ανταγωνισμό, και αίτημα την απαγόρευση χρήσης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθώς και την απόσυρση, κατάσχεση και ανάκληση των προϊόντων που φέρουν τα συγχυτικά χαρακτηριστικά, με απειλή χρηματικής ποινής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 124, 125, 134, 135, 139, 145 παρ. 1, 147 παρ. 1 και 2, 148 παρ. 1 και 2 και 150 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86/11.4.2012) "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις" ( όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον ν. 4155/2013) στον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο των σημάτων η οδηγία 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του δικαίου των σημάτων, και όπως οι διατάξεις τους ίσχυαν πριν την κατάργησή τους από το άρθρο 89 του ν. 4679/2020 (ΦΕΚ Α`, 71/20-3-2020), καθώς και από εκείνες των άρθρων 1, 3, 4, 6, 8 παρ. 1, 14, 15, 18 και 26 του προϊσχύσαντος Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", ερμηνευόμενες σύμφωνα με την οδηγία 89/104/Ε.Κ. της 21-12-1988, προκύπτουν τα εξής : A) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης, από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος του προϊόντος ή της συσκευασίας αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα. Είναι δηλαδή, το σήμα διακριτικό γνώρισμα εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, η δε βασική λειτουργία, την οποία επιτελεί, είναι η διακριτική αποτελώντας έτσι την ταυτότητα, το όνομα του προϊόντος (ονοματοδοτική λειτουργία), καθώς και τον κώδικα επικοινωνίας με το καταναλωτικό κοινό, μέσω του οποίου διοχετεύονται πληροφορίες σχετικά με την προέλευση, τις ιδιότητες, τη φήμη και το κύρος των προϊόντων που διακρίνει. B) Με την καταχώριση του σήματος στο μητρώο σημάτων (άρθρα 122, 134, 147 Ν. 4072/2012 και άρθρα 6, 8, 14 και 15 του Ν. 2239/1994) παρέχεται στον καταθέτη, που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμοδίου οργάνου, το απόλυτο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος (μέχρι να διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, και δη από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995) στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο, διακριτικό γνώρισμα ή σημείο το οποίο προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. Γ) Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα (ταύτιση σήματος - σημείου και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία, είτε το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο είτε το μεταγενέστερο σημείο ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σήματος - σημείου και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σήματος -σημείου). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σήματος - σημείου και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενεστέρου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης του σήματος και του σημείου. Δεδομένου του απολύτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ` αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στο δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου (ΑΠ 207/2023). Δ) Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο. Η συνδρομή ή όχι του κινδύνου σύγχυσης υπόκειται ως αόριστη νομική έννοια στον αναιρετικό έλεγχο για την εξειδίκευσή της (ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 62/2013). 'Ομως, η πιο πάνω προστασία του δικαιούχου του σήματος παρέχεται με τους περιορισμούς του άρθρου 126 ν. 4072/2012, περιορισμούς που αποδίδουν τη σύγκρουση ανάμεσα στο γενικό συμφέρον του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην ύπαρξη απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων σε άϋλα αγαθά και η οποία (σύγκρουση) αίρεται με υποχώρηση του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος υπό προϋποθέσεις. Έτσι το δικαίωμα προστασίας του σηματούχου περιορίζεται ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 126 ν. 4072/2012 ορίζεται ότι "1. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές: α) το όνομα, το επώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους β) ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, την γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά της, γ) το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο..". Σύμφωνα με το υπό στοιχείο (γ) της ως άνω διάταξης, η μη παρεμπόδιση του τρίτου να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές το σήμα του δικαιούχου, έχει ως απώτατο όριό της την περίπτωση που η εν λόγω χρήση παύει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο (αποφ. ΔΕΕ της 17.3.2005, αποφ. ΔΕΕ της 7.1.2004) Εξαρτάται άλλωστε, από τις περιστάσεις της εκάστοτε ειδικής περίπτωσης η κρίση περί το εάν η χρήση καθίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτη, επειδή π.χ. υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης αλλότριας φήμης ή προκαλεί βλάβη στη φήμη του σήματος ή συνιστά πράξη παρεμποδιστικού ανταγωνισμού κ.ο.κ. (απόφ. ΔΕΕ της 17-03-2005, υπόθ. C-228/03, στις σκέψεις 43, 49 και 52). Η συνδρομή κινδύνου σύγχυσης δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάφαση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, τυχόν δε ύπαρξη τέτοιου κινδύνου από την άλλη πλευρά, δεν καθιστά ipso facto τη χρήση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αφού απαιτείται μία συνολική στάθμιση, στο πλαίσιο της οποίας βαρύνουσα επίδραση ασκεί και η φήμη του σήματος, χωρίς να είναι πάντως αναγκαίο ή τελευταία (φήμη) να εξικνείται μέχρι τέτοιου βαθμού, ώστε το prima facie προσβαλλόμενο σήμα να αποτελεί και σήμα φήμης αφού η αναγνωρισιμότητα ενός σήματος ποικίλλει σε ένταση, ακόμα και πριν ένα σήμα καταστεί σήμα φήμης. Περίπτωση αθέμιτης χρήσης συντρέχει, ιδίως, όταν ο τρίτος α) χρησιμοποιεί το σήμα κατά τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση ότι υπάρχει μία εμπορική σχέση μεταξύ του σηματούχου και της επιχείρησης του τρίτου ή ένταξη στο δίκτυο διανομής του τρίτου, οπότε και ιδιαίτερα κρίσιμο αναδεικνύεται και το στοιχείο του αν ο τρίτος γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι δημιουργεί τον ανωτέρω κίνδυνο, β) όταν η ενέργεια του τρίτου επιδρά αρνητικά στην αξία του σήματος, εξασθενίζοντας τη διακριτική του δύναμη ή συντελώντας στην εκμετάλλευση της φήμης του, γ) όταν ο τρίτος υποβιβάζει ή δυσφημεί το σήμα καθώς και δ) όταν ο τρίτος παρουσιάζει ένα προϊόν ως απομίμηση του εμπορεύματος, που φέρει το προσβαλλόμενο σήμα.
Στην περίπτωση αυτή επανέρχεται η προστασία του σηματούχου (απόφ. ΔΕΕ της 17-03-2005, υπόθ. C-228/03, σκέψεις 42 επ., ΑΠ 366/2014, ΑΠ 62/2013, ΑΠ 1477/2011 ΑΠ 670/2010). Από δικονομικής άποψης, ο μεν ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί την επωνυμία ή το όνομά του συνιστά ένσταση, ο δε ισχυρισμός ότι η οικεία συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη έχει χαρακτήρα αντένστασης.
Εξ άλλου, ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα σήματα "φήμης" (αρθ. 4 παρ. 1γ του προϊσχύσαντος ν. 2239/1994 και ακολούθως άρθ. 124 παρ. 1γ του ν. 4072/2012). Για να χαρακτηριστεί ένα σήμα φημισμένο, απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό, στο οποίο αυτό αφορά, δηλαδή ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό, είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται να είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη, δύναται να καθορισθεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως: α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης(ΑΠ 1609/2014, ΑΠ 371/2012, ΑΠ 1030/2008, ΣτΕ 2812/1998). Στα σήματα αυτά, ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν, της, για τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα, προβλεπόμενης, προς τον σκοπό αφενός, της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος και αφετέρου, του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης. Ειδικότερα, εάν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης. Αρκεί, ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 249/2014, ΑΠ 371/2012, ΑΠ 1030/2008). Αθέμιτο όφελος προσπορίζεται ο τρίτος όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση την οποία έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση, ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο, ή ότι επεξέτεινε την δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός (ο τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά. Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται κυρίως όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 221/2018, ΑΠ 486/2015, ΑΠ 1030/2008). Ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αρκεί η ύπαρξη, για την προστασία του σήματος φήμης, κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων (ελάχιστη έστω ομοιότητα των εκατέρωθεν ενδείξεων) ώστε να είναι δυνατή/πιθανή από το καταναλωτικό κοινό, η συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης.
Συνεπώς, στη περίπτωση σήματος φήμης, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία του, το ομοειδές των προϊόντων όπως συμβαίνει στον κίνδυνο σύγχυσης και στον κίνδυνο συσχέτισης (αρθ. 125 παρ. 3 εδ. β'του ν. 4072/2012). Αν βέβαια συντρέχει τυχόν και αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή το ομοειδές των προϊόντων, οι πιθανότητες παροχής έννομης προστασίας θα ενισχύονται ουσιωδώς. Παράλληλα, ενώ στη περίπτωση κοινού σήματος η προστασία προϋποθέτει ομοιότητα, η οποία να προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης, στο πεδίο της φήμης η ομοιότητα (έστω και μόνον στην ένδειξη) αρκεί να καταφάσκεται σε μικρότερο βαθμό, τέτοιο δηλαδή, που να προκαλείται "κίνδυνος σύνδεσης", δηλαδή απλώς, "κίνδυνος συνειρμικής ανάκλησης".
