Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 804 / 2018    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 804/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2017, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ.969/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Α. Γ. του Β., κάτοικο ..., 2)Κ. Μ. του Β., κάτοικο ... και 3)Α. Ξ. του Θ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία … 9 Ιουλίου 2017 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Αγγελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου, με αριθμό ...-7-2017, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατ’ άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με .../19.7.2017 αίτησή μας, δια της οποίας ζητάμε ν’ αναιρεθεί, το με αριθ. 969/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το ότι απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορούμενων : 1. Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...), 2) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...) και 3) Α. Ξ. του Θ., κατοίκου ...) για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου, υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος (άρθρα 13α, 45, 242 παρ.3-1, 263 Α, Π.Κ. σε συνδ. με άρθρ. 1 Ν. 1608/1950). Σας γνωρίζουμε ότι, για την βασιμότητα των λόγων της ασκηθείσας αναιρέσεως, αναφερόμαστε εξολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως, που έχει ως ακολούθως: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να γίνει δεκτή η με .../2017 αίτηση αναιρέσεως, την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 969/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου"
Αφού άκουσε
την παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 25 του Νόμου 3904/2010, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή του (άρθρο 306 του Κ.Π.Δ.), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ιδίου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Το δικαίωμα δε τούτο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποκλείεται από το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Π.Δ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 του Νόμου 3904/2010, κατά το οποίο, το Συμβούλιο Εφετών, στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 του Νόμου 1608/1950 αξιόποινες πράξεις, αποφασίζει αμετακλήτως, καθόσον ο όρος "αμετακλήτως" στην ως άνω περίπτωση του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Π.Δ., δεν περιορίζει την αναιρετική δικαιοδοσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ήτοι το δικαίωμά του για την άσκηση αναιρέσεως κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Και τούτο γιατί ναι μεν σκοπός της παραπάνω διατάξεως είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων επί των παραπάνω υποθέσεων που αφορούν τη διαχείριση δημοσίου χρήματος και η θέσπιση αμετακλήτου κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών, είτε αυτή αναφέρεται σε παραπεμπτικό είτε σε απαλλακτικό βούλευμα, όμως κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. που προαναφέρθηκε, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος και έτσι με τη διάταξη αυτή, παρέχεται η δυνατότητα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση κατά παντός βουλεύματος, οσάκις κρίνει αναγκαίο, προκειμένου να διορθωθούν νομικά σφάλματα, τα οποία επηρεάζουν τη νομολογιακή πρακτική και θίγουν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα τρίτων ή το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση αξιοποίνου πράξεως. Η δυνατότητα αυτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υφίσταται και αν ακόμη το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο για τους διαδίκους. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου κατά του οποίου δεν παρέχεται από τον Κ.Π.Δ., αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος, ο Εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός και με την ιδιότητά του αυτή ασκεί εξουσία, δηλαδή λειτουργεί ως αμερόληπτο όργανο της δικαιοσύνης που βοηθά το δικαστή στη διάγνωση της αλήθειας και την απονομή του δικαίου και δεν εξομοιώνεται ούτε ταυτίζεται με το διάδικο, σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρείται αντίδικος του κατηγορουμένου (Ολ. Α.Π. 3/2014, Α.Π. 1331/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμ. 969/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 2017 και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε στις 19 Ιουλίου 2017, με δήλωσή της στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, την κρινομένη αναίρεση, για την οποίαν συντάχθηκε η υπ’ .../19 Ιουλίου 2017 έκθεση αναιρέσεως. Η αναίρεση αυτή έχει ασκηθεί, από τη δικαιούμενη προς τούτο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.
Από το άρθρο 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 7 εδ. β’ του Νόμου 2408/1996 και 14 παρ. 6 του Νόμου 2721/1999 και προ της τροποποιήσεως από το άρθρο 25 του Νόμου 4055/2012, ορίζονται τα εξής: "1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Και "3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της παρ. 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ)". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α’ του Νόμου 1608/1950 "Περί καταχραστών του Δημοσίου κ.λ.π.", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 του Νόμου 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Νόμου 1877/1990 "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα..... (μεταξύ άλλων) και 242 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λ.π. και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω Νομικά Πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη από το 1996, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. α’ ου Νόμου 2408/1996, το ποσό των 50.000.000 δραχμών και κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 περ. 7 του Νόμου 2943/2001 το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως". Από την ως άνω κύρια διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται αντικειμενικά: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ, γ’ του Π.Κ. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Π.Κ., γι’ αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο, για την σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, το οποίο έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη για ότι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Έννομες συνέπειες υπάρχουν, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι ψευδές και στην θέληση ή αποδοχή του δράστη να βεβαιώσει το ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε, δηλαδή, το αναφερόμενο στο έγγραφο περιστατικό δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό, το οποίο έπρεπε να αναφερθεί. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί, αφού εκείνο το οποίο δεν συνέβη, δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως εκ τούτου ούτε να βεβαιωθεί. Δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτοί έχουν έννομες συνέπειες, εκτός αν υπό τον τύπο της εκφράσεως κρίσεως, γνώμης, εκτιμήσεως ή ισχυρισμού υποκρύπτεται βεβαίωση πραγματικού περιστατικού, δηλαδή γεγονότος αναγομένου στο παρελθόν ή στο παρόν δυναμένου να αποδειχθεί. Το περιστατικό αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή (αλλοίωση) ή απόσβεση ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής ή μιας καταστάσεως. Ψευδές είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται στο έγγραφο περιστατικό το οποίο δεν είναι αληθές ή αποκρύπτεται από αυτό αληθές περιστατικό. Τέτοιο περιστατικό (γεγονός) που αποδεικνύει την ύπαρξη μιας καταστάσεως και συγκεκριμένα της οικονομικής καταστάσεως μιας χώρας και που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν και μπορεί να αποδειχθεί, αποτελεί και το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα χώρας της ευρωπαϊκής ενώσεως, το οποίο είναι η διαφορά μεταξύ του χρέους του έτους αυτού και του χρέους του προηγουμένου έτους, δηλαδή των συσσωρευμένων δια μέσου του χρόνου δημοσίων ελλειμμάτων, τουτέστιν των διαφορών μεταξύ εσόδων και δαπανών του Κράτους και εξευρίσκεται με συγκεκριμένους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου που ισχύουν για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και ανάγεται σε ποσοστό επί τοις % επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.) της χώρας. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα μιας ευρωπαϊκής χώρας, όπως είναι η Ελλάδα, αφού αποτελεί τη διαφορά του χρέους της χώρας του έτους αυτού και του χρέους της χώρας του προηγουμένου έτους, δεν αποτελεί κρίση και εκτίμηση των αρμοδίων υπαλλήλων, αλλά πραγματικό γεγονός (περιστατικό) που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν και εξευρίσκεται και αποδεικνύεται με την εφαρμογή των ισχυόντων προς τούτο κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου. Κατά συνέπεια διόγκωση ή ελάττωση αυτού με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με χρήση ψευδών στατιστικών δεδομένων, είτε με παραβίαση των κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου ως προς τα κονδύλια που πρέπει να υπολογισθούν για να εξευρεθεί το ύψος του και βεβαίως των αρμοδίων προς τούτο υπαλλήλων σε δημόσιο έγγραφο ότι αυτό ανέρχεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο ύψος από το πραγματικό, αποτελεί ψευδή βεβαίωση περιστατικού (γεγονότος) από μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων (Α.Π. 1331/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη του νόμου διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της διατάξεως του νόμου, όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοια της διατάξεως του νόμου, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου ασάφειες, ελλείψεις, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. συνάγεται, ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ειδικώς η αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα, ενόψει και του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., όταν δεν διαλαμβάνει αποδειχθέντα τα πραγματικά περιστατικά με πληρότητα και σαφήνεια, που θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις κατά το είδος τους, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εξάλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε "αντιφατική" ούτε "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ’ αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογή (Α.Π. 282/2017, Α.Π. 1486/2016, Α.Π. 230/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 969/2017 βούλευμά του, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει, κατ’ είδος, προέκυψαν τα εξής: "Στο πλαίσιο της Ε.Ε., προκειμένου οι σχεδιαζόμενες και εφαρμοζόμενες πολιτικές να στηρίζονται σε αξιόπιστες στατιστικές των κρατών-μελών, αναφορικά με τη δραστηριότητα των φορέων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κάθε κράτους-μέλους, θεσπίστηκε το Ευρωπαϊκό Στατιστικό Σύστημα (Ε.Σ.Σ.), ως δίκτυο συνεργασίας της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής (Eurostat), με τις αντίστοιχες εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, με στόχο την παροχή συγκρίσιμων στατιστικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την πραγμάτωση του ανωτέρω σκοπού, μεταξύ των οποίων και στατιστικών στοιχείων για το ύψος του κατ’ έτος, του μεν προβλεπόμενου (δηλαδή σε πρώτη χρονική φάση με προϋπολογισμό-εκτίμηση), του δε πραγματικού (δηλαδή τελικά υπολογιζόμενου, με οριστική λογιστική διαμόρφωση) δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους κάθε κράτους-μέλους, σύμφωνα με τις προβλέψεις του πρωτογενούς και παραγώγου δικαίου της Ε.Ε., για την επίτευξη δημοσιονομικής σταθερότητας στον ευρωπαϊκό χώρο, ανεξάρτητα από το αν το κράτος-μέλος έχει ως νόμισμα το ευρώ, δηλαδή αν ανήκει ή όχι και στον χώρο της ευρωζώνης. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. και της ευρωζώνης (από το έτος 2002), μέχρι την θέση σε ισχύ του Νόμου 3832/2010 "Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.), Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ως Ανεξάρτητης Αρχής" (Φ.Ε.Κ. Α’ , 38/9-3-2010), συμμετείχε στο δίκτυο αυτό (Ε.Σ.Σ.) μέσω της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε.), που είχε συσταθεί με το Π.Δ/μα 224/1986, ως εθνική στατιστική υπηρεσία υπαγόμενη στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και έχουσα την ευθύνη της συλλογής και επεξεργασίας στατιστικών της Χώρας, για εθνικούς και ευρωπαϊκούς σκοπούς. Στο ως άνω ευρωπαϊκό πλαίσιο, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος κάθε κράτους-μέλους εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό (%) του αντίστοιχου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.), βάσει κλασματικού αριθμού, με αριθμητή το έλλειμμα ή το χρέος και παρονομαστή το Α.Ε.Π. Η Ελλάδα, από τον Απρίλιο του έτους 2009, με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η οποία λήφθηκε ύστερα από εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είχε ενταχθεί σε διαδικασία επιτήρησης λόγω "υπερβολικού ελλείμματος" (Δ.Υ.Ε.), δηλαδή ελλείμματος ποσοστού άνω του 3% του Α.Ε.Π. της, ορίου που έχει καθορισθεί με το Σύμφωνο Σταθερότητας μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., μελών ή μη και της ευρωζώνης. Η απόφαση της επιτήρησης λήφθηκε ως συνέπεια του ότι η προ των Βουλευτικών Εκλογών της 4-10-2009 Ελληνική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο του αποσταλέντος στην Επιτροπή επικαιροποιημένου (κατά τον αντίστοιχο χρόνο) Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, είχε περιλάβει ως στόχο (προϋπολογισμό- εκτίμηση) δημοσιονομικού ελλείμματος της "Γενικής Κυβέρνησης" (κυρίου θεσμικού τομέα και βασικού κριτηρίου για την εκτίμηση της δημοσιονομικής πορείας κάθε κράτους-μέλους, ο οποίος περιλαμβάνει όλους τους θεσμικούς φορείς που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από το Δημόσιο σε ποσοστό άνω του 50% του κόστους παραγωγής τους και χαρακτηρίζονται ως "φορείς μη εμπορεύσιμου προϊόντος", κατά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προβλέψεις του πρωτογενούς και παραγώγου δικαίου της Ε.Ε.) για το έτος 2009, ποσοστού 3,7% του Α.Ε.Π., δηλαδή ανώτερου από το προαναφερθέν "επιτρεπτό όριο" του 3% του Α.Ε.Π. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα είχε υποχρέωση, στο πλαίσιο της επιτήρησης, βάσει της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (Δ.Υ.Ε.), η οποία προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του δικαίου της Ε.Ε. που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη και διέπουν τη διαμόρφωση και κατάρτιση των δημοσιονομικών στατιστικών των κρατών-μελών για τους σκοπούς της Δ.Υ.Ε. (δηλαδή τη δημοσιονομική σταθερότητα στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, με τον περιορισμό του ελλείμματος κάθε κράτους-μέλους σε ποσοστό μέχρι και 3% του Α.Ε.Π. του και όχι πάνω από αυτό), να γνωστοποιεί περιοδικά (μέσω της αρμόδιας προς τούτο εθνικής στατιστικής υπηρεσίας) στην Επιτροπή (Eurostat) ομαδοποιημένα δημοσιονομικά στατιστικά στοιχεία όλων των εντασσόμενων στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης" φορέων, καθώς και οριοθέτηση-επικαιροποίηση του τομέα αυτού με την ταξινόμηση φορέων στο πλαίσιό του, κατ’ εφαρμογή των ισχυόντων κριτηρίων, δηλαδή με την επικαιροποίηση του σχετικού "Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης" (Μ.Φ.Γ.Κ.), μαζί με προϋπολογισμό (πρόβλεψη) σε πρώτη χρονική φάση και, τελικά, οριστική λογιστική διαμόρφωση (κατά τα προαναφερθέντα) του δημοσιονομικού ελλείμματος για το τρέχον κάθε φορά έτος, δηλαδή ετήσιας διαφοράς δημοσιονομικών εσόδων-δαπανών (σημειώνεται ότι για την τελική λογιστική διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος απαιτείται το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών των εντασσόμενων στη "Γενική Κυβέρνηση" φορέων, το οποίο συντελείται μετά την λήξη του έτους) και ειδικότερα δύο φορές ετησίως, δηλαδή τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο έκαστου έτους. Στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής, η προαναφερθείσα Ελληνική Κυβέρνηση, μέσω της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (ως αρμόδιας εθνικής στατιστικής υπηρεσίας), Γ.