Αριθμός 287/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (…), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 722/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1376/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-3-2016 (υπ' αριθμ. καταθ.131/2016) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1376/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 9-6-2011 έφεση της εκκαλούσας- εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος" (ΟΤΕ) κατά της υπ' αριθμ. 722/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 27-11-2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά αυτής ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ.2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Γι' αυτό και, κατ' αρχήν, δεν εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως οικειοθελής, να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια παροχής της εργασίας σε επιχειρησιακή συνήθεια ή όρο της σύμβασης και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο από τον οποίο συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή, οπότε παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ' αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" ή κάποια άλλη ανάλογη ρήτρα. Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται ή όχι για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια, ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Σε μια τέτοια περίπτωση η παροχή δεν είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα (ΑΠ 1238/2020, 1590/2019, 869/2018, 48/2015). Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την επιφύλαξη ελευθεριότητας έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανακλήσεως δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας ή σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως (ΑΠ 143/2020, 1449/2019, 1158/2018, 869/2018, 603/2017, 1292/2015). Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη ("ρήτρα ανακλήσεως") γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως. Εφ' όσον δεν έχει ασκηθεί το δικαίωμα ανακλήσεως, η παροχή διατηρεί το μισθολογικό της χαρακτήρα και εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών (1174/2017). Περαιτέρω, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων, ρυθμιστικό καθεστώς του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011). Περαιτέρω, με το αρθρ. 3 παρ.1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι: "Κατά την διάρκειαν της αδείας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, ων θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 §2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχον χρόνον ή των αποδοχών των τυχόν δια την περίπτωσιν ταύτην καθωρισμένων δια συλλογικής συμβάσεως", ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το αρθρ. 1 παρ. 2 ν. 4547/1966): "Εν τη εννοία των αποδοχών περιλαμβάνονται και αι παντός είδους πρόσθετοι ή συμπληρωματικαί τακτικαί παροχαί (αντίτιμον τροφής, επιδόματα κλπ). Επί πλέον, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το "επίδομα άδειας", το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με το διαλαμβανόμενο σ' αυτή χρονικό περιορισμό, κατά την οποία "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των αρθρ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 ν. 435/1976, 1παρ.2 ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011). Επιπλέον, με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ. ια', ιβ', ιγ' και 2 που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ΟΤΕ ΑΕ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίσθηκαν ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας τα εξής: ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων-Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους, προσαυξανόμενο μόνο με τα καθοριζόμενα σ' αυτή ειδικότερα ποσά, ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους, με τις καθοριζόμενες ομοίως σ' αυτήν αποκλειστικά, προσαυξήσεις, ιγ) Το επίδομα κανονικής αδείας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο τον μήνα, κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τις καθοριζόμενες ομοίως σ' αυτήν αποκλειστικά, προσαυξήσεις. 2.Το προσωπικό κατά τον χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ-ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα εξής: " Επιδόματα εορτών. Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων... 4. Επίδομα κανονικής αδείας. Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής αδείας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Τέλος, με το άρθ. 13Β του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίσθηκε σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσείουσας ότι "Το προσωπικό μετά την συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ.) και αποφάσεις ΔΣ-ΟΤΕ". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονταν σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην ως άνω ΣΣΕ προεκτεθέντα τρόπο. Όμως, ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ' αυτόν ορίζεται ως προς τα επιδόματα εορτών, ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, με την προεκτεθείσα έννοια, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Εξάλλου, ως προς τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας...". Ενόψει της ως άνω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθ. 3 α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθ. 5 παρ.2 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ. Άλλωστε, στο άρθ. 50 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου αυτού Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσείουσας πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προεκτεθείσα έννοια, ήτοι ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας (πρβλ. ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 361/2015, 204/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-11-2009 αγωγή του σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΑΕ (ΟΤΕ), με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 15-2-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτή μέχρι τις 25-6-2009, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης. Ότι η εναγομένη, παρόλο που του κατέβαλλε το επίδομα εσωτερικού ελέγχου (ελεγκτικό επίδομα), λόγω του ελεγκτικού έργου που εκτελούσε στη συσταθείσα αυτοτελή υπηρεσία της με την ονομασία "Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου", ως υπευθύνου ομάδας εσωτερικού ελέγχου σε όλη την επικράτεια, δεν συνυπολόγισε τούτο στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του, για την εξεύρεση των επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 25-6-2009, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης, λόγω απόλυσης, που του χορήγησε κατά τη λύση της σύμβασής του. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει για διαφορές επιδομάτων εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας, καθώς και πρόσθετης λόγω απολύσεως αποζημίωσης το ποσό των 37.542 ευρώ και επιπλέον να υποχρεωθεί να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.137 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 722/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.204,7 ευρώ, ενώ επιπλέον αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.319,46 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 9-6-2011 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1376/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το χαρακτήρα του "ελεγκτικού επιδόματος" ως οικειοθελούς ανακλητής παροχής, που δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, ούτε χαρακτήρα "τακτικών ή συνήθων αποδοχών", το οποίο είχε προτείνει τόσο πρωτοδίκως, όσο και με λόγους έφεσης, με αποτέλεσμα, συνυπολογίζοντας το εν λόγω επίδομα για την εξεύρεση των επιδομάτων εορτών, επιδόματος αδείας και αποζημίωσης απόλυσης και επιδικάζοντας για την αιτία αυτή τις αναφερόμενες σ'αυτή διαφορές, να παραβιάσει ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στην αρχή της απόφασης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς προς τούτο αιτιολογίες. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά ερμηνεία και ανάλυση των αναφερόμενων σ' αυτή διατάξεων των άρθρων 648, 653 επ. ΑΚ, Α.Ν 539/1945, Ν. 4504/1966, ΥΑ 19040/1981, Ν. 1082/1980, ΕΓΣΣΕ 26-2-1975, Ν. 435/1976, Ν. 1082/1980, Ν.3248/1955, από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, νέο ΓΚΠ/ΟΤΕ, περιέλαβε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 5 παρ. 3, 1 του Κανονισμού Εσωτερικού Ελέγχου της αναιρεσείουσας, που εγκρίθηκε με την 1/Δ36/9-1-1998 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της και αποτελεί συμπλήρωση και αναθεώρηση του Κανονισμού, που εγκρίθηκε από το Διοικητικό της Συμβούλιο, κατά τις 2453/7-5-1996 και 2468/1-8-1996 συνεδριάσεις του: "Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές, λόγω του ιδιόμορφου και εξειδικευμένου έργου που εκτελούν, λαμβάνουν ελεγκτικό επίδομα, μόνο κατά τον χρόνο εκτελέσεως του ελεγκτικού τους έργου. Το ελεγκτικό επίδομα αντιστοιχεί σε ποσοστό επί των τακτικών αποδοχών των Ελεγκτών, ως ακολούθως: α) Προϊστάμενος Ελεγκτής 60%, β) Επικεφαλής Ελεγκτές 50%, γ) Υπεύθυνοι Ομάδων Ελεγκτές 40%, δ) Γενικοί Ελεγκτές 40%, ε) Έκτακτοι Ελεγκτές 40%". Ακολούθως, το Δ.Σ. της εναγομένης με απόφαση που έλαβε κατά την 2761/29-8-2006 συνεδρίασή του, καθόρισε, μεταξύ άλλων, ότι το ελεγκτικό επίδομα που λαμβάνει ο Εσωτερικός Ελεγκτής υπολογίζεται σε ποσοστό 68% επί του ποσού του ελεγκτικού επιδόματος του Επικεφαλής Εσωτερικού Ελεγκτή. Επίσης, το Δ.Σ. της εναγομένης κατά τη δεύτερη ως άνω συνεδρίασή του (2468/1-8-1996) διευκρίνισε ότι "Το ελεγκτικό επίδομα είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και ο Οργανισμός επιφυλάσσει στον εαυτό του ρητά το δικαίωμα ανακλήσεώς του. Δεν υπολογίζεται στα δώρα των Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. Χορηγείται αποκλειστικά και συνδέεται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των Ελεγκτών και για κάθε ημέρα απουσίας, για οποιοδήποτε λόγο ή αποχή δικαιούχου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 του επιδόματος αυτού". Όμως με την υπ' αριθμ. 