Αριθμός 1701/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Της αναιρεσιβλήτου: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "N.Z. MEDICAL ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - ΟΓΚΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "N.Z. MEDICAL ΙΚΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαριτίνη Σωτηριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1153/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2164/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ., που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν, το πρώτο ότι "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", και το δεύτερο ότι "συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ., Α.Π. 1694/2023, Α.Π. 697/2022, Α.Π. 43/2022, Α.Π. 486/2016). Όπως συνάγεται δε από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτής του άρθρου 262 § 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (Α.Π. 1761/2022, Α.Π. 697/2022, Α.Π. 43/2022, Α.Π. 695/2020, Α.Π. 1057/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 19-10-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2164/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 29-7-2014 αγωγή της η ενάγουσα εταιρία παροχής ιατρικών υπηρεσιών και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι με την εναγόμενη εταιρία-ήδη αναιρεσείουσα, η οποία εκμεταλλεύεται νοσηλευτική κλινική, συνήψε σύμβαση, κατά τους όρους της οποίας η ενάγουσα θα παρείχε επί πενταετία υπηρεσίες ακτινοθεραπείας σε ασθενείς σε χώρο της κλινικής της εναγόμενης, παραχωρώντας ποσοστό των αμοιβών της στην εναγόμενη, ενώ η τελευταία θα κατέβαλλε στην ενάγουσα ποσοστό των δικών της αμοιβών από τη νοσηλεία στην κλινική της των υποβαλλόμενων σε ακτινοθεραπεία ασθενών, οι δε δαπάνες διαμόρφωσης του χώρου παροχής των ακτινοθεραπειών και της συντήρησης του αξονικού τομογράφου της ενάγουσας θα καταβάλλονταν μεν από την εναγόμενη, αλλά θα βάρυναν την ενάγουσα, η οποία όφειλε να επιστρέψει στην ενάγουσα τις δαπάνες διαμόρφωσης του χώρου σε 60 ισόποσες μηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, καθώς και τις ετήσιες δαπάνες συντήρησης του τομογράφου σε 12 μηνιαίες δόσεις. Εκθέτοντας περαιτέρω η ενάγουσα ότι η σύμβαση λειτούργησε από το μήνα Φεβρουάριο 2012 έως την 1-7-2013, οπότε λύθηκε λόγω καταγγελίας της εναγόμενης, ζήτησε, όπως παραδεκτώς μετέτρεψε το αρχικό καταψηφιστικό της αίτημα σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει α) 209.094,67 ευρώ για τα ποσοστά, που δικαιούται βάσει της συμφωνίας τους επί των εισπράξεων της εναγόμενης για τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ακτινοθεραπείες και νοσηλείες ασθενών, άλλως επικουρικώς λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού αυτής (εναγόμενης), β) 2.410,80 ευρώ, που δαπάνησε για την απομάκρυνση των μηχανημάτων της από την κλινική μετά την καταγγελία της εναγόμενης, γ) 203,90 ευρώ για την αξία κάμερας ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που παρακράτησε η εναγόμενη, δ) 50.000 ευρώ, που κατέβαλε στην εναγόμενη για προσωρινή οικονομική της διευκόλυνση, και ε) 1.264.740,96 ευρώ, ποσό που με πιθανότητα προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να εισπράξει από τη λειτουργία της σύμβασης για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης, και απώλεσε, και συνολικά 1.526.450,33 ευρώ νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1153/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμη, δέχτηκε εν μέρει την κύρια βάση και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα 7.698,63 ευρώ νομιμοτόκως. Η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2164/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα 175.454,72 ευρώ νομιμοτόκως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ενάγουσα εταιρία [αναιρεσίβλητη] ... ιδρύθηκε ... προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα στον τομέα της παροχής ακτινοθεραπειών σε ογκολογικούς ασθενείς, ενώ η εναγομένη εταιρία [αναιρεσείουσα] αποτελεί νοσηλευτική μονάδα, αδειοδοτημένη από τη Νομαρχία Αθηνών και συμβεβλημένη με την πλειονότητα των ασφαλιστικών ταμείων και ασφαλιστικών εταιριών. Τον Οκτώβριο του έτους 2009 τα διάδικα μέρη ... κατήρτισαν "μνημόνιο συνεργασίας" ... για την καταγραφή της προφορικής συμφωνίας τους και την αποτύπωση-κατανόηση του πλαισίου επερχόμενης