Γ. της οποίας ήταν τότε ο Ε. Κ., γνωστοποίησε στην Eurostat, την 2-10-2009, δηλαδή δύο (2) ημέρες πριν από τις Βουλευτικές Εκλογές της 4-10-2009, σχετικά δημοσιονομικά στατιστικά στοιχεία, με νέα (αναθεωρημένη προς τα πάνω) πρόβλεψη δημοσιονομικού ελλείμματος για το ίδιο έτος (2009), δηλαδή με πρόβλεψη ποσοστού 6% του Α.Ε.Π., έναντι του 3,7% της προηγούμενης πρόβλεψης. Ύστερα από (εύλογο) αίτημα της Eurostat για παροχή διευκρινίσεων επί της γνωστοποίησης αυτής, η νέα Ελληνική Κυβέρνηση που, στο μεταξύ, είχε προκύψει από το αποτέλεσμα των Βουλευτικών Εκλογών, γνωστοποίησε σ’ αυτήν, την 21-10-2009, επίσης μέσω της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., νέα αναθεωρημένη (προς τα πάνω) πρόβλεψη- εκτίμηση δημοσιονομικού ελλείμματος για το ίδιο πάντα έτος (2009), ποσοστού, πλέον, 12,5% του Α.Ε.Π., με βάση συνυπολογισμό νεότερων ταμειακών και δημοσιονομικών στοιχείων, που λήφθηκαν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και την Τράπεζα της Ελλάδος, οικονομικών αποτελεσμάτων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), εντασσόμενων στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης" (Ι.Κ.Α., Ο.Α.Ε.Ε.), σύμφωνα με σχετικές εκθέσεις των Διοικητών τους, καθώς και οφειλών Ο.Κ.Α. και Νοσοκομείων προς προμηθεύτριές τους φαρμακευτικές εταιρείες. Την 9-3-2010 τέθηκε σε ισχύ ο ιδρυτικός της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Νόμος 3832/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ , 38/9-3-2010), ως ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, υπαγόμενης, όπως προαναφέρθηκε, απευθείας (μόνο) στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων και έχουσας τις μέχρι τότε αρμοδιότητες της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., η οποία καταργήθηκε με τον ίδιο Νόμο (άρθρα 9 παρ. 1, 2, 10 παρ. 1, 2, 22 Νόμου 3832/2010, όπως ίσχυαν αρχικά). Ο νόμος αυτός προέβλεπε την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ως συλλογικό όργανο διοίκησης (Διοικητικό Συμβούλιο), με εξουσιαστική σχέση έναντι των λοιπών φορέων του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος (ΕΛ.Σ.Σ.), που ορίζονταν ως τέτοιοι (αρμόδιοι ή υπόχρεοι συλλογής στατιστικών στοιχείων και υποβολής τους σε αυτήν) με απόφασή της (άρθρα 1 παρ. 1, 2, 10 παρ. 5 του Νόμου 3832/2010, όπως ίσχυαν αρχικά). Ειδικότερα, προβλεπόταν ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συγκροτείται από επτά (7) μέλη, ως εξής: α) τέσσερα μέλη, ένα από τα οποία οριζόταν ως Πρόεδρος και ένα ως ...ς, επιλεγόμενα από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, με εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από δημόσια προκήρυξη, με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της, β) ένα μέλος υποδεικνυόμενο από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, γ) ένα μέλος οριζόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και δ) ένα μέλος οριζόμενο από το Σύλλογο των εργαζομένων στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. Μετά δε την επιλογή του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των δύο μελών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, προβλεπόταν διορισμός των μελών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για πενταετή θητεία, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας τους άπαξ μόνο, με όμοια απόφαση και με την ίδια διαδικασία (άρθρο 12 παρ. 1, 3 του Νόμου 3832/2010, όπως ίσχυε αρχικά). Παράλληλα, προβλέπονταν υποχρεωτικές συνεδριάσεις των μελών του Δ.Σ. της ΕΛ.ΣΤΑΤ., τακτικές και έκτακτες, τουλάχιστον μία φορά κάθε μήνα, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, ορίζουσα τον τόπο και τον χρόνο και περιλαμβάνουσα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, προς άσκηση των εν γένει αρμοδιοτήτων της (άρθρο 13 παρ. 1 του Νόμου 3832/2010, όπως ίσχυε αρχικά). Επιπλέον, με μεταβατική διάταξη, προβλεπόταν, μέχρι το διορισμό του Προέδρου και των λοιπών μελών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (πρώτου Δ.Σ.), η άσκηση των εν γένει αρμοδιοτήτων τους από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 3832/2010). Σημειώνεται εδώ, ότι με διαδοχικές νομοθετικές μεταβολές (τροποποιήσεις) του ως άνω ιδρυτικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Νόμου, οι κυριότερες των οποίων επήλθαν, αφενός με το άρθρο 10 του Νόμου 3899/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ , 212/17-12-2010) και αφετέρου με το άρθρο 321 του Νόμου 4072/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ , 86/11-4-2012), το ως άνω συλλογικό όργανο (Δ.Σ.) της ΕΛ.ΣΤΑΤ. καταργήθηκε, των αρμοδιοτήτων αυτού περιελθουσών στον Πρόεδρο της Αρχής αυτής (ως μονοπρόσωπο όργανο), πλην όμως οι προαναφερθείσες μεταβολές επήλθαν εκ των υστέρων, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του φερόμενου ως χρόνου τέλεσης της πράξης της από κοινού κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, ισχύοντος κατά τον χρόνο τούτο του προαναφερθέντος εσωτερικού νομοθετικού πλαισίου, αναφορικά με την λειτουργία και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι οποίες είχαν αρχικά προβλεφθεί με τον ιδρυτικό της νόμο. Τον Απρίλιο του 2010 και ενώ είχε τεθεί σε ισχύ ο νόμος αυτός, η Ελλάδα, στο πλαίσιο της εφαρμοζόμενης Δ.Υ.Ε., γνωστοποίησε στην Eurostat, μέσω του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών Σπυρίδωνα Πλασκοβίτη (ως ασκούντος τότε τις αρμοδιότητες της νεοσύστατης και ακέφαλης ακόμη ΕΛ.ΣΤΑΤ., υπό το μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 23 παρ. 1 του Νόμου 3832/2010), επικαιροποιημένα στατιστικά στοιχεία, με επίσης αναθεωρημένη (και πάλι προς τα πάνω) εκτίμηση-πρόβλεψη του δημοσιονομικού της ελλείμματος για το έτος 2009, ανερχόμενου, πλέον, κατ’ αυτήν, σε ποσοστό 13,6% του Α.Ε.Π. Εξάλλου, τον ίδιο μήνα (Απρίλιο του 2010), ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, ενεργώντας εξ ιδίας πολιτικής πρωτοβουλίας και ενώ, παράλληλα, εξακολουθούσε να εφαρμόζεται η δημοσιονομική επιτήρηση της Χώρας και η βάσει αυτής Δ.Υ.Ε. (κατά τα προαναφερθέντα), επικαλούμενος το δημόσιο (εθνικό) συμφέρον και την (αιτιοκρατικά ανεξάρτητη από τους μέχρι τότε επίσημους στατιστικούς δημοσιονομικούς δείκτες, που γνωστοποιούνταν διαδοχικά στην Eurostat από τις ελληνικές αρχές, βάσει της Δ.Υ.Ε.) οριακά δεινή θέση, στην οποίαν είχε πλέον (σε πραγματικό επίπεδο) περιέλθει η εθνική οικονομία, την εξ αυτής ανακύψασα καταρράκωση της διαπραγματευτικής ικανότητας της Χώρας και τον επελθόντα πλήρη αποκλεισμό πρόσβασής της στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου για περαιτέρω χρηματοδότηση και στήριξή της με εξωχώριο δανεισμό (ο οποίος, πασιδήλως, ήταν μέχρι τότε συνεχής-διαχρονικός και συνιστούσε πάγια πρακτική άσκησης πολιτικής από όλους, ανεξαιρέτως τους κομματικούς σχηματισμούς που είχαν εναλλαχθεί διαχρονικά στη διακυβέρνηση της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, για την χρηματοδότηση και την οικονομική στήριξή της), εξήγγειλε την πρωτογενούς και εξαιρετικής φύσης κυβερνητική-πολιτική απόφαση προσφυγής και ένταξής της σε νεοσύστατο Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης Κρατών, ο οποίος θεσμοθετήθηκε επίσης εξαιρετικά και πρωτογενώς ad hoc, δηλαδή με αφορμή ακριβώς την αντιμετώπιση της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, λόγω της μέχρι τότε δημιουργίας υπέρογκων συσσωρευμένων δημόσιων ελλειμμάτων και εκτίναξης του δημόσιου χρέους της, εξαιτίας των ως άνω διαχρονικά εφαρμοζόμενων πολιτικών από τις εκάστοτε Κυβερνήσεις, με την υπαγωγή της σε "πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης", υπό επαχθείς όρους εσωτερικής δημοσιονομικής προσαρμογής, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε δομές του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δυσμενών οικονομικών μέτρων προς μείωση των δημόσιων δαπανών, προκειμένου να αποτραπεί άμεσος κίνδυνος "ασύντακτης" χρεοκοπίας-οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας και οι ανυπολόγιστες (καταστροφικές) εξ αυτής συνέπειες σε θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Στον ανωτέρω νεοσύστατο Διεθνή Μηχανισμό συμμετείχαν: α) το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), β) η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) και γ) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ε.Ε.). Μάλιστα, η συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. στον ιδιότυπο αυτό διεθνή μηχανισμό κρίθηκε επιτακτική και αναγκαία, κατ’ απαίτηση προσωπικών φορέων θεσμικών εξουσιών στο πλαίσιο της Ε.Ε. και πολιτικών παραγόντων των οικονομικά ισχυρότερων κρατών-μελών της εντός αυτής νομισματικής ένωσης του ευρώ (ευρωζώνης), γιατί ο πιο πάνω διεθνής οικονομικός οργανισμός, ως υπερευρωπαϊκός θεσμός, έχοντας συσταθεί αυτοτελώς με σκοπό ακριβώς την οικονομική στήριξη όσων από τα κράτη-μέλη του περιέρχονταν σε δημοσιονομική κρίση (με πόρους προερχόμενους από ενίσχυσή του με οικονομικές εισφορές αυτών των ίδιων, όπως και της Ελλάδας, ως μέλους και του Δ.Ν.Τ.), είχε προηγούμενη εμπειρία ανάλογων κρίσεων, σε αντίθεση με τον χώρο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, που δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ, μέχρι τότε, ανάλογο προηγούμενο με χώρα εντός του πλαισίου της. Μάλιστα, για την ενεργοποίηση και την θεσμική-νομική θωράκιση του ως άνω "προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης", έλαβαν χώρα οι ακόλουθες ενέργειες: α) την 3-5-2010, συμφωνήθηκε και υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης", μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (που ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών-μελών της ευρωζώνης) και της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως προαπαιτούμενο για την σύναψη "Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης" και την έγκριση της χρηματοδότησης από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ν.Τ., οι οποίες ακολούθησαν χρονικά την σύναψη του "Μνημονίου" αυτού, όπως αναφέρεται πιο κάτω, β) τα μέτρα του ως άνω "Μνημονίου" εντάχθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη, με την θέση σε ισχύ του Νόμου 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ , 63/6-5-2010), ο οποίος, στον έκτοτε-αναπτυχθέντα εσωτερικό δημόσιο διάλογο, αποδόθηκε με τον όρο "Πρώτο Μνημόνιο" ή "Μνημόνιο I", γ) την 8-5-2010 καταρτίστηκε, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος αφενός και των κρατών-μελών της ευρωζώνης αφετέρου, "Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης", ύψους 80.000.000.000 ευρώ, για την ενίσχυση της σταθερότητας στην Ελλάδα σε διακυβερνητικό πλαίσιο, μέσω συγκεντρωτικών διμερών δανείων, δ) την 9-5-2010, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ν.Τ. ενέκρινε με απόφασή του την χρηματοδότηση "άμεσης ετοιμότητας" για την Ελλάδα, ισοδύναμη με ειδικά "τραβηκτικά" δικαιώματα ύψους 26.432,9 εκατομμυρίων ευρώ και ε) τα "οικονομικά μέτρα" του ως άνω "Μνημονίου Συνεννόησης" ενσωματώθηκαν αρχικά στην υπ’ αριθμ. .../10-5-2010 απόφαση της Επιτροπής της Ε.Ε., που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ήδη εφαρμοζόμενης και εξελισσόμενης διαδικασίας Δ.Υ.Ε. και, κατόπιν, σε μεταγενέστερες όμοιες τροποποιητικές αυτής αποφάσεις, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, για την εκάστοτε επικαιροποίησή τους, ανάλογα με την εξέλιξη της πορείας της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή προέκυπτε έκτοτε περιοδικά, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας (Δ.Υ.Ε.), προκειμένου αυτά (μέτρα) να "νομιμοποιηθούν", εντασσόμενα στο νομικό πλαίσιο της Ε.Ε. και ειδικότερα στη βάση των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 παρ. 1 στοιχ. α’ της Σ.Λ.Ε.Ε., εκ των οποίων το πρώτο προβλέπει την λήψη μέτρων από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε., για τη μείωση του δημοσιονομικού τους ελλείμματος (κατά τα προαναφερθέντα), ανεξάρτητα από το αν ανήκουν και στην ευρωζώνη και το δεύτερο την λήψη ειδικών μέτρων, μόνο για τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας, για την προάσπιση της σταθερότητας στην ευρωζώνη. Περίπου τέσσερις (4) μήνες μετά την ως άνω κυβερνητική εξαγγελία του τότε Πρωθυπουργού και τρεις (3) μήνες μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου 3845/2010 ("Μνημονίου I"), δηλαδή την 2-8-2010, ολοκληρώθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 του Νόμου 3832/2010 διαδικασία συγκρότησης (επιλογής και διορισμού) του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπ’ αριθμ..../Α1-6065 (Φ.Ε.Κ. 265/2-8-2010) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, περί διορισμού του πρώτου Δ.Σ. της. Ως Πρόεδρος διορίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Γ., οικονομολόγος και επί σειρά ετών στέλεχος του Δ.Ν.Τ., ως ...ς ο Ν. Λ., επίσης οικονομολόγος και ως λοιπά μέλη του συλλογικού οργάνου διοίκησης, η Ζ. Γ. και Α. Φ., καθηγητές Πανεπιστημίου, ενώ η σύνθεσή του συμπληρώθηκε από τους Γ. Σ., Σ. Μ. και Κ. Σ., οι οποίοι υποδείχθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Υπουργό Οικονομικών και τον Σύλλογο εργαζομένων της ΕΛ.ΣΤΑΤ. αντίστοιχα. To ως άνω συλλογικό όργανο της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ανέλαβε μεν καθήκοντα την 3-8-2010, πλην όμως συνήλθε σε συνεδρίαση μόνο τέσσερις (4) φορές, δηλαδή την 3-8-2010, την 3-9-2010, την 20-9-2010 και την 3-10-2010, χωρίς, έκτοτε, ο Πρόεδρός του (πρώτος κατηγορούμενος Α. Γ.) να το συγκαλέσει σε άλλη συνεδρίαση, παρότι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, σύμφωνα με τις αρχικές ρυθμίσεις του Νόμου 3832/2010, επικαλούμενος, ως λόγο γι’ αυτό, την αδυναμία ομαλής συνεργασίας των μελών του και καλής λειτουργίας του, εξαιτίας διαφωνιών και αντιπαραθέσεων μεταξύ του ιδίου και των (εκ των προαναφερθέντων μελών του Δ.Σ.) Ν. Λ. και Ζ. Γ., σχετικά με τον ενδεδειγμένο και ορθό τρόπο μεθοδολογικής επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων, με συνέπεια την έκτοτε κατάργηση (στην πράξη) του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., τον συναφή αποκλεισμό του από την ενάσκηση των τότε προβλεπομένων από το νόμο αρμοδιοτήτων του και την αποκλειστική ενασχόληση του πρώτου κατηγορουμένου (Προέδρου), ως "μονοπρόσωπου" οργάνου, με τα ζητήματα λειτουργίας της διοικητικής αυτής αρχής. Από την επισκόπηση των πρακτικών των ως άνω τεσσάρων (4) συνεδριάσεων του Δ.Σ. της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προκύπτει, πράγματι, ότι αυτές εξαντλήθηκαν σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, με αντικείμενο ακριβώς τον καθορισμό της ενδεδειγμένης λειτουργίας της νεοσύστατης αυτής αρχής, προς την κατεύθυνση ορθής μεθοδολογικής επεξεργασίας των συλλεγόμενων από τους λοιπούς φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. στατιστικών στοιχείων, για την απαρέγκλιτη εφαρμογή του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου της Ε.Ε., τη δημοσίευση ορθών δημοσιονομικών (κυρίως) και μη στατιστικών στοιχείων και, συνακόλουθα, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών, έναντι των ευρωπαϊκών αρχών, αλλά και σε γενικότερο διεθνές επίπεδο (αξιοπιστία που είχε πληγεί, εξαιτίας και των ανακολουθιών και αποκλίσεων που είχαν προηγηθεί, με τις μέχρι τότε διαδοχικές και διαφορετικές κάθε φορά εκτιμήσεις-προβλέψεις του ποσοστιαίου επί του Α.Ε.Π. ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος, από τις τότε αρμόδιες προς τούτο ελληνικές στατιστικές αρχές, στο πλαίσιο των ήδη γενόμενων περιοδικών γνωστοποιήσεων, σε εφαρμογή της διαδικασίας της Δ.Υ.Ε., κατά τα ήδη αναφερθέντα), σύμφωνα και με τον σκοπό της ίδιας της νομοθετικής σύστασης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Ακολούθως και ενώ δεν συνεδρίαζε πλέον το συλλογικό όργανο διοίκησης, την 10-11-2010, σε συνέχεια των υποχρεώσεων της Χώρας στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε., έναντι της Eurostat, με απόφαση του Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (πρώτου κατηγορουμένου Α. Γ.) και με Προϊσταμένους των Διευθύνσεων Εθνικών Λογαριασμών και Στατιστικών Ερευνών της Αρχής αυτής τους δεύτερο και τρίτη κατηγορουμένους (Κ. Μ. και Α. Ξ.) αντίστοιχα, χωρίς τα νεότερα δημοσιονομικά στατιστικά στοιχεία να τύχουν έγκρισης-πιστοποίησης από το ως άνω (τότε) αρμόδιο προς τούτο συλλογικό όργανο (λόγω της ως άνω έκνομης παράλειψης του πρώτου κατηγορουμένου να το συγκαλέσει), γνωστοποιήθηκαν καθυστερημένα στην Eurostat, με εκ νέου αναθεωρημένο (και πάλι προς τα πάνω) το δημοσιονομικό έλλειμμα, δηλαδή υπολογισμένο πλέον σε ποσοστό 15,4% του Α.Ε.Π. (υπό μορφή οριστικής, αυτή την φορά, λογιστικής διαμόρφωσης και όχι προσωρινής εκτίμησης- πρόβλεψης, όπως στην αμέσως προηγούμενη γνωστοποίηση) και συνεπώς αυξημένο κατά ποσοστό 1,8% σε σχέση με την τελευταία γνωστοποίηση-εκτίμηση του Γ.Γ. του υπουργείου Οικονομικών, τον Απρίλιο του 2010. Μετά δε από αναθεώρηση και του ίδιου του Α.Ε.Π. (ως παρονομαστή του κλάσματος, βάσει του οποίου εκφράζεται ποσοστιαία το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος), με "έτος βάσης" το 2005, το οριστικό μέγεθος του ελλείμματος της "Γενικής Κυβέρνησης" για το έτος 2009, διαμορφώθηκε λογιστικά σε ποσοστό 15,8% επί του Α.Ε.Π. Η όλη ως άνω συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου Α. Γ., ως … της ΕΛ.ΣΤΑΤ., καταγγέλθηκε, αρχικά μεν από το τότε μέλος του συλλογικού της οργάνου Ζ. Γ. (που είχε αντιπαρατεθεί στις μεθοδολογικές απόψεις του πρώτου κατηγορουμένου … της, κατά τις γενόμενες συνεδριάσεις αυτού),