265/19-/19-12-2003 απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου Ο.Τ.Ε. αποφασίστηκε η μη περικοπή του ελεγκτικού επιδόματος κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας των εσωτερικών ελεγκτών, οι οποίοι εξομοιώνονται με Προϊσταμένους (Δ/σης, Υποδ/νσης, Τμήματος) από την κανονική άδεια του έτους 2003. Περαιτέρω, κατά τον όρο 6 της από 19-5-2004 ΕΣΣΕ, στο απολυόμενο προσωπικό χορηγείται πρόσθετη αποζημίωση εννέα μηνών. Για την αποζημίωση αυτή, κατά τα οριζόμενα στην άνω διάταξη, ισχύει ο όρος 9 της από 25-6-2001 ΕΣΣΕ, σύμφωνα με τον οποίο δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν (αποζημίωση) αναλογία υπερωριών, εξαιρέσιμων, νυκτερινών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων αμοιβών, οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις χορήγησης τους, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές". Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 15-2-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού και απολύθηκε στις 25-6-2009, έχοντας εξαντλήσει τη βαθμολογική ιεραρχία της κατηγορίας του. Το Δ.Σ. της εναγομένης κατά την υπ' αριθμ. 2453/7-5-1996 συνεδρίασή του ενέκρινε τη σύσταση αυτοτελούς υπηρεσίας με την ονομασία "Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου", με δικό της οργανόγραμμα και Κανονισμό Εσωτερικού Ελέγχου και ειδικό σύστημα αμοιβών, την οποία υπήγαγε απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ο ενάγων από το έτος 2003 επιλέχθηκε, μετά από προκήρυξη, για την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου ως ελεγκτής, με έδρα το Μαρούσι Αττικής και ασκούσε τα καθήκοντά του σε όλη την επικράτεια. Στην ως άνω Υπηρεσία παρέμεινε μέχρι τις 25-6-2009, που απολύθηκε, λόγω συνταξιοδότησης. Από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 ήταν υπεύθυνος ομάδας ελεγκτής και από 1-1-2006 έως 25-6-2009 Υπεύθυνος Ομάδας Εσωτερικός Ελεγκτής και λάμβανε κάθε μήνα σταθερά και μόνιμα το ελεγκτικό επίδομα, το οποίο προβλέπεται, από το άρθρο 5 παρ. 3,1 του Κανονισμού Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης και το οποίο υπολογιζόταν από 1-1-2004 έως 31-12-2005 σε ποσοστό 40% επί του τακτικού μισθού του, από 1-1-2006 έως 25-6-2009 σε ποσοστό 80% επί του ελεγκτικού επιδόματος που ελάμβανε ο Επικεφαλής Εσωτερικός Ελεγκτής. Το επίδομα αυτό το κατέβαλε στον ενάγοντα η εναγομένη κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα κάθε μήνα, σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της κατά τα άνω παρεχόμενης απ' αυτόν εργασίας του ελεγκτή. Επιπλέον λάμβανε το εν λόγω επίδομα και κατά τη διάρκεια της κανονικής του αδείας και ως εκ τούτου, το ειδικό αυτό επίδομα εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών, αφού συνιστούσε πρόσθετη καταβαλλόμενη παροχή σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της άνω προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος και δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Ο χαρακτηρισμός του ως άνω επιδόματος από το Δ.Σ. της εναγομένης ως οικειοθελούς παροχής και ελεύθερα ανακλητής δεν μπορεί να αναιρέσει την υπαγωγή αυτού στις τακτικές αποδοχές, αφού η τελευταία, μη κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάκλησης, κατέβαλε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το ελεγκτικό επίδομα στον ενάγοντα. Η παροχή αυτή δεν χορηγήθηκε για την κάλυψη των εξόδων κίνησης των ελεγκτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον το Δ.Σ. της τελευταίας δεν έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγησή της την πραγματοποίηση σχετικών δαπανών και για την πληρωμή της την απόδοση σχετικού λογαριασμού". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο επίδομα πρέπει να συνυπολογιστεί στο ποσό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, που λαμβάνονται ως βάση υπολογισμού των αποδοχών αδείας, των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης για την απόλυση αυτού λόγω συνταξιοδότησης. Κατόπιν αυτών και αφού δέχθηκε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας τα ίδια, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, την οποία αντικατάστησε (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ), ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απέρριψε την έφεση της εναγομένης στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις μνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα που είχε το εν λόγω "ελεγκτικό επίδομα" κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης και δη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μη εκθέτοντας σαφώς τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στήριξε την κρίση του, για την επιδίκαση των γενομένων δεκτών αξιώσεων. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι: "Το Δ.