συνεργασίας τους, η οποία αφορούσε στη λειτουργία Τμήματος Επεμβατικής Ακτινοθεραπείας (στο εξής ΤΕΑ) εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης για χρονική διάρκεια πέντε (5) ετών. Ειδικότερα, κατά τους όρους του "μνημονίου", οι διάδικοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να συνεργαστούν κατ? αποκλειστικότητα μεταξύ τους για τη λειτουργία του ΤΕΑ στους επιλεγέντες από την ενάγουσα χώρους της στάθμης -1 (υπόγειο) της κλινικής της εναγομένης, κατόπιν μετεγκατάστασης των μέχρι τότε εκεί υφιστάμενων εγκαταστάσεων, διαρρύθμισης των χώρων αυτών εντός του προσυμφωνημένου προϋπολογισμού, χρονοπρογράμματος και προδιαγραφών που είχε θέσει η ενάγουσα, καθώς και αδειοδότησης των νέων εγκαταστάσεων για τις προβλεπόμενες λειτουργίες του ΤΕΑ ... Αναφορικά με τους οικονομικούς όρους, το εν θέματι "μνημόνιο" προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι: 1) η "Ν.Ζ." [αναιρεσίβλητη] θα αναλάμβανε την υποχρέωση να καλύψει τις δαπάνες που θα έκανε η "Κ.Κ.Α." [αναιρεσείουσα], βάσει προϋπολογισμού, προκειμένου να διαμορφωθεί κατάλληλα ο χώρος εγκατάστασης και να αδειοδοτηθεί από τις αρμόδιες αρχές η λειτουργία του ΤΕΑ (αρχικό κόστος επένδυσης), 2) η "Κ.Κ.Α." θα εισέπραττε, ως αμοιβή, σε μηναία εκκαθάριση, το 4% επί του συνόλου των εισπράξεων από ασθενείς της "Ν.Ζ.", πλέον των αμοιβών που θα κατέβαλαν οι ασθενείς για τα νοσήλια, βάσει προσυμφωνημένου ιδιωτικού τιμοκαταλόγου με τη "Ν.Ζ" και 3) η "Ν.Ζ" θα λάμβανε, σε μηνιαία εκκαθάριση, ως αμοιβή, απ’ τα έσοδα ασθενών του ΤΕΑ το ποσό που θα υπολογιζόταν μετά την παρακράτηση, εκτός άλλων: i) του 4% από την "Κ.Κ.Α." και ii) του 1/60 της ετήσιας καταβολής του αρχικού κόστους επένδυσης, επιπλέον δε, εκτός του ως άνω εσόδου από την εκκαθάριση της λειτουργίας του ΤΕΑ, η "Ν.Ζ" θα εισέπραττε και το 4% όλων των εσόδων που θα δημιουργούνταν στην "Κ.Κ.Α." από τη δραστηριοποίησή της σε αυτή, όπως νοσήλια, εργαστηριακές εξετάσεις κ.λπ. Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά ότι το εν λόγω μνημόνιο συνεργασίας δεν παρήγαγε ουδεμία δέσμευση ή οικονομική υποχρέωση για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και ότι η οριστική συμφωνία των συμβαλλομένων θα επικυρωνόταν με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης συνεργασίας, η οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί εντός 30 ημερών από την υπογραφή του μνημονίου, εκτός αν άλλως συμφωνείτο γραπτώς μεταξύ των μερών. Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε και συγκεκριμένα από τις 9-8-2010 και εντεύθεν ξεκίνησε η προετοιμασία των χώρων εγκατάστασης του ΤΕΑ, λήφθηκε άδεια λειτουργίας αυτού, μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Κλινική της εναγομένης τα απαιτούμενα για τη λειτουργία του τμήματος αυτού ιατρικά μηχανήματα και από τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2012 άρχισε να λειτουργεί το Τμήμα Επεμβατικής Ακτινοθεραπείας εντός της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών, η δε εναγομένη προέβαινε σε τιμολόγηση των ιατρικών υπηρεσιών που παρείχε η ενάγουσα και εισέπραττε χρήματα που αφορούσαν τις υπηρεσίες αυτές, χωρίς, έως τότε, να έχει καταρτιστεί εγγράφως και υπογραφεί από τις διαδίκους η προβλεπόμενη στο μνημόνιο "σύμβαση συνεργασίας" ή οποιοδήποτε άλλο συμφωνητικό για τη ρύθμιση, με διαφορετικό τρόπο, των μεταξύ τους όρων συνεργασίας. Εν τω μεταξύ, το έτος 2011 συστήθηκε ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ... ο οποίος με την ... απόφασή του ανέλαβε την πλήρη αποζημίωση των συμβεβλημένων δημόσιων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών - μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η εναγομένη - για τις διενεργούμενες από μέρους τους ακτινοθεραπευτικές πράξεις σε ασφαλισμένους του, βάσει του συνημμένου στην εν λόγω απόφαση πίνακα τιμών, το δε ποσό αποζημίωσης για τις παρεχόμενες από την ενάγουσα θεραπείες (βραχυθεραπείες), το οποίο βάσει του συστήματος ΚΕΝ (Κλειστό Ενοποιημένο Νοσήλιο) κάλυπτε κάθε σχετική δαπάνη, όπως νοσήλια, χειρουργεία και φάρμακα για ιατρική πράξη, με εξαίρεση την αμοιβή του ιατρού, ορίστηκε σε ευρώ 3.000 ανά περιστατικό, χωρίς καμία συμμετοχή του ασφαλισμένου. Η συνεργασία των διαδίκων αρχικώς έβαινε ομαλά, η δε επικοινωνία που είχαν - μέσω των λογιστών τους - αφορούσε συνήθη, σε τέτοιες περιπτώσεις, διαδικαστικά θέματα, όπως ανταλλαγή και επαλήθευση οικονομικών στοιχείων, διόρθωση συγκεκριμένων καταχωρήσεων ασθενών κ.