κατόπιν δε, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, που παραγγέλθηκε με αφορμή την αρχική αυτή καταγγελία, και από τους Ν. Λ. (τότε ... της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο οποίος επίσης είχε αντιπαρατεθεί στις απόψεις του ως άνω κατηγορουμένου, κατά τις ίδιες συνεδριάσεις), Ν. Σ. (πρώην ... της Διεύθυνσης Εθνικών Λογαριασμών της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο οποίος απομακρύνθηκε από την θέση αυτή, λίγο μετά την ανάληψη καθηκόντων του ιδίου ως άνω κατηγορουμένου, ως Προέδρου της Αρχής, εξαιτίας αμφισβητήσεων που εξέφρασε, για την ακολουθούμενη από αυτόν στατιστική μέθοδο επικαιροποίησης του Μ.Φ.Γ.Κ.) και Ε. Κ. (που διετέλεσε, από το έτος 2004 έως και λίγες ημέρες μετά τις Βουλευτικές Εκλογές της 4-10-2009, Γενικός Γραμματέας της Ε.Σ.Υ.Ε. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, δηλαδή της χρονικά προηγούμενης Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η οποία καταργήθηκε με την σύσταση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. κατά τα προαναφερθέντα), ως "τεχνητή διόγκωση" του δημοσιονομικού ελλείμματος και, συνακόλουθα, του δημόσιου χρέους της Χώρας, με μεθοδευμένη έμπρακτη κατάργηση του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. εκ μέρους του (ως Προέδρου), με την παράλειψή του να συγκαλέσει τούτο μετά την 3-10-2010, προκειμένου να επιτύχει ακώλυτα την εμφάνιση του ως άνω "διογκωμένου" ποσοστού. Μάλιστα δε, η Ζ. Γ. ισχυρίστηκε ότι το ως άνω αναθεωρημένο ποσοστό (επί του Α.Ε.Π.) του δημοσιονομικού ελλείμματος (και του συνακόλουθου δημόσιου χρέους) της Χώρας προκάλεσε αιτιωδώς βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά ευθέως ανάλογη σχέση με την ποσοστιαία διαφορά των ως άνω δημοσιονομικών μεγεθών, αλλά και λόγω της εντεύθεν υποβάθμισης της πιστοληπτικής αξιοπιστίας της Χώρας, με συνέπεια το διογκωμένο δανεισμό της και την πτώση της αξίας της δημόσιας περιουσίας. Οι αιτιάσεις όλων των ανωτέρω, απέδωσαν την "τεχνητή" αυτή διόγκωση στην εσφαλμένη (κατ’ αυτούς) νέα οριοθέτηση του θεσμικού τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης", με την αναταξινόμηση και ένταξη σ’ αυτόν δέκα επτά (17) ελλειμματικών φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Δ.Ε.Κ.Ο. κ.λ.π.), που, μέχρι τότε, δεν επηρέαζαν αρνητικά το δημοσιονομικό έλλειμμα, καθώς εντάσσονταν σε άλλο θεσμικό τομέα (δηλαδή τον τομέα των "μη χρηματοδοτικών επιχειρήσεων"), χωρίς προηγούμενη σχετική μελέτη για τη διαπίστωση συνδρομής των κριτηρίων ένταξής τους στο θεσμικό αυτό τομέα (ιδίως αυτού της χρηματοδότησής τους, κατά κύριο λόγο, από το Δημόσιο), στην συμπερίληψη στο δημοσιονομικό έλλειμμα της αγοραίας αξίας συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς (... ...s) στις οποίες είχε προβεί το Ελληνικό Δημόσιο μεταξύ των ετών 2001-2007 (ιδίως του ... της ... του έτους 2001, αγοραίας αξίας 5,4 δις ευρώ), στην όμοια συμπερίληψη οφειλών των δημόσιων νοσοκομείων που ανάγονταν σε προηγούμενα έτη (2006-2009), χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος της νομιμότητάς τους, καθώς και στην υποβάθμιση (αναθεώρηση προς τα κάτω) του Α.Ε.Π. του έτους 2005, με συνέπεια τον αρνητικό επηρεασμό (διόγκωση προς τα πάνω) του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος και των επόμενων ετών, μέχρι και το 2009. Μάλιστα, ο εξ αυτών (μαρτύρων) Ν. Σ., αμιγώς υπηρεσιακός παράγοντας της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, απομακρύνθηκε από την θέση του λόγω των επιφυλάξεων που διατύπωσε ως προς την ένταξη των προαναφερθεισών Δ.Ε.Κ.Ο. στο Μ.Φ.Γ.Κ., ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα της αναταξινόμησης των ως άνω 17 Δ.Ε.Κ.Ο. και της ένταξής τους στο Μ.Φ.Γ.Κ. δεν ήταν δυνατό να κριθεί στον χρόνο που έλαβε χώρα η κρίσιμη γνωστοποίηση, δηλαδή το Νοέμβριο του 2010 (όπως είχε ζητήσει η Eurostat), ακόμη και αν είχαν προηγηθεί οι απαιτούμενες μελέτες, αλλά αργότερα, δηλαδή μόνο κατά το έτος αναθεώρησης του έτους βάσης (2005), που, στην προκειμένη περίπτωση ήταν το έτος 2011, με συνέπεια η γενόμενη αναταξινόμηση-οριοθέτηση του Μ.Φ.Γ.Κ. να μην είναι αξιόπιστη. Με βάση τις αιτιάσεις αυτές, η γνωστοποίηση Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010, με αναθεωρημένο-οριστικά υπολογισμένο το δημοσιονομικό έλλειμμα του έτους 2009, σε ποσοστό 15,4% του Α.Ε.Π., εκ μέρους της ΕΛ.ΣΤΑΤ., δια του Προέδρου της, προς την Eurostat, αποδόθηκε με την ποινική δίωξη που ασκήθηκε, ως κακουργηματική ψευδής βεβαίωση, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950, σε βάρος του Δημοσίου, τελεσθείσα κατά συναυτουργία από τους ως άνω τρεις κατηγορουμένους, υπό τις ιδιότητές τους ως διευθυντικών στελεχών της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Εξάλλου, πέρα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς των προαναφερθέντων προσώπων (μαρτύρων κατηγορίας), όπως αυτοί διατυπώθηκαν στα στάδια της προκαταρκτικής εξέτασης και της αρχικής κυρίας ανάκρισης και η εκτίμηση των οποίων, σε συνδυασμό με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, κατά την ανωμοτί έγγραφη εξέτασή τους, ως υπόπτων (κατ’ άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.), στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, κρίθηκε μη επαρκής για την συναγωγή ασφαλούς κρίσης επί της ουσίας της κατηγορίας και οδήγησε στη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, η οποία διατάχθηκε με το υπ’ αριθμ. 1212/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά την συμπληρωματική εξέταση των Ν. Σ., Ν. Λ., Ζ. Γ. και Ε. Κ., ενώπιον του Ανακριτή του 8ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο πλαίσιο της περαιτέρω ανάκρισης, διατυπώθηκαν από τους ανωτέρω και οι ακόλουθοι ειδικότεροι ισχυρισμοί: Α) Σε σχέση με την ταξινόμηση των 17 Δ.Ε.Κ.Ο. στο τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ο Ν. Σ. κατέθεσε ότι χρησιμοποιήθηκαν εν γνώσει των κατηγορουμένων λανθασμένα στοιχεία για την αναταξινόμηση (λογιστική μεταφορά) των ως άνω Δ.Ε.Κ.Ο., από τον τομέα των μη χρηματοπιστωτικών οργανισμών στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή ότι πραγματοποιήθηκε παραποίηση στοιχείων, εκτός από την παραποίηση των στατιστικών μεθοδολογιών, με την παραβίαση του Ε.Κ. ...1996, που περιλαμβάνει το Ε.Σ.Ο.Λ. 1995 και πιο συγκεκριμένα ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση του κριτηρίου του 50%, δεν ήταν αυτά που έπρεπε να έχουν χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές στατιστικές έρευνες ..., που απαιτούνται από το ενωσιακό δίκαιο και που περιλαμβάνουν εξειδικευμένους ορισμούς για τα στοιχεία, τις μεταβλητές, καθώς και την ποιότητα των στοιχείων αυτών, ότι οι έρευνες αυτές, κατά την κρίσιμη γνωστοποίηση της 10-11-2010, δεν ήταν διαθέσιμες για τα έτη 2005-2009, δεδομένου ότι οι κανονισμοί που τις προβλέπουν, δίνουν χρονικό περιθώριο συγκέντρωσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι αφού είχε ζητηθεί η διερεύνηση στοιχείων οικονομικών μεταβλητών (πωλήσεων, κόστους, ενδιάμεσης ανάλωσης κ.λ.π.) για ατομικές επιχειρήσεις, που αφορούν τα έτη 2005 έως και 2009, θα έπρεπε η ΕΛ.ΣΤΑΤ. να έχει στα χέρια της τις έρευνες της … για τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ακόμη, κατέθεσε ότι, στις 10-9-2010 (όταν ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Γ., ως ...., τον απομάκρυνε από τη Διεύθυνση Εθνικών Λογαριασμών, επειδή εξέφρασε αμφισβητήσεις για τα στοιχεία και την ακολουθούμενη από αυτόν μεθοδολογική παραβίαση), υπήρχαν διαθέσιμα μόνο ισολογισμοί, αποτελέσματα χρήσεων κ.λ.π., τα οποία όμως, από στατιστική άποψη, δεν αρκούν μόνα για να καταλήξουν σε νούμερα εθνικών λογαριασμών. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010, από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. προς την Eurostat, δεν υπήρχαν τα στοιχεία που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν στον υπολογισμό των κονδυλίων των Εθνικών Λογαριασμών και συνεπώς χρησιμοποιήθηκαν παραποιημένα στοιχεία, γιατί τα οποιαδήποτε ιδιωτικοοικονομικά εταιρικά στοιχεία που δημοσιεύονται σε ισολογισμούς, στον ημερήσιο τύπο και σε άλλες πληροφοριακές πηγές, δεν είναι τα κατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν στην κατάρτιση των Εθνικών Λογαριασμών και ειδικότερα των λογαριασμών των πινάκων Δ.Υ.Ε. και χρήζουν επεξεργασίας προς τούτο, με βάση τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και οδηγίες που έχουν κατά καιρούς εκδοθεί για την πρακτική επεξεργασίας τους σε εθνικολογιστική βάση. Δηλαδή, σύμφωνα με την ως άνω μαρτυρική κατάθεση, τα πρωτογενή στατιστικά ιδιωτικοοικονομικά στοιχεία,
έστω και αν δεν αμφισβητούνται, δεν είναι τα κατάλληλα και απαιτούμενα για τον ορθό υπολογισμό εθνικολογιστικών μεταβλητών και δη για τον υπολογισμό και τον καθορισμό του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους της Χώρας, αν δεν τύχουν της ενδεδειγμένης επεξεργασίας, του ελέγχου της καλής ποιότητάς τους και των ορθών μεθοδολογικών ρυθμίσεων, σύμφωνα με τους ισχύοντες Ε.Κ., προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του (ενσωματωμένου στον Ε.Κ. ...1996) Ε.Σ.Ο.Λ. 1995 και του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές του έτους 2005. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την ίδια κατάθεση, περίπτωση παραποίησης των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την "ψευδή διόγκωση" του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009, αποτελεί η στατιστική αντιμετώπιση των εισφορών του Δημοσίου προς τον Ο.Σ.Ε. και ειδικότερα το ότι δεν εξετάσθηκε από τους κατηγορουμένους, αν το εισόδημα που μεταβιβάζεται από το Δημόσιο στον Ο.Σ.Ε., μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως "αντίτιμο πωλήσεων του Ο.Σ.Ε.", με ανάλογη τροποποίηση του κριτηρίου του 50%, για την ένταξη στην Γενική Κυβέρνηση, όπως επιβαλλόταν από την παρ. 3.33 του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, με συνέπεια οι ως άνω εισφορές του Δημοσίου να μην θεωρηθούν ως (ενεργητικό) στοιχείο πωλήσεων, αλλά ως παθητικό στοιχείο. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, πρόσθετες περιπτώσεις αλλοίωσης των στατιστικών στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους του έτους 2009, συνιστούν, ο μη υπολογισμός των λεγόμενων εθνικολογιστικών προσαρμογών (μεθοδολογικών προσαρμογών των ιδιωτικοοικονομικών στα εθνικολογιστικά στοιχεία), για την εξέταση του κριτηρίου του 50%, η μη θεώρηση των αντισταθμιστικών εισφορών του Δημοσίου προς τις 17 Δ.Ε.Κ.Ο., ως στοιχείου πωλήσεων, όπως έπρεπε, παρά τα οριζόμενα στις παρ. 4.33 και 4.35 γ’ του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, καθώς και η χρησιμοποίηση από τους ισολογισμούς των ως άνω (ενταχθεισών στη "Γενική Κυβέρνηση") Δ.Ε.Κ.Ο. των εμπορικών τους αποσβέσεων, αντί του μεγέθους ανάλωσης παγίου κεφαλαίου αυτών, παρά την ρητή απαγόρευση του άρθρου 6.04 του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995. Ο μάρτυρας Ν. Σ. κατέθεσε επιπλέον και νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον τρόπο (μεθοδολογία) που αντιμετωπίζονται σε άλλα κράτη-μέλη οι αντισταθμιστικές εισφορές, τρόπος (μεθοδολογία) που (φέρεται ότι) παραβιάστηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από τους κατηγορούμενους. Εξάλλου, στην συμπληρωματική κατάθεσή του ανέφερε την ύπαρξη μελέτης, που είχε εκπονηθεί από ομάδα εργασίας της ΕΛ.ΣΤΑΤ., υπό την καθοδήγησή του (Ν. Σ.), με τη χρησιμοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων, που προέρχονταν από ισολογισμούς (τα οποία όμως, κατ’ αυτόν, από στατιστικής απόψεως μόνα τους δεν αρκούν για να καταλήξουν σε νούμερα εθνικών λογαριασμών, όπως αναφέρθηκε) και κατά την οποία (μελέτη) το κριτήριο του 50% δεν πληρούνταν για έξι από τις Δ.Ε.Κ.Ο. που διερευνήθηκαν και που δεν έπρεπε να αναταξινομηθούν στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης. Η αναγκαιότητα εκπόνησης μελέτης συνάγεται από την παράγραφο 3.33 του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, και από το άρθρο 6 παρ. 2 του Κανονισμού 479/2009, σύμφωνα με το οποίο σημαντικές αναθεωρήσεις των στοιχείων του ελλείμματος, που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί, πρέπει να τεκμηριώνονται δεόντως (βλ. για όλα τα παραπάνω την από 11-2-2015 κατάθεση του Ν. Σ. ενώπιον του 8ου Ειδικού Ανακριτή και τα κατατεθέντα από αυτόν έγγραφα). Σχετικά με την αναγκαιότητα προηγούμενης μελέτης για την αξιοπιστία της ως άνω αναταξινόμησης, οι μάρτυρες Ζ. Γ. και Ν. Λ. στο Επικαιροποιημένο Συμπληρωματικό Υπόμνημά τους στον 8ο Ειδικό Ανακριτή, ανέφεραν χαρακτηριστικά ότι όλα τα Εγχειρίδια και οι Οδηγίες της Eurostat για την εφαρμογή της μεθοδολογίας Ε.Σ.Ο.Λ. 1995 τονίζουν την ανάγκη διερεύνησης πολύπλοκων ζητημάτων, όπως είναι η διερεύνηση της ισχύος του πολύπλοκου συστήματος των κριτηρίων ταξινόμησης, τα οποία διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα και καλούν τους εθνικούς εμπειρογνώμονες να εξετάζουν ακόμα και τις επιμέρους συναλλαγές μία προς μία, προκειμένου να προβούν σε ταξινόμηση των οικονομικών μονάδων και των επιμέρους συναλλαγών τους, ότι η έλλειψη της μελέτης αυτής ήταν γνωστό (στους κατηγορουμένους) ότι θα επηρέαζε την "ευημερία" της χώρας λόγω ένταξης των χρεών τους στο δημόσιο χρέος και έλλειμμα, ότι οι 74 φάκελοι που κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στη Βουλή των Ελλήνων (και που αποτελούν σώμα της δικογραφίας), στην πραγματικότητα δεν περιείχαν μελέτες, αλλά διάφορα, ως επί το πλείστον άσχετα, ερωτηματολόγια, ισολογισμούς, και άλλο πρωτογενές υλικό, χωρίς ουδεμία επεξεργασία αυτών, ότι το ζήτημα για το ποιοι φορείς θα περιληφθούν στο Μ.Φ.Γ.Κ. καθορίζεται από κρίση που βασίζεται στην εκπόνηση μελέτης για κάθε ένα ξεχωριστά φορέα και στατιστική εθνικολογιστική επεξεργασία των υποβαλλόμενων στοιχείων. Από τα παραπάνω προκύπτει (κατά τους μάρτυρες αυτούς) ότι στην περίπτωση της αναταξινόμησης των 17 Δ.Ε.Κ.Ο. στην Γενική Κυβέρνηση, υπάρχει παραβίαση της μεθοδολογίας του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, αλλά ακόμα και παραποίηση των πρωτογενών στοιχείων. Β) Σε σχέση με την καταγραφή των ισοζυγίων των Ν.Π.Δ.Δ. (περίπου 500, στα οποία περιλαμβάνονται και Ν.Π.Ι.Δ. και άλλες εταιρικές μορφές, που για πρώτη φορά εντάχθηκαν στην Γενική Κυβέρνηση το 2010 για το έτος 2009), υπάρχει, σύμφωνα με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, καταφανής παραποίηση στοιχείων, καθόσον, ενώ στην κοινοποίηση Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010 στάλθηκε στην Eurostat συνολικό πλεόνασμα 125 εκατ. ευρώ για τα Ν.Π.Δ.Δ., στις επόμενες κοινοποιήσεις το πλεόνασμα για το 2009 αναθεωρήθηκε προς τα πάνω και έφθασε τα 2.127 δις ευρώ, δηλαδή αποκρύφτηκε από τους κατηγορούμενους (με την ως άνω κρίσιμη γνωστοποίηση), για το έτος 2009, πλεόνασμα των Ν.Π.Δ.Δ. ίσο με 2 δις ευρώ. Ο παρακάτω πίνακας (σχετικά με τις ανωτέρω μεταγενέστερες αναθεωρήσεις) κατατέθηκε στον 8ο Ειδικό Ανακριτή, αλλά και αναγράφεται στο Επικαιροποιημένο Συμπληρωματικό Υπόμνημα της Ζ. Γ. και του Ν. Λ., το οποίο κατατέθηκε στον ίδιο Ανακριτή: Αναθεωρήσεις Πλεονάσματος (+)/Ελλείμματος (-) Ν.Π.Δ.Δ. για το έτος 2009: Δήλωση Υπερβολικού Δηλωθέν(τος) από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Ελλείμματος-πλεόνασμα Ν.Π.Δ.Δ. (σε εκατ. ευρώ): Ημερομηνία: 09/11/2010
125. Ημερομηνία: 13/04/2011 650. Ημερομηνία: 12/10/2011 2.020. Ημερομηνία: 18/04/2012 2.119. Ημερομηνία: 08/10/2012 2.120. Ημερομηνία: 09/04/2013 2.120.
