Αριθμός 251/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στον '… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τελούσας υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου και 2) Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "The International Oil Pollution Compensation Fund 1992" ("Διεθνές Κεφάλαιο Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο 1992" - το "Κεφάλαιο"), που εδρεύει στο …του ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. 2) Υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου. 3) Υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. 4) Υποθηκοφύλακα του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ζήτησε και πήρε το λόγο από την Πρόεδρο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της 1ης αναιρεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε ακολούθως το λόγο και ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, που δεν συναίνεσε στο αίτημα της αντίδικης πλευράς. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1653/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 618/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την .../29-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Σ. Ε. - Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 30-11-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρ. 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο, κατ' άρθρ. 143 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει), του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Ι. Μ. - Δ. (που είχε ασκήσει πρόσθετη, υπέρ της αναιρεσείουσας, παρέμβαση στη δευτεροβάθμια δίκη), το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Η ένδικη αίτηση κοινοποιήθηκε και στους υποθηκοφύλακες Αθηνών, Παλαιού Φαλήρου, Κρωπίας και Γλυφάδας, όπως προκύπτει από τις σχετικές .../4-4-2019, ..., ... και ..., από 29-3-2019, εκθέσεις επίδοσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας, αντίστοιχα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί, κατά τον ΚΠολΔ, ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται στο δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε κατόπιν άδειας του δικαστηρίου που ορίζει και το ποσό που ασφαλίζεται με την προσημείωση. Με δεδομένο ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του οφειλέτη (ή τρίτου που συναινεί) για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323 1330 και 1265 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης που εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277 και 1323 αριθμ. 2 ΑΚ (ΑΠ Ολομ. 14/2006, ΑΠ 155/2017, ΑΠ 16/2016, ΑΠ 410/2005, βλ. και ΑΠ 1430/2017, ΑΠ 512/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του ν.4335/2015 (που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016), "Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής". Έτσι, δυνάμει του άρθρου αυτού, δόθηκε πλέον, από 1-1-2016, η δυνατότητα στο δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, καθώς και συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου, και με βάση οριστική απόφαση και όχι μόνο με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, όπως ίσχυε έως την τροποποίηση του νόμου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, αρκεί, κατά το γράμμα της, αλλά και την τελολογία της, η έκδοση μίας απλώς οριστικής δικαστικής απόφασης, και ως τέτοια νοείται, κατά μία άποψη, μόνο η καταψηφιστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως η τελευταία να έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Ειδικότερα, σκοπός της διάταξης του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία συνεπάγεται ως παρεπόμενη συνέπεια για την οριστική απόφαση που δεν έχει καταστεί ακόμη τελεσίδικη, επερχόμενη απ'ευθείας από το νόμο, μετά τη θέση σε ισχύ (την 1-1-2016) του ως άνω νέου άρθρου 724 § 1 ΚΠολΔ, επί της οποίας δεν εφαρμόζεται η γενική αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρ. 2 ΑΚ), τη χορήγηση δυνατότητας επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης ή εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, είναι η αποτελεσματική διασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή, ο οποίος, έπειτα από τη διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, στην οποία μάλιστα κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του οφειλέτη, σε αντίθεση με τη διαταγή πληρωμής (που δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή), επιτυγχάνει την έκδοση οριστικής απόφασης που επιδικάζει τις απαιτήσεις του (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015, υπό στοιχ. VI, αριθμ. 