Προκειμένου, συνεπώς, για προστασία του σήματος φήμης, εκτός από τον κίνδυνο σύνδεσης (συνειρμικής ανάκλησης) δέον να γίνεται επίκληση και να αποδεικνύεται κάποιος από τους λόγους προσβολής του σήματος φήμης, όπως αυτοί κατονομάζονται στην νομολογία του ΔΕΕ, ήτοι άντληση αθέμιτου οφέλους (παρασιτισμός /free riding), βλάβη φήμης (tarnishment) και βλάβη διακριτικού χαρακτήρα (blurring-dilution).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τίνος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 1780/1999). Διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομα του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός). Τα διακριτικά γνωρίσματα προστατεύονται από το ν. 146/1914, με σκοπό την παρεμπόδιση εκμεταλλεύσεως της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της συγχύσεως. Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευάσιων, διαφημίσεων. Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές. Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα, σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά στην προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε στην ταυτότητα της επιχείρησης, είτε στην ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων (ΑΠ 1123/2002 ,ΑΠ 1780/1999 ). Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσεως του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή. Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του ν. 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνον αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 241/1991). Τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του Νομοθέτη είναι, να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση. Προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης, προσδιορίζει και την έκταση της προστασίας, με συνέπεια ονόματα, κοινότυπες εκφράσεις ή λέξεις, συνηθισμένα σχήματα και υλικά συσκευασιών, γνωρίσματα γένους, κ.λπ., να μην μπορούν αυτοτελώς να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα ή σήματα, λόγω έλλειψης διακριτικής δύναμής τους, εκτός αν, από το συνδυασμό περισσοτέρων στοιχείων, αυτά αποκτήσουν διακριτική δύναμη. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων. Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση, ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή. Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου Νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο, αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση. Η προαναφερόμενη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 εφαρμόζεται, συμπληρωματικά- επικουρικά και επί Εμπορικού ή Βιομηχανικού Σήματος, εφόσον η προστασία, που παρέχουν οι ειδικές περί σημάτων διατάξεις του Ν. 4072/2012 δεν επαρκεί. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 146/1914 προκύπτει ότι, για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, απαιτείται, αφενός μεν η πράξη να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού, αφετέρου δε με τη χρήση του ξένου σήματος, να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης στον κοινό καταναλωτή, σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία (σύγχυση) δεν νοείται, όπως αναφέρθηκε, αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 310/1990). Εάν, όμως, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησής του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Προς διάκριση της προέλευσης εμπορεύματος από συγκεκριμένο φορέα, δύναται είτε α) να κατατεθεί και καταχωρισθεί σήμα, είτε β) να χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές ένδειξη, η οποία δεν καταχωρίσθηκε ως σήμα (ΑΠ 606/2005, και σχετ. ΑΠ 207/2023, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1519/2014, ΑΠ 371/2012).
ΙΙΙ. Βασική προϋπόθεση για την είσοδο ενός επαγγελματία στο διαδίκτυο αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση ενδιαφερομένων, πελατών και η κατάρτιση συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το "domain name" (όνομα περιοχής), το οποίο κατ' ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήση του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι, ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, έρχεται σε επαφή με τα δημοσιευμένα, στην ιστοσελίδα που επιλέγει, δεδομένα και κατ' επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα. To "domain name" αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μία ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία, διαιρείται δε σε τρία μέρη. Η ονομασία πεδίου ("domain name") δεν μπορεί καταρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά, εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιοσδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο "domain name" μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι "domain name" στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής "domain name" για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Ενόψει των ανωτέρω, το "domain name" θα πρέπει να απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. 1 του ν. 146/1914, αλλά και ένα διακριτικό γνώρισμα θα πρέπει να προστατεύεται (εφόσον βεβαίως πληρούνται οι αναφερόμενες στη συνέχεια προϋποθέσεις προστασίας του) από τη χρήση ενός ονόματος πεδίου, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε χρονικά η καταχώριση αυτού στο διαδίκτυο, λαμβανομένων όμως υπόψη, υπό τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, των ιδιαιτεροτήτων του διαδικτύου και συγκεκριμένα, της παγκοσμιότητας του διαδικτύου ως μέσου ενημέρωσης, της μοναδικότητας των ηλεκτρονικών διευθύνσεων, της πεπερασμένης δυνατότητας συνδυασμών διευθύνσεων, του ιδιόρρυθμου συστήματος καταχώρισης των ονομασιών, κατά το οποίο η εξυπηρέτηση των αιτήσεων γίνεται κατά τη σειρά άφιξής τους, χωρίς διενέργεια προληπτικού ελέγχου, αρκεί να μην έχει χορηγηθεί το συγκεκριμένο όνομα σε άλλον αιτούντα (First Come First Served). Ακόμη, δεν αποκλείεται domain name να αποτελεί επωνυμία μιας επιχείρησης, αν αυτή δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο. Ωστόσο, η καταχώριση στο διαδίκτυο δεν παρέχει οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι των μη καταχωρημένων σε αυτό διακριτικών γνωρισμάτων και το αντίστροφο, ήτοι, η διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, όπως αυτή ισχύει στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Έτσι, σε κάθε περίπτωση προσβολής διακριτικού γνωρίσματος από domain name τρίτου, η χρονική προτεραιότητα κρίνεται με βάση το χρονικό σημείο γένεσης του δικαιώματος επί του διακριτικού γνωρίσματος (ΑΠ 1609/2014). Υπό το πλαίσιο αυτό, η καταχώριση γνωστού ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως "domain name" ενδέχεται να συνιστά αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό, κατ` άρθρο 1 του Ν.146/1914, ενώ δεν αποκλείεται ότι μπορεί να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 του Ν. 146/1914, όταν το διακριτικό γνώρισμα χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο (ΑΠ 371/2012).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 20/2011, 7/2006, 4/2005). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στη τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/3013).Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη-απόφαση "δέχθηκε ή δεν δέχθηκε" κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 58/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1609/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "... Η ενάγουσα εταιρεία έχοντας αρχικά τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας διατηρεί επιχείρηση με σκοπό την "παραγωγή, τυποποίηση και εμπορία πεφρυγμένων πατατών και τροφίμων SNACKS", δραστηριοποιείται δε εμπορικά εν τοις πράγμασι, πρωτευόντως στην παραγωγή και εμπορία chips πατάτας σε διάφορες παραλλαγές, δευτερευόντως δε και σε σαφώς μικρότερη κλίμακα στην παραγωγή και εμπορία άλλων αλμυρών snacks, που εντάσσονται στην ίδια κατηγορία προϊόντων με τα chips πατάτας (πχ. Γαριδάκια). Η ιστορική της διαδρομή στον οικείο κλάδο εμπορίου ξεκινά από το 1954 οπότε και ο Γ. Τ. ίδρυσε σχετική ατομική επιχείρηση για την παραγωγή snack πατάτας. Τον Ιούλιο του 1996, η άλλοτε ομόρρυθμη εταιρεία μετετράπη νόμιμα σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ-SNACKS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο " Τ. ΑΒΕΕ"... Τον Ιανουάριο του 2004 το σύνολο των μετοχών της εταιρείας μεταβιβάστηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "COCA COLA ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της οποίας και κατέστη θυγατρική εταιρεία. Η ετήσιος κύκλος εργασιών της ενάγουσας ανέρχεται κατά τα τελευταία έτη σε ποσό περί τα 12.000.000 ευρώ, ετησίως, ενώ το μερίδιο αγοράς της εταιρείας επί του συνόλου της κατηγορίας των snack ανέρχεται σε ποσοστό 15% περίπου, από το οποίο το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από την εμπορία των ειδών chips πατάτας σε διάφορες μορφές. Εκτός από την ως άνω επωνυμία της και τον από ετών χρησιμοποιούμενο διακριτικό της τίτλο προς διάκριση του φορέα της επιχείρησης και της ίδιας της επιχείρησης, η ενάγουσα εταιρεία χρησιμοποιεί και διάφορες ενδείξεις στις συναλλαγές, προς διάκριση των προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται, μερικές από τις οποίες (και συγκεκριμένα οι σχετικές με τα πατατάκια) έχουν καθιερωθεί στις συναλλαγές των πεφρυγμένων πατατών, ήτοι έχουν επικρατήσει στην αντίληψη των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, ως ενδείξεις, που συνδέονται με τα προϊόντα και την επιχείρηση της ενάγουσας, την οποία εξατομικεύουν. Επισημαίνεται ότι η ενάγουσα διατηρεί δικαιώματα στα ακόλουθα σήματα ... (παρατίθενται σε αναλυτική περιγραφή τα είκοσι (20) σήματα και τα προϊόντα στα οποία αφορούν )..Τα ανωτέρω ένδικα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα έχουν καταστεί σήματα και διακριτικά γνωρίσματα φήμης, αντίστοιχα, αφού συντρέχει α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσης αυτών στις συναλλαγές πεφρυγμένων πατατών-chips, β) ιδιαίτερη θετική εκτίμηση του καταναλωτικού κοινού αναφορικά με τα διακρινόμενα προϊόντα και την επιχείρηση που τα παράγει, γ) σημαντικό μερίδιο αγοράς, δ) εξηκονταετής σχεδόν διάρκεια χρησιμοποίησής τους, ε) σημαντικές επενδύσεις της ενάγουσας για την προβολή των γνωρισμάτων, στ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης, καταλαμβάνει στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, γεγονός που δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά ως προς αυτή τη παραδοχή δεν βάλλεται με την έφεση. Επισημαίνεται ότι τα σημαινόμενα και εν γένει διακρινόμενα προϊόντα της ενάγουσας εντάσσονται στην κατηγορία των αλμυρών snacks και σε ποσοστό 95% στην υποκατηγορία των chips πατάτας.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εναγομένων, ήδη ανώνυμη εταιρεία, μέλος του ΔΣ της οποίας εκλέγεται κατά καιρούς η δεύτερη των εναγομένων Μ. Τ., έχει και αυτή μακρά ιστορία επιχειρηματικής δράσης από το 1963 αρχικά με τη μορφή ατομικής επιχείρησης και αργότερα με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας. Ειδικότερα, η επιχείρηση αυτή ιδρύθηκε από τον παππού της δεύτερης των εναγομένων, Π. Τ., ο οποίος από το έτος 1963 ασχολήθηκε με τον τομέα της πτηνοτροφίας και συγκεκριμένα με την παραγωγή και εμπορία αυγών. Στις 4.4.1970 ο Π. Τ. από κοινού με τον Η. Τ., ίδρυσαν την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Τ. ΟΕ" με έδρα την Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης και σκοπό την εκμετάλλευση πτηνοτροφείων. Το 1988 στην επιχείρηση είχε πλέον ήδη εισέλθει ο Ι. Τ., γιός του Π. Τ. και το 2005 στην εταιρεία εισήλθαν και τα τέκνα του Ι. Τ., Π. και Μ. Τ. Η εν λόγω εταιρεία από τη σύστασή της και μέχρι σήμερα διατηρεί την ιδιότητά της ως οικογενειακή επιχείρηση, παρά τις μεταβολές στη νομική μορφή του φορέα άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό η εταιρεία πραγματοποίησε σειρά επενδύσεων σε ειδικές εκτροφές, ξεκινώντας πλέον να παράγει ήδη από τότε, αυγά βιολογικής γεωργίας, αυγά από όρνιθες ελευθέρας βοσκής, αυγά με ενισχυμένα λιπαρά Ω3 και ακολούθως αυγά βαμμένα για την πασχαλινή περίοδο και προϊόντα παστεριωμένων αυγών. Παράλληλα, τα προϊόντα της πρώτης των εναγομένων διατίθενται πλέον σε όλη την ελληνική επικράτεια. Στις 17.2.2010 με ενέργειες της εν λόγω εταιρείας καταχωρήθηκε το με αριθμό D 199426 ημεδαπό, σύνθετο σήμα με έγχρωμη απεικόνιση για τη διάκριση προϊόντων στην κλάση 29 και δη αυγών, το οποίο, κατόπιν ανανέωσης διατηρείται σε ισχύ. Πρόκειται για σήμα, τη λεκτική ένδειξη του οποίου συγκροτούν οι λέξεις " Καλημέρα Τ." με την οποία και σημαίνονται τα παραγόμενα αυγά. Το έτος 2009 ιδρύεται η εταιρεία με την επωνυμία "Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΥΓΑ Τ. ΑΕ". Κατόπιν εντατικής διαφήμισης, άλλωστε, και το εν λόγω διακριτικό γνώρισμα κατέστη ευρέως γνωστό, καθόσον αφορά στην πώληση αυγών και το έτος 2014 η πρώτη των εναγομένων είχε επιτύχει να πωλεί 2.500.000 αυγά σε μηνιαία βάση. Κατά τον ανωτέρω χρόνο (2014) η πρώτη των εναγομένων αποφάσισε να επεκτείνει την επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητά της και σε άλλη αγορά και δη σε αυτή των δημητριακών πρωϊνού και άλλων συναφών snacks. Προς τούτο η επωνυμία της ενάγουσας μετατράπηκε από "Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΡΟΙΌΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" σε "Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" ο δε διακριτικός της τίτλος μετατράπηκε από το "ΑΥΓΑ Τ. ΑΕ" σε "T. FAMILY AE". Επίσης η πρώτη των εναγομένων, κατόπιν σχετικής αίτησής της στην αρμόδια Αρχή, αρχίζει να χρησιμοποιεί το όνομα χώρου "..." και σε αρχική φάση παράλληλα με το άλλοτε χρησιμοποιούμενο όνομα χώρου "...". Η επέκταση στην αγορά των δημητριακών και συναφών ειδών snacks προωθήθηκε με κυρίαρχο γνώρισμα την λεκτική ένδειξη "Le Petit Dejeuner" που αποτελεί απόδοση της λέξης "πρωϊνό-πρόγευμα" στην γαλλική γλώσσα. Στις 17.9.2014 και στις 20.10.1994 η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων αιτήθηκαν αντιστοίχως, την καταχώριση στο όνομά τους, ως ημεδαπών σημάτων, δύο ενδείξεων. Ειδικότερα, η ένδειξη την οποία είχε ήδη αρχίσει από το δεύτερο εξάμηνο του 2014 να χρησιμοποιεί η πρώτη των εναγομένων, επιθέτοντάς την στα νέα προϊόντα, που είχε ξεκινήσει να παράγει και να εμπορεύεται, και την οποία ακολούθως, στις 17.9.2014 κατέθεσε η Μ. Τ., προς καταχώρισή της ως σήματος για την διάκριση προϊόντων στις κλάσεις 29 (αυγά, αυγά σε σκόνη, κρόκος αυγού, βούτυρο, βούτυρο φυτικό/μαργαρίνη, γάλα, γαλακτοκομικά προϊόντα, κρέμα γάλακτος, γιαούρτι, αλλαντικά, κατεψυγμένα φρούτα, φρούτα κονσερβοποιημένα......) και 30 (άλευρα και παρασκευάσματα από δημητριακά, νιφάδες δημητριακών αποξηραμένων, μούσλι, βρώμη, μίγματα νιφάδων δημητριακών και φρούτων....) αποτελείται από .... (περιγράφεται λεπτομερώς η ένδειξη)... Στην ως άνω αίτηση για την καταχώρηση ως σήματος της εν λόγω ένδειξης εκδόθηκε η με αριθμό ΕΞ 60/2015 απορριπτική απόφαση της εξετάστριας σημάτων με την αιτιολογία ότι δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, που προέκυπτε από τη σύγκριση της ως άνω ένδειξης με διάφορα σήματα της ενάγουσας για τη σήμανση παρόμοιων προϊόντων ενόψει και της ταύτισης σε όλες τις περιπτώσεις της κυρίαρχης ένδειξης "T.". Κατά της ως άνω απόφασης και ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (ΔΕΣ) προσέφυγε η καταθέτρια της ένδειξης, στο πλαίσιο δε, της σχετικής διαδικασίας, παρέμβαση άσκησε και η νυν ενάγουσα. Η ΔΕΣ με τη με αριθμό 261/26.6.2017 απόφασή της, δέχθηκε την προσφυγή και απέρριψε την παρέμβαση της ενάγουσας κρίνοντας κατά βάση, ότι δεν συνέτρεχε κίνδυνος σύγχυσης, ενόψει της διαφοροποίησης των ενδείξεων και των σημαινομένων προϊόντων. Ήδη σε βάρος αυτής της απόφασης έχει ασκηθεί από την νυν ενάγουσα η με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ....2017 προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ' αυτής. Σημειωτέον ότι πανομοιότυπη ένδειξη πάντως, καταχωρήθηκε ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο όνομα της ίδιας της πρώτης των εναγομένων στις 24.5.2017, που ισχύει από 27.9.2016. Πρόκειται για το με αριθμό ... σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταχωρήθηκε προς διάκριση προϊόντων στην κλάση 30, κατά την ταξινόμηση της Νίκαιας (επεξεργασμένα δημητριακά, άμυλα... μικρογεύματα (σνακ)...).