λπ., όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έως τον Νοέμβριο του 2013. Ωστόσο, η θεσπισθείσα, κατά τα προαναφερόμενα, οικονομική συμμετοχή του ΕΟΠΥΥ στις παρεχόμενες από την ενάγουσα βραχυθεραπείες αποτέλεσε πρόσκομμα στη συνεργασία των διαδίκων, οι οποίοι δεν συμφωνούσαν ως προς τον τρόπο εκκαθάρισης των απαιτήσεών τους και τελικά προκάλεσε ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις. Ειδικότερα, η εναγομένη θεωρούσε ότι, ειδικά και μόνο σε σχέση με τους ασθενείς του ΕΟΠΥΥ, το ποσοστό 4% επί της εγκεκριμένης για κάθε βραχυθεραπεία δαπάνης, ύψους ευρώ 3.000 που - βάσει των όρων του "μνημονίου συνεργασίας" - είχε λαμβάνειν ως αμοιβή και το οποίο αντιστοιχούσε σε ποσό ευρώ 120, ήταν επιζήμιο για τα συμφέροντά της, διότι η ίδια δεν είχε δικαίωμα να χρεώσει κανένα επιπλέον ποσό στους εν λόγω ασθενείς (π.χ. νοσήλια), με εξαίρεση τη διαφοράς θέσης, το κόστος της οποίας ήταν αμελητέο, ενώ ταυτόχρονα, σημαντικός αριθμός από τους ασθενείς που προσέρχονταν στο ΤΕΑ ήταν ασφαλισμένοι του ΕΟΠΥΥ. Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 100 του ν. 4172/2013 ... ο ΕΟΠΥΥ εφάρμοσε αναδρομικά από 1-1-2013 τον αυτόματο μηχανισμό της επιστροφής νοσοκομειακών δαπανών (claw back) και των υποχρεωτικών εκπτώσεων (rebate), το δε συνολικό ποσό, με το οποίο επιβαρύνθηκε η εναγομένη από την εφαρμογή των μέτρων αυτών για το έτος 2013, ανήλθε στο ποσό των ευρώ 3.324.010,04 έναντι παρασχεθεισών προς τον ΕΟΠΥΥ υπηρεσιών συνολικής αξίας ευρώ 7.772.551,28.
Για τους λόγους αυτούς επιδίωξε, μέσω αλλεπάλληλων επαφών με την ενάγουσα - δια των πληρεξούσιων δικηγόρων τους - την εύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, προκειμένου να αναπροσαρμοστεί συμβατικά ο όρος περί αμοιβής αναφορικά με τους ασθενείς του ΕΟΠΥΥ, ώστε να αντισταθμιστούν τα προαναφερόμενα, δυσμενή για τα συμφέροντά της, απρόβλεπτα γεγονότα. Εφόσον, όμως, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια συναινετικής διευθέτησης του ζητήματος, καθότι η ενάγουσα τηρούσε αδιάλλακτη στάση, εμμένοντας στην πιστή εφαρμογή των όρων του "μνημονίου", από την 1-7-2013 η εναγομένη έπαυσε μονομερώς τη λειτουργία του Τμήματος Επεμβατικής Ακτινοθεραπείας, επικαλούμενη ότι, για να συνεχίσει το ΤΕΑ τη λειτουργία του, έπρεπε να προηγηθεί η από οικονομικής άποψης επίλυση του ζητήματος των ασθενών του ΕΟΠΥΥ ... [ακολουθεί η αναφορά των εξωδίκων δηλώσεων και των αποτυχημένων διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων]. Μετά ταύτα, και εφόσον ήταν αδύνατη πλέον η συνεργασία των διαδίκων, τον Μάιο του 2014 έγινε αποξήλωση των μηχανημάτων της ενάγουσας από την κλινική της εναγομένης. Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο του 2010 οι διάδικοι κατάρτισαν προφορικά μικτή σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, διάρκειας πέντε (5) ετών από την έναρξη λειτουργίας του ΤΕΑ, με αντικείμενο και όρους, όπως διατυπώνονται στο από μηνός Οκτωβρίου 2009 "μνημόνιο συνεργασίας" ... Η υπογραφή δε της "οριστικής σύμβασης", που επιδίωκαν τα μέρη, αφορούσε απλώς την έγγραφη αποτύπωση της ήδη ισχύουσας μεταξύ τους συμφωνίας και δεν επρόκειτο στην πραγματικότητα για σύναψη νέας σύμβασης ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2012 έως και τον Ιούνιο του έτους 2013, η εναγομένη εισέπραξε απ? τους ασθενείς του ΤΕΑ (ιδιώτες και ΕΟΠΥΥ) τα εμφαινόμενα στους παρακάτω πίνακες ποσά, τα οποία αφορούν: α) χρεώσεις (έσοδα) της ΚΚΑ, β) έξοδα καταβαλλόμενα απ’ τον ΕΟΠΥΥ για κάθε ασθενή και γ) αποζημίωση, καταβαλλόμενη από τον ΕΟΠΥΥ για τις παρεχόμενες από την ενάγουσα βραχυθεραπείες, παράλληλα δε, η ενάγουσα εισέπραξε άμεσα από τους ασθενείς της, ως ιατρική αμοιβή, τα αναγραφόμενα στην οικεία στήλη των πινάκων ποσά, ως εξής: [ακολουθεί η παράθεση πινάκων με τα ανωτέρω στοιχεία]. Επίσης, με βάση τους όρους της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, η ενάγουσα, πέραν των εσόδων από τις ιατρικές πράξεις που παρείχε στους ασθενείς του ΤΕΑ, δικαιούτο ως αμοιβή και ποσοστό 4% επί όλων των ιατρικών πράξεων και εσόδων της εναγομένης, που οφείλονταν στη λειτουργία του ΤΕΑ (π.χ. νοσήλια, εργαστηριακές εξετάσεις κ.