11). Κατά την περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και, ως εκ τούτου, ο δανειστής δεν έχει δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του (όταν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο) με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ή της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης. Μάλιστα, η χορήγηση στο δανειστή του δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης προς το σκοπό της διασφάλισης της προνομιακής ικανοποίησης των απαιτήσεών του σε μελλοντικό χρόνο είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου κατά του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, αν απορρίφθηκε το αίτημα να κηρυχθεί η οριστική απόφαση προσωρινά εκτελεστή (ή αν δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα), δεν θίγεται η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης (ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης) με βάση την απόφαση αυτή, καθόσον η απόρριψη του αιτήματος τούτου εμποδίζει μεν την ικανοποίηση, μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, της επίδικης απαίτησης, δεν εμποδίζει, όμως, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση. Οι προϋποθέσεις κήρυξης απόφασης προσωρινά εκτελεστής (άρθρα 907 - 911 ΚΠολΔ) δεν ταυτίζονται με τη βασική προϋπόθεση επιβολής των εν λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είναι ο επικείμενος κίνδυνος. Εξάλλου, η νομική φύση καθεμίας από τις δύο αυτές διαδικασίες (μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικό μέτρο, αντίστοιχα) είναι διαφορετική και λειτουργεί για διαφορετικό σκοπό, αφού η αναγκαστική εκτέλεση που διενεργείται με βάση τις προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις (ήτοι, τις οριστικές αποφάσεις που μπορούν να εκτελεστούν, αν και δεν είναι αμετάκλητες, τελεσίδικες ή ανέκκλητες, κατ' εξαίρεση του κανόνα, κατά τον οποίο τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων -δεδικασμένο και εκτελεστότητα- αρχίζουν από την τελεσιδικία τους) δεν είναι "προσωρινή" αλλά της ίδιας φύσης, όπως και αυτή που χωρεί δυνάμει των υπόλοιπων αποφάσεων (τελεσιδίκων κ.λπ.), και επιδιώκεται η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή με την αναγκαστική κατάσχεση και τη, στη συνέχεια, διενέργεια πλειστηριασμού του κατασχεμένου πράγματος για την ικανοποίηση της χρηματικής του απαίτησης από το πλειστηρίασμα, ενώ η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση, ως ασφαλιστικά μέτρα, αποτελούν μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας του δανειστή, για την εξασφάλιση ή διατήρηση χρηματικής απαίτησής του, αν ληφθεί υπόψη η καθυστερημένη οπωσδήποτε οριστική του προστασία και η, εξαιτίας τούτου, ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση όταν θα έχει αποκτήσει εκτελεστό τίτλο. Η αποδοχή της αντίθετης άποψης ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή συντηρητικής κατάσχεσης, δυνάμει οριστικής απόφασης, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που αυτή έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, θα εισήγαγε και ένα νέο κριτήριο για την κήρυξη της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, ήτοι τη δυνατότητα ή όχι του δανειστή να επιβάλει προσημείωση ή συντηρητική κατάσχεση, γεγονός που δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα της διάταξης ούτε από το σκοπό της. Άλλωστε, και στις διατάξεις των άρθρων 519 παρ. 1 και 521 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, παρά το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προθεσμίας και της άσκησης της έφεσης, είναι επιτρεπτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, άρα και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 724 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, εννοείται, συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη λήψη τους (άρθρ. 682 παρ. 1 και 690 επ. ΚΠολΔ), ενώ και η αναστολή εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 3 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους (πρώτο και δεύτερο) λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρώντας εσφαλμένα, στη μεν πρώτη περίπτωση ότι το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται μόνο όταν η οριστική απόφαση δυνάμει της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή της προσημείωσης έχει κηρυχθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε προσωρινά εκτελεστή, στη δε δεύτερη ότι, αν και κατ' αρχήν η εφαρμογή του νέου άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ σε αποφάσεις που εκδόθηκαν προ της 1.1.2016, δεν συνιστά απαγορευμένη (κατ' άρθρο 2 ΑΚ) γνήσια αναδρομική εφαρμογή, αλλά μη γνήσια επιτρεπτή αναδρομή, εν τούτοις, η εφαρμογή αυτή είναι ανεπίτρεπτη (ως αντικείμενη στο άρθρο 26 του Συντάγματος) σε περίπτωση που οι αποφάσεις αυτές δεν κηρύχτηκαν προσωρινά εκτελεστές, λόγω απόρριψης σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου, επειδή συνιστά ανατροπή δικαιοδοτικής κρίσης με νομοθετική διάταξη, και συγκεκριμένα της κρίσης ότι δεν συνέτρεχε λόγος προσωρινής εκτελεστότητας της δικαστικής απόφασης. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 618/2018 απόφασή του που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ), αφού στην παρατιθέμενη μείζονα σκέψη αναφέρει ότι τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, κατά τη συσταλτική ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την προαναφερόμενη τροποποίηση, αποτελούν μόνο οι οριστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές και μόνο στο μέτρο αυτό και ότι η ίδια διάταξη, ως ουσιαστικού δικαίου, δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΑΚ, στη συνέχεια, δέχθηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: [...η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" άσκησε την από 1/8/2013 (αριθμ. καταθ. 5949/1-8-2013) αγωγή, αφενός κατά της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ" και αφετέρου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", (ήδη κυρίως παρεμβαίνουσας), η οποία κάλυπτε ασφαλιστικά την αστική ευθύνη της πρώτης από τη μεταφορά φορτίου πετρελαίου, με αίτημα την καταδίκη τους, ως συνοφειλετών εις ολόκληρον, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση "περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου 1969", στην καταβολή ποσού που αφορούσε δαπάνες και αποζημίωση για την παροχή υπηρεσιών περιορισμού της ρυπάνσεως, η οποία είχε προκληθεί από τη διαρροή πετρελαίου λόγω της βυθίσεως του δεξαμενόπλοιου "...", ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων. Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1943/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επεδίκασε στην ενάγουσα ποσό ευρώ 14.485.962,30, καθώς και ποσό ευρώ 200.000 ως δικαστική δαπάνη. Κατά της αποφάσεως αυτής έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν εφέσεις από τα διάδικα μέρη και εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως. Η ενάγουσα εταιρία προς το σκοπό της εξασφαλίσεως των απαιτήσεών της, οι οποίες επιδικάσθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση, επιδιώκει με αιτήσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν το Δεκέμβριο 2016 στα Υποθηκοφυλακεία Αθηνών, Κρωπίας, Γλυφάδας και Π. Φαλήρου, την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτων των αντίστοιχων Δήμων, ιδιοκτησίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως αυτό ισχύει σήμερα, με τίτλο εγγραφής την ανωτέρω οριστική απόφαση. Η απαίτηση του δανειστή στην περίπτωση του ιστορικού είχε αναγνωριστεί από την οριστική απόφαση, χωρίς η απαίτηση αυτή κατά το χρόνο έκδοσής της να πλήττει το ουσιαστικό δικαίωμα επί της περιουσίας του οφειλέτη. Όμως, με την εγγραφή της προσημείωσης το ουσιαστικό δικαίωμα πλήττεται το 2017, όταν διώκεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με αναδρομική εφαρμογή της εν λόγω οριστικής απόφασης που εκδόθηκε το Μάιο 2015, με αποτέλεσμα η εγγραφή παρά το νόμο να δίνει αναδρομική ισχύ στην εν λόγω ουσιαστική διάταξη του νόμου 4335/2015, χωρίς να ορίζει ο νόμος αυτός ότι έχει αναδρομική δύναμη. Και τούτο, καθότι, η υπ' αριθμ. ΠΠΠειρ. 1943/2015 οριστική απόφαση, κατά το χρόνο εκδόσεώς της, δεν αποτελούσε τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αφού είχε εκδοθεί πριν τη θέση σε ισχύ (την 1/1/2016) του νέου άρθρ. 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, καθόσον, με τη διάταξη αυτή του άρθρου, παρέχεται νέο, ουσιαστικού δικαίου, δικαίωμα στον δανειστή να συστήσει εμπράγματο δικαίωμα υπό αίρεση που δεν είχε όταν εκδόθηκε η απόφαση και η διάταξη δεν έχει αναδρομική δύναμη, ώστε να καλύπτει και οριστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί πριν τη ψήφιση της νέας διάταξης. Εξάλλου, στο σημείο αυτό λεκτέο ότι: Ο νόμος έχει αναδρομική εφαρμογή όταν θεσπίζει, καταργεί ή μεταβάλλει τις νομικές συνέπειες γεγονότων που ανάγονται σε χρόνο πριν την έκδοσή του. Στο πλαίσιο αυτό, η αναγνώριση αναδρομικής ισχύος ενός νόμου οδηγεί στην ανατροπή μίας νομικής ρύθμισης και στην αντικατάστασή της με τη νέα ρύθμιση, κατά τρόπο ώστε να ισχύσει η τελευταία και για βιοτικές σχέσεις του παρελθόντος. Το ζήτημα που γεννάται ωστόσο, είναι ο καθορισμός της έννοιας των "βιοτικών σχέσεων του παρελθόντος", δεδομένου ότι είναι δυνατόν να υφίστανται παρελθοντικές βιοτικές σχέσεις που εξακολουθούν να υφίστανται και κατά το χρόνο ισχύος του νεότερου νόμου. Ο καθορισμός της έννοιας αυτής διαδραματίζει μάλιστα ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι, με βάση τη γενική αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρ. 2 ΑΚ), ο νέος νόμος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, δεν εφαρμόζεται στις βιοτικές σχέσεις του παρελθόντος. Προς την κατεύθυνση του καθορισμού των βιοτικών εννόμων σχέσεων, που ανάγονται στο παρελθόν, γίνεται διάκριση στη θεωρία μεταξύ γνησίας και μη γνησίας αναδρομής... Συναφώς, γίνεται δεκτό ότι γνήσια αναδρομή υφίσταται όταν ένας νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του, ενώ αντίθετα, μη γνήσια αναδρομή υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει έννομες συνέπειες που πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, πλην όμως γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση της μη γνήσιας αναδρομής, πρόκειται ουσιαστικά για άμεση εφαρμογή του νέου νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι ο νέος νόμος ρυθμίζει τα αποτελέσματα που επέρχονται μετά την ισχύ του, χωρίς όμως να θίγονται έννομες συνέπειες που έχουν ήδη επέλθει...