Σε βάρος της καταχώρησης του εν λόγω σήματος πάντως, και ενώπιον του αρμοδίου ευρωπαϊκού οργάνου έχει ήδη κατατεθεί η με αριθμό ....2018 αίτηση κήρυξης της ακυρότητάς του. Εκτός από την ανωτέρω ένδειξη, η πρώτη των εναγομένων άρχισε να χρησιμοποιεί από το 2014 και άλλη ένδειξη, με απεικόνιση τα λεκτικά στοιχεία " T. FAMILY" την οποία μάλιστα, έχει καταχωρήσει και ως ημεδαπό σήμα, παρότι ήδη εκκρεμεί πλέον η σχετική αίτηση διαγραφής της νυν ενάγουσας. Πρόκειται για το με αριθμό ... ημεδαπό σήμα, το οποίο έγινε δεκτό με τη με αριθμό .../2014 απρόσβλητη απόφαση του εξεταστή σημάτων και καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο στις 10.3.2015, με έναρξη της προστασίας στον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ήτοι στις 22.10.2014, προς το σκοπό διάκρισης προϊόντων στις κλάσεις 29 (αυγά, αυγά σε σκόνη, βούτυρο...), 30 (άλευρα και παρασκευάσματα από δημητριακά...), 31 (ζώντα ζώα, νωπά φρούτα και λαχανικά) και 32 (εκχυλίσματα φρούτων μη αλκοολούχα, χυμοί φρούτων, χυμοί λαχανικών, ποτά φρούτων, σόδα) κατά την ταξινόμηση της Νίκαιας. Ήδη όμως, η ενάγουσα ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, μετά την καταχώρηση άσκησε τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 88582/30.8.2016 αίτηση διαγραφής ενώπιον της ΔΕΣ, χωρίς να αποδεικνύεται η έκδοση απρόσβλητης απόφασης επ' αυτής. Η εν λόγω ένδειξη διατάσσεται σε τρίτα επίπεδα (... ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή της ένδειξης "Τ. FAMILY"...Τα προϊόντα που παρήγαγε και εξακολουθεί να παράγει η πρώτη των εναγομένων, και τα οποία διαθέτει στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, χρησιμοποιώντας τις προπεριγραφείσες συσκευασίες και διασχηματισμούς, επιθέτοντας επ'αυτών την προπεριγραφείσα ένδειξη, που έχει καταχωρηθεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί και ως ημεδαπό σήμα, χωρίς να έχει εκδοθεί ακόμη απρόσβλητη ή τελεσίδικη απόφαση των αρμοδίων οργάνων είναι τα ακόλουθα ... ακολουθεί παράθεση των εν λόγω προϊόντων με περιγραφή της συσκευασίας αυτών και της υπόψη ένδειξης)... Εν συνεχεία, αποδεικνύεται ότι ο κύκλος εργασιών της το έτος 2010 ανερχόταν στο ούτως ή άλλως σημαντικό ύψος των 2.033.793,74 ευρώ, το έτος 2012 (ήδη προ της προώθησης στην αγορά των προϊόντων "Le petit dejeuner") το ποσό αυτό ανήλθε σε 3.127.320,23 ευρώ, το 2014 αυξήθηκε περαιτέρω στα 4.583.759,35 ευρώ (μετά την προώθηση της σειράς νέων προϊόντων στην αγορά το δεύτερο εξάμηνο του εν λόγω έτους) και το έτος 2015 ανήλθε σε 5.160.878,08 ευρώ. Η εμπορική κίνηση της επέκτασης των δραστηριοτήτων της πρώτης των εναγομένων στην αγορά των δημητριακών και της προώθησης στην αγορά τέτοιων προϊόντων, και δη με τις προαναφερθείσες συσκευασίες και διακριτικά γνωρίσματα, αποδείχθηκε επιχειρηματικά εύστοχη και απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα στην οικονομική ανάπτυξή της, αφού το καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονταν τα εν λόγω προϊόντα, ανταποκρίθηκε ιδιαίτερα θερμά στη νέα προσπάθεια της οικογενειακής επιχείρησης. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο κύκλος εργασιών της πρώτης των εναγομένων υπερβαίνει πλέον σταθερά το ποσό των 6.000.000 ευρώ ετησίως. Στην επιτυχία του εγχειρήματος συνέβαλε και η συστηματική διαφημιστική προβολή των νέων προϊόντων, την οποία επεδίωξε η πρώτη των εναγομένων. Προς το σκοπό αυτό, η πρώτη των εναγομένων αξιοποίησε τα διαθέσιμα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ιδίως το facebook, μέσω της πλατφόρμας του οποίου πραγματοποίησε σειρά διαφημιστικών προβολών, καταβάλλοντας τα προβλεπόμενα για τις εν λόγω ενέργειες χρηματικά ποσά, προέβη σε διαφημιστικές καταχωρήσεις σε διάφορα έντυπα, αλλά και σε εκπομπή πλήθους ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων, το κόστος των οποίων είναι ιδιαιτέρως αυξημένο (βλ. ενδεικτικά προσκομισθέντα τιμολόγια). Από τα σχετικώς εκδοθέντα τιμολόγια αποδεικνύεται π.χ. η καταβολή ποσών της τάξεως των 26.784 ευρώ ή των 18.600 ευρώ, για τη πραγματοποίηση διαφημιστικής προβολής στη εκπομπή SURVIVOR το έτος 2017, οπότε και σημειώνονταν υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, καθώς και κατά το έτος 2018, ή επανειλημμένη καταβολή ποσών της τάξεως των 1.097,40 ευρώ ή 1.869 ευρώ, για την εκπομπή ραδιοφωνικών διαφημιστικών μηνυμάτων σε σταθμούς, όπως αυτόν με τον διακριτικό τίτλο " ερωτικός 94,8"... αλλά και η καταβολή σε μηνιαία βάση πολλών χιλιάδων ευρώ για τη προβολή των προϊόντων από τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς (αναφέρονται ονομαστικά οι σταθμοί με τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και τα εκεί χρηματικά ποσά).. Εκτός των ανωτέρω, η εναγομένη προέβη σε επιπλέον προωθητικές ενέργειες, συμμετείχε σε εκθέσεις τροφίμων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό ... ενώ διαφήμισε τα προϊόντα της και μέσω φυλλαδίων, την κατάρτιση, εκτύπωση και διανομή των οποίων αναθέτει σε τρίτους. Το 2017 μάλιστα, η πρώτη των εναγομένων βραβεύθηκε με ασημένιο μετάλλιο από το οικονομικού περιεχομένου περιοδικό "ΤΗΕ BUISINESS REVIEW" και τη μη κερδοσκοπική εταιρεία "ΕΣΤΙΑ ΤΩΝ MANAGERS" σε εκδήλωση που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα του ΣΕΒ, ΣΕΒΤ, ΕΒΕΑ και ΣΕΛΠΕ, ως αιωνόβιο brand. Στη σχετική δήλωση η εταιρεία προβάλλεται με διακριτικό γνώρισμα την ένδειξη "T. FAMILY" συνοδευόμενη από την απεικόνιση στάχυος. Στα έτη που μεσολάβησαν εξ άλλου, η πρώτη των εναγομένων πέτυχε να προωθήσει τα ως άνω προϊόντα της, στα πλέον σημαντικά κανάλια διανομής για την εν λόγω κατηγορία προϊόντων, ήτοι στα super markets και δη πανελληνίως. Συγχρόνως πραγματοποιεί σειρά εξαγωγών, προωθώντας τα προϊόντα της όχι μόνον στην εγχώρια αγορά, αλλά και σε αλλοδαπές αγορές (π.χ. στη Ρωσία, την Ρουμανία, την Ισπανία, την Νότια Κορέα και την Κίνα). Η ενάγουσα προέβαλε πρωτόδικα και επαναλαμβάνει με τους ταυτόσημους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, ότι η πρώτη των εναγομένων, με τη συνέργεια και της δεύτερης των εναγομένων, η οποία φέρεται πως ενήργησε προς τον σκοπό ενίσχυσης ξένου ανταγωνισμού στις εμπορικές συναλλαγές και δη κατά τρόπο αντίθετο προς τα κρατούντα χρηστά ήθη, επεδίωξε να ασκήσει παρασιτικό ανταγωνισμό, προκειμένου να αποκτήσει άκοπα ανταγωνιστικό όφελος και να αποσπάσει την πελατεία της ενάγουσας, ότι με την επιλογή των νέων διακριτικών γνωρισμάτων, βάσει των οποίων η νέα σειρά προϊόντων κυκλοφόρησε στην αγορά και τα οποία (γνωρίσματα) επιχειρήθηκε να καταχωρηθούν (ή καταχωρήθηκαν κατά τις ως άνω διακρίσεις) και ως ημεδαπά σήματα από τη πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν, προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης ενόψει της ομοιότητάς τους με τα διακριτικά γνωρίσματα, που η ίδια η ενάγουσα χρησιμοποιεί προς διάκριση των δικών της προϊόντων, αλλά και ενόψει της ομοιότητας των παραγομένων και εμπορευομένων από τις δύο επιχειρήσεις προϊόντων, που κατά την ίδια άποψη εντάσσονται στην αυτή αγορά ως είδη snack, ότι ανεξαρτήτως κινδύνου σύγχυσης και ομοιότητας ή μη των προϊόντων των δύο επιχειρήσεων ούτως ή άλλως θίγονται τα σήματά της και τα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της, ως σήματα και διακριτικά γνωρίσματα φήμης, αντιστοίχως, αφού η χρησιμοποίηση των ως άνω ενδείξεων, που ομοιάζουν με τα σήματά της και τα λοιπά διακριτικά της γνωρίσματα, από την πρώτη των εναγομένων, θα προσπόριζε σε αυτή, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη των προγενεστέρων σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, καθώς και ότι ανάλογα ζητήματα αναφύονται και επί των δικαιωμάτων της επί της επωνυμίας της και επί του διακριτικού της τίτλου, όπως και επί του ονόματος χώρου, που χρησιμοποιεί η ενάγουσα στο διαδίκτυο, ο οποίος επιτελεί λειτουργία οιονεί διακριτικού τίτλου και διακριτικού γνωρίσματος των προϊόντων της και αναφορικά με τον οποίο δημιουργείται ομοίως κίνδυνος σύγχυσης κλπ. Σε επίπεδο σύγκρισης των ενδείξεων που χρησιμοποιεί η πρώτη των εναγομένων στις συναλλαγές, προς τα καταχωρημένα σήματα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι σε όλα τα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας παρατηρείται κατ' αρχάς ότι χρησιμοποιείται η λεκτική ένδειξη "T.". Η εντατική χρήση της λεκτικής ένδειξης επί 60 και πλέον έτη έχει προσδώσει στην ένδειξη ως επί μέρους στοιχείο των προαναφερθέντων σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, σημαντική διακριτική δύναμη στην αγορά των πεφρυγμένων πατατών - chips. Τα λοιπά, βέβαια, χρησιμοποιούμενα στοιχεία στα προαναφερθέντα σύνθετα σήματα της ενάγουσας με απεικόνιση δεν είναι παντελώς αμελητέα, αλά συχνά δίδουν το κρίσιμο στίγμα για το εκάστοτε νέο προϊόν της ενάγουσας, που προωθείται στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικά είναι και τα στοιχεία της απεικόνισης, σε επί μέρους σήματα, φολίδων από πατατάκια σε μορφή κυματιστή, ταυτόχρονα με την ένδειξη " ΚΥΜΑΤΙΣΤΑ" που παραπέμπει στο αντίστοιχο προϊόν πεφρυγμένων πατατών σε κυματιστή μορφή. Κατά τον ίδιο τρόπο, σημαντικό στοιχείο των οικείων σημάτων είναι και η απεικόνιση πεφρυγμένων πατατών με τρύπες , με την ταυτόχρονη χρήση της λεκτικής ένδειξης "ΤΡΥΠΑΤΟ" αλλά και του φόντου, που παραπέμπει σε είδος υφάσματος με τρύπες, προς υποδήλωση του σχετικού προϊόντος της ενάγουσας (πατατάκια με τρύπες σε διάφορες γεύσεις, που υποδηλώνονται με αντίστοιχες απεικονίσεις άλατος, πίτσας ή καπνιστού ΒΒQ). Η ένδειξη "TSAK'S" στην αντίστοιχη παιδική σειρά γαριδοειδών, που παραπέμπει σε κόμικ, ταυτόχρονα με τις χρησιμοποιούμενες απεικονίσεις, που δημιουργούν τον αυτό συνειρμό, αποτελεί επί πλέον παράδειγμα μη αμελητέας τέτοιας ένδειξης. Η διαρκής αναζήτηση νέων γνωρισμάτων για την προώθηση νέων προϊόντων και η διαφημιστική επένδυση στα νέα γνωρίσματα επιβεβαιώνει έμμεσα το γεγονός ότι τα λοιπά χρησιμοποιούμενα στοιχεία στα σήματα, πλην την ένδειξης "T." δεν είναι αμελητέα. Η σταθερή χρήση της λεκτικής, επωνυμικής ένδειξης "T." που παραπέμπει στο όνομα του ιδρυτή της επιχείρησης, σε όλα τα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, έχει προσδώσει στην οικεία ένδειξη αναμφίβολη διακριτική δύναμη στην αγορά των πεφρυγμένων πατατών. Αυτό καθίσταται ακόμη σαφέστερο αν το ανωτέρω γεγονός συνδυαστεί και με την εντατική διαφήμιση των σημάτων αυτών, με την πανελλήνια διανομή των προϊόντων της ενάγουσας σε πλείονα κανάλια διανομής (π.χ. και super markets-πολυκαταστήματα αλλά και περίπτερα, mini markets και μικρότερα καταστήματα, στα οποία προσφεύγει αυθορμήτως ένας καταναλωτής για αγορά και άμεση κατανάλωση των σχετικών προϊόντων) με τη διάρκεια χρήσης των γνωρισμάτων επί πολλά έτη, με το μερίδιο αγοράς της ενάγουσας στην αγορά των αλμυρών snacks (περί το 15%) από το οποίο το συντριπτικό ποσοστό αφορά τα πατατάκια, αλλά και με τη σημαντική αναγνωρισιμότητα των γνωρισμάτων στον μέσο ενημερωμένο καταναλωτή της αγοράς των αλμυρών snacks και ιδίως των πεφρυγμένων πατατών -chips. Επισημαίνεται ότι στα χρησιμοποιούμενα από την πρώτη των εναγομένων διακριτικά γνωρίσματα στις συναλλαγές για τη διάκρισή της κατά τα ως άνω νέας σειράς προϊόντων της, το μόνο επί μέρους στοιχείο, που κατ' ουσίαν ταυτίζεται με το ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης γνώρισμα των σημάτων της ενάγουσας, είναι η επωνυμική ένδειξη "T.". Η πρώτη των εναγομένων, δεν χρησιμοποιεί μόνον την εν λόγω λεκτική ένδειξη, ούτε αναγράφει αυτή ,κατά τρόπο που παραπέμπει στον τρόπο αναγραφής της από την ενάγουσα στα επιμέρους σήματα και γνωρίσματά της, ούτε χρησιμοποιεί την εν λόγω ένδειξη ως κυρίαρχη ένδειξη στα γνωρίσματά της. Αντίθετα, διαμορφώνει τις χρησιμοποιούμενες από αυτήν ενδείξεις, όπως και τους διασχηματισμούς, επί των οποίων επιθέτει τις ενδείξεις αυτές, κατά τρόπο, που δημιουργεί σημαντική απόσταση από τα γνωρίσματα της ενάγουσας, τα δε απεικονιστικά και λοιπά λεκτικά στοιχεία υπηρετούν αρμονικά την κεντρική , καινοτόμο και πρωτότυπη ιδέα της παραπομπής στην αισθητική μιας άλλης παλαιότερης και ίσως ρομαντικής εποχής και είναι τόσο έντονα, ώστε η ένδειξη "Τ." όχι μόνο να μην αποτελεί την κυρίαρχη ένδειξη στα γνωρίσματά της, αλλά, αντιθέτως, πλαισιωμένη από την απεικόνιση στάχυος και συνοδευόμενη από τη λέξη "FAMILY" (που αποδίδει στα αγγλικά την έννοια της οικογένειας) να αποτελεί μια εύλογη μόνο υπόμνηση ότι το προϊόν προέρχεται από μια οικογενειακή επιχείρηση, καθώς και ότι τα μέλη της οικογένειας, που τυγχάνουν οι ιδιοκτήτες της (μέσω της κυριότητας των μετοχών της και των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση) φέρουν το επώνυμο "Τ.", γεγονός ομοίως εύλογο και απολύτως ειλικρινές βάσει των δεδομένων της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η πλέον χρησιμοποιούμενη ένδειξη από την πλευρά της πρώτης των εναγομένων προς διάκριση των προϊόντων δημητριακών της, είναι η προπεριγραφείσα σχετική, με το κυκλικό σχήμα, το περιμετρικό φινίρισμα, τα τέσσερα αστέρια στο εσωτερικό του κυκλικού σχήματος, την κεντρική, λεκτική ένδειξη " Le petit dejeuner" στο άνω μέρος του σχήματος και την κορδέλα επί του κάτω μέρους της ένδειξης, επί της οποίας υφίσταται η απεικόνιση στάχυος και συνήθως η λεκτική ένδειξη "T. FAMILY" με την λέξη "T." να τίθεται σε μεγαλύτερη γραμματοσειρά και τη λέξη "FAMILY" να τίθεται σε μικρότερη γραμματοσειρά κάτω από τη λεκτική ένδειξη "Τ.". Στον ανωτέρω σχηματισμό κυρίαρχη ένδειξη είναι αναμφίβολα η λεκτική ένδειξη "Le Ρetit Dejeuner", η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποδίδει στη γαλλική γλώσσα την έννοια του πρωινού. Αυτό όμως, δεν την καθιστά και κοινόχρηστη ένδειξη, στερούμενη διακριτικού χαρακτήρα, όπως διατείνεται η ενάγουσα. Εξ άλλου, σε επιλογή ξενόγλωσσων ενδείξεων, κρίσιμος είναι ο τρόπος, που αυτές γίνονται αντιληπτές από το καταναλωτικό κοινό, στο οποίο απευθύνονται, και υπό την έννοια αυτή, ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής δημητριακών πρωινού δεν είναι γνώστης της γαλλικής γλώσσας, ούτε χρησιμοποιεί στην καθημερινότητά του την γαλλική έκφραση "Le Ρetit Dejeuner", αντί της αντίστοιχης ελληνικής, όταν επιθυμεί να αναφερθεί στην έννοια του πρωινού. Ακόμη, συνεπώς, και αν η ένδειξη στερείτο διακριτικού χαρακτήρα στη γαλλική αγορά, αυτό δεν ισχύει στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς. Ενισχυτικό των ανωτέρω, αποτελεί το γεγονός ότι η ως άνω ένδειξη έχει ήδη καταχωρηθεί αυτούσια ως σήμα της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης. Στο χρησιμοποιούμενο από την πρώτη των εναγομένων διακριτικό γνώρισμα, η ένδειξη "T." συνοδεύεται από τη λέξη "FAMILY", που αποδίδει στα αγγλικά τη λέξη " οικογένεια" και τίθεται συνήθως επί της κορδέλας στην οποία τυλίγεται το κάτω μέρος της ένδειξης, συνοδευόμενη από την απεικόνιση στάχυος. Η απεικόνιση στάχυος δεν είναι περιγραφική ένδειξη για τα είδη δημητριακών, ούτε κοινόχρηστη ένδειξη. Ακόμη δηλαδή, και αν χρησιμοποιείται σε πιο εκτεταμένη κλίμακα από επιχειρήσεις που διανέμουν ή παράγουν αρτοσκευάσματα, ουδόλως συνηθίζεται η χρήση της προς σήμανση ειδών δημητριακών και γλυκών snack. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η άλλη ένδειξη "T. FAMILY" με την απεικόνιση στάχυος, έχει ήδη καταχωρηθεί ως ημεδαπό σήμα στο όνομα της πρώτης των εναγομένων για τη διάκριση προϊόντων στις κλάσεις 29,30,31 και 32, κατόπιν έκδοσης απρόσβλητης απόφασης του Εξεταστή Σημάτων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, γεγονός που με τη σειρά του σημαίνει ότι η έμμεση αμφισβήτηση της έλλειψης περιγραφικού ή κοινοχρήστου των ενδείξεων, κατά τρόπο παρεμπίπτοντα, δεν είναι κατ' αρχάς δυνατή (βλ.