λπ.), η δε εναγομένη δικαιούτο ποσοστό 4% στα έσοδα της ενάγουσας από τις ιατρικές αμοιβές. Έτσι, βάσει των εισπράξεων που προπαρατέθηκαν, τα συνολικώς εισπραχθέντα ποσά και τα επ? αυτών ποσοστιαίως υπολογιζόμενα ποσά δικαιούμενης αμοιβής κάθε διαδίκου έχουν ως ακολούθως: ... [ακολουθεί πίνακας με αναλυτικό υπολογισμό]. Με βάση τα στοιχεία των παραπάνω πινάκων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 30-6-2013 η μεν ενάγουσα εισέπραξε το συνολικό ποσό των ευρώ 830.800, που αντιστοιχεί σε χρεώσεις ασθενών του ΤΕΑ για ιατρικές αμοιβές, η δε εναγομένη εισέπραξε για ιατρικές πράξεις στο ΤΕΑ και στην κλινική της το αναφερόμενο στην αγωγή συνολικό (καθαρό) ποσό των ευρώ 460.283,90 ... το οποίο αποτελείται από τα επιμέρους ποσά: i) των ευρώ 243.356,21, που αντιστοιχεί σε εισπράξεις από βραχυθεραπείες, ii) των ευρώ 32.205,72, που αντιστοιχεί σε έξοδα ασθενών, καλυφθέντα από τον ΕΟΠΥΥ και iii) των 184.691,97, που αντιστοιχεί σε έξοδα, που χρεώθηκαν απ? την εναγομένη σε ασθενείς με αφορμή τη χρήση του ΤΕΑ και καλύφθηκαν ιδιωτικά. Σύμφωνα με τους οικονομικούς όρους του από Οκτωβρίου 2009 "μνημονίου" ... που υιοθέτησαν οι διάδικοι κατά τη σύναψη της μεταξύ τους προφορικής σύμβασης συνεργασίας και δε μετέβαλαν κατά τη διάρκειά της, για τον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας εκπίπτει (αφαιρείται) από τις εισπράξεις της εναγομένης για βραχυθεραπεία (ευρώ 243.386,21) α) ποσοστό 4% για αμοιβή της εναγομένης αφενός μεν επί των εισπράξεών της για βραχυθεραπείες στο ΤΕΑ, που αντιστοιχεί σε ευρώ 9.735,44 (243.386,21 Χ 4%), αφετέρου δε επί των εισπράξεων της ενάγουσας για ιατρικές αμοιβές της στο ΤΕΑ, που αντιστοιχεί σε ευρώ 33.232 (830.500 Χ 4%) και β) το 1/60 της δαπάνης διαμόρφωσης των εγκαταστάσεων του ΤΕΑ για κάθε μήνα λειτουργίας της σύμβασης, ανερχόμενο στο ποσό των ευρώ 2.810 μηνιαίως (168.600 : 60 μήνες) και συνολικά για τους 18 μήνες λειτουργίας του ΤΕΑ στο ποσό των ευρώ 50.580 (2.810 Χ 18). Από το τελευταίο αυτό ποσό η ενάγουσα κατέβαλε, προς μερική απόσβεση της συγκεκριμένης οικονομικής υποχρέωσής της προς την εναγομένη, με εφάπαξ κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας, που έλαβε χώρα στις 9-10-2012, το επιμέρους ποσό των ευρώ 50.000 ... με αποτέλεσμα το εναπομένον προς αφαίρεση ποσό να προσδιορίζεται σε ευρώ 580 (50.580 - 50.000). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η καταβολή του παραπάνω ποσού των ευρώ 50.000 δεν έγινε για την κάλυψη οικονομικών αναγκών της εναγομένης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση προς συμβατική υποχρέωση της ενάγουσας έναντι της εναγομένης για την κάλυψη του κόστους διαμόρφωσης του ΤΕΑ και αντιστοιχεί αποκλειστικά και μόνο στους 18 μήνες που πράγματι λειτούργησε η ένδικη σύμβαση, κατά τρόπο ώστε η εναγομένη να μην ενέχεται σε επιστροφή του εν λόγω ποσού στην ενάγουσα, έστω και εν μέρει, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του 4ου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Με βάση τα παραπάνω οικονομικά στοιχεία, το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας από τις εισπράξεις της εναγομένης για τις βραχυθεραπείες υπολογίζεται στο ποσό των ευρώ 199.838,77 [243.386,21 - (9.735,44 + 33.232 + 580)]. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί το έσοδο της ενάγουσας, σε ποσοστό 4%, επί των λοιπών εισπράξεων της εναγομένης για έξοδα ασθενών (ευρώ 32.205,72 Χ 4% = 1.228,22) και για χρεώσεις ασθενών (ευρώ 184.691,97 Χ 4% = 7.387,67), με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα λειτουργίας της ένδικης σύμβασης να υπολογίζεται στο ποσό των ευρώ 208.454,66 (199.838,77 + 1.228,22 + 7.387,67). Σημειώνεται ότι η παρακράτηση από τα έσοδα των βραχυθεραπειών των ποσών που αντιστοιχούν στο 4% για αμοιβή της εναγομένης και στο 1/60 μηνιαίως για την απόσβεση του αρχικού κόστους επένδυσης αποτελεί, κατά τη συμφωνία των μερών, παράγοντα εξεύρεσης του ύψους της δικαιούμενης από την ενάγουσα αμοιβής, κατόπιν εκκαθάρισης και συμψηφισμού των αντίθετων απαιτήσεων, κατά τρόπο ώστε πριν την αφαίρεση των ποσών αυτών να μην καθίσταται ορισμένη, ως προς το ύψος της, η αμοιβή της ενάγουσας και η σχετική με αυτήν απαίτησή της. Ως εκ τούτου, η αφαίρεση των ποσών αυτών από τις εισπράξεις της εναγομένης για βραχυθεραπείες αποτελεί μέρος της συμφωνηθείσας από τα συμβληθέντα και ήδη διάδικα μέρη διαδικασίας υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας και επομένως το Δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί στο