Ημερομηνία: 09/10/2013 2.127. Ο Ν. Σ., στην ως άνω κατάθεσή του στον 8ο Ειδικό Ανακριτή, ισχυρίστηκε ότι οι παραπάνω γιγαντιαίες προς τα πάνω αναθεωρήσεις (εκ μέρους των κατηγορούμενων) των πλεονασμάτων των Ν.Π.Δ.Δ., που απέκρυψαν δεκαεπταπλάσια πλεονάσματα από το δημόσιο έλλειμμα του 2009, συντέλεσαν στην τεχνητή διόγκωσή του. Περαιτέρω, σε σχέση με την κατηγορία των Ν.Π.Δ.Δ. (Ν.Π.Ι.Δ. και άλλες εταιρικές μορφές), ο ανωτέρω μάρτυρας επισήμανε ότι πολλές από αυτές τις εταιρείες έχουν προσφύγει στο Σ.τ.Ε., κατηγορώντας την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ότι παράνομα ταξινομήθηκαν στη Γενική Κυβέρνηση, με χαρακτηριστική την περίπτωση της υπ’ αριθμ. 2497/2013 απόφασης του Σ.τ.Ε., με την οποία κρίθηκε ότι έχει γίνει λανθασμένη ταξινόμηση από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. του Μεγάρου Μουσικής στην Γενική Κυβέρνηση (βλ. για όλα τα παραπάνω την ως άνω κατάθεση του Ν. Σ., σελ. 3, καθώς και το Επικαιροποιημένο Συμπληρωματικό Υπόμνημα των Ζ. Γ. και Ν. Λ. στον 8ο Ειδικό Ανακριτή). Γ) Αναφορικά με τις νοσοκομειακές δαπάνες, οι ως άνω μάρτυρες ισχυρίσθηκαν ότι οι δαπάνες αυτές επιβάρυναν το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος του 2009, κατά παράβαση της μεθοδολογίας Ε.Σ.Ο.Λ. 1995 και κατά παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου σε βάρος της Ελλάδας από τους κατηγορούμενους, καθόσον, σύμφωνα με την κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Οικονομικών τον Αύγουστο 2010 (έχει κατατεθεί το σχετικό Δελτίο στον 8ο Ειδικό Ανακριτή, βλ. σελ.14-15 της κατάθεσης Ν. Σ., αλλά και ενότητα IV.3.Β του Επικαιροποιημένου Συμπληρωματικού Υπομνήματος της Ζ. Γ. και του Ν. Λ. στον 8ο Ειδικό Ανακριτή), τα ποσά που αφορούσαν εκκρεμούντα χρέη Δημόσιων Νοσοκομείων, θα έπρεπε να μειωθούν κατά τα ποσά της έκπτωσης, με βάση τα ομόλογα που δίδονταν ως αντάλλαγμα στους προμηθευτές των φαρμάκων για τις εκκρεμούσες υποχρεώσεις των ετών 2006 έως και 2009. Συγκεκριμένα, οι αντίστοιχες μειώσεις ήταν 12%-14% για την αξία των υποχρεώσεων του 2007, 20%-22% επί της αξίας των υποχρεώσεων του 2008 και 30%-32% για τις υποχρεώσεις του 2009. Όμως, αυτό δεν έγινε και τα ποσά που επιβάρυναν το δημόσιο χρέος και έλλειμμα βασίζονταν στην αξία των τιμολογίων που είχαν εκδώσει οι προμηθευτές των νοσοκομείων και όχι στις πραγματικές πληρωμές που έγιναν. Αυτός ο χειρισμός αποτελεί παράβαση του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, ήτοι της παρ. 3.05 (...οι χρήσεις προϊόντων αποτιμώνται σε τιμές αγοραστή...) και της παρ. 3.06 (...κατά την αγορά η τιμή αγοραστή είναι η τιμή που πληρώνει πραγματικά ο αγοραστής για τα προϊόντα μετά την αφαίρεση τυχόν εκπτώσεων εξαιρουμένων τόκων ή άλλων επιβαρύνσεων που προστίθενται λόγω της παροχής πίστεως). Έτσι, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, το ποσό των 2.050.000.000 ευρώ (ως ποσό χρέους που αντιστοιχούσε σε νοσοκομειακές δαπάνες) είχε υποστεί έκπτωση ή περιείχε τόκους του μεγέθους 30%-32% και η συναφής διόρθωση θα έπρεπε να είχε γίνει στην κρίσιμη γνωστοποίηση, αλλά δεν έγινε και δεν ενσωματώθηκε στην Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου 2010. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα πάντα με τους ως άνω μάρτυρες, υπάρχει παραποίηση στατιστικής μεθοδολογίας (παραβίαση του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), αλλά και των πρωτογενών στοιχείων, δηλαδή υπάρχει ψευδής βεβαίωση από τους κατηγορούμενους. Δ) Σε σχέση με τα ... ...s και το ... της ..., οι ίδιοι μάρτυρες ισχυρίσθηκαν ότι αυτό που συνέβη με τη Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου 2010, συνέβη κατ’ εξαίρεση, μόνο για την Ελλάδα (ανάμεσα σε όλα τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., τα οποία είχαν συνάψει παρόμοια ...s), όπου καταχωρήθηκε για πρώτη φορά τέτοιου είδους ... στο δημόσιο χρέος και έλλειμμα της χώρας και μάλιστα αναδρομικά (βλ. κατάθεση Ν. Σ., σελ. 13-14, ανωμοτί κατάθεση Ζ. Γ., σελ. 3, αλλά και ενότητα 1V,3.Ε του Επικαιροποιημένου Συμπληρωματικού Υπομνήματος της Ζ. Γ. και του Ν. Λ. στον 8ο Ειδικό Ανακριτή). Ειδικότερα στο ως άνω Επικαιροποιημένο Υπόμνημα προς τον 8ο Ειδικό Ανακριτή αναγράφεται: "ΙΥ.3.Γ. Διόγκωση με το ... της ... επί πρωθυπουργίας κ. Σ. με 5,342 δις ευρώ, λόγω αδιαπραγμάτευτης ένταξης στις δαπάνες του τομέα της Γενικής Κυβέρνησης κονδυλίου που αντιστοιχούσε σε τμήμα της αξίας του ... 2001, που δεν έπρεπε να καταχωρηθεί ούτε στο 2009, αλλά ούτε και σε προηγούμενα έτη. Σημειώνεται ότι η μονοπρόσωπη ΕΛ.ΣΤΑΤ. επιβάρυνε το δημόσιο χρέος με 21 δις ευρώ, ποσό που κατένειμε αυθαίρετα και εγκληματικά, σε τέσσερα έτη, 2006, 2007, 2008 και 2009, που, όπως φαίνεται από τα γεγονότα, ήταν αποτέλεσμα τυφλής αποδοχής της πρότασης της Κομισιόν και της Eurostat για την αναδρομική επιβάρυνση του δημοσίου χρέους με κονδύλιο του 2001 που έγινε κατ’ εξαίρεση ΜΟΝΟΝ". Επίσης, στην κατάθεσή του στον ίδιο Ειδικό Ανακριτή, ο μάρτυρας Ε. Κ. κατέθεσε σχετικά: "Κατά τη διάρκεια της θητείας μου, δεν θυμάμαι ποτέ να ανέκυψε ζήτημα που αφορούσε σε ..." (σελ. 5). Εξάλλου, επί του ζητήματος αυτού, ο μάρτυρας Ν. Σ. κατέθεσε ότι: "Εξ όσων γνωρίζω το πρωτόκολλο 12 που είναι συνημμένο στη συνθήκη Μάαστριχτ εξαιρεί από το χρέος που δηλώνεται στο πλαίσιο Δ.Υ.Ε. όλα τα χρηματοοικονομικά παράγωγα...Γνωρίζω ότι κατά το διάστημα 21 έως 30 Αυγούστου 2010 ο κ. Μ. (υπάλληλος του Γ.Λ.Κ. που διέθετε εμπειρία στα ...) απέστειλε email στην Eurostat που αφορούσε το ... της ... και στο οποίο πρότεινε ένα εντελώς διαφορετικό χειρισμό από αυτόν που τελικά ακολουθήθηκε από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.". Επιπρόσθετα, σε σχέση με τη φερόμενη ως προκληθείσα (από τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων) συνολική ζημία του Ελληνικού Κράτους ως φορολογικού υπόχρεου για την κάλυψη του αυξημένου χρέους με νέο κρατικό δανεισμό και πληρωμής μη αναγκαίων υψηλών τόκων λόγω τήρησης της διαδικασίας του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος, στο Επικαιροποιημένο Συμπληρωματικό Υπόμνημα στον 8ο Ειδικό Ανακριτή οι Ζ. Γ. και Ν. Λ. έχουν υπολογίσει ειδικά και συγκεκριμένα το ύψος της ζημίας που υπέστη το Ελληνικό Κράτος, όπως στον σχετικό πίνακα: Σύνολο ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου. Περιγραφή Ποσά σε δις ευρώ. Χρεολύσια μακροχρόνιου υπερδανεισμού 119,580. Τόκοι μακροχρόνιου υπερδανεισμού 4,800. Χρεολύσια βραχυχρόνιου υπερδανεισμού 46,200. Τόκοι βραχυχρόνιου δανεισμού 0,770. Κούρεμα Αποθεματικών Ασφαλιστικών Ταμείων 18,920. Κούρεμα Πανεπιστημιακών Αποθεματικών Πανεπιστημίων 0,979. Διαφυγόντα έσοδα 18,696. ΣΥΝΟΛΟ 209.945 ή 210... Οι κατηγορούμενοι, στις αρχικές ανωμοτί έγγραφες εξηγήσεις τους, αλλά και απολογούμενοι στο στάδιο της συμπληρωματικής ανάκρισης, αρνήθηκαν την αποδιδόμενη σ’ αυτούς αξιόποινη πράξη της από κοινού κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης και ισχυρίσθηκαν ότι η κρίσιμη γνωστοποίηση της Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010, από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. προς την Eurostat, των επικαιροποιημένων δημοσιονομικών στοιχείων και του συναφώς αναθεωρημένου δημοσιονομικού ελλείμματος (και συνακόλουθα του δημόσιου χρέους) της χώρας για το έτος 2009, όχι μόνο δεν συνιστούσε "τεχνητή διόγκωση", αλλά αντιθέτως ήταν η πλέον αξιόπιστη, τόσο σε σχέση με την (υπό μορφή εκτίμησης-πρόβλεψης) γνωστοποίηση των αντίστοιχων στοιχείων, στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. του Απριλίου 2010, από τον Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών (ως προς την οποία η Eurostat είχε διατυπώσεις-επιφυλάξεις), όσο και, κυρίως, σε σχέση με τις γνωστοποιήσεις-εκτιμήσεις που είχαν προηγηθεί, υπό το προϊσχύσαν της ΕΛ.ΣΤΑΤ. καθεστώς της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., με τις οποίες γίνονταν μεθοδευμένες και συστηματικές παραβάσεις του δικαίου της Ε.Ε., με συνέπεια την τεχνητή μείωση του ελλείμματος, την εμφάνιση πλασματικά βελτιωμένης της οικονομικής κατάστασης της χώρας και την τρώση της αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών στοιχείων, προς αποκατάσταση της οποίας κατέτεινε η ίδια η νομοθετική σύσταση της ΕΛ.ΣΤΑΤ., αλλά και η συνιστώσα το αντικείμενο της ποινικής δίωξης κρίσιμη ως άνω γνωστοποίηση. Ότι, ακριβώς για το λόγο αυτό, η Eurostat, μόνο τότε (δηλαδή με τη γνωστοποίηση αυτή) δέχθηκε ανεπιφύλακτα, ως αξιόπιστα, τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία, έκτοτε δε, ουδέποτε εξέφρασε επιφυλάξεις για οποιαδήποτε από τις επόμενες γνωστοποιήσεις ελληνικών στατιστικών. Ότι η γνωστοποίηση αυτή (Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου 2010) ήταν αποτέλεσμα σχετικών οδηγιών της Eurostat, αλλά και αυστηρής τήρησης του υποχρεωτικώς (για όλα τα κράτη-μέλη) εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου της Ε.Ε., δηλαδή του (ενσωματωμένου στο ιδρυτικό νόμο της ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ...2009, που περιέχει τις βασικές αρχές του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές (αρχές αμεροληψίας, επαγγελματικής ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας, αξιοπιστίας κ.λ.π.), του Ε.Κ. 479/2009 για την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου Δ.Υ.Ε., του τροποποιητικού του ως άνω Κανονισμού Ε.Κ. 679/2010, αναφορικά με την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. και του Ε.Κ. ...1996, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών της Κοινότητας, που ενσωματώνει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), το οποίο (κανονιστικό πλαίσιο) αποσκοπεί στη διασφάλιση της αμεροληψίας, της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας σχετικά με την παραγωγή και τη διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών. Ότι η ευρωπαϊκή στατιστική αρχή (Eurostat), για την εξασφάλιση των ανωτέρω σκοπών, έχει θεσμοθετημένη και αποκλειστική αρμοδιότητα να αξιολογεί την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων που υποβάλλονται προς χρήση από τις εθνικές στατιστικές αρχές στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε., να παρέχει διευκρινίσεις-οδηγίες στις αρχές αυτές για την ορθή εφαρμογή των λογιστικών κανόνων του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, να διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς τα γνωστοποιούμενα στατιστικά στοιχεία κάθε κράτους-μέλους και να τροποποιεί αιτιολογημένα τα στοιχεία αυτά, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους ως άνω λογιστικούς κανόνες και τις σχετικές διευκρινίσεις-υποδείξεις της, όπως συνέβη και με τις προηγηθείσες (της κρίσιμης) γνωστοποιήσεις εκτιμήσεων του δημοσιονομικού ελλείμματος της Ελλάδας, από τις εκάστοτε αρμόδιες προς τούτο διοικητικές αρχές (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε. και Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών, υπό το προαναφερθέν μεταβατικό καθεστώς της ΕΛ.ΣΤΑΤ.), οι οποίες κρίθηκαν από την Eurostat ως ελεγχόμενης αξιοπιστίας. Ότι, ειδικότερα, μετά την γνωστοποίηση δημοσιονομικών στοιχείων και του έχοντος χαρακτήρα προσωρινής εκτίμησης-πρόβλεψης (κατά το άρθρο 3 Ε.Κ. 479/2009) του δημοσιονομικού ελλείμματος και του Α.Ε.Π. του έτους 2009, υπολογισμού του ελλείμματος σε ποσοστό 13,6% του Α.Ε.Π., στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Απριλίου 2010 (από τον Γ.Γ. Υπουργείου Οικονομικών), η Eurostat διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς τα περιεχόμενα στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης" πλεονάσματα των Ταμείων Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), την ορθότητα της επικαιροποίησης του Μ.Φ.Γ.Κ. και την εκτός του ανωτέρω θεσμικού τομέα ταξινόμηση διάφορων δημόσιων οργανισμών, καθώς και την καταγραφή των συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς (... ...s). Ότι, μετά τις επιφυλάξεις αυτές, η νεοσύστατη πλέον ΕΛ.ΣΤΑΤ., στο πλαίσιο συμφωνηθέντος με την Eurostat κοινού συνολικού σχεδίου δράσης για τις ελληνικές στατιστικές, σε συνεργασία με όλες τις εθνικές υπηρεσίες-φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Τράπεζα της Ελλάδος, Υπουργεία, φορείς που έπρεπε να υπαχθούν στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης", σύμφωνα με τους προαναφερθέντες Ε.Κ. και τις συναφείς διευκρινίσεις της Eurostat), συνέλεξε πρωτογενή στατιστικά στοιχεία, ενόψει της επικείμενης γνωστοποίησης της δεύτερης Δ.Υ.Ε. του 2010, με στόχο ακριβώς την παραγωγή αξιόπιστων αποτελεσμάτων, ώστε αυτά να τύχουν αποδοχής από την Eurostat χωρίς επιφυλάξεις. Ότι, με βάση τα πρωτογενή στατιστικά στοιχεία που συνελέγησαν και τις σχετικές οδηγίες της Eurostat, αναταξινομήθηκαν δεκαεπτά (17) Δ.Ε.Κ.Ο. (από τις 23 συνολικά, στατιστικά στοιχεία των οποίων συνελέγησαν και εξετάσθηκαν) στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης", με βάση τα ισχύοντα κριτήρια του Ε.Κ. ...1996 (με ενσωματωμένο το Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), δηλαδή τη διοικητική αυτοτέλεια και την δυνατότητά τους για τήρηση ολοκληρωμένου συστήματος λογαριασμών, τον έλεγχό τους από το Δημόσιο-Κεντρική Κυβέρνηση (φύση του φορέα ως "δημόσιου παραγωγού") και την χρηματοδότησή τους από το Δημόσιο σε ποσοστό άνω του 50% του κόστους παραγωγής (φύση του φορέα ως "παραγωγού μη εμπορεύσιμου προϊόντος"). Ότι, μετά την ανωτέρω επιφύλαξη της Eurostat, αναφορικά με τη γνωστοποίηση της Δ.Υ.Ε. του Απριλίου 2010 (και) ως προς τον τρόπο καταγραφής των συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς (... ...s), μεταξύ των ετών 2001-2007, η αγοραία αξία αυτών καταγράφηκε στο (δημόσιο) χρέος της "Γενικής Κυβέρνησης", για στατιστικούς λόγους, σύμφωνα με τον Ε.Κ. 2558/2001, ύστερα από ανάλυση και μελέτη των οικείων στοιχείων από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (Ο.Δ.Δ.Η.Χ.), πάντοτε σε συνεργασία με την Eurostat. Ότι η επικαιροποίηση των εν γένει δημοσιονομικών στοιχείων, με την κρίσιμη γνωστοποίηση στο πλαίσιο της δεύτερης Δ.