Συνεπώς, η γενική αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου, που εισάγει το άρθρο 2 ΑΚ, ως αναλύθηκε στη προδιαληφθείσα νομική σκέψη, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της γνήσιας αναδρομής και όχι στις περιπτώσεις μη γνήσιας αναδρομής, όπου ουσιαστικά, σύμφωνα με τα ως άνω, δεν πρόκειται καν για αναδρομή. Η μη γνήσια αναδρομή είναι, επομένως, επιτρεπτή με την επιφύλαξη ότι δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, δηλ. ότι δεν παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων ή για τη διάκριση των εξουσιών, πράγμα που θα συνέβαινε αν θίγονταν οι έννομες συνέπειες που είχαν ήδη επέλθει. Για να καταστεί, επομένως, σαφές αν το νέο άρθρο 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το οποίο αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζεται και σε όσες οριστικές αποφάσεις εκδόθηκαν πριν την 1/1/2016, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι ως άνω παραδοχές και, ειδικότερα, να κριθεί αν η ενδεχόμενη εφαρμογή του στις τελευταίες συνιστά περίπτωση γνησίας (και επομένως μη επιτρεπτής) αναδρομής ή αν αντίθετα συνιστά περίπτωση μη γνήσιας (και επομένως επιτρεπτής) αναδρομής. Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αποδοχή της εφαρμογής του νέου άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ και στις οριστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την 1/1/2016 συνιστά περίπτωση μη γνήσιας και, συνακόλουθα, επιτρεπτής αναδρομής, με την αιτιολογία ότι με το εν λόγω άρθρο θεσπίστηκαν το πρώτον έννομες συνέπειες για το μέλλον, οι οποίες πηγάζουν από έννομες σχέσεις (εν προκειμένω την ύπαρξη μίας δικαστικής απόφασης) που προϋπήρχαν. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην γενικότητά της, δεδομένου ότι παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν οι οριστικές αποφάσεις, ανάλογα με το αν έχουν κηρυχθεί ή όχι προσωρινώς εκτελεστές. Έτσι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το νέο άρθρο 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζεται αδιακρίτως στις οριστικές αποφάσεις, τόσο σ' αυτές που κηρύχθηκαν όσο και σ' αυτές που δεν κηρύχθηκαν προσωρινώς εκτελεστές και ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που γεννά η εφαρμογή του ως προς τις τελευταίες... η αποδοχή της εφαρμογής του και σ' αυτές που εκδόθηκαν πριν την 1/1/2016 οριστικές αποφάσεις, που δεν κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, λόγω απόρριψης σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου, συνεπάγεται αναμφίβολα την ανατροπή της ουσιαστικής διαγνωστικής κρίσης του δικάζοντος δικαστηρίου μέσω νομοθετικής διάταξης, κάτι που ωστόσο τυγχάνει ανεπίτρεπτο, ως αντίθετο προς τη θεμελιώδη διάκριση των εξουσιών (νομοθετική και δικαστική, άρθρ. 26 Συντάγματος). Πράγματι, επιτρέποντας με νομοθετική διάταξη (τη νέα ρύθμιση του άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) στον δανειστή που έχει στα χέρια του οριστική απόφαση, η οποία όμως δεν κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή λόγω απόρριψης σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου και με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, να επιβάλει αυτοδυνάμως το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης ή της συντηρητικής κατάσχεσης, ουσιαστικά επέρχεται, μέσω πράξης της νομοθετικής εξουσίας, ανατροπή μίας δικαστικής απόφασης, αφού στην πραγματικότητα παραμερίζεται η δικαιοδοτική κρίση που εκφέρθηκε στο πλαίσιο της οριστικής απόφασης περί μη ύπαρξης εκείνων των προϋποθέσεων, που καθιστούν αναγκαία την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης και οι οποίες, εν πολλοίς, αλληλοκαλύπτονται και ταυτίζονται με τη θεμελιώδη προϋπόθεση επιβολής ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ο επικείμενος κίνδυνος. Στο μέτρο αυτό, λοιπόν, είναι σαφές ότι με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ και στις οριστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την 1/1/2016 και οι οποίες δεν κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές λόγω της απόρριψης του σχετικού αιτήματος, ο δανειστής επιτυγχάνει την επιβολή ασφαλιστικού μέτρου τη στιγμή που το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν υφίστανται λόγοι που επιβάλλουν την προσωρινή εκτέλεση, ενώ, εάν αιτούνταν δικαστικώς την επιβολή