συνυπολογισμό των εκπιπτόμενων για τις ανωτέρω αιτίες ποσών, χωρίς να απαιτείται η προβολή ένστασης συμψηφισμού από την εναγομένη, σε αντίθεση με όσα αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα σε σχέση με τη δαπάνη για την απόσβεση του κόστους αρχικής επένδυσης διαμόρφωσης του ΤΕΑ (1/60) κατά τους μήνες πραγματικής λειτουργίας της σύμβασης. Αντιθέτως, η παραπάνω εξουσία του Δικαστηρίου δεν εκτείνεται στην αφαίρεση από την αμοιβή της ενάγουσας και της δαπάνης για τη διαμόρφωση του ΤΕΑ, που αντιστοιχεί στους υπόλοιπους μέχρι τη λήξη της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης 42 μήνες (42/60), αφού, μετά τη δια καταγγελίας λήξη της σύμβασης, έπαυσε η αξίωση της ενάγουσας για αμοιβή και ως εκ τούτου η σχετική απαίτηση της εναγομένης δεν μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να αποτελέσει κριτήριο προσδιορισμού της αμοιβής της ενάγουσας και να αφαιρεθεί από αυτήν. Επομένως, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το συνολικό κόστος διαμόρφωσης του ΤΕΑ ανήλθε στο ποσό των ευρώ 218.600 (και όχι στο ήδη αποδειχθέν ποσό των ευρώ 168.600) και ότι από αυτό είχε καταβληθεί το ποσό των ευρώ 50.000, προέβη σε αφαίρεση από την αμοιβή της ενάγουσας, χωρίς να προταθεί ένσταση συμψηφισμού από την εναγομένη, του θεωρούμενου ως ανεξόφλητου για την αιτία αυτή ποσού των ευρώ 168.600 (218.600 - 50.000), όπως ομοίως εσφαλμένα προέβη σε αφαίρεση από την αμοιβή της ενάγουσας και του ποσού των ευρώ 32.999,94 για δαπάνη συντήρησης του αξονικού τομογράφου του ΤΕΑ, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε συμφωνία των μερών για συνυπολογισμό της εν λόγω ετήσιας δαπάνης, ύψους ευρώ 22.000, στη διαμόρφωση του ύψους της συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας, υπό την έννοια της αφαίρεσης από αυτήν του ποσού των ευρώ 1.833,33 μηνιαίως και συνολικά για τους 18 μήνες λειτουργίας της σύμβασης του ποσού των ευρώ 32.999,94 ... Κατόπιν των ανωτέρω, ο 1ος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την αφαίρεση από την αμοιβή της των ποσών των ευρώ 32.999,94 (συντήρηση τομογράφου) και των ευρώ 168.600 (ως υπόλοιπο οφειλόμενο κόστος διαμόρφωσης ΤΕΑ) και συνολικά του ποσού των ευρώ 201.599,94 χωρίς την προβολή ένστασης συμψηφισμού πρέπει να γίνει δεκτός στην ουσία του ... Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιό της, να κρατηθεί και εκδικαστεί κατά το αντίστοιχο μέρος η αγωγή κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει δεκτό ότι η δικαιούμενη απ’ την ενάγουσα αμοιβή, σύμφωνα με τους εφαρμοσθέντες όρους της μεταξύ των διαδίκων προφορικής συμφωνίας, οι οποίοι ταυτίζονται με τους εγγράφως διατυπωμένους οικονομικούς όρους του από Οκτωβρίου 2009 "μνημονίου συνεργασίας", ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 208.454,66. Η εφεσίβλητη-εναγομένη, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης (άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ), προτείνει το πρώτον στην έκκλητη δίκη με τις κατατεθείσες στο παρόν Δικαστήριο έγγραφες προτάσεις της ένσταση συμψηφισμού της παραπάνω απαίτησης της εκκαλούσας-ενάγουσας με ληξιπρόθεσμες και απαιτητές ανταπαιτήσεις της: α) ποσού ευρώ 168.600 για ανεξόφλητο κόστος διαμόρφωσης του ΤΕΑ και β) ποσού ευρώ 32.999,94 για δαπάνη συντήρησης του αξονικού τομογράφου που είχε εγκαταστήσει στο ΤΕΑ και χρησιμοποιήθηκε κατά τη 18μηνη διάρκεια λειτουργίας του ΤΕΑ, προσδιορίζοντας το ετήσιο κόστος συντήρησης στο ποσό των ευρώ 22.000 και το μηνιαίο κόστος συντήρησης στο ποσό των ευρώ 1.833,33 (22.000 : 12). Όμως, για το ορισμένο της παραπάνω ένστασης η εφεσίβλητη δεν καθορίζει, σε σχέση με την ανταπαίτηση των ευρώ 168.600, τα επιμέρους χρηματικά ποσά που την απαρτίζουν σε συσχετισμό με την εργασία ή την αγορά υλικού που καθένα από αυτά αφορά με συνέπεια η ερευνώμενη ένσταση να τυγχάνει αόριστη, ως προς τη συγκεκριμένη ανταπαίτηση, και απορριπτέα λόγω απαραδέκτου ... μη αρκούσας μόνης της αναφοράς στις προτάσεις της εφεσίβλητης ότι το παραπάνω ποσό των ευρώ 168.600 συνομολογεί η ενάγουσα με την αγωγή της ως δαπανηθέν για τη διαμόρφωση του χώρου του ΤΕΑ, καθόσον τούτο αφορά στην απόδειξη της ένστασης συμψηφισμού και όχι στο παραδεκτό της προβολής της, καθισταμένης, κατόπιν τούτου, άνευ αντικειμένου της αντένστασης οικείου πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ) που πρότεινε η εκκαλούσα-ενάγουσα