Υ.Ε. του 2010 (η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ε.Κ. 479/2009, δεν αφορούσε μόνο στο έτος 2009, αλλά και στα προηγούμενα έτη, από το 2006 και μετά), έγινε με βάση τα ακριβή οικονομικά αποτελέσματα από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών των δημόσιων θεσμικών φορέων που εξετάστηκαν, καθόσον τότε (δηλαδή από τις αρχές Νοεμβρίου 2010) ήταν πλέον διαθέσιμη στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχετικά με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2009, σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιο Λογιστικό Σύστημα, με συνέπεια την ορθή (πλέον) αντιστοίχιση των ταμειακών αποτελεσμάτων (εισπράξεων-πληρωμών) των φορέων της "Γενικής Κυβέρνησης" στα έτη 2006-2009, η οποία επηρέασε αυξητικά το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 και, τέλος, ότι η γενόμενη αναθεώρηση του Α.Ε.Π., με συνέπεια τον οριστικό υπολογισμό-διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος σε ποσοστό 15,8% αυτού, συμπεριέλαβε ακριβώς τα ως άνω επικαιροποιημένα δημοσιονομικά αποτελέσματα βάσει των συλλεγέντων πρωτογενών στατιστικών στοιχείων, ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνισή τους με τις προαναφερθείσες διευκρινίσεις και οδηγίες της Eurostat για την ορθή επεξεργασία τους, προς επίτευξη των σκοπών της Δ.Υ.Ε. και τελικά του Ε.Σ.Σ. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας ότι η ως άνω οριστική διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009 έγινε με τρόπο αυθαίρετο και χωρίς να προηγηθούν οι μελέτες που απαιτούνται, ως ασφαλιστικές δικλείδες για τον ορθό προσδιορισμό του, από τους λογιστικούς κανόνες του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Γ. ισχυρίσθηκε ότι οι μελέτες αυτές συνιστούν "μη επιβαλλόμενη ανύπαρκτη πρακτική και μη συνήθη διαδικασία", καθόσον ο υπολογισμός του ελλείμματος και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης αποτελεί ζωντανή εξελικτική διαδικασία που προβλέπεται επακριβώς από τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, καθώς και τις δράσεις που αναλαμβάνει η εκάστοτε στατιστική υπηρεσία, ως αποτέλεσμα των ελέγχων, των οδηγιών και των διευκρινίσεων της Eurostat. Τέλος, ο ίδιος κατηγορούμενος, αναφορικά με την παράλειψή του, ως Προέδρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., να συγκαλέσει, πέραν της 3-10-2010, σε περαιτέρω συνεδριάσεις, το προβλεπόμενο συλλογικό όργανο (Δ.Σ.) αυτής, προς άσκηση των τότε αρμοδιοτήτων του για έγκριση και πιστοποίηση των στατιστικών στοιχείων που είχαν συλλεγεί, ενόψει της επόμενης γνωστοποίησης στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. και την μετέπειτα μονομερή δράση του (ως "μονοπρόσωπου οργάνου") για τα σχετικά ζητήματα, επικαλέστηκε ως λόγους που τον ώθησαν στην παράλειψη αυτή, τις δυσλειτουργίες που ανέκυψαν κατά τις γενόμενες τέσσερις (4) συνεδριάσεις του οργάνου αυτού, οι οποίες οφείλονταν σε προσωπικές αντιπαραθέσεις των προαναφερθέντων μελών του Δ.Σ. (Ν. Λ., Ζ. Γ.) με τον ίδιο, ως προς το χειρισμό μεθοδολογικών στατιστικών ζητημάτων για την ενδεδειγμένη λειτουργία της Αρχής, με αποτέλεσμα την απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και περαιτέρω την προσωπική αντιδικία του ίδιου με τον ... Ν. Λ. (όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω), κατά του οποίου, μάλιστα, ασκήθηκε και ποινική δίωξη, ύστερα από δική του καταγγελία, στο πλαίσιο της αντιδικίας αυτής. Για την ελεύθερη (κατά το άρθρο 177 του Κ.Π.Δ.) εκτίμηση του συνόλου των εν γένει ισχυρισμών και αιτιάσεων που προαναφέρθηκαν, τόσο από την πλευρά των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας, όσο και από αυτή των κατηγορουμένων, καθώς και τη συνολική αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε, προκειμένου να συναχθεί ασφαλής κρίση, στο παρόν δικονομικό στάδιο, ως προς την ουσία της κατηγορίας (δηλαδή κρίση για την ύπαρξη ή μη σοβαρών ενδείξεων παραπομπής των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για την αποδιδόμενη σ’ αυτούς ως άνω πράξη), λαμβανομένης υπόψη και της δεσμευτικής κρίσης του Ακυρωτικού (με την υπ’ αριθμ. 1331/2016 αναιρετική απόφασή του) ότι η κρίσιμη γνωστοποίηση στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010, από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. προς την Eurostat, συνιστά "βεβαίωση περιστατικού" για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι ουσιώδεις αποκλίσεις στο επί του Α.Ε.Π. ποσοστό του δημοσιονομικού ελλείμματος της Χώρας για το έτος 2009, οι οποίες διαπιστώνονταν από την Eurostat (με συνέπεια την εκ μέρους της διατύπωση συνεχών επιφυλάξεων), κατά τις οικείες διαδοχικές γνωστοποιήσεις εκ μέρους της εκάστοτε αρμόδιας προς τούτο εθνικής (ελληνικής) στατιστικής αρχής, στο πλαίσιο της επιβληθείσας από το Συμβούλιο της Ε.Ε. επιτήρησης της δημοσιονομικής πορείας της Ελλάδας και της συνακόλουθης Δ.Υ.Ε., κατά την χρονική αλληλουχία που προαναφέρθηκε (είτε υπό το καθεστώς της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., είτε υπό το καθεστώς της ΕΛ.ΣΤΑΤ., μεταβατικό και οριστικό), έχουν αποτελέσει (και αποτελούν μέχρι σήμερα) αντικείμενο οξύτατης εσωτερικής πολιτικής διαμάχης, μεταξύ εκπροσώπων των κομματικών σχηματισμών που εναλλάχθηκαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στη διακυβέρνηση της Χώρας (βλ., ως ενδείξεις της διαμάχης αυτής, τα υπομνήματα των Γ. Α. και Ι. Π. προς την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και τις καταθέσεις των I. Π., I. Σ., Γ. Π., Γ. Π. και Γ. Π., οι οποίες λήφθηκαν στο στάδιο της αρχικής κύριας ανάκρισης). Ενόψει τούτου, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής του Συμβουλίου η μη δυνάμενη, να αποκλειστεί πιθανότητα άμεσου ή έμμεσου επηρεασμού, μέρους τουλάχιστον του εμμάρτυρου αποδεικτικού υλικού από ανάλογης φύσης σκοπιμότητες, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι στους μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβάνεται και υπηρεσιακός παράγοντας της καταργηθείσας με τη σύσταση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. εθνικής στατιστικής αρχής (Ε. Κ., Γ.Γ. της Ε.Σ.Υ.Ε. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, από το 2004 έως και λίγες ημέρες μετά τις Βουλευτικές Εκλογές της 4-10-2009, κατά τα προαναφερθέντα), στην οποία οι κατηγορούμενοι έχουν προσάψει συστηματικές παραβάσεις του δικαίου της Ε.Ε. και συνακόλουθες μεθοδευμένες γνωστοποιήσεις προς τη Eurostat τεχνητά μειωμένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, με συνέπεια την εμφάνιση πλασματικά βελτιωμένης της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, γεγονός που, όταν έγινε αντιληπτό σε διεθνές επίπεδο, οδήγησε στην τρώση της αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών στοιχείων και, τελικά, στην ίδια τη νομοθετική σύσταση της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ως ανεξάρτητης πλέον (από πολιτικές παρεμβάσεις) διοικητικής στατιστικής αρχής (με την ταυτόχρονη κατάργηση της μέχρι τότε αρμόδιας Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., η οποία, ως υπαγόμενη απ’ ευθείας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ήταν ευάλωτη σε πολιτικές επιρροές), με σκοπό ακριβώς την αποκατάσταση της αξιοπιστίας αυτής, με την πλήρη προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου στο κανονιστικό πλαίσιο της Ε.Ε. (βλ. σχετ. τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς των κατηγορουμένων). Τούτων δοθέντων και τηρουμένου του δεοντολογικού χρέους της δικαστικής κρίσης να παραμένει πολιτικά ουδέτερη, στο μέτρο που αυτό είναι νομικά εφικτό, για την ασφαλή ποινική αξιολόγηση της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους συμπεριφοράς, με την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ’ αυτών, ενόψει της απόλυτα εξειδικευμένης φύσης των προαναφερθέντων τεχνοκρατικών, μεθοδολογικών και στατιστικών ζητημάτων, αναφορικά με τα κριτήρια διαμόρφωσης οικονομικών δημοσιονομικών μεγεθών, γύρω από τα οποία διατυπώθηκαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, αλλά και των παραδοχών της νομολογίας και της ποινικής θεωρίας, πρέπει να επισημανθούν, ως ουσιώδη, τα ακόλουθα: Η νομοθετική σύσταση της ΕΛ.ΣΤΑΤ., με την θέση σε ισχύ του Νόμου 3832/2010, σαφώς υπαγορεύθηκε από την ανάγκη θεσμοθέτησης μίας αυτοτελούς διοικητικά και οικονομικά, αξιόπιστης, λειτουργικά ανεξάρτητης και θωρακισμένης από πολιτικές παρεμβάσεις (ως εκ της υπαγωγής της αποκλειστικά στον απ’ ευθείας έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων και όχι σε κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή) και με ευρύτατες πολιτικές συναινέσεις για την συγκρότησή της (ως εκ της απαιτούμενης αυξημένης πλειοψηφίας των 4/5 των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, για τις επιλογές της βασικής στελέχωσης του συλλογικού οργάνου διοίκησής της) Διοικητικής Στατιστικής Αρχής, με διακεκριμένη νομική προσωπικότητα (δημοσίου δικαίου, παρότι αυτό δεν αναφέρθηκε ρητά στο νόμο), ως σημείου επαφής και συνεργασίας της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία (Eurostat), η οποία, σύμφωνα με το πρωτογενές και παράγωγο δίκαιο της Ε.Ε., είναι αποκλειστικά αρμόδια να αξιολογεί την ποιότητα και την αξιοπιστία των υποβαλλόμενων σ’ αυτήν στατιστικών στοιχείων και να προβαίνει στις απαιτούμενες διορθωτικές εν γένει παρεμβάσεις επ’ αυτών (επιφυλάξεις, οδηγίες, διευκρινίσεις, τροποποιήσεις), στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος (Ε.Σ.Σ.), με παράλληλη πλήρη προσαρμογή της εσωτερικής έννομης τάξης στο ως άνω ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις στατιστικές αρχές του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές, οι οποίες προβλέπονται στον (ενσωματωμένο στον πιο πάνω ιδρυτικό νόμο της ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ...2009, καθώς και (την ανάγκη) ταυτόχρονης κατάργησης της υφιστάμενης από το 1986 (Π.Δ. 224/1986) μέχρι τότε (Μάρτιο 2010) Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε.), η οποία, ως υπαγόμενη υπηρεσιακά απ’ ευθείας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, είχε κριθεί ως ευάλωτη σε πολιτικές πιέσεις και παρεμβάσεις (διαβρωτικές του κύρους και της αξιοπιστίας της) στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Η νομοθετική αυτή προσαρμογή στο δίκαιο της Ε.Ε., με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που είχε προκύψει από τις Βουλευτικές Εκλογές της 4-10-2009, κρίνεται ότι ήταν απόρροια διεθνών πιέσεων προς την Ελλάδα, εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., εξαιτίας του ότι οι μέχρι τότε περιοδικά γνωστοποιούμενες στην Eurostat δημοσιονομικές στατιστικές της Χώρας (η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, είχε υπαχθεί, από τον Απρίλιο του 2009, σε καθεστώς επιτήρησης, στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε.) εμφάνιζαν σημαντικές αποκλίσεις στον υπολογισμό των δημόσιων ελλειμμάτων και, ως εκ τούτου, είχαν κριθεί ως ελεγχόμενης αξιοπιστίας και μη αντιστοιχούσες στην πραγματική δημοσιονομική της κατάσταση (κατά παράβαση των προαναφερθεισών ευρωπαϊκών στατιστικών αρχών και των λογιστικών κανόνων του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), με συνέπεια τη δημιουργία δυσμενούς διεθνούς πολιτικού κλίματος σε βάρος της. Το κλίμα αυτό, λόγω των επανειλημμένων επιφυλάξεων της Eurostat επί των εκάστοτε γνωστοποιήσεων, είχε επεκταθεί και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, στις οποίες η Ελλάδα προσέφευγε μόνιμα και συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω όλων ανεξαιρέτως των Κυβερνήσεων που είχαν εναλλαχθεί διαχρονικά, κατά το διάστημα αυτό, στη διακυβέρνησή της, κατά πάγια πρακτική, προκειμένου, με την τότε (φερόμενη ως) υφιστάμενη διαπραγματευτική και συναλλαγματική (πιστοληπτική) θέση και ικανότητά της και τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας της, όπως αυτές εμφανίζονταν με βάση τα μέχρι τότε παραγόμενα, δημοσιευόμενα και γνωστοποιούμενα στατιστικά στοιχεία, να εξασφαλίζεται ο περαιτέρω διεθνής δανεισμός της, προς κάλυψη των συνεχώς διογκούμενων δημόσιων δαπανών και δημοσιονομικών της ελλειμμάτων. Τα ελλείμματα αυτά ήταν υψηλότερα από τα διεθνώς εμφανιζόμενα βάσει των στατιστικών αυτών στοιχείων, καθόσον, στην πραγματικότητα, οι δημόσιες εν γένει δαπάνες (μισθοδοτικές, συνταξιοδοτικές, λειτουργικές κ.λ.π.) υπερέβαιναν κατά πολύ τα δημόσια έσοδα, κυρίως λόγω της διαχρονικής διόγκωσης του προσωπικού των δημόσιων εν γένει υπηρεσιών με ανάλογες προσλήψεις-διορισμούς, είτε για κάλυψη πραγματικών λειτουργικών αναγκών, είτε και χωρίς χρεία τέτοιας κάλυψης, απλώς και μόνο με ψηφοθηρικές επιδιώξεις (διακομματικά, από πολιτικά κ.λ.π. πρόσωπα που είχαν εκάστοτε την σχετική πρακτική δυνατότητα και επέλεγαν να την "αξιοποιούν"), δυσλειτουργιών και γενικότερης χαλάρωσης των ελεγκτικών και εισπρακτικών μηχανισμών στις δομές του ευρύτερου δημόσιου τομέα (λ.χ. φορολογικής διοίκησης, ασφαλιστικών ταμείων κ.λ.