και αρθ. 158 ν. 4072/2012). Η ένδειξη "T." δηλαδή, δεν καταλαμβάνει κεντρική θέση στις επίμαχες ενδείξεις της πρώτης των εναγομένων, όπου τίθεται το γνώρισμα που περιλαμβάνει τη λεκτική ένδειξη "Le petit dejeuner" επί της επίμαχης κορδέλας, στην οποία τυλίγεται το κυκλικό σχήμα , παρατηρείται ότι δεν αναγράφεται καν η ένδειξη "T. FAMILY" αλλά ενίοτε, η περιγραφή απλώς του προϊόντος. Στις περιπτώσεις αυτές η νοηματοδότηση της προέλευσης των προϊόντων από την εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "T. FAMILY" προκύπτει μόνο από την άλλη ένδειξη "T. FAMILY" με την απεικόνιση στάχυος, που τίθεται επί όλων των προϊόντων της σχετικής σειράς της πρώτης των εναγομένων, με μικρή γραμματοσειρά και κατά τρόπο λίαν διακριτικό, σε βαθμό, ώστε ενίοτε να είναι δυσχερώς διακριτή και στη συσκευασία. Το γεγονός πάντως ότι επί της κορδέλας ενίοτε δεν τίθεται καν η ένδειξη "T. FAMILY" έμμεσα επιβεβαιώνει ότι δεν υφίσταται η ιστορούμενη στην αγωγή εμμονή στην παραποίηση των γνωρισμάτων της ενάγουσας, ούτε συντρέχει η με κάθε τρόπο επιδίωξη πρόσκτησης αθεμίτου οφέλους από την διακριτική δύναμη των τελευταίων, μέσω της άσκησης πράξεων παρασιτικού ανταγωνισμού, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Εξ άλλου το επώνυμο "Τ." είναι ένα κοινό και όχι ασύνηθες επώνυμο στην Ελλάδα, η δε απόκτηση έντονης διακριτικής δύναμης για την διάκριση chips στη περίπτωση της ενάγουσας, οφείλεται κατά βάση στην πολυετή και εντατική χρήση του γνωρίσματος, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία, που πλαισιώνουν τα σήματά της και τα λοιπά της γνωρίσματα. Επομένως, σε επίπεδο ομοιότητας ενδείξεων η εξέταση αποβαίνει αρνητική, το ίδιο όμως ισχύει και για την ένδειξη "T. FAMILY" με την απεικόνιση στάχυος. Επιπρόσθετα, η πρόθεση να μη δημιουργηθεί νοηματική ή συνειρμική σύνδεση με τα γνωρίσματα της πρώτης των εναγομένων, η οποία είναι και επιτυχής, αποδεικνύεται και από την προεκτιθέμενη εν γένει διαμόρφωση των συσκευασιών των προϊόντων της πρώτης των εναγομένων, επί των οποίων τίθενται οι επίμαχες ενδείξεις. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ενόψει του ότι σε σήματα που διακρίνουν καθημερινής κατανάλωσης, όπως τα ένδικα, ο καταναλωτής προσανατολίζεται κυρίως, στο εικαστικό στοιχείο, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Το δικαστήριο άλλωστε, λαμβάνει υπόψη του και την κατηγορία των ενδίκων προϊόντων, αλλά και τις συνθήκες, υπό τις οποίες διατίθενται στην αγορά. Στη προκειμένη περίπτωση, ο βαθμός ηχητικής ομοιότητας των συγκρινόμενων σημείων είναι μειωμένης σχετικά σημασίας, ενόψει του ότι τα προϊόντα δημητριακών, που προσφέρονται προεχόντως στα ράφια των πολυκαταστημάτων, κυκλοφορούν με τρόπο, ώστε το οικείο κοινό κατά την αγορά τους να αντιλαμβάνεται τις ενδείξεις, που τα προσδιορίζουν με οπτικό τρόπο. Στις ένδικες ενδείξεις, η πρωτοτυπία και η διαμόρφωση μιας κεντρικής ιδέας, που υπηρετείται με συνέπεια στο σύνολο των διαμορφώσεων των διασχηματισμών, είναι έκδηλη και συνίσταται στη σύνδεση με την ατμόσφαιρα, την αισθητική και το κλίμα μιάς άλλης εποχής, παλαιότερης δεκαετίας που επιτυγχάνεται ιδίως μέσω του τρόπου απεικόνισης των χρησιμοποιουμένων μορφών. Συμπερασματικά, μπορεί μεν οι συγκρινόμενες ενδείξεις να μοιράζονται ως κοινό στοιχείο την ένδειξη "T.", σε αυτό το σημείο όμως, εξαντλείται και η όποια ήσσονος σημασίας ομοιότητα αφού, η συνολική εντύπωση, που αποκομίζεται, με συναξιολόγηση και των λοιπών στοιχείων της εν γένει απεικόνισης και εικαστικής διαμόρφωσης, είναι αυτή της ανομοιότητας των ενδείξεων και της συγκράτησης στη μνήμη του μέσου ενημερωμένου καταναλωτή ότι εν προκειμένω πρόκειται για τη σειρά προϊόντων "Le petit dejeuner" που παράγονται απλώς από μία οικογενειακή επιχείρηση , τα μέλη της οικογένειας της οποίας φέρουν το επώνυμο "Τ." χωρίς να δημιουργείται έστω και κίνδυνος συσχέτισης, ενόψει και της διαφορετικότητος των προϊόντων (δημητριακά και γλυκά snacks αφενός και πατατάκια και αλμυρά snacks αφετέρου) για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω. Η ένδειξη "Le petit dejeuner" με την σειρά της, δεν έχει, άλλωστε, κάποια ηχητική, εννοιολογική ή οπτική ομοιότητα με την ένδειξη "T.". Αλλά ακόμη και σε επίπεδο ομοιότητας προϊόντων, δεν αποδεικνύονται ουσία βάσιμοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, οι οποίοι θεμελιώνονται κυρίως στο ότι εν προκειμένω, τα προϊόντα αμφοτέρων των επιχειρήσεων εντάσσονται στην ίδια σχετική αγορά των snacks. Τα προαναφερθέντα σήματα της ενάγουσας έχουν καταχωρηθεί, προκειμένου να διακρίνουν ως επί το πλείστον πατατάκια, με διάφορες γεύσεις και σε διάφορα σχήματα και "τορτίγιας γαριδάκια". Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι σε συντριπτικό ποσοστό τα σήματα της ενάγουσας έχουν καταχωρηθεί για τη διάκριση πεφρυγμένων πατατών-chipsκαι πέραν αυτού επιτίθενται και στην πραγματικότητα σε τέτοια προϊόντα στις συναλλαγές. Σε πολύ μικρότερο ποσοστό τα σήματα έχουν καταχωρηθεί, για να διακρίνουν γαριδοειδή, πατατάκια και αλμυρά snacks, τοποθετούμενα σε μεγάλο μέρος και πάλι σε προϊόντα από πατατάκια και σε μικρότερη έκταση σε γαριδοειδή και προϊόντα αμέσου διογκώσεως (extruded) της κατηγορίας των αλμυρών snacks, σε μία δε μεμονωμένη περίπτωση ένα από τα σήματα έχει καταχωρηθεί και για την διάκριση, μεταξύ άλλων γλυκών snacks, επιτιθέμενο ως επί το πλείστον σε γαριδοειδή και προϊόντα αμέσου διογκώσεως. Ενώ η πρώτη των εναγομένων επιθέτει τις δύο ένδικες ενδείξεις της σε προϊόντα δημητριακών πρωινού, σε μπάρες δημητριακών και σε είδη γλυκών snack, που παρασκευάζονται και πάλι με τη χρήση δημητριακών.
Εξ άλλου, μεταξύ των δύο κατηγοριών προϊόντων, οι διαφορές είναι πολλές, μόνη δε ομοιότητα φαίνεται εκ πρώτης όψεως η δυνατότητα χαρακτηρισμού αμφοτέρων ως snacks, που όμως δεν είναι κρίσιμη. Με τον όρο snack αποδίδεται η έννοια της μικρής ποσότητας φαγητού, που τρώγεται ανάμεσα στα κανονικά , κύρια γεύματα. Τα αλμυρά σνακς αποτελούν συμπληρώματα, που καταναλώνονται στη διάρκεια της ημέρας, μεταξύ των κυρίως γευμάτων και ιδίως τα πατατάκια, που είναι και τα πλέον καταναλισκόμενα προϊόντα της κατηγορίας, πωλούνται συχνά σε ατομικές συσκευασίες (ατομική μερίδα προς αυθόρμητη κατανάλωση) ή σε μεγαλύτερες ποσότητες και είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στα παιδιά και στους καταναλωτές νεαρής ηλικίας, ενώ η κατανάλωσή τους ενισχύεται και με εκτεταμένες δράσεις προβολής και προώθησης από μέρους των προμηθευτριών εταιρειών. Τα άνω προϊόντα παρασκευάζονται από καλαμπόκι ή πατάτα ειδικά κομμένη σε λεπτές φέτες, ώστε να δίνεται η εντύπωση φολίδας (πατατάκια) ή από επεξεργασμένο αραβοσιτάλευρο που περιέχει φυτικά λιπαρά, αλάτι , τυρί και διάφορα μυρωδικά (γαριδάκια). Τα ως άνω προϊόντα διακρίνονται σαφώς με βάση τα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά, τόσο από τους ξηρούς καρπούς, όσο και από τα snacks με βάση το αλεύρι, συμπεριλαμβανομένων των μπισκότων, κριτσινίων και κράκερ, πολύ δε περισσότερο διαφέρουν από τα είδη δημητριακών πρωϊνού (π.χ. από βρώμη, από νιφάδες σιταριού ολικής άλεσης κ.ο.κ.) και τα γλυκά σνακς δημητριακών (μπάρες δημητριακών ή σνάκς από δημητριακά) όπως εν προκειμένω τα κανελάκια ή τα πραλινάκια, όπου γίνεται μεν χρήση δημητριακών, αλλά προστίθεται και κανέλα ή σοκολάτα, πραλίνα κλπ. Συγκεκριμένα, διαφέρουν από αυτά ουσιωδώς ως προς τα συστατικά και την πρώτη ύλη, τη γεύση, την υφή, την θρεπτική αξία και την εν γένει διατροφική αντίληψη, γεγονός που τα καθιστά ευθέως διακριτά προϊόντα στη συνείδηση του καταναλωτή. Ειδικώς, τα δημητριακά μάλιστα, καταναλώνονται πολύ συχνά όχι ως snack, αλλά ως κύριο γεύμα και δη ως πρωινό μαζί με τη χρήση γάλακτος. Σε αντίθεση με την κύρια πρώτη ύλη και τον τρόπο παρασκευής των αλμυρών snacks, η κύρια πρώτη ύλη για την παραγωγή των ως άνω προϊόντων είναι η βρώμη ή το σιτάρι (υπό διάφορες μορφές, επεξεργασίες, προσμίξεις και βοηθητικές ύλες), το οποίο αποτελεί και πολύ σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση του κόστους παραγωγής τους.
Τα αλμυρά snacks εξ άλλου, αποτελεί πασίδηλο γεγονός ότι πωλούνται όχι μόνον ή κυρίως σε πολυκαταστήματα- super markets, αλλά και σε μικρά σημεία πώλησης, όπως τα περίπτερα, τα καταστήματα ψιλικών ή οι κινηματογράφοι κ.α., ενώ τα δημητριακά πρωϊνού ή ακόμη και τα προϊόντα από δημητριακά ή τα βασισμένα σε αυτά γλυκά snacks πωλούνται κατά βάση στα super markets. Άλλωστε, τα πατατάκια, τα γαριδοειδή και τα λοιπά προϊόντα extruded, όπως αυτά οριοθετήθηκαν ανωτέρω, είναι ταυτισμένα με την κατανάλωση ανθυγιεινούς μορφής πρόχειρου φαγητού, ανεξάρτητα από το αίσθημα ευχαρίστησης που συνήθως προκαλούν κατά την κατανάλωσή τους. Αντιθέτως, τα είδη δημητριακών πρωϊνού, οι μπάρες δημητριακών, αλλά και εν γένει τα βασισμένα σε αυτά γλυκά snacks είναι ταυτισμένα στην καταναλωτική συνείδηση με πιο υγιεινές , και σύγχρονες μορφές κατανάλωσης snack, καταναλώνονται δε συχνά, κατά τη διάρκεια της ημέρας για πρόσκτηση ενέργειας.