προς υπεράσπισή της κατά της ένστασης συμψηφισμού ως προς τη συγκεκριμένη και μόνο ανταπαίτηση των ευρώ 168.600. Αντιθέτως, η ίδια ένσταση, κατά το μέρος που με αυτήν προτείνεται σε συμψηφισμό η ανταπαίτηση των ευρώ 32.999,94 είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 440, 441 ΑΚ, 262 § 1 ΚΠολΔ), αυτή δε, αποδεικνύεται βάσιμη και στην ουσία της, καθόσον η ενάγουσα συνομολογεί ... τη συγκεκριμένη ληξιπρόθεσμη (καταβλητέα κάθε μήνα και συνυπάρχουσα στο σύνολό της, κατά τη λήξη της ένδικης σύμβασης, με την απαίτηση της ενάγουσας) αξίωση της εναγομένης, κατ' είδος και ποσό ... Με βάση τα ανωτέρω, η ως άνω προταθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτηση της εναγομένης επιφέρει αναδρομικά απόσβεση της απαίτησης της ενάγουσας για αμοιβή της στο μέτρο που οι δύο απαιτήσεις καλύπτονται, κατά τρόπο ώστε το τελικώς δικαιούμενο από την ενάγουσα ποσό για την αιτία αυτή να περιορίζεται σε ευρώ 175.454,72 (208.454,66 - 32.999,94), το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Περαιτέρω ... [η] λύση της ένδικης σύμβασης την 1-7-2013 με έκτακτη καταγγελία από την πλευρά της εναγομένης πριν την παρέλευση της συμφωνηθείσας ορισμένου χρόνου διάρκειάς της (5ετίας) ... έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, αναγόμενο στη μεταβολή των συνθηκών, υπό τις οποίες καταρτίστηκε τον Αύγουστο του 2010 η ένδικη προφορική σύμβαση με βάση τους υιοθετηθέντες έγγραφους όρους του από Οκτωβρίου 2009 "μνημονίου" και προσδιορίστηκε ο τρόπος της αμοιβής των διαδίκων. Ειδικότερα, κατά τα ήδη αποδειχθέντα, η αποζημίωση που κατέβαλε ο ΕΟΠΥΥ για κάθε βραχυθεραπεία ανερχόταν στο προκαθορισμένο ποσό των ευρώ 3.000, στο οποίο ... περιλαμβανόταν κάθε είδους ιατρική και νοσηλευτική δαπάνη του ασθενούς, όπως νοσήλια, χειρουργεία, φάρμακα κ.λπ., με συνέπεια η εναγομένη να μην έχει τη δυνατότητα να εισπράξει ιδιωτικά από τον ασθενή (π.χ. για νοσήλια) κάποιο άλλο ποσό, από το οποίο θα αμειβόταν η ίδια μεν με ποσοστό 96% ... και η ενάγουσα με το υπόλοιπο ποσοστό του 4%, με εξαίρεση τη διαφορά θέσης, ύψους ευρώ 200 περίπου. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η εναγομένη να δικαιούται για αμοιβή, με βάση τους όρους της σύμβασης, μόνο ποσοστό 4% επί του ποσού των ευρώ 3.000 αυτού, δηλαδή ποσό ευρώ 120 για κάθε ασθενή που ήταν ασφαλισμένος στον ΕΟΠΥΥ, το οποίο δεν επαρκούσε για την κάλυψη των εξόδων των νοσηλευτικών υπηρεσιών και λοιπών παροχών (νοσηλείας, διατροφής, νοσηλευτικών υπηρεσιών, φαρμάκων και υλικών) που πρόσφερε στους εν λόγω ασθενείς. Από την άλλη πλευρά η ενάγουσα, πέραν του ποσοστού 96% επί του ανωτέρω καταβαλλόμενου από τον ΕΟΠΥΥ ποσού των ευρώ 3.000, που δικαιούτο δυνάμει της σύμβασης, εισέπραττε από κάθε ασθενή του ΕΟΠΥΥ επιπλέον ποσό για ιατρική αμοιβή (η οποία ρητώς εξαιρείτο από το ΚΕΝ και το καλυπτόμενο από τον ΕΟΠΥΥ ποσό των ευρώ 3.000), που κυμαινόταν από ευρώ 2.500 έως ευρώ 5.000.
Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων αναφάνηκε ότι από τότε που ο ΕΟΠΥΥ ανέλαβε την πλήρη κάλυψη της δαπάνης των ακτινοθεραπειών των ασφαλισμένων του σημαντικός αριθμός των εισερχόμενων στο ΤΕΑ ασθενών, που υποβάλλονταν σε ακτινοθεραπεία και όχι απλώς σε εξετάσεις ... ήταν ασφαλισμένοι του ΕΟΠΥΥ (σε σύνολο 204 ασθενών, οι 111 ασθενείς εισήλθαν ιδιωτικά ενώ οι υπόλοιποι 93 ασθενείς εισήλθαν με ασφαλιστική κάλυψη από τον ΕΟΠΥΥ), με αποτέλεσμα η εφαρμογή των συμφωνηθέντων οικονομικών όρων, ως προς τους εν λόγω ασθενείς, που με την πάροδο των μηνών διαρκώς αυξάνονταν σε αριθμό, να καθιστά ασύμφορη και άκρως επιζήμια για την εναγομένη τη διατήρηση και λειτουργία της σύμβασης με τους ίδιους οικονομικούς όρους, οι οποίοι είχαν προβλεφθεί και συμφωνηθεί για τον προσδιορισμό της αμοιβής των συμβληθέντων μερών μόνο όταν οι ασθενείς εισέρχονταν στο ΤΕΑ ιδιωτικά, οπότε είχαν τη δυνατότητα να τους χρεώσουν με τις τιμές του μεταξύ τους καθορισθέντος τιμολογίου και όχι όταν αυτοί έκαναν χρήση της κάλυψης του ασφαλιστικού τους φορέα, όπως ήταν ο ΕΟΠΥΥ, που εφάρμοζε το ΚΕΝ. ... Επιπρόσθετα, η θεσμοθέτηση και άμεση εφαρμογή από τον ΕΟΠΥΥ - με αναδρομική ισχύ από τον Ιανουάριο του 2013 - των ρητρών rebate και claw back, οδήγησαν ... στη δραματική μείωση των εσόδων της εναγομένης ...