π.), ενώ, παράλληλα, και η ιδιωτική οικονομία, στην πλειονότητα των σχετικών δραστηριοτήτων, είχε πάψει να είναι ανταγωνιστική, με συνέπεια την περαιτέρω συρρίκνωση των φοροδοτικών πηγών. Η διαρκώς επί τα χείρω βαίνουσα ως άνω διαχρονική και διακομματική (αναφορικά με τα κόμματα που μέχρι τότε είχαν εναλλαχθεί στη διακυβέρνηση της Χώρας) πολιτική διεθνούς δανεισμού, οδήγησε σταδιακά στην πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης για την πραγματική κατάσταση της εθνικής οικονομίας, στην αναξιοπιστία των στατιστικών της Χώρας σε διεθνές επίπεδο και στην συνακόλουθη απώλεια της διαπραγματευτικής και πιστοληπτικής της ικανότητας, με συνέπεια τον εν τέλει πλήρη αποκλεισμό πρόσβασης στις διεθνείς αγορές για περαιτέρω συνέχιση του δανεισμού της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα, κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2010, να ανακύψει άμεσος κίνδυνος "ασύντακτης" χρεοκοπίας και πλήρους οικονομικής της κατάρρευσης, λόγω αιφνίδιας διακοπής της χρηματοδότησής της μέσω δανεισμού, με ανυπολόγιστες συνέπειες σε θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Κατόπιν τούτων, εκτός της νομοθετικής σύστασης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών, προς αποτροπή του άμεσου αυτού κινδύνου, η Ελλάδα ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένη (ανεξάρτητα από την όποιου κομματικού σχηματισμού διακυβέρνησή της κατά τον κρίσιμο χρόνο) να προσφύγει και να ενταχθεί στον Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης, ο οποίος συστάθηκε πρωτογενώς, ακριβώς επί τούτου, δηλαδή ειδικά για την περαιτέρω χρηματοδοτική στήριξή της εκτός (πλέον) αγορών, με την συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. (μέλος του οποίου είναι και η Ελλάδα), της Ε.Κ.Τ. και της Ε.Ε., η οποία (προσφυγή και ένταξη) εξαγγέλθηκε ως κυβερνητική-πολιτική επιλογή, τον Απρίλιο του 2010, με πρωτοβουλία του τότε Πρωθυπουργού (που ωθήθηκε σ’ αυτήν από την ως άνω πραγματική-πρακτική κατάσταση εθνικής ανάγκης και όχι κατ’ αξιολόγηση των στατιστικών δημοσιονομικών δεικτών που μέχρι τότε γνωστοποιούνταν στην Eurostat, στο πλαίσιο της υφιστάμενης επιτήρησης και της Δ.Υ.Ε.) και θεσμοθετήθηκε στο πεδίο του εσωτερικού δικαίου με την θέση σε ισχύ του Νόμου 3845/6-5-2010 ("Μνημονίου I"), όπως έχει ήδη αναφερθεί και, μάλιστα, με την συναίνεση και άλλων (εκτός Κυβέρνησης) πολιτικών κομμάτων που είχαν εκπροσώπηση στη Βουλή και οι βουλευτές των οποίων, συναισθανόμενοι τον κίνδυνο, ψήφισαν εκόντες-άκοντες τον ως άνω νόμο, προ της επαπειλούμενης "άτακτης" χρεοκοπίας της Χώρας, ανεξάρτητα από το βαθμό συμβολής κάποιων (και) από αυτά (πολιτικά κόμματα) στην μέχρι τότε ακολουθούμενη οικονομική πολιτική που αιτιωδώς οδήγησε την Χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εξαγγελθείσα πολιτική απόφαση ένταξης, η θέση σε ισχύ του ως άνω Νόμου για την ενεργοποίησή της και το "πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης" της Ελλάδας εκτός διεθνών αγορών, μέσω του ανωτέρω διεθνούς (υπερευρωπαϊκού) μηχανισμού (Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ., Ε.Ε.), α) οφείλονταν αιτιακά, αποκλειστικά και μόνο στην διαμορφωθείσα δεινή θέση της εθνικής οικονομίας, που οδήγησε στον πλήρη αποκλεισμό πρόσβασης στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου για περαιτέρω χρηματοδότησή της Χώρας μέσω δανεισμού (λόγω της μέχρι τότε διαχρονικά ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής), με συνέπεια τη δημιουργία "αρνητικής δυναμικής" και την απότομη εκτίναξη του δημόσιου χρέους, η οποία ήταν άσχετη αιτιοκρατικά με οποιοδήποτε συγκεκριμένο (ποσοστιαίο επί του Α.Ε.Π.) ύψος δημοσιονομικού ελλείμματος βάσει δεικτών αξιολόγησης από στατιστικά στοιχεία που μέχρι τότε γνωστοποιούνταν στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε., β) έλαβαν χώρα παράλληλα με την μέχρι τότε ακολουθούμενη επιτήρηση και εφαρμοζόμενη Δ.Υ.Ε., με βάση το προαναφερθέν κανονιστικό πλαίσιο του δικαίου της Ε.Ε., στο οποίο και εντάχθηκαν διαδικαστικά (ως οικονομικά μέτρα του "προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης"), με ενσωμάτωση σε οικείες αποφάσεις της Επιτροπής της Ε.Ε., που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε., προκειμένου να έχουν νομιμοποιητικό έρεισμα στη διαδικασία αυτή και γ) είχαν ως σκοπό την ανάκτηση της αξιοπιστίας της Χώρας, την αποκατάσταση της συναλλαγματικής της θέσης στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και της πρόσβασης σ’ αυτές (που δεν έχουν καταστεί εφικτές μέχρι σήμερα), προκειμένου στο μέλλον να επανεκκινήσει αυτοδύναμα η εθνική οικονομία και να επιτευχθεί η δημοσιονομική της σταθερότητα, ως μέλους της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, σκοπό που επιδίωκε και η μέχρι τότε (δηλαδή πριν από την σύσταση του μηχανισμού στήριξης) αυτοτελώς ακολουθούμενη διαδικασία επιτήρησης Δ.Υ.Ε., στην οποία και ενσωματώθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα. Αλλά, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι για την πολιτική απόφαση ένταξης στον ανωτέρω διεθνή μηχανισμό στήριξης είχαν ληφθεί (δυνητικά) υπόψη στατιστικοί δείκτες αξιολόγησης, προερχόμενοι από την όποια αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή (και φερόμενοι ως "ψευδείς" κατά τη δομή της κατηγορίας), τούτο δεν θα αρκούσε εν προκειμένω για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, ελλείψει του στοιχείου της αφηρημένης δυνατότητας των δεικτών αυτών να παραγάγουν "έννομες συνέπειες" (με τη μορφή της ως άνω ένταξης και των οικονομικών συνεπειών αυτής στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής), λόγω της φύσης της απόφασης αυτής, ως ληφθείσας με γνώμονα το "δημόσιο συμφέρον", βάσει εξωνομικών κριτηρίων (πολιτικής) σκοπιμότητας, αυτοτελώς ανεξάρτητης κατά τον χρόνο λήψης της από οποιεσδήποτε νομικές προϋποθέσεις, αναγόμενης στην πρωτογενή διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και εντασσόμενης στις διεθνείς (οικονομικές) σχέσεις της Χώρας, για την αποκατάσταση της συναλλαγματικής της θέσης στις διεθνείς αγορές, η οποία (φύση) αποκλείει τον αυτοτελή χαρακτηρισμό της ως "έννομης συνέπειας" κατ’ εφαρμογή κανόνων δικαίου, αδιάφορου όντος του γεγονότος ότι, για τη θεσμική και νομική θωράκιση της πολιτικής αυτής επιλογής, λήφθηκε μετέπειτα διεθνής μέριμνα για την ένταξη και ενσωμάτωσή της στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, μέσω της ήδη υφιστάμενης δημοσιονομικής επιτήρησης και της Δ.Υ.Ε., όπως έχει ήδη αναλυτικά εκτεθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, μόλις χρειάζεται να τονιστεί ότι, από την ως άνω χρονική αλληλουχία των γεγονότων και μόνο, προκύπτει με ενάργεια ότι η διαδικασία ένταξης της Ελλάδας στον ως άνω Διεθνή Μηχανισμό και η υπαγωγή της στο "πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης" με βάση το "Μνημόνιο I", ουδόλως συνέχεται αιτιοκρατικά με την συμπεριφορά που αποδίδεται στους κατηγορουμένους ως ψευδής βεβαίωση, καθόσον, πέραν των ανωτέρω σκέψεων, δεν ήταν καν χρονικά μεταγενέστερη αυτής, αλλά προηγήθηκε, τόσο της συγκρότησης του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και της ανάληψης των καθηκόντων αυτού (αρχές Αυγούστου 2010), όσο και (κατά μείζονα λόγο) της γνωστοποίησης Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010, η οποία αποτελεί αντικείμενο της ποινικής δίωξης, αφού (η διαδικασία αυτή) έλαβε χώρα τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2010, όταν δηλαδή οι επίσημες στατιστικές της Χώρας κατεδείκνυαν (κατά προσωρινή, τότε, εκτίμηση) δημοσιονομικό έλλειμμα ποσοστού 13,6% επί του Α.Ε.Π., στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Απριλίου του 2010, υπό το τότε μεταβατικό καθεστώς της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (από τον Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών) και σαφώς πριν από την συγκρότηση του συλλογικού οργάνου αυτής, κατά τα ήδη αναφερθέντα, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι, στα προ της περαιτέρω ανάκρισης δικονομικά στάδια, απλώς συνειρμικά (και όχι με πραγματικούς ισχυρισμούς) επιχείρησαν να συνδέσουν το "Μνημόνιο I" με την αποτελούσα το αντικείμενο της ποινικής δίωξης συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Σε κάθε δε περίπτωση, οι επαχθείς για την Ελλάδα (κατά τις προβλέψεις του "Μνημονίου I") όροι χρηματοδοτικής στήριξης, ως όροι που κατέτειναν στην επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής και σταθερότητας, με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις δομές του ευρύτερου δημόσιου τομέα προς έλλογο περιορισμό των δημόσιων δαπανών και αύξηση των δημοσίων εσόδων, με ενίσχυση ζωτικής σημασίας ελεγκτικών και εισπρακτικών μηχανισμών της Δημόσιας Διοίκησης (λ.χ. φορολογικής), των ασφαλιστικών οργανισμών και άλλων δομών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς καταπολέμηση της ακμάζουσας στην Χώρα φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και γενικότερα μη είσπραξης δημόσιων εσόδων και με λήψη γενικότερων δυσμενών οικονομικών μέτρων, όχι μόνο δεν συνιστούσαν "βλάβη" του Δημοσίου, ως νομικού προσώπου, με οικονομικούς όρους, αλλά αντίθετα, έναυσμα για οικονομική ανάκαμψη, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της απαρέγκλιτης και ολοκληρωτικής τήρησής τους, αφού ούτως ή άλλως η εθνική οικονομία συνολικά βρισκόταν σε δεδομένα οριακή κατάσταση, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο πλήρους κατάρρευσης, όπως έχει ήδη αναλυτικά αναφερθεί. Περαιτέρω, όπως επίσης έχει ήδη αναφερθεί, παράλληλα με το ως άνω τεθέν σε εφαρμογή (από τον Μάιο του 2010) "πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης", εξακολούθησε να εφαρμόζεται και η διαδικασία περιοδικής γνωστοποίησης στατιστικών δημοσιονομικών στοιχείων στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. για την επίτευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, βάσει της οποίας (διαδικασίας) και σε συνέχεια των προηγούμενων γνωστοποιήσεων, είχε ήδη λάβει χώρα, τον Απρίλιο του 2010, η γνωστοποίηση δημοσιονομικών στοιχείων από τον Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών (υπό το προαναφερθέν μεταβατικό καθεστώς της ΕΛ.ΣΤΑΤ.), προς την Eurostat, με προϋπολογισμό-πρόβλεψη δημοσιονομικού ελλείμματος σε ποσοστό 13,6% του Α.Ε.Π., επί της οποίας και πάλι η Eurostat διατύπωσε επιφυλάξεις για τα πλεονάσματα των Ο.Κ.Α., που είχαν περιληφθεί στη "Γενική Κυβέρνηση", την στατιστική μέθοδο επικαιροποίησης του Μ.Φ.Γ.Κ., την εκτός αυτού ταξινόμηση διάφορων δημόσιων οργανισμών και την καταγραφή των συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς (... ...s), όπως, άλλωστε, είχε πράξει και επί των γνωστοποιήσεων της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., οι οποίες είχαν λάβει χώρα αμέσως πριν και αμέσως μετά τις Βουλευτικές Εκλογές της 4-10-2009, λόγω των αποκλίσεων που προαναφέρθηκαν. Εξ αφορμής των επιφυλάξεων αυτών, ενόψει του ότι το συλλογικό όργανο διοίκησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. είχε πλέον συγκροτηθεί οριστικά και αναλάβει καθήκοντα από τις αρχές Αυγούστου του 2010 (κατά τα ήδη αναφερθέντα), η Eurostat, ενεργώντας δυνάμει της προαναφερθείσας αρμοδιότητάς της για την αξιολόγηση της ποιότητας των στατιστικών στοιχείων, έδωσε οδηγίες-διευκρινίσεις στην αρχή αυτή για τον, κατά την άποψή της, ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο επικαιροποίησης των δημοσιονομικών στοιχείων της Χώρας και οριοθέτησης του θεσμικού τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης", με την ένταξη σ’ αυτήν (Μ.Φ.Γ.Κ.) των θεσμικών φορέων που πληρούσαν κατ’ αυτήν τα οικεία κριτήρια, καθώς και την ένταξη στο δημόσιο χρέος των συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς (... ...s), στις οποίες είχε προβεί το Ελληνικό Δημόσιο μεταξύ των ετών 2001-2007, οπότε, στο πλαίσιο συμφωνηθέντος κοινού συνολικού σχεδίου δράσης για τις ελληνικές στατιστικές, η ΕΛ.ΣΤΑΤ., σε συνεργασία με όλες τις εθνικές υπηρεσίες-φορείς του ΕΛ.Σ.Σ. (Γ.Λ.Κ., Τράπεζα της Ελλάδος, Υπουργεία και εν γένει φορείς που έπρεπε να υπαχθούν στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης", σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες και διευκρινίσεις της Eurostat), συνέλεξε πρωτογενή στατιστικά στοιχεία ισολογισμών κ.λ.π., με βάση τα οποία ενέταξε τις προαναφερθείσες δέκα επτά (17) Δ.Ε.Κ.Ο. στο Μ.Φ.Γ.Κ., μετά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών τους, συμπεριέλαβε στο χρέος της "Γενικής Κυβέρνησης" το σύνολο των συναφθεισών από το Δημόσιο "συμφωνιών ανταλλαγής εκτός αγοράς" (... ...) κατά τα έτη 2001-2007 (παρότι αυτό, πράγματι, δεν επιβαλλόταν από το Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), προέβη σε αντιστοίχιση των ταμειακών αποτελεσμάτων (εισπράξεων-πληρωμών) των θεσμικών φορέων, που ενέταξε στο Μ.Φ.Γ.Κ., στα έτη 2006-2009 και, με βάση το σύνολο των ως άνω επικαιροποιημένων δημοσιονομικών στοιχείων, προέβη επιπλέον και στην αναθεώρηση του ίδιου του Α.Ε.Π. (με έτος βάσης το 2005), με αποτέλεσμα τον υπολογισμό (οριστική λογιστική διαμόρφωση) του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009 σε αυξημένο επί του Α.Ε.Π. ποσοστό (σε σχέση με την εκτίμηση του Απριλίου του 2010), βάσει και της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον κρατικό προϋπολογισμό του ιδίου έτους (2009), σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιο Λογιστικό Σύστημα, ενόψει της επικείμενης γνωστοποίησης της Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου 2010, η οποία, πράγματι, έγινε αποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις, όπως και οι έκτοτε γενόμενες γνωστοποιήσεις, με συνέπεια να μην ανακύψει ξανά ζήτημα αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Περαιτέρω, επειδή, σύμφωνα με την κατηγορία, όπως απαγγέλθηκε στο πλαίσιο της περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, από τον Ανακριτή του 8ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, η φερόμενη υπό μορφή ψευδούς βεβαίωσης γνωστοποίηση Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010, είχε την (αφηρημένη) δυνατότητα παραγωγής εννόμων συνεπειών, τόσο στο πεδίο των δυνατοτήτων επιβάρυνσης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της Χώρας, βάσει του (πρωτογενούς και παραγώγου) ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου της Δ.Υ.Ε. (άρθρο 126 της Σ.Λ.Ε.Ε., άρθρο 3 Ε.Κ. 479/2009), όσο και γιατί: α) "μπορούσε να επηρεάσει την πρόσβαση της Χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και τα επιτόκια δανεισμού της κατά την έκδοση από αυτήν έντοκων γραμματίων" και β) "οδήγησε αιτιωδώς στην σύναψη ενός νέου Μνημονίου για την Ελλάδα και την λήψη των προβλεφθέντων από εκείνο μέτρων (Νόμος 4046/2012, "Μνημόνιο II")". Επί των ανωτέρω στοιχείων της κατηγορίας, ενόψει όλων των προαναφερθεισών αναπτύξεων, επισημαίνονται και τα ακόλουθα: Ανεξάρτητα από την πρωτογενή και εξαιρετική φύση της πολιτικής απόφασης για ένταξη-προσφυγή της Χώρας στο Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης και την επίσης εξαιρετική και πρωτογενή (χωρίς προϋφιστάμενο νομικό πλαίσιο πρόβλεψης) ad hoc σύσταση του μηχανισμού αυτού (στοιχείο που αποκλείει τον αυτοτελή χαρακτηρισμό τους ως "εννόμων συνεπειών", κατά τα προαναφερθέντα), στο βαθμό που μετέπειτα λήφθηκε διεθνής μέριμνα για τη νομική και θεσμική θωράκιση (από Πλευράς δικαίου της Ε.Ε.) του "προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης" του "Μνημονίου I", με την ενσωμάτωση των οικείων "οικονομικών μέτρων" σε σταδιακές (αρχική και τροποποιητικές) αποφάσεις της Επιτροπής της Ε.Ε., που εκδόθηκαν ακριβώς στο πλαίσιο της ήδη εφαρμοζόμενης Δ.Υ.Ε. (ώστε τα μέτρα αυτά να επικαιροποιούνται δυνάμει των ως άνω αποφάσεων, ανάλογα με την εξελισσόμενη πορεία του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, όπως θα προέκυπτε από τις περιοδικές γνωστοποιήσεις στατιστικών στοιχείων, κατά τη διαδικασία της Δ.Υ.Ε.), η κρίσιμη γνωστοποίηση της Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010 (όπως και αυτές που ακολούθησαν), ως "βεβαίωση περιστατικού" σε δημόσιο έγγραφο, σαφώς είχε τη νομική δυνατότητα να επηρεάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας για δημοσιονομική προσαρμογή της στο πλαίσιο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, δηλαδή να παραγάγει (διεθνείς) έννομες συνέπειες για την Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή των οικείων κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου αναφορικά με τη διαδικασία της Δ.Υ.Ε., καθόσον τα "οικονομικά μέτρα" του "Μνημονίου I" είχαν ενταχθεί και ενσωματωθεί σ’ αυτή, με τη μέθοδο που αναλυτικά αναφέρθηκε. Εξάλλου, η ίδια δυνατότητα παραγωγής εννόμων συνεπειών υπήρχε και στο πεδίο της "μετάβασης" από το καθεστώς του "Μνημονίου I" στα "οικονομικά μέτρα" του "Μνημονίου