Σ. της εναγομένης κατά την ως άνω 2468/1-8-1996 συνεδρίασή του διευκρίνισε ότι το ελεγκτικό επίδομα είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και ο Οργανισμός επιφυλάσσει ρητά στον εαυτό του το δικαίωμα ανακλήσεώς του, ότι δεν υπολογίζεται στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας.... όπως και ότι για την πρόσθετη αποζημίωση (στον απολυόμενο)... δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν... αναλογία οιωνδήποτε άλλων αμοιβών, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις χορήγησής τους, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές", κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, απορρίπτοντας κατ' ουσία την έφεση, χωρίς να αιτιολογήσει: α) αν το εν λόγω "ελεγκτικό επίδομα" αποτέλεσε ή όχι, κατά την παροχή του προς τον αναιρεσίβλητο ανακλητή οικειοθελή παροχή της εργοδότριας, μη εμπίπτουσα στην έννοια του μισθού, ή τυχόν καταβλήθηκε εξ' αρχής πράγματι ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης συγκεκριμένης εργασίας και όχι εκουσίως από ελευθεριότητα και μη νόμιμη υποχρέωση ή πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα αυτής, β) πως λειτούργησε, σε κάθε περίπτωση το εν λόγω επίδομα, κατά την εξέλιξη και διάρκεια της εργασιακής σύμβασης, και δη αν καταβλήθηκε ή όχι προς τον αναιρεσίβλητο τακτικά και ανελλιπώς καθόλη τη διάρκεια του ένδικου χρονικού διαστήματος, διαλαμβάνοντας σε καταφατική περίπτωση, τις προς τούτο αναγκαίες αιτιολογίες αναφορικά με τον τρόπο και αιτία καταβολής του, τη συχνότητα, τη διάρκεια, την περιοδικότητα, τη συνάρτηση με την παρεχόμενη εργασία, ως στοιχείου θεμελιωτικού τυχόν νέας σιωπηρής σύμβασης περί καταβολής του ως τμήματος καταβλητέου μισθού και εξελίξεώς του σε μισθολογική παροχή, γ) αν στη συγκεκριμένη περίπτωση (και όχι γενικά), ατόνησε ή όχι τυχόν υφιστάμενο δικαίωμα ανάκλησής του, δ) αν κατά την εξέλιξη της εργασιακής σύμβασης προσέλαβε ή όχι και την έννοια της "τακτικής αποδοχής" με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια. Επιπλέον το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι κατά την απόφαση χορήγησής του το ως άνω ελεγκτικό επίδομα είχε χαρακτηρισθεί από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως έχον την ιδιότητα "οικειοθελούς και ελεύθερα ανακλητής παροχής", ήτοι τέτοια που προσιδιάζει στην επιφύλαξη ελευθεριότητας και αποκλείει την έννοια της μισθολογικής παροχής, στη συνέχεια δέχεται ότι το εν λόγω επίδομα καταβαλλόταν "ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα κάθε μήνα, σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα" της παρεχόμενης εργασίας και κατά συνέπεια συνιστούσε μισθολογική παροχή. Κατόπιν αυτών, οι ως άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι κατά το μέρος αυτό βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που αφορά το συνυπολογισμό (ή μη) στις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου του ελεγκτικού επιδόματος ως και αυτό το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/20-3-2013, καθόσον, κατά τούτο η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, ενώ παρέλκει κατόπιν αυτών, η έρευνα των άλλων λόγων της αίτησης αναιρέσεως. Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001). Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ134/2020, 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την τελεσιδικία της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 722/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την υπ'αριθμ. 1376/2013 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η εναγομένη, συμμορφούμενη εκουσίως στην απόφαση αυτή, κατέβαλε στον ενάγοντα το σύνολο του επιδικασθέντος πρωτοδίκως χρηματικού ποσού (δηλαδή τόσο το καταψηφιστικό μέρος όσο και το αναγνωριστικό μέρος μετά των αναλογούντων τόκων). Συγκεκριμένα κατέβαλε το ποσό των 31.524,16 ευρώ ως κεφάλαιο + 14.792,94 ευρώ ως τόκους + 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα για τον β` βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή συνολικό μικτό ποσό 46.817,10 ευρώ και καθαρά, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις, 27.758,36 ευρώ. Το ως άνω ποσό των 27.758,36 καταβλήθηκε στο ενάγοντα με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτόν υπ` αριθ. 104/952789-38 λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα (βλ. α) Απόδειξη Εισπράξεως κατάθεσης ποσού 27.758,36 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα της 03.09.2013, β) Απόδειξη της 15.07.2013, όπου περιλαμβάνεται πλήρης ανάλυση του μικτού ποσού και του καθαρού ποσού καταβληθέντος ποσού. Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων επτακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (27.758,36) στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ΑΕ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1376/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων επτακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (27.758,36), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