Περαιτέρω, εξαιτίας των γεγονότων που προπαρατέθηκαν, τα οποία προέκυψαν μεταγενέστερα και ήταν αδύνατον να προβλεφθούν κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης (Αύγουστο του 2010), η εξακολούθηση της συνεργασίας των διαδίκων κατέστη για την εναγομένη ασύμφορη και μη δικαιολογημένη απ’ τις αντικειμενικές συνθήκες. ... Eπομένως, τα ανωτέρω περιστατικά, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, κατέστησαν, κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, προδήλως επαχθή και μη ανεκτή για την εναγομένη την προφανώς αντίθετη προς τα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντά της συνέχιση της σύμβασης, θεμελιώνοντας έτσι σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβατικής σχέσης. Ενόψει των παραπάνω, δεν γεννάται αξίωση για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας της ενάγουσας και συνακόλουθα είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμα, τα αγωγικά κονδύλια που σχετίζονται με δαπάνη απεγκατάστασης των μηχανημάτων της ενάγουσας από το ΤΕΑ (ευρώ 2.410,80) και με διαφυγόντα κέρδη της (ευρώ 1.264.740,96)." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή το οφειλόμενο για τις συμφωνημένες αμοιβές της ενάγουσας ποσό των 208.454,66 ευρώ, το οποίο υπολόγισε κατόπιν αφαίρεσης, από τα οφειλόμενα στην ενάγουσα ποσοστά επί των νοσηλίων και αμοιβών για ακτινοθεραπείες, των 18 από τις 60 μηνιαίες δόσεις του ποσού των 168.600 ευρώ που αφορούσε δαπάνες διαμόρφωσης του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας, δεν πρέπει περαιτέρω να συμψηφιστεί, χωρίς την υποβολή σχετικής ένστασης συμψηφισμού από την εναγομένη, με το υπόλοιπο των δαπανών αυτών, που ήταν καταβλητέο τους 42 μήνες, για τους οποίους δεν λειτούργησε η σύμβαση, αλλά μόνο με το ποσό των 32.999,94 ευρώ, που αφορά δαπάνες συντήρησης του αξονικού τομογράφου για το χρόνο λειτουργίας της σύμβασης, δεχόμενο ότι "η παραπάνω εξουσία του Δικαστηρίου δεν εκτείνεται στην αφαίρεση από την αμοιβή της ενάγουσας και της δαπάνης για τη διαμόρφωση του ΤΕΑ, που αντιστοιχεί στους υπόλοιπους μέχρι τη λήξη της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης 42 μήνες (42/60), αφού, μετά τη δια καταγγελίας λήξη της σύμβασης, έπαυσε η αξίωση της ενάγουσας για αμοιβή και ως εκ τούτου η σχετική απαίτηση της εναγομένης δεν μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να αποτελέσει κριτήριο προσδιορισμού της αμοιβής της ενάγουσας και να αφαιρεθεί από αυτήν", και ότι συνεπώς το ποσό που οφείλει η εναγόμενη στην ενάγουσα ανέρχεται σε (208.454,66 - 32.999,94) 175.454,72 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 και 441 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) οι δαπάνες διαμόρφωσης του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας, συνολικού ύψους 168.600 ευρώ, που καταβλήθηκαν από την εναγόμενη αλλά βάρυναν την ενάγουσα, είχαν επιμεριστεί κατά τη συμφωνία των διαδίκων σε 60 μηνιαίες δόσεις, κάθε μία από τις οποίες θα συνυπολογιζόταν για την εύρεση του τελικού οφειλόμενου στην ενάγουσα ποσού, αφαιρούμενη από τα ποσοστά της επί των νοσηλίων και των αμοιβών για ακτινοθεραπείες, και β) από τις δόσεις αυτές, οι 42 ήταν καταβλητέες μετά τη λύση της σύμβασης και συνεπώς δεν μπορούν να συνυπολογιστούν και να αφαιρεθούν περαιτέρω από τις αμοιβές της ενάγουσας για όσο χρόνο λειτούργησε η σύμβαση, αφού ο συνυπολογισμός αυτός γινόταν βάσει συμβατικού όρου, ο οποίος δεν εφαρμόζεται μετά τη λύση της σύμβασης, αλλά για την αφαίρεσή τους απαιτείται ένσταση συμψηφισμού, η οποία εν προκειμένω προβλήθηκε για πρώτη φορά από την εναγόμενη στην κατ' έφεση δίκη κατ' άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, αλλά με τρόπο αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 440 και 441 Α.Κ., είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι κατά της ενάγουσας έχει ανταπαίτηση ύψους 168.600 ευρώ για τη δαπάνη διαμόρφωσης του χώρου του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας, την οποία προτείνει σε συμψηφισμό έναντι της επίδικης απαίτησης αυτής. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη ρητώς από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017) και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη. Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 336/2020, Α.Π. 1025/2019, Α.Π. 450/2019, Α.Π. 898/2015, Α.Π. 1187/2015, Α.Π. 947/2014, Α.