ασφαλιστικού μέτρου, οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο, που διέγνωσε σε πρώτο βαθμό τη διαφορά, στο να απορρίψει το αίτημα χορήγησης προσωρινής εκτελεστότητας, θα οδηγούσε το Δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων στην απόρριψη της αίτησης λόγω έλλειψης της θεμελιώδους προϋπόθεσης του επικείμενου κινδύνου. Με τον τρόπο αυτό, ωστόσο, είναι σαφές ότι η εφαρμογή του νέου άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, μολονότι εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτρεπτή ως επιφέρουσα μη γνήσια αναδρομή, στην πραγματικότητα επιφέρει ανατροπή μίας δικαιοδοτικής κρίσης και έτσι είναι ανεπίτρεπτη κατ' εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης της δικαστικής από τη νομοθετική λειτουργία. Έτσι, κατ' αποτέλεσμα, πιθανή εφαρμογή του νέου άρθρ. 724 Κ.Πολ.Δ θα αποτελούσε γνήσια αναδρομή, γιατί, ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, θίγονται έννομες συνέπειες που έχουν ήδη επέλθει, δηλαδή η δικαστική κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος προσωρινής εκτελεστότητας της οριστικής απόφασης... Πλέον, δε, τούτου, σε καταφατική περίπτωση αναδρομικής ισχύος της ως άνω διάταξης, θα επερχόταν ανατροπή και της κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη, καθότι, κατά το χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης, η οποία, μάλιστα, δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αυτή δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό εις βάρος της περιουσίας του, γεγονός το οποίο θα ανατρεπόταν ανεπίτρεπτα αναδρομικά, δημιουργώντας έτσι κατάσταση που προσκρούει στην προστασία του συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού δικαιώματος στην περιουσία.
Συνεπώς, ερευνητέα και υπό αυτή την εκδοχή η αναδρομικότητα της διάταξης του άρθρου 724 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δεν είναι επιτρεπτή για τις εκδοθείσες προ της 1/1/2016 οριστικές αποφάσεις, που δεν έχουν κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστές λόγω απόρριψης από το Δικαστήριο σχετικού αιτήματος, ως συμβαίνει και στη προκειμένη υπ' αριθμ. 1943/2015 οριστική απόφαση, με την οποία απερρίφθη αίτημα περί κήρυξης αυτής προσωρινά εκτελεστής, λόγω μη συνδρομής των απαιτούμενων περιστάσεων κατ' άρθρο 908 παρ. 1 ΚΠολΔ...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 27-7-2017 έφεση της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, την από 29-9-2017 πρόσθετη, υπέρ αυτής, παρέμβαση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ενώ δέχθηκε την από 16-8-2017 κύρια παρέμβαση της πρώτης αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας, τελικά, την πρωτόδικη 1653/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει, ως μη νόμιμη, την ένδικη (του άρθρ. 791 § 2 ΚΠολΔ), από 4-1-2017, αίτηση της αναιρεσείουσας με ελλιπή, κατά το Εφετείο, και διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώθηκε και αντικαταστάθηκε με εκείνη της εφετειακής απόφασης. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο, κατ' εκτίμηση όσων αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι η τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ (που είναι ουσιαστικού δικαίου κατά την έκταση που προβλέπει ότι η οριστική δικαστική απόφαση και η διαταγή πληρωμής αποτελούν τίτλους προς εγγραφή του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος αξίας της προσημείωσης υποθήκης), κατά συσταλτική ερμηνεία, εφαρμόζεται μόνο στις οριστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές και μόνο κατά το μέτρο τούτο και ότι, εν πάση περιπτώσει, ναι μεν η επίμαχη αυτή διάταξη εφαρμόζεται αναδρομικά και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την 1η-1-2016 με τη, μη προσβαλλόμενη με την αναίρεση, παραδοχή ότι πρόκειται για μη γνήσια, άρα επιτρεπτή, αναδρομή, πλην όμως προϋποτίθεται ότι και οι αποφάσεις αυτές θα έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές, Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ήτοι με το να απαιτήσει για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, σε κάθε περίπτωση, την ύπαρξη προσωρινά εκτελεστής απόφασης, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την εν λόγω διάταξη. Και τούτο, διότι για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, αρκεί, κατά το γράμμα της, αλλά και την τελολογία της, η έκδοση μίας απλώς οριστικής δικαστικής απόφασης, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως η τελευταία να έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην αρχή της παρούσας σκέψης. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές, είναι βάσιμοι.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η πρώτη αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 618/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την πρώτη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