Εξ άλλου, όταν τα σχετικά προϊόντα διατίθενται από πολυκατάστημα, τα αλμυρά snacks και τα προϊόντα δημητριακών, σπανίως τοποθετούνται στα ίδια ή γειτονικά ράφια, αλλά συνηθέστατα σε παντελώς διακριτά μεταξύ τους σημεία. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται, ότι μεταξύ των αλμυρών snacks και των προϊόντων extruded, που παρασκευάζει και εμπορεύεται η ενάγουσα και των προϊόντων δημητριακών πρωϊνού, μπάρων δημητριακών και γλυκών snack με δημητριακά, στα οποία η πρώτη των εναγομένων επιθέτει τις επίμαχες ενδείξεις, δεν υφίσταται ομοιότητα. Με δεδομένο την έλλειψη ταυτότητας ή ομοιότητος των συγκρινόμενων ενδείξεων και την έλλειψη ταυτότητας ή ομοιότητας των συγκρινομένων προϊόντων, δεν αποδεικνύεται και η πρόκληση κινδύνου σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή, ότι υφίσταται κίνδυνος, ώστε ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής της σχετικής αγοράς των προϊόντων δημητριακών να υποστεί σύγχυση ως προς την προέλευση των προϊόντων της πρώτης των εναγομένων από τη διακριτή επιχείρησή της, ή ως προς το αν οι επίδικες ενδείξεις αποτελούν σήματα σειράς σε σχέση με τα σήματα της ενάγουσας, ή ως προς το αν υφίσταται οργανωτική, εμπορική ή άλλη σχέση μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Ο κίνδυνος σύγχυσης, σημειωτέον, αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση παροχής έννομης προστασίας, που πρέπει να συντρέχει σωρευτικά με την ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων και ενδείξεων, ενώ εν προκειμένω, δεν συντρέχει ομοιότητα ούτε σε επίπεδο ενδείξεων σε επίπεδο προϊόντων. Σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το δικαστήριο από έρευνα επί στατιστικού δείγματος της εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο " Millwardbrown" που προσκομίζει η ενάγουσα για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της περί συνδρομής κινδύνου σύγχυσης και τούτο διότι πρόκειται για έρευνα, που πραγματοποιήθηκε μετά από ανάθεση της ίδιας της ενάγουσας και είχε συγκεκριμένη στόχευση, με αποτέλεσμα να σχετικοποιείται η αντικειμενικότητά της και εντεύθεν η αποδεικτική της αξία, ενώ και ο ίδιος ο τρόπος θέσης των ερωτημάτων στην έρευνα εν πολλοίς προεξοφλεί το αποτέλεσμα σε επίπεδο απαντήσεων. Επιπρόσθετα, δεν αποδεικνύεται ότι υφίσταται προσβολή των δικαιωμάτων της ενάγουσας στα σήματα και στα διακριτικά γνωρίσματα φήμης και ότι η πρώτη των εναγομένων θα μπορούσε να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό τους χαρακτήρα. Αρχικά η προσβολή της διαφημιστικής λειτουργίας του σήματος φήμης προϋποθέτει ότι συντρέχει πάντως ταυτότητα ή ομοιότητα των συγκρινόμενων σημείων.
Εν προκειμένω όμως τέτοια ομοιότητα δεν συντρέχει είτε για την ένδειξη με τη λεκτική ένδειξη " Le petit dejeuner" είτε για την ένδειξη "T. FAMILY" με την απεικόνιση στάχυος, για τους λόγους που αναλυτικά ανωτέρω εξετέθησαν.
Εξ άλλου δεν αποδεικνύεται και η από μέρους της πρώτης των εναγομένων δυνατότητα άντλησης οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα των σημάτων και γνωρισμάτων της ενάγουσας χωρίς εύλογη αιτία. Η πλήρης διαφορετικότητα των σχετικών προϊόντων, αλλά και το διακριτό αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητος εκάστης επιχείρησης, όπως και η πρόνοια της πρώτης των εναγομένων για τη διαμόρφωση των γνωρισμάτων της κατά τρόπο που να μη δημιουργεί συνειρμό ή άλλο νοηματικό σύνδεσμο με την επιχείρηση ή τα γνωρίσματα της ενάγουσας, παρότι αμφότερες χρησιμοποιούν την ένδειξη "T.", συνηγορούν υπέρ της μη άσκησης άκοπου και παρασιτικού ανταγωνισμού μέσω της εκμετάλλευσης αλλότριας φήμης. Πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύεται και δεν βλάπτεται ο διακριτικός χαρακτήρας ή η φήμη των γνωρισμάτων της ενάγουσας, καθώς ούτε χαμηλή ποιότητα των προϊόντων της πρώτης των εναγομένων διαπιστώνεται, ούτε συνθήκες διάθεσης των προϊόντων της, που ευτελίζουν την αξία των προϊόντων αυτών και κατ' επέκταση των επιτεθεμένων επ' αυτών γνωρισμάτων. Η έλλειψη άσκησης παρασιτικού ανταγωνισμού, είναι εξ άλλου, ιδιαιτέρως κρίσιμη και από την άποψη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 στο μέτρο που η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη αυτή την προσβολή των διακριτικών γνωρισμάτων της. Ενισχυτικό των ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι η πρώτη των εναγομένων πραγματοποίησε σημαντικές επενδύσεις για την επέκτασή της στην αγορά των δημητριακών, επένδυσε σε τεχνογνωσία, αλλά και σε τεχνικές marketing, δαπάνησε και εξακολουθεί και δαπανά σημαντικά χρηματικά ποσά για την διαφήμιση και την εν γένει προώθηση των προϊόντων και των διακριτικών γνωρισμάτων της, παρήγαγε ιδέες και έθεσε αυτές σε εφαρμογή, θέτοντας στη διάθεση του καταναλωτικού κοινού καινοτόμα και ιδιαίτερης αισθητικής προϊόντα και δεν επιχείρησε να απομιμηθεί αλλότρια γνωρίσματα ή να καρπωθεί αλλότριο μόχθο, ούτε ο τρόπος δράσης της παραβιάζει τα εμπορικά και τα εν γένει χρηστά ήθη. Η επέκταση σε άλλη αγορά μιας επιχείρησης, άλλωστε, δεν συνιστά μεμπτή ενέργεια, η δε εξακολούθηση της χρήσης, της ούτως ή άλλως από πεντηκονταετίας και πλέον χρησιμοποιουμένης ένδειξης "T." και στη περίπτωση αυτή για τη διάκριση όχι μόνον των παλαιών, αλλά και των νέων προϊόντων της, αλλά και για τη διάκριση της ίδιας της επιχείρησης (διά του διακριτικού της τίτλου), όπως και του φορέα της (διά της επωνυμίας) στο πλαίσιο της χρήσης και με τις ειδικότερες περιστάσεις, που περιγράφηκαν ανωτέρω, δεν δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης ούτε ως προς τα προϊόντα, ούτε ως προς την επιχείρηση, ούτε ως προς τον φορέα της, για όσους λόγους ήδη ανωτέρω αναλυτικά εξετέθησαν. Στις παραστάσεις του καταναλωτικού κοινού, άλλωστε, η επιχείρηση της ενάγουσας είναι ταυτισμένη με τα πατατάκια και σε αυτό το προϊόν οφείλεται η φήμη των διακριτικών γνωρισμάτων της, ενώ η πρώτη των εναγομένων ουδόλως δραστηριοποιείται σε αυτήν ή σε γειτονική έστω αγορά, ούτε αποδείχθηκε ότι κυοφορείται τέτοια δραστηριοποίηση στο εγγύς μέλλον. Επί πλέον, ενώ επί επωνυμικών ενδείξεων, γίνεται δεκτό, ότι είναι ανεκτό ακόμη και να καταλείπεται ένας ελάχιστος κίνδυνος σύγχυσης, η πρώτη των εναγομένων μη υποχρεούμενη να παραιτηθεί άνευ ετέρου της δυνατότητας χρήσης του επωνύμου του ιδρυτή της, συνόδευσε την άνω θεμελιώδη επιλογή της, από άλλες επιλογές που δημιουργούν την αναγκαία απόσταση και διάκριση από τα γνωρίσματα της ενάγουσας. Η αναφορά της λέξης "FAMILY" στον διακριτικό της τίτλο "Τ. FAMILY" αποτελεί μια τέτοια επιλογή, που παραπέμπει στον οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησής της, γεγονός που άλλωστε είναι αληθές και ουδόλως συντρέχει πλέον στην περίπτωση της ενάγουσας, η οποία αποτελεί από ετών μέλος πολυεθνικού ομίλου εταιρειών, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Σταθμίζοντας δηλαδή, τα συγκρουόμενα συμφέροντα, ήτοι το συμφέρον της μη δραστηριοποιούμενης ακόμη στην αγορά των δημητριακών, αλλά μόνο στη γειτονική αγορά των αλμυρών snacks ενάγουσας επί του δικαιώματος της επωνυμίας της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η κυρίαρχη ένδειξη "Τ." και το συμφέρον της πρώτης των εναγομένων, η οποία επί πενήντα και πλέον έτη δραστηριοποιείται και αυτή στις συναλλαγές με το όνομα του ιδρυτή της "Τ." στο να δραστηριοποιηθεί εμπορικά με την ίδια ένδειξη και στη νέα αγορά δημητριακών, χωρίς να μεταβάλει τον φορέα άσκησης της δραστηριότητας αυτής, διαμορφώνοντας μάλιστα, μετά το 2014, την επωνυμία της, καθόν τρόπο αναφέρθηκε, προς διάκριση του φορέα απλώς της επιχείρησής της, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη και τον κύκλο των προσώπων, στον οποίο απευθύνεται μία επιχείρηση συνήθως με την επωνυμία της, αλλά και τις επιταγές από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, κρίνει ότι η ανωτέρω διαμόρφωση της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης λαμβάνει την αναγκαία απόσταση από αυτή της ενάγουσας, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε σύγχυση και σε επίπεδο επωνυμίας, με δεδομένο ότι και οι δύο επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε διακριτές αγορές. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ανωτέρω κρίση δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι έφεσης ως ουσία αβάσιμοι. Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς το όνομα χώρου (domain name) της ενάγουσας που επιτελεί λειτουργία οιονεί διακριτικού τίτλου, χρησιμοποιούμενη από ετών στις συναλλαγές, δεδομένου ότι το όνομα χώρου της ενάγουσας "..." καθίσταται σαφής ο προσανατολισμός της επιχείρησης στην παραγωγή και εμπορία των chips πατάτας, με τα οποία και είναι απολύτως συνυφασμένη στις παραστάσεις του καταναλωτικού κοινού, ενώ το όνομα χώρου "..." σε συνδυασμό με το διαφορετικό αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητος της πρώτης των εναγομένων (παραγωγή και εμπορία δημητριακών, πέραν της παραγωγής και εμπορίας αυγών, για τα οποία διατηρεί το όνομα χώρου "..." παραπέμπει απλώς στη μορφή μιας διακριτής οικογενειακής επιχείρησης, που εκκίνησε από μία μικρή μονάδα παραγωγής αυγών προ πολλών ετών και ασκεί πλέον δραστηριότητα και στην αγορά των δημητριακών υπό τον αυτό νομικό φορέα και την αυτή διοίκηση, μη δημιουργουμένου εντεύθεν κινδύνου σύγχυσης. Επίσης, πρέπει να τονισθεί ότι ούτε η συμπεριφορά της δεύτερης των εναγομένων να καταθέσει η ίδια ατομικά την ένδειξη "Le petit dejeuner" προς καταχώρηση στο οικείο μητρώο, παραχωρώντας εν συνεχεία τη χρήση της στη πρώτη των εναγομένων, συνιστά πράξη αντίθετη στα χρηστά ήθη, που έγινε προς το σκοπό ενίσχυσης αλλότριου ανταγωνισμού. Ούτε δηλαδή οι συνθήκες δράσης της ανωτέρω, ούτε οι εν γένει προπεριγραφείσες περιστάσεις πληρούν τον όρο της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, αφού δεν διαπιστώνεται ούτε πράξη προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, ούτε πράξη αθέμιτης παρεμπόδισης, ούτε πράξη διακινδύνευσης της αγοράς, ούτε πράξη παράβασης νομικών δεσμεύσεων. Ορθώς επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ομοίως αναφορικά με το όνομα χώρου της ενάγουσας και την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ως εκ τούτου οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι...". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, εκ πλαγίου παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 125 παρ. 3 περ. γ' του ν. 4072/2012, που αφορά στη διευρυμένη προστασία των σημάτων φήμης και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ'αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Συγκεκριμένα, παρόλο που δέχεται, ότι τα σήματα της ενάγουσας (τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στη προσβαλλομένη απόφαση, είκοσι τον αριθμό, καταχωρημένα νομίμως και αμετακλήτως στο οικείο μητρώο, σήματα) είναι σήματα φήμης, μάλιστα δε, κριθέντος του ζητήματος αυτού τελεσιδίκως, δεδομένου ότι κατά το κεφάλαιο αυτό η εκκαλουμένη (ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) δεν είχε πληγεί με σχετικό λόγο έφεσης, και ακολούθως, εκτενώς, πλην όλως πλεοναστικώς, προβαίνει σε εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης, μεταξύ των σημάτων φήμης της ενάγουσας με αυτά της πρώτης εναγομένης, ο οποίος δεν ήταν αναγκαίος , δεδομένου ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, το σήμα φήμης απολαμβάνει διευρυμένης προστασίας, και ο κίνδυνος αυτός τεκμαίρεται αμάχητα εφόσον υφίσταται στοιχειώδης, έστω, ομοιότητα που καθιστά δυνατή τη συνειρμική διασύνδεση από το καταναλωτικό κοινό, την ύπαρξη της οποίας (στοιχειώδους ομοιότητας) δέχεται, στη συνέχεια, με αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει στη κρίση, ότι δεν υφίσταται περίπτωση απαγόρευσης στην τελευταία της χρήσης σημείου ταυτοσήμου ή παρομοίου με το σήμα φήμης της ενάγουσας. Ειδικότερα, παρόλο που ανελέγκτως δέχεται, ότι κρίσιμο και υπερέχον στοιχείο σε άπαντα τα κατοχυρωμένα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, τα προϊόντα της οποίας καταλαμβάνουν θέση στις κλάσεις 29,30 και 31 κατά την ταξινόμηση Νίκαιας, είναι η λεκτική ένδειξη αυτών "Τ.", η οποία χρησιμοποιείται από την ενάγουσα από το έτος 1954 και εντεύθεν συνεχώς, και ότι αυτό, το ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης γνώρισμα των σημάτων φήμης της ενάγουσας είναι ταυτόσημο με το χρησιμοποιούμενο από την πρώτη εναγομένη, επί απάντων των προϊόντων που ανήκουν στις αυτές ως άνω κλάσεις (29,30,31), στοιχείο των διακριτικών γνωρισμάτων της τελευταίας, δηλαδή, την λεκτική ένδειξη "T.", ακολούθως, όλως αντιφατικώς δέχεται, ότι η ως άνω λεκτική ένδειξη, δεν αποτελεί την κυρίαρχη ένδειξη στα διακριτικά γνωρίσματα της πρώτης εναγομένης, αλλά, η πλαισιώνουσα την παραπάνω ένδειξη, φράση "petit dejeuner" (που σημαίνει πρόγευμα στη γαλλική γλώσσα) συνοδευόμενη από την απεικόνιση στάχυος και τη λέξη "FAMILY" η οποία, αποδίδει αφενός, μέσω της απεικονίσεως του στάχυος, "μία αισθητική άλλης, παλαιότερης και ίσως ρομαντικής εποχής", αφετέρου, μέσω της λέξης "FAMILY" που σημαίνει "οικογένεια", "μία εύλογη υπόμνηση στον μέσο καταναλωτή, ότι το προϊόν προέρχεται από μία οικογενειακή επιχείρηση καθόσον τα μέλη της οικογενείας που τυγχάνουν ιδιοκτήτες της (μέσω της κυριότητας των μετοχών της και των δικαιωμάτων ψήψου στην Γ.Σ της εναγομένης εταιρείας) φέρουν το επώνυμο Τ., γεγονός ομοίως εύλογο και απολύτως ειλικρινές". Η ιδιάζουσα αντιφατικότητα στην ελάσσονα πρότασης της προσβαλλομένης εντοπίζεται ιδίως, στο ότι το ζήτημα της ύπαρξης η μη οικογενειακής επιχείρησης, εξ αιτίας της ένδειξης 'FAMILY' στα προϊόντα της πρώτης εναγομένης, αφενός δεν παραπέμπει αναγκαίως και άνευ άλλου τινός, στην ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ των φορέων της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, που την διαφοροποιεί από την επιχείρηση της ενάγουσας, αφετέρου, ως (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης) αληθινό γεγονός, ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι λογικώς, η ύπαρξη οικογενειακού δεσμού μεταξύ αυτών, ουδόλως αποκλείει τον συνειρμό του μέσου καταναλωτή με τα σήματα και γνωρίσματα της ενάγουσας, όπως αντιφατικώς δέχεται η προσβαλλομένη.
Εξ άλλου, με ελλιπείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο καταλήγει στην απορριπτική κρίση, ότι δεν υφίσταται περίπτωση απαγόρευσης της πρώτης εναγομένης στη χρήση των διακριτικών της γνωρισμάτων, και για το λόγο, ότι ο εμπορικός κύκλος εργασιών της πρώτης εναγομένης, από το έτος 2014 που η τελευταία από εταιρεία παραγωγής και εμπορίας αυγών, επεξέτεινε τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στον χώρο των snacks, των δημητριακών πρωϊνού και συναφών προϊόντων, και μετέτρεψε τον διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της από "ΑΥΓΑ Τ. ΑΕ" σε "T. FAMILY" και το domain name αυτής, από "..." σε "...", αποδείχθηκε ιδιαιτέρως επιτυχής, αφού είχε ανέλθει σε πολύ υψηλά επίπεδα, υπερβαίνων τα 5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, τούτο δε, οφείλετο στη συστηματική διαφημιστική προβολή των νέων προϊόντων της, μέσω της αξιοποίησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των καταχωρήσεων διαφημίσεων σε πλήθος εκπομπών, της συμμετοχής σε εκθέσεις τροφίμων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, χωρίς όμως ουδόλως να διαλαμβάνονται παραδοχές ως προς την αιτία για την οποία, η αλματώδης αύξηση των πωλήσεων της εναγομένης δεν συνάπτετο αιτιωδώς προς την σταθερή χρήση της ένδειξης "T." ως κατοχυρωμένου αμετακλήτως σήματος φήμης της ενάγουσας, στα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της εναγομένης, στον διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της και στο όνομα περιοχής που η τελευταία διατηρεί στο διαδίκτυο, δεδομένου ότι το ζήτημα του πορισμού αθεμίτου οφέλους μέσω της εκμετάλλευσης αλλότριας φήμης συνιστά το αποδεικτέο περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού η διαφήμιση των ανταγωνιστικών προϊόντων δεν αποκλείει τον αθέμιτο χαρακτήρα του ανταγωνισμού, όπως εξ άλλου αθέμιτο όφελος δύναται να συντρέχει και επί διαφορετικών μεταξύ τους προϊόντων, ώστε οι παραδοχές περί της διαγνωσθείσας διαφορετικότητας αφενός των προϊόντων, αφετέρου της εμπορικής δραστηριότητας των εκατέρωθεν επιχειρήσεων, να ελέγχονται ως αλυσιτελείς.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού δευτέρου λόγου, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 204/2017) πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1402/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