ΙΙ", στο πλαίσιο του ίδιου Διεθνούς Μηχανισμού Στήριξης, το οποίο ("Μνημόνιο II") αποτελούσε τροποποίηση και επικαιροποίηση του "οικονομικού προγράμματος" του "Μνημονίου I" (όπως αυτό είχε αναθεωρηθεί περιοδικά, ανάλογα με την εξελισσόμενη πορεία της ελληνικής οικονομίας και τη "δυναμική" του χρέους, κατά τα ήδη αναφερθέντα) και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Νόμο 4046/2012 (Φ.Ε.Κ. A’ , 28/14-2-2012). Όμως, η νομική δυνατότητα, δηλαδή η αφηρημένη δυνατότητα της γνωστοποίησης της Δ.Υ.Ε. του Νοεμβρίου 2010 για παραγωγή εννόμων συνεπειών, αυτοτελώς στο πεδίο του επηρεασμού της "πρόσβασης της Χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου" και των "επιτοκίων δανεισμού της κατά την έκδοση από αυτήν έντοκων γραμματίων", δεν μπορεί να αιτιολογηθεί υπό μορφή κρίσης για βάσιμη πιθανολόγησή της (με την έννοια των επαρκών ενδείξεων), καθόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε σοβαρά τέτοια δυνατότητα επηρεασμού (παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας), δεδομένου ότι η πρόσβαση της Χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου είχε ήδη αποκλεισθεί πλήρως σε προγενέστερο χρόνο, με άλλη αιτιώδη διαδρομή (γεγονός που αναπόδραστα οδήγησε στην προσφυγή της Ελλάδας στον ως άνω Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης και στο "Μνημόνιο I", κατά τα προαναφερθέντα) και με άμεσο αποτέλεσμα την απότομη και ραγδαία εκτίναξη του δημόσιου χρέους, εξαιτίας ακριβώς της διακοπής της χρηματοδότησης με δανεισμό από αυτές (διεθνείς αγορές), προκειμένου να αποπληρώνονται οι τρέχουσες και ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις της Χώρας, καθώς και την απαγορευτική προοπτική επαναπρόσβασης σ’ αυτές (αγορές), η οποία οφείλεται στην έκτοτε διαμορφωθείσα "δυναμική" του χρέους (λόγω της απότομης εκτίναξής του) και δεν έχει αναστραφεί μέχρι σήμερα, παρά το καθεστώς συνεχούς δημοσιονομικής επιτήρησης και την υπαγωγή της Χώρας σε καθεστώς αλληλοδιαδόχων "Μνημονίων", ενώ, παράλληλα, δεν προέκυψε, κατά σοβαρή πιθανολόγηση, ούτε (μεταγενέστερη) δυνατότητα της κρίσιμης γνωστοποίησης (που φέρεται ως ψευδής βεβαίωση) να επηρεάσει την παράταση (πλέον) του αποκλεισμού της πρόσβασης αυτής, ώστε να αποτρεπόταν το "Μνημόνιο II" και να έληγε το καθεστώς αυτό. Τα ανωτέρω, εξάλλου, προκύπτουν έμμεσα, αλλά σαφώς, από την χρονική απόσταση μεταξύ της γνωστοποίησης της Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010 και της ένταξης του "Μνημονίου II" στην εσωτερική έννομη τάξη (Νόμος 4046/14-2-2012), σε συνδυασμό με το ότι, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων των μαρτύρων κατηγορίας (Ζ. Γ., Ν. Λ., Ν. Σ.), τα (φερόμενα ως) αποκρυβέντα από τους κατηγορουμένους (κατά τη γνωστοποίηση Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010) πλεονάσματα των (ενταχθέντων στη "Γενική Κυβέρνηση") περίπου πεντακοσίων (500) Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., ύφους δύο (2) δις ευρώ, "δηλώθηκαν" κατά τις αμέσως επόμενες γνωστοποιήσεις, δηλαδή αυτές του Απριλίου και του Νοεμβρίου του έτους 2011 (βλ. το σχετικό πίνακα που κατατέθηκε στον 8ο Ειδικό Ανακριτή και περιλαμβάνεται στο συμπληρωματικό υπόμνημα των Ζ. Γ. και Ν. Λ., όπως αναφέρθηκε πιο πάνω), με "γιγαντιαίες αναθεωρήσεις" προς τα πάνω (κατά το λεκτικό του Ν. Σ.), χωρίς όμως, παρά τις αναθεωρήσεις αυτές, να αποτραπεί η μετάβαση της Χώρας στο καθεστώς του "Μνημονίου II", γεγονός που καταδεικνύει σαφώς την αιτιακή σύνδεση του "Μνημονίου" αυτού (Νόμος 4046/2012) με την ως άνω προγενέστερη απότομη εκτίναξη του δημόσιου χρέους από τον ήδη τότε επελθόντα αποκλεισμό πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, την έκτοτε διαμορφωθείσα "δυναμική" του και τον εξ αυτής κίνδυνο του χαρακτηρισμού του ως "μη βιώσιμου", σε περιβάλλον, μάλιστα, ευρύτερης διεθνούς οικονομικής κρίσης και ανασφάλειας και όχι με την συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Άλλωστε, όλα όσα προαναφέρθηκαν ενισχύονται σαφώς και από το περιεχόμενο της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου, που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων ως Νόμος 4046/2012 ("Μνημόνιο II"), στην οποία (μεταξύ άλλων) αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Τα τελευταία τρία χρόνια, η ραγδαία επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών εκτόξευσε το κόστος δανεισμού της Χώρας σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές και να διογκωθεί το δημόσιο χρέος σε πολύ υψηλά επίπεδα... Παρά το γεγονός ότι η Χώρα και οι πολίτες της κατέβαλαν τεράστια προσπάθεια σταθεροποίησης σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η προσπάθεια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και μείωσης του ελλείμματος προσέκρουσε στην επιδείνωση της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία ταλανίζει τη Χώρα, μειώνοντας τα έσοδα σε σχέση με τα εκάστοτε προσδοκώμενα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του Α.Ε.Π. Συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος ανήλθε στα 299 δις ευρώ το 2009 ή 129.3% του Α.Ε.Π., αυξήθηκε στα 329 δις ευρώ το 2010 ή 144,9% του Α.Ε.Π., ενώ το 2011, σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, σημειώνει περαιτέρω επιδείνωση, φτάνοντας τα 368 δις ευρώ, υπερβαίνοντας το 169% του Α.Ε.Π... Οι δυσοίωνες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνονται εμφανώς στις αγοραίες τιμές τίτλων εκδοθέντων ή εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτές οι ιστορικά πρωτόγνωρα χαμηλές τιμές αντικατοπτρίζουν την εκτίμηση των επενδυτών ότι η πλήρης εξυπηρέτηση του χρέους στο σύνολό του, από το Ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να καταστεί αδύνατη...Η δυναμική του χρέους, η οποία αναπτύσσεται σε περιβάλλον αρνητικών ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για τέταρτη συνεχή χρονιά το 2012 και σε περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής ανασφάλειας, επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους για να καταστεί το δημόσιο χρέος βιώσιμο τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα. Η έλλειψη μιας τέτοιας αναδιάταξης θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα... Στην περίπτωση που η Χώρα αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές, οι πιστωτές θα έχαναν σχεδόν το συνολικό μέρος, αν όχι όλη την αξία των επενδύσεών τους, γεγονός που θα απαιτούσε την άμεση στήριξη ορισμένων πιστωτών από τις εθνικές κυβερνήσεις... Η μετάδοση των συνεπειών θα επιδείνωνε την κρίση χρέους σε άλλα δημοσιονομικά αδύναμα κράτη της Ευρωζώνης... Οι δυσμενείς συνέπειες θα ήταν απρόβλεπτες για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία... Επί της αρχής της τριμερούς χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης, η οποία αδυνατεί να προσφύγει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο, υιοθετήθηκε η προσέγγιση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους στη Σύνοδο Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21ης Ιουλίου 2011 από τους επικεφαλής των κρατών-μελών της ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας συστάθηκε στις 7 Ιουνίου 2011 το "Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας" (Ε.Τ.Χ.Σ.), με σκοπό την εξασφάλιση σταθερότητας στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης... Το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελεί ξεχωριστό και συμπληρωματικό έγγραφο προς το αρχικό Μνημόνιο Συνεννόησης, που υπεγράφη στις 3 Μαΐου 2010, όπως έχει πρόσφατα αναθεωρηθεί από το συμπληρωματικό Μνημόνιο Συνεννόησης της 6ης Δεκεμβρίου 2011, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελλάδας και της Τράπεζας της Ελλάδος... Η διαθεσιμότητα των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης συναρτάται με την εφαρμογή από την Ελλάδα των μέτρων που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτές... Το νέο οικονομικό πρόγραμμα που συμφωνήσαμε με τους ευρωπαίους εταίρους μας και το Δ.Ν.Τ. επικαιροποιεί και τροποποιεί το αρχικό πρόγραμμα, που είχε υιοθετηθεί τον Μάιο του 2010, όπως αυτό αναθεωρήθηκε περιοδικά έκτοτε, ανάλογα με την πορεία της ελληνικής οικονομίας και τη δυναμική του χρέους... Όλα τα εξαιρετικού χαρακτήρα μέτρα που λαμβάνει η χώρα στο πλαίσιο αυτό, ενσωματώνονται σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Ε.Ε., οι οποίες εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος της Ε.Ε., διαδικασία στην οποία ενταχθήκαμε τον Απρίλιο του 2009. Οι αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου της Ε.Ε., καθόσον μας αφορά, βρίσκουν διπλό έρεισμα στη Συνθήκη για την Λειτουργία της Ε.Ε. (Σ.Λ.Ε.Ε.): Η απόφαση αυτή προσέδωσε την απαιτούμενη ενωσιακή νομιμότητα στα μέτρα αυτά και την θωράκισε διπλά, επειδή η λήψη τους ήταν απαραίτητη τόσο για την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος (που συνιστά υποχρέωση όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε.), όσο και για την προάσπιση της σταθερότητας της Ευρωζώνης (που συνιστά υποχρέωση όλων των κρατών με νόμισμα το ευρώ). Συμπερασματικά, οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Ε.Ε., που προσδίδουν ενωσιακή νομιμότητα στα μέτρα που λαμβάνει η χώρα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής της, τροποποιούνται και επικαιροποιούνται κατόπιν της αξιολόγησης της πορείας εφαρμογής του προγράμματος από την Τρόικα ενόψει της εκταμίευσης κάθε νέας δόσης από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της οικονομίας. Κατά συνέπεια, και τα νέα μέτρα που η Κυβέρνηση συμφώνησε να ληφθούν με τους εταίρους και το Δ.Ν.Τ., στο πλαίσιο του νέου οικονομικού προγράμματος της χώρας, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με το ποσό των 130 δις ευρώ περίπου, θα ενσωματωθούν σε νέα απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία θα εκδοθεί στη βάση ακριβώς των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 παρ. 1 α’ της Σ.Λ.Ε.Ε., καθιστώντας την νομιμότητα των μέτρων αυτών αδιαμφισβήτητη από την άποψη του ευρωπαϊκού δικαίου... Η χώρα πρέπει να συμμορφωθεί προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της έναντι της Ε.Ε., της Ζώνης του Ευρώ, αλλά και των εταίρων της που την στηρίζουν για να υλοποιήσει το πρόγραμμα της δημοσιονομικής της προσαρμογής. Είμαστε, λοιπόν, υποχρεωμένοι να ενσωματώσουμε στο δίκαιό μας τις ειδικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε στο πλαίσιο των άρθρων 126.9 και 136.1α της Σ.Λ.Ε.Ε....". Περαιτέρω, εκτός από το αντικειμενικό στοιχείο της αφηρημένης δυνατότητας της κρίσιμης γνωστοποίησης Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010 για παραγωγή εννόμων συνεπειών στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής (όπως η δυνατότητα αυτή διευκρινίστηκε εννοιολογικά πιο πάνω), οι ισχυρισμοί των μαρτύρων κατηγορίας για συγκεκριμένες παραποιήσεις (πρωτογενών) στατιστικών στοιχείων, αλλά και συγκεκριμένες παραβιάσεις στατιστικών μεθοδολογιών και λογιστικών κανόνων του Ε.Σ.Ο.Λ. 1995 (ανυπαρξία προηγούμενης μελέτης για την εξέταση των κριτηρίων ένταξης των 17 Δ.Ε.Κ.Ο. στο θεσμικό τομέα της "Γενικής Κυβέρνησης" και την ανάλογη επικαιροποίηση του Μ.Φ.Γ.Κ., χρήση ακατάλληλων πρωτογενών οικονομικών στατιστικών στοιχείων για την ένταξη αυτή και τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, εσφαλμένο μη υπολογισμό των "εθνικολογιστικών προσαρμογών", εσφαλμένο υπολογισμό ίων αντισταθμιστικών εισφορών του Δημοσίου στο "παθητικό" των ενταχθεισών Δ.Ε.Κ.Ο. και μη θεώρησή τους ως θετικού "στοιχείου πωλήσεων", εσφαλμένη χρήση των εμπορικών τους αποσβέσεων από τους ισολογισμούς τους, αντί του μεγέθους ανάλωσης παγίου κεφαλαίου αυτών, εν γένει άκαιρη και μη ενδεδειγμένη εξέταση του σχετικού ζητήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, απόκρυψη πλεονασμάτων των ενταχθέντων στο Μ.Φ.Γ.