Π. 373/2011). Η δικαστική ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αναφέρεται στην ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή στα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναγνωρίζονται ως αληθή, διαφέρει δε από την αποδοχή της αγωγής, η οποία έχει ως αντικείμενο, όχι την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλά το αίτημα αυτής, και με την οποία αναγνωρίζεται το ασκούμενο με αυτήν δικαίωμα, συνεπάγεται δε την έκδοση απόφασης σύμφωνης με την αποδοχή και αν ακόμη η αγωγή είναι αόριστη ή νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη (Α.Π. 985/2021).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (Α.Π. 33/2014, Α.Π. 1356/2010, Α.Π. 1014/2010). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (Α.Π. 462/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με έτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην αγωγή δικαστική ομολογία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης περί υποχρέωσής της να καταβάλει στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα το ποσό των 168.600 ευρώ για τις δαπάνες διαμόρφωσης του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας, από την οποία ομολογία αποδεικνύεται ευθέως και αμέσως η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από αυτήν ένστασης συμψηφισμού του ανωτέρω ποσού των 168.600 ευρώ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης της αναιρεσείουσας το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, αλλά απέρριψε την ένσταση ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 442 Α.Κ., ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση (Α.Π. 1780/2023, Α.Π. 1199/2023, Α.Π. 1482/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα ενώπιόν του με τις προτάσεις της ένσταση συμψηφισμού του οφειλόμενου σε αυτήν από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ποσού των 168.600 ευρώ για τις δαπάνες διαμόρφωσης του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας με την επίδικη απαίτηση αυτής, δεδομένου ότι η ενάγουσα με την αγωγή της ομολόγησε αυτήν. Όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, αυτή πρότεινε ρητώς σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, το πρώτον κατά τη δευτεροβάθμια δίκη κατ' άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, ανταπαιτήσεις της συνολικού ύψους 201.599,94 ευρώ, και συγκεκριμένα ανταπαιτήσεις α) 168.600 ευρώ για τις δαπάνες διαμόρφωσης του τμήματος επεμβατικής ακτινοθεραπείας και β) 32.999,94 ευρώ για το κόστος συντήρησης επί 18 μήνες του αξονικού τομογράφου, που ανερχόταν σε 1.833,33 ευρώ μηνιαίως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση συμψηφισμού ως προς την πρώτη ανταπαίτηση λόγω αοριστίας και έγινε δεκτή ως προς τη δεύτερη ανταπαίτηση, η οποία συμψηφίστηκε με ισόποσο μέρος της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση των 168.600 ευρώ, νομίμως κήρυξε απαράδεκτο, αφού η αναιρεσείουσα δεν περιλάμβανε στις προτάσεις της σαφή έκθεση των παραγωγικών γεγονότων της ανταπαίτησης αυτής, όπως όφειλε να πράξει κατ' άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ προκειμένου η ένστασή της να είναι ορισμένη, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της αναφέρει ρητώς, και συνεπώς ομολογεί κατ' άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, ότι οφείλει στην αναιρεσείουσα το εν λόγω ποσό για την ανωτέρω αιτία, αφού η δικαστική ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, αναφέρεται στην ιστορική βάση του ισχυρισμού, δηλαδή στα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά, που αναγνωρίζονται ως αληθινά, και συνεπώς προϋποθέτει προηγούμενη παραδεκτή επίκληση του ισχυρισμού αυτού από τον αντίδικο, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω, χωρίς να συνάγεται κάτι αντίθετο, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από τη διάταξη του άρθρου 442 Α.Κ., με την οποία επιτρέπεται η προβολή της ένστασης συμψηφισμού σε κάθε στάση της δίκης αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, αφού και η αναφερόμενη στη διάταξη αυτή άμεση απόδειξη προϋποθέτει την έγκυρη προβολή της ένστασης με σαφή και ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών γεγονότων της ανταπαίτησης, που θεμελιώνει το δικαίωμα του συμψηφισμού. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2022 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Κεντρική Κλινική Αθηνών Α.Ε." για αναίρεση της 2164/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