Κ. 500 Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καταχώριση στο δημοσιονομικό έλλειμμα των "νοσοκομειακών δαπανών" χωρίς έκπτωση των καταβληθέντων ποσών των ομολογιακών τίτλων που κατείχαν οι προμηθευτές, με εσφαλμένο αποκλειστικό υπολογισμό των τιμολογίων που είχαν εκδοθεί από αυτούς και χωρίς έλεγχο της νομιμότητάς τους από το Ελεγκτικό Συνέδριο, συμπερίληψη, για πρώτη φορά, κατ’ εξαίρεση, στο δημοσιονομικό έλλειμμα των ... ...s, που είχε συνάψει το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα έτη 2001-2007, χωρίς τούτο να επιβάλλεται από το Ε.Σ.Ο.Λ. 1995), τις οποίες μετήλθαν εν γνώσει τους οι κατηγορούμενοι για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009, με συνέπεια τη "διόγκωσή" του έναντι του πραγματικού κατά την γνωστοποίηση Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010, βάσιμοι υποτιθέμενοι, πιθανολογούν σοβαρά (ως υποκειμενικό στοιχείο) ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τον υπολογισμό και τη διαμόρφωση του επί του Α.Ε.Π. ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος του έτους 2009, ενόψει της επικείμενης ως άνω γνωστοποίησης, είχαν τουλάχιστον αμφιβολίες για την λογιστική ακρίβεια του υπολογισμού αυτού, δηλαδή είχαν συνείδηση του ενδεχόμενου της μη ακριβούς λογιστικής απεικόνισης του πραγματικού (αληθινού) ύψους του ελλείμματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπό τη νομική-τεχνική έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ειδικά ως προς το σημείο αυτό (της λογιστικής ακρίβειας του υπολογισμού του ελλείμματος). Όμως, παρότι ο κρίσιμος υπολογισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος σε ποσοστό 15,4% επί του Α.Ε.Π. και, μετά τον επανακαθορισμό και του ιδίου του Α.Ε.Π. (με έτος βάσης το 2005), σε ποσοστό 15,8% επί του Α.Ε.Π., πράγματι το εμφάνιζε αυξημένο σε σχέση με το προϋπολογισθέν έλλειμμα κατά την γνωστοποίηση της Δ.Υ.Ε. Απριλίου του 2010 (από τον Γ.Γ. του Υπουργείου Οικονομικών) και (κατά μείζονα λόγο) σε σχέση με τις προηγηθείσες γνωστοποιήσεις που είχαν λάβει χώρα μέσω της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε. (οι οποίες το εμφάνιζαν ακόμη μικρότερο, κατά τα προαναφερθέντα), από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το "διόγκωσε" σε σχέση με το όποιο πραγματικό (αληθινό) έλλειμμα (σημειώνεται ενδεικτικά, στο σημείο αυτό, ότι, λ.χ., τα ... ..., τα οποία συμπεριελήφθησαν για πρώτη φορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα, παρότι τούτο δεν επιβαλλόταν από το Ε.Σ.Ο.Λ. 1995, δεν έπαυαν στην πραγματικότητα να αποτελούν παθητικά στοιχεία του δημόσιου χρέους), ούτε βέβαια ότι το πραγματικό έλλειμμα ήταν αυτό που εμφανιζόταν στις προηγηθείσες ως άνω γνωστοποιήσεις, καθόσον εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι οι αντίστοιχοι με τις γνωστοποιήσεις αυτές (προ)υπολογισμοί του ελλείμματος είχαν γίνει με πιστή και απαρέγκλιτη τήρηση των ευρωπαϊκά επιβαλλόμενων στατιστικών μεθοδολογιών και των οικείων λογιστικών κανόνων, λαμβανομένων, μάλιστα, υπόψη και όλων όσων προαναφέρθηκαν σχετικά με το ζήτημα αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών, που είχε ανακύψει σε διεθνές επίπεδο και που, ουσιαστικά, οδήγησε στον αποκλεισμό της Χώρας από τις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα την υπαγωγή της υπό καθεστώς αλληλοδιαδόχων "μνημονίων". Επ’ αυτού, μάλιστα, σημειώνεται ότι το τεθέν από το Συμβούλιο (με το υπ’ αριθμ. 1212/2014 βούλευμά του) προς διερεύνηση κατά την περαιτέρω κυρία ανάκριση ερώτημα για το ποιο (τελικά) ήταν το πραγματικό δημοσιονομικό έλλειμμα της Χώρας για το έτος 2009, ουδόλως απαντήθηκε από οποιονδήποτε εκ των μαρτύρων της κατηγορίας, οι οποίοι απλώς περιορίστηκαν στην αιτίαση περί "τεχνητής διόγκωσης" του ελλείμματος σε σχέση με το πραγματικό, χωρίς όμως να το προσδιορίσουν θετικά, ούτε να ισχυρισθούν ότι αυτό απεικονιζόταν σε κάποια από τις ως άνω προηγηθείσες γνωστοποιήσεις στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Συνακόλουθη των ανωτέρω, είναι η σαφής έλλειψη ουσιώδους στοιχείου, απαιτούμενου για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παραπεμπτικής (στο ακροατήριο) κρίσης για το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αιτιολογηθεί ειδικά το (έναντι του ψευδώς βεβαιωθέντος) αληθές περιστατικό που ήταν ενδεδειγμένο να βεβαιωθεί και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την σχετική περί τούτου γνώση των κατηγορουμένων, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας (ενδεχόμενου δόλου), χωρίς να αρκεί η προαναφερθείσα πιθανολογούμενη αμφιβολία τους απλώς για την ενδεχόμενη μη λογιστική ακρίβεια του υπολογισθέντος και γνωστοποιηθέντος στο πλαίσιο της Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010 δημοσιονομικού ελλείμματος (κατά τα προαναφερθέντα), λαμβανομένων υπόψη και των παραδοχών της νομολογίας για τα στοιχεία που απαιτούνται, προκειμένου να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος για το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης. Περαιτέρω, ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι φέρονται, κατά την επεξεργασία των (όποιων) δημοσιονομικών στατιστικών στοιχείων (ενόψει της επικείμενης γνωστοποίησης Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου του 2010), να ενήργησαν καθ’ υπόδειξη και υπό τις διευκρινίσεις και τις οδηγίες της προς τούτο αρμόδιας ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής (Eurostat), ύστερα από τις επιφυλάξεις της τελευταίας εφ’ όλων των προηγηθεισών γνωστοποιήσεων Δ.Υ.Ε. (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων, οι οποίοι, όμως, στο σημείο αυτό, όχι μόνο δεν αντικρούστηκαν, αλλά εμμέσως πλην σαφώς επιβεβαιώθηκαν και από τους μάρτυρες της κατηγορίας, βλ. ενδ. καταθέσεις Ν. Σ. και Υπόμνημα των Ζ. Γ. και Ν. Λ. στον 8ο Ειδικό Ανακριτή, με το οποίο χαρακτηριστικά αποδίδεται στους κατηγορουμένους "τυφλή αποδοχή της πρότασης της Κομισιόν και της Eurostat", ως προς το ζήτημα της "αναδρομικής επιβάρυνσης" του δημόσιου χρέους με το ... ... της ... του έτους 2001), ουδόλως πιθανολογείται (υπό την έννοια των επαρκών ενδείξεων) ότι είχαν υποκειμενικά την επιδίωξη (άμεσο δόλο α’ βαθμού-υπερχειλή δόλο, βλ. και άρθρο 27 παρ. 2 εδ. β’ του Π.Κ.) πρόκλησης περιουσιακής βλάβης του Δημοσίου, αλλά αντίθετα ότι εμφορούνταν υποκειμενικά από την βούληση συνεργασίας με την ως άνω ευρωπαϊκή στατιστική αρχή (ως αποκλειστικά αρμόδια για την παροχή οδηγιών, διευκρινίσεων και υποδείξεων επί των σχετικών ζητημάτων), με επιδίωξη την κατάρτιση ενός πιο ορθολογικού (σε σχέση με τους προηγηθέντες) υπολογισμού του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος, στο πλαίσιο της προσπάθειας αποκατάστασης της αξιοπιστίας των ελληνικών στατιστικών, όπως, άλλωστε, προκύπτει με σαφήνεια από την επισκόπηση του περιεχομένου των πρακτικών των γενόμενων τεσσάρων (4) συνεδριάσεων του Δ.Σ. της ΕΛ.ΣΤΑΤ., από το οποίο ενισχύεται αποφασιστικά ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου (Α. Γ.) για τους λόγους που τον ώθησαν στη μη σύγκληση του συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σε περαιτέρω συνεδριάσεις (σε αντίθεση με την σκοπιμότητα που προσδίδουν οι μάρτυρες κατηγορίας στην παράλειψή του αυτή), αλλά και από τις ληφθείσες στα στάδια της προκαταρκτικής εξέτασης και της αρχικής κυρίας ανάκρισης μαρτυρικές καταθέσεις των Σ. Μ., Γ. Σ. και Α. Φ., επίσης μελών του τότε συλλογικού οργάνου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Άλλωστε, τέτοιον εγκληματικό σκοπό (πρόκλησης περιουσιακής βλάβης του Δημοσίου) δεν προσάπτουν στους κατηγορουμένους ούτε οι προαναφερθέντες μάρτυρες της κατηγορίας (μάλιστα, η Ζ. Γ. κάνει χαρακτηριστικά λόγο για "εγκληματική αμέλεια"), οι οποίοι, παρότι μη νομικοί και, ως εκ τούτου, μη κατέχοντες τη νομική έννοια της υπαιτιότητας (ως ειδικότερου στοιχείου του καταλογισμού) και τις διαβαθμίσεις της, ως προς την έννοια και τα είδη της αμέλειας, τη διαφορά της με το δόλο, καθώς και τις ειδοποιούς διαφορές των μορφών του δόλου, εν τούτοις, κατά το κοινό γλωσσικό αισθητήριο, κρίνεται με ασφάλεια ότι σαφώς εννοούν (τουλάχιστον) τη μη συνδρομή του ως άνω εγκληματικού σκοπού πρόκλησης βλάβης στα πρόσωπα των κατηγορουμένων. Με βάση τα προαναφερόμενα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, για το οποίο θα γίνει λόγος και κατωτέρω, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων Α. Γ., Κ. Μ. και Α. Ξ. δεν στοιχειοθετεί, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου, υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος, κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 παρ. 3-1, 45, 13 στοιχ. α’ και γ’ του Π.Κ. και 1 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του Νόμου 1608/1950, όπως ισχύουν, καθώς και ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον τους για την αποδιδομένη σ’ αυτούς ανωτέρω αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 στοιχ. α’ , 310 παρ. 1 εδ. α’ και 318 του Κ.Π.Δ. "Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 969/2017 προσβαλλόμενο βούλευμά του, ήτοι με το να δεχθεί ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδος για το έτος 2009 δεν είναι πραγματικό περιστατικό (γεγονός), αλλά αξιολογική κρίση που δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος (περιστατικού) της ως άνω ποινικής διατάξεως, δηλαδή του γεγονότος που ανάγεται στο παρελθόν, εξευρίσκεται και αποδεικνύεται με την εφαρμογή των ισχυόντων προς τούτο κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου και μπορεί να αποδειχθεί, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, ως προς τα επιμέρους στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της κακουργηματικής μορφής της ψευδούς βεβαιώσεως, όπως δέχθηκε ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμ. 1331/2016 απόφασή του - σε Συμβούλιο - που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά του ήδη εκδοθέντος επί της αυτής υποθέσεως υπ’ αριθμ. 1149/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των ιδίων κατηγορουμένων για το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, για τον λόγο ότι δεν στοιχειοθετούνταν αντικειμενικά το εν λόγω αδίκημα, αφού η βεβαίωση του ποσού του ελλείμματος της Χώρας δεν αποτελούσε καν βεβαίωση πραγματικού περιστατικού παρά αξιολογική κρίση-υπάρχει πραγματικό γεγονός ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 242 του Π.Κ. όχι μόνον ότι μπορεί να αποτυπωθεί απλώς ως έχει, αλλά και το συμπέρασμα ενός συλλογισμού μπορεί να είναι γεγονός. Ειδικότερα, η λογική συνέπεια από γεγονότα δεν μπορεί να είναι αξιολογικές κρίσεις αλλά πάλι γεγονότα και στην προκειμένη περίπτωση το αποτέλεσμα της στατιστικής μεθόδου με την οποία στην Δ.Υ.Ε. Νοεμβρίου 2010 οι κατηγορούμενοι κατέταξαν τα στατιστικά στοιχεία δεν αποτελούν αξιολογικές κρίσεις, αλλά πραγματικά περιστατικά, αφού με την συγκεκριμένη ταξινόμηση και παράθεση των στοιχείων προδιέγραψαν και το αποτέλεσμα, ήτοι το ύψος του ελλείμματος και του χρέους. Τα συμπεράσματα στα οποία προβαίνει ο υπάλληλος μετά την συλλογή και επεξεργασία γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) είναι και αυτά γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις. Κατά τα ανωτέρω τα βεβαιούμενα στο δημόσιο έγγραφα που απέστειλαν την 10-11-2010 οι κατηγορούμενοι στην EUROSTAT στα πλαίσια της Δ.Υ.Ε. διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος συνιστά πραγματικό γεγονός. Παρά δε το γεγονός ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδος του 2009 είναι πραγματικό περιστατικό (γεγονός) και όχι αξιολογική κρίση, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο υπ’ αριθμ. 1149/2015 βούλευμά του, είναι δεσμευτική και απορρέει από την υπ’ αριθμ. 1331/2016 απόφαση-σε Συμβούλιο-του Αρείου Πάγου, εντούτοις το ανωτέρω Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι το πιο πάνω δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδος για το έτος 2009 δεν είναι πραγματικό περιστατικό (γεγονός), αλλά αξιολογική κρίση που δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος (περιστατικού) της διατάξεως του άρθρου 242 παρ. 3-1 του Π.Κ. (Α.Π. 1331/2016)".
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις ως άνω, κατά πλειοψηφία, παραδοχές του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, όσον αφορά την έννοια "των εννόμων συνεπειών" του εγκλήματος αυτού (άρθρο 242 παρ. 3-1 του Π.Κ.) μη ασχολούμενο με το ψευδές ή μη των πραγματικών περιστατικών (γεγονότων) καθώς και με την υποκειμενική υπόσταση αυτού. Επίσης το βούλευμα αυτό, εκτός από τα αμέσως προαναφερόμενα, δεν έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μην κάνοντας καθόλου χρήση των μαρτυρικών καταθέσεων παρά μόνον επιλεκτικά ορισμένων τμημάτων αυτών (άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ και ε’ του Κ.Π.Δ.). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία, να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων: 1) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...), 2) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...) και 3) Α. Ξ. του Θ., κατοίκου ...), για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου, υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος (άρθρα 13 εδ. α’ , 45, 242 παρ. 3-1, 263Α του Π.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Νόμου 1608/1950) και σύμφωνα με το άρθρο 485 του Κ.Π.Δ. και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 518-519 του Κ.Π.Δ. και παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που ήδη συμμετείχαν στην έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ’ αριθμ. 969/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων: 1) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...), 2) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...) και 3) Α. Ξ. του Θ., κατοίκου ...) για ψευδή βεβαίωση κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που ήδη συμμετείχαν στην έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή