Αριθμός 199/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδότα Τζίφρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1924/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5370/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5370/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίικων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης 509073/500653/2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 1924/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 11-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης 32661/1323/2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με βάση ομαδική σύμβαση ασφάλισης ζωής, να καταβάλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", ως δικαιούχο του ασφαλίσματος, το συνολικό ποσό των 160.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 10-3-2011 μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Στις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 3 του Ν.2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή". Εξάλλου, κατά την παρ.6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστής". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο), ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ' αυτών απαντήσεις - πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν - κατά περίπτωση - αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 720/2007). Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015). Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 1093/2010). Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016). Αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περιστατικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο. Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένου νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Ωστόσο, αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια. Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο: Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 755/2014). Όταν δε εσκεμμένα ο λήπτης της ασφάλισης παραβαίνει την υποχρέωσή του, που απορρέει από την παρ.1 του άρθρου 3 Ν. 2496/1997 παρέχεται το δικαίωμα καταγγελίας στον ασφαλιστή, σύμφωνα με την παρ.6 του ανωτέρω άρθρου 3, που ορίζει ότι "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Οι συνέπειες αυτές, στην περίπτωση της εκ δόλου παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, επέρχονται άσχετα αν η παράβαση αυτή επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (ΑΠ 627/2016, ΑΠ 720/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατ' άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018). Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να αναφέρεται ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση (ΑΠ 1103/2013, ΑΠ 1107/2012, ΑΠ 1176/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές "... Δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε στη … μεταξύ του ενάγοντος, Χ. Λ. και της συζύγου του, Χ. Λ., αφενός και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. ΑΕ" και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αφετέρου, η τελευταία τους χορήγησε στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ποσού 300.000 ευρώ, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών τους που σχετίζονται με το ακίνητο που βρίσκεται επί της οδού ... αρ.12, ..., αποπληρωτέου σε 360 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, για την εξόφληση του οποίου συμφωνήθηκε να ευθύνονται και οι οφειλέτες εις ολόκληρον (άρθρο 14), στην εν λόγω σύμβαση δε υπέγραψαν ως εγγυητές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας και ως πρωτοφειλέτες, οι Α. Λ. και Σ. Λ. (άρθρα 13 και 14). Δυνάμει του άρθρου 5.2 του ως άνω δανειστικού συμβολαίου "Ο δανειολήπτης και ο εγγυητής ενημερώθηκαν ότι η Τράπεζα ασφαλίζει με το υπ' αριθ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο δανειοληπτών ή/ και εγγυητών στεγαστικών δανείων, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, και με ευνοϊκούς όρους στην Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η. Ε.", δανειολήπτες ή και εγγυητές και η ασφάλιση αυτή καλύπτει κινδύνους θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας (Μ.Ο.Α) από ατύχημα ή ασθένεια, όπως περιγράφονται στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι ασφαλιζόμενοι αναλαμβάνουν απέναντι στην Τράπεζα τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή τους στην ως άνω ομαδική ασφάλιση και πιο συγκεκριμένα: 1. Σε περίπτωση που οποιοσδήποτε εκ των υπόχρεων (είτε πρωτοφειλέτης είτε εγγυητής) υπαχθεί κατόπιν αιτήσεώς του και αποδοχής της ασφαλιστικής εταιρείας στο ομαδικό ασφαλιστήριο, που έχει συνάψει η Τράπεζα με την Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η. Ε." για τον κίνδυνο θανάτου και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, ο οφειλέτης (ή/και ο εγγυητής) είναι υποχρεωμένος να πληρώνει τα ασφάλιστρα που του αναλογούν υπολογισμένα επί του κάθε φορά άληκτου κεφαλαίου του δανείου, συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων επιβαρύνσεων (π.χ. ΦΚΕ, χαρτόσημο). Τα ασφάλιστρα αυτά θα καταβάλλονται ταυτόχρονα με την καταβολή κάθε δόσης αποπληρωμής του δανείου. ...... 3. Ο οφειλέτης (ή/και ο εγγυητής) ορίζει ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την Τράπεζα....". Σε εκτέλεση του προαναφερομένου όρου της σύμβασης και καθ' υπόδειξη της πιστοδότριας Τράπεζας, ο ενάγων προέβη σε ασφάλιση ζωής κατά του κινδύνου θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ή μόνιμης ολικής ανικανότητας λόγω ασθένειας ή ατυχήματος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και νυν εκκαλούσα για ασφαλιζόμενο ποσό δανείου 200.000 ευρώ και με ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης την 7-9-2005, ημερομηνία κατά την οποία υπέγραψε την υπ' αριθμ. ... αίτηση συμμετοχής στο υπ' αριθ. .../... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης (ασφάλισης ζωής δανειοληπτών και εγγυητών στεγαστικών δανείων), το οποίο είχε προηγουμένως καταρτιστεί μεταξύ της δανείστριας Τράπεζας "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε" και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Στην υπογραφείσα ως άνω από τον ενάγοντα από 7-9-2005 αίτηση συμμετοχής στο ... ομαδικό ασφαλιστήριο, πλέον των άλλων, υπήρχε στο υπό στοιχείο "4" μέρος αυτής "ερωτηματολόγιο υγείας" με τις εξής ερωτήσεις "1) Πάσχετε, έχετε υποστεί, νοσηλευτήκατε ή νοσηλεύεστε για: Ζαχαρώδη Διαβήτη, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Έμφραγμα Μυοκαρδίου, Εγχείρηση By-Pass, Εγκεφαλικό Επεισόδιο, Καρκίνο, Κακοήθεις Αιματολογικές Παθήσεις.... 2) Έχετε κάποιο Φυσικό Ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα ή ασθένεια που σας άφησε κάποια αναπηρία;". Ο ενάγων και στις δυο αυτές ερωτήσεις απάντησε αρνητικά και έγινε δεκτός στην ασφάλιση με τις καλύψεις της κατηγορίας "Πρώτη" του ασφαλιστηρίου (ασφάλιση ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας). Σύμφωνα με το ως άνω ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τους όρους της σχετικής με αυτό αίτησης συμμετοχής του ενάγοντος, η οποία (αίτηση) έγινε αποδεκτή την ίδια ημέρα (7-9-2005) από την εναγομένη: α) ως ολική ανικανότητα θεωρείται η ανικανότητα που καθιστά τον ασφαλιζόμενο ανίκανο σε ποσοστό τουλάχιστον 67% να εκτελέσει οποιαδήποτε εξαρτημένη ή όχι επικερδή εργασία ή απασχόληση, ως μόνιμη θεωρείται η "ολική ανικανότητα" που διαρκεί για το υπόλοιπο της ζωής (ισόβια) του ασφαλιζόμενου [άρθρο 5 του τρίτου μέρους της ασφαλιστικής σύμβασης, στοιχείο "5" της από 7-9-2005 αίτησης και βεβαίωσης συμμετοχής στο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης], β) "ασθένεια" θεωρείται κάθε σωματική ή πνευματική βλάβη ή διαταραχή της υγείας του ασφαλιζόμενου, ανεξάρτητη της θέλησης αυτού, η οποία απαιτεί ιατρική περίθαλψη και θεραπεία [άρθρο 15 του δεύτερου μέρους της ασφαλιστικής σύμβασης], γ) σε περίπτωση ολικής ανικανότητας του ασφαλισμένου εξαιτίας ατυχήματος ή ασθένειας που συνέβη μετά την έναρξη της ασφάλισής του και αν μέσα σε δεκαπέντε (15) μήνες από την ημερομηνία που η ολική ανικανότητά του αποδειχθεί μόνιμη, προσκομίσει δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτει ότι η μόνιμη ανικανότητά του συνεχίζεται για δώδεκα (12) τουλάχιστον μήνες, η εναγομένη θα καταβάλει στην Ε. Τ. το ασφαλιζόμενο ποσό μόνιμης ολικής ανικανότητας, όπως καθορίζεται στον πίνακα καλύψεων [άρθρο 2 του τρίτου μέρους της ασφαλιστικής σύμβασης και στοιχείο "5" παρ.2 της αίτησης] και δ) ανέκκλητος δικαιούχος για την είσπραξη του ποσού της ασφάλισης, ορίστηκε αποκλειστικά η δανείστρια Τράπεζα "Ε. Τ. Τ. Ε.", η οποία θα έφερε το ποσό αυτό σε πίστωση του λογαριασμού του ληφθέντος από τον ενάγοντα δανείου, ενώ συμφωνήθηκε ρητά ότι αποκλείεται η εκχώρηση της ασφάλισης αυτής [άρθρα 3 και 7 του δεύτερου μέρους της ασφαλιστικής σύμβασης]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Μάρτιο του έτους 2010 ο ενάγων υπέστη οξύ στεφανιαίο επεισόδιο, στις 9-3-2010 εισήλθε στην ιδιωτική κλινική "E. Κ. Σ.", στη …, με διαγνώσεις στεφανιαία νόσος, αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, και μετά από ενδελεχή διαγνωστικό έλεγχο, στις 10-3-2010, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τετραπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, νοσηλεύτηκε μέχρι τις 17-3-2010, οπότε και εξήλθε με οδηγίες [βλ.το από 10-2-2011 ενημερωτικό σημείωμα των ιατρών Π. Σ., Ν. Π. (μάρτυρας απόδειξης) και Γ. Τ.]. Ο ενάγων, γεννηθείς στις 24-1-1949, ήτοι 61 ετών κατά τον άνω χρόνο, ήταν ασφαλισμένος με κύριο ασφαλιστικό ταμείο το ΙΚΑ, και στις 6-7-2010 εξετάστηκε από την Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Ν. … ν.3528/2007, βρέθηκε ότι πάσχει από στεφανιαία νόσο και νόσο 3 αγγείων για την οποία υποβλήθηκε σε εγχείρηση επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (4πλη αορτοστεφανιαία παράκαμψη) - αντιδραστική κατάθλιψη, και κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του είναι πάνω από 67%, η γνωμάτευση αυτή δε δόθηκε για χρήση στο Δημόσιο για δύο χρόνια [βλ. απόσπασμα της υπ' αριθ. ... συνεδρίασης της ως άνω επιτροπής]. Μετά ταύτα ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το πρόβλημα υγείας του, την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και απέστειλε, μετά από αίτημά της, όλα τα έγγραφα που κατείχε, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο του ατομικού βιβλιαρίου υγείας του ΙΚΑ. Σε επικοινωνία του στη συνέχεια με τους υπαλλήλους της εναγομένης, οι τελευταίοι του δήλωναν ότι είναι ενδεχόμενο να μην καταβάλουν το ασφάλισμα, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, διαπίστωναν ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης (7-9-005) έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, προς αντίκρουση δε αυτών των ισχυρισμών ο ενάγων τους απέστειλε την από 12-10-2010 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού του, Ε. Μ., στην οποία αναφερόταν ότι εκείνος διαγνώστηκε ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από τον Οκτώβριο του 2006 [βλ. αυτή προσκομιζόμενη με επίκληση]. Πλην όμως η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα, στις 13-12-2010, την από 6-12-2010 καταγγελία - ακύρωση της ασφάλισής του στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από τον έλεγχο των εγγράφων που της απέστειλε προκειμένου να αποζημιωθεί, διαπίστωσαν ότι κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας της αίτησης συμμετοχής δεν δήλωσε ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, τα οποία του ήταν γνωστά και ότι, κατόπιν τούτου, τον ενημερώνουν ότι προβαίνουν στην καταγγελία - ακύρωση της ασφάλισής του στο ως άνω συμβόλαιο από ενάρξεως, επιπλέον δε απέστειλε και την από 6-12-2010 επιστολή προς τη δανείστρια "Ε. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα προβεί στην καταβολή, καθόσον ο ασφαλισμένος (ενάγων), στην αίτηση ασφάλισής του, στις 7-9-2005, είχε απαντήσει αρνητικά στα δύο ερωτήματα, αλλά από τον έλεγχο του ιατρικού του ιστορικού προκύπτει ότι εάν είχε δηλώσει την πραγματική κατάσταση της υγείας του, δεν θα είχε ασφαλιστεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα δυο ως άνω έγγραφα η εναγομένη δεν αναφέρει συγκεκριμένα αν κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ενάγων έπασχε από κάποια από τις αναφερόμενες στο ερωτηματολόγιο υγείας της αίτησης συμμετοχής παθήσεις, οι οποίες μόνες είχαν χαρακτηριστεί ως ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Σε απάντηση των ενεργειών της εναγομένης, ο ενάγων της απέστειλε, στις 13-1-2011, την από 11-1-2011 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία αντέκρουε τις αιτιάσεις της εναγομένης, δηλώνοντας ότι τα στοιχεία κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας ήταν αληθή, ότι η καταγγελία - ακύρωση της ασφάλισης είναι άκυρη, ότι το εμφανισθέν πρόβλημα υγείας του (οξύ στεφανιαίο επεισόδιο που αντιμετωπίστηκε χειρουργικά) συνιστά επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (μόνιμη ολική ανικανότητα) και την καλούσε να καταβάλει το ασφάλισμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συγκεκριμενοποιεί το λόγο για τον οποίο κατήγγειλε τη σύμβαση ασφάλισης και ειδικότερα διατείνεται ότι κατά το χρόνο υποβολής του ερωτηματολογίου υγείας για την υπαγωγή στην ομαδική ασφάλιση, ήτοι την 7-9-2005, ο ενάγων έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, τον οποίο γνώριζε και δολίως απέκρυψε, ότι εκείνος έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 από το έτος 1998, όπως τούτο, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυπτε από το βιβλιάριο υγείας του, το ενημερωτικό σημείωμα της κλινικής "E. Κ. Σ." και την προσκομιζόμενη από την ίδια από 20-7-2010 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού καρδιολόγου, Δ. Ζ., στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Σχετικά με την περίπτωση του ασφαλισμένου Χ. Λ., ο οποίος ασφαλίστηκε στις 7-9-2005, μου ανατέθηκε από την Ε. Α. να εξετάσω το φάκελο και να αξιολογήσω τα ιατρικά έγγραφα. Αφού μελέτησα το φάκελο, έχω να αναφέρω τα εξής: Σύμφωνα με τις εγγραφές που υπάρχουν στο βιβλιάριο ασθενείας ο ασφαλισμένος στις 2/10/2001 είχε σάκχαρο νηστείας 123, στις 25/8/2004 είχε σάκχαρο νηστείας 125 και στις 23/10/2006 τέθηκε σε αντιδιαβητική αγωγή. Οι παραπάνω τιμές είναι αναμφισβήτητα παθολογικές και δείχνουν ήπια διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης (λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης)". Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια πολυπαραγοντική διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών, σαν κύριο χαρακτηριστικό του είναι η χρόνια υπεργλυκαιμία, που οφείλεται στην έλλειψη ή και στην ανεπαρκή δράση της ινσουλίνης, υπάρχουν δε τρεις κύριοι τύποι σακχαρώδους διαβήτη: ο διαβήτης τύπου 1, ο διαβήτης τύπου 2 και ο διαβήτης της κύησης. Η διάγνωση του διαβήτη μπορεί να γίνει και με μια απλή μέτρηση του σακχάρου νηστείας στο πλάσμα παιδιών και ενηλίκων, φυσιολογικό δε θεωρείται το σάκχαρο νηστείας όταν είναι μικρότερο των 110 mg/dl. Εξάλλου τα κριτήρια για τη διάγνωση του διαβήτη, σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) είναι: 1. γλυκόζη πλάσματος νηστείας μεγαλύτερη των 126 mg/dl, 2. κλασικά συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (πολυουρία, πολυδιψία και ανεξήγητη απώλεια βάρους) με τιμή τυχαίας μέτρησης της γλυκόζης μεγαλύτερη των 200 mg/dl και 3. τιμή σακχάρου πλάσματος στις 2 ώρες μεγαλύτερη των 200 mg/dl κατά τη διαδικασία ανοχής γλυκόζης [βλ.προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ιατρικά άρθρα]. Για να χαρακτηριστεί, λοιπόν, κάποιος ότι έχει (πάσχει από) σακχαρώδη διαβήτη, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), αλλά και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Μελέτης του Σακχαρώδη Διαβήτη (EASD), την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA) και την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (ΕΔΕ) θα πρέπει το σάκχαρο νηστείας να είναι μεγαλύτερο από 126 mg/dl [βλ. και την από 7-4-2011 βεβαίωση του ιατρού - παθολόγου - διαβητολόγου Εμμανουήλ Πάγκαλου].
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα βιβλιάρια υγείας αυτού, προ του κρίσιμου χρόνου και μετά από αυτόν σε παρακλινικές εξετάσεις που είχε προβεί έχουν καταγραφεί τα εξής: "24/11/98 Σάκχαρο αίμ.98, χοληστερίνη 195, τριγλυκερίδια 140, Γεν.ούρων κ.φ., 26/7/00 Σάκχαρο 101, Κρεατινίνη 1,03, ουρικό οξύ 4,7, χοληστερίνη 215, τριγλυκερίδια 180, 12/10/01 Σάκχαρο 123, Κρεατινίνη 0,82, χοληστερίνη 214, τριγλυκερίδια 225, ουρικό οξύ 4,9, 2/8/04 Σάκχαρο 125, Κρεατινίνη 1,25, χοληστερίνη 186, τριγλυκερίδια 162, HDL 34, LDL 120, 23/10/2006 Clucophage, ταινίες μέτρησης σακχάρου, 28/9/007 Σάκχαρο 126, Κρεατινίνη 1,30, χοληστερίνη 193, τριγλυκερίδια 145, HDL 47, LDL 117, 11/11/2008 Σάκχαρο 123, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbAlc 6,9, 3-6-2009 Σάκχαρο 158, HbAlc 8,7, παθ.καμπύλη σακχάρου, Μάρτιος 2010 χειρουργική επέμβαση στην καρδιά και έναρξη θεραπείας για σακχαρώδη διαβήτη". Εκ των ανωτέρω προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι για πρώτη φορά διαπιστώνεται στον ενάγοντα οριακή τιμή σακχάρου τον Οκτώβριο του έτους 2006, οπότε του χορηγείται το αντιδιαβητικό φαρμακευτικό σκεύασμα Clucophage, όπως συνηθίζεται να δίδεται και ως προληπτική αγωγή σε οριακές τιμές σακχάρου, το ίδιο δε, οριακή τιμή σακχάρου, καταγράφεται και τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 (126 mg/dl). Διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη στον ενάγοντα, εργαστηριακώς βεβαιωμένος, γίνεται τον Ιούνιο του έτους 2009 (τιμή σακχάρου 158 mg/dl), κατά την εισαγωγή του δε στην προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική στις 9-3-2010 αναφέρεται ως διάγνωση, μεταξύ άλλων, σακχαρώδης διαβήτης, οπότε μετά την χειρουργική επέμβαση στην καρδιά ξεκινά η θεραπεία του για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης) με τη χορήγηση αντιδιαβητικής αγωγής με δισκία Clucophage και Soloza. Από όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι για να χαρακτηριστεί κάποιος ότι έχει σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει το σάκχαρο νηστείας να είναι μεγαλύτερο από 126 mg/dl, ο ενάγων κατά το κρίσιμο χρόνο της υπογραφής της αίτησης συμμετοχής του στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης (7-9-2005), η οποία έγινε αυθημερόν δεκτή από την εναγομένη, ουδόλως έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, καθόσον από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, ενώ και οι μετρήσεις που φαίνονται στο βιβλιάριο υγείας του πριν τον Οκτώβριο του 2006 δεν στοιχειοθετούν τη διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν και οι δυο εξειδικευμένοι ιατροί και δη ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ Παθολογίας - Διαβητολογίας Δ. Κ. και ο ιατρός παθολόγος - διαβητολόγος Εμμανουήλ Πάγκαλος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος, ο πρώτος εκ των ανωτέρω, Δ. Κ., αναφέρει ως συμπέρασμα ότι ".... Δεδομένου ότι για τη διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 απαιτείται διαπίστωση σακχάρου άνω των 126 mg/dl, τέτοιες τιμές σακχάρου υπάρχουν καταγεγραμμένες από τον Σεπτέμβριο του 2007, όταν υπήρχε η οριακή τιμή των 126 mg/dl. Επίσης, υπάρχει συνταγή για Clucophage από τον Οκτώβριο του 2006, όπως συνηθίζεται να δίδεται και ως προληπτική αγωγή σε οριακές τιμές σακχάρου. Επομένως από τα παραπάνω συνάγεται ότι διάγνωση διαβήτη εργαστηριακώς βεβαιωμένος υπάρχει από τον Ιούνιο του 2009 ενώ η προληπτική αγωγή δόθηκε από τον Οκτώβριο του 2006..." [βλ. την από 1-4-2011 προσκομιζόμενη με επίκληση ιατρική γνωμάτευση του άνω ιατρού], και ο δεύτερος ως άνω ιατρός αναφέρει ότι "...Οι μετρήσεις που φαίνονται στο βιβλιάριο πριν τον Οκτώβριο του έτους 2006 δεν στοιχειοθετούν τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη, δεδομένου ότι σύμφωνα .... για να χαρακτηριστεί κάποιος ότι έχει Σακχαρώδη Διαβήτη θα πρέπει το σάκχαρο νηστείας να είναι μεγαλύτερο από 126 mg/dl. Κατόπιν τούτου θεωρώ ότι ο κος Λ. δεν είχε βεβαιωμένο Σακχαρώδη Διαβήτη το 2005 όταν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιό του", [βλ. την από 7-4-2011 βεβαίωση του ιδίου ιατρού]. Επιπρόσθετα, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας απόδειξης, Ν. Π., ιατρός καρδιοχειρουργός, που είναι ένας εκ των ιατρών που συμμετείχε στην εγχείρηση καρδιάς (τετραπλό bypass) του ενάγοντος, σε περίπτωση που κάποιος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη μπαίνει σε ένα πρωτόκολλο και παρακολουθείται από ιατρείο διαβήτη, όπως οφθαλμίατρο, νεφρολόγο, καρδιολόγο, και επίσης καθημερινά προβαίνει σε μετρήσεις σακχάρου με διάφορα στικ, ταινίες μέτρησης κλπ, γεγονός που ουδόλως συνέβαινε με τον ενάγοντα τουλάχιστον έως και τα τέλη περίπου του έτους 2006. Άλλωστε και ο ιατρός καρδιολόγος Δ. Ζ., στον οποίο ανατέθηκε από την εναγομένη η εξέταση του φακέλου του ενάγοντος, ουδόλως αναφέρει ότι ο ενάγων κατά τον κρίσιμο χρόνο έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, αλλά περιορίζεται στην εκτίμηση ότι οι τιμές του σακχάρου του είναι παθολογικές και δείχνουν ήπια διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης (λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης). Όπως εκτέθηκε, οι δυο ερωτήσεις του ερωτηματολογίου υγείας, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ. ... αίτηση συμμετοχής στο ... συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, για τον έλεγχο ασφαλισιμότητας, είναι συγκεκριμένα: "Ι.Πάσχετε, έχετε υποστεί, νοσηλευτήκατε ή νοσηλεύεστε για: Ζαχαρώδη Διαβήτη..... 2) Έχετε κάποιο Φυσικό Ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα ή ασθένεια που σας άφησε κάποια αναπηρία;". Επίσης στο άρθρο 5 του πρώτου μέρους του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης με τον τίτλο "έλεγχος ασφαλισιμότητας", αναφέρεται ότι για να δικαιούται ένα πρόσωπο να ασφαλιστεί στο ασφαλιστήριο αυτό θα πρέπει να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο υγείας δανειολήπτη ή εγγυητή με τις δυο ερωτήσεις (με το ίδιο περιεχόμενο όπως αυτές παρατίθενται και στην αίτηση συμμετοχής), και σε περίπτωση θετικής απάντησης στα ανωτέρω ερωτήματα (1 και 2) ή και μόνο στο 1 ερώτημα, ο δανειολήπτης δεν θα γίνεται δεκτός στην ασφάλιση, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης και στα δυο ερωτήματα (1 και 2) θα ασφαλίζεται με τις καλύψεις της Κατηγορίας "Πρώτη" (ασφάλιση ζωής και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, όπως εν προκειμένω), σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο 1 ερώτημα και θετικής στο 2 ερώτημα, θα ασφαλίζεται με τις καλύψεις της Κατηγορίας "Δεύτερη". Τόσο στην αίτηση συμμετοχής όσο και στο εν λόγω ομαδικό ασφαλιστήριο ουδέν άλλο αναφέρεται ως ουσιώδες στοιχείο για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, ενώ ως "ασθένεια" στο ασφαλιστήριο θεωρείται διαταραχή της υγείας του ασφαλισμένου, που απαιτεί ιατρική περίθαλψη και θεραπεία. Με βάση, λοιπόν, το σύνολο των προσκομιζόμενων με επίκληση και αναφερομένων παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, αποδεικνύεται ότι η παροχή πληροφοριών από τον ενάγοντα για τον έλεγχο της ασφαλισιμότητάς του κατά τη συμπλήρωση της από 7-9-2005 αίτησης συμμετοχής στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ήταν αληθής, καθόσον δεν έπασχε, ούτε είχε νοσήσει λόγω σακχαρώδους διαβήτη και δεν είχε νοσηλευτεί για την αιτία αυτή. Ο ισχυρισμός, επομένως, της εναγομένης ότι ο ενάγων από το έτος 1998, δηλαδή επτά έτη πριν συναφθεί η σύμβαση ασφάλισης, έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, με βάση και τις καταγεγραμμένες τιμές στο βιβλιάριο υγείας του, γεγονός που γνώριζε και δολίως απέκρυψε, είναι αβάσιμος. Ανεξάρτητα, όμως, των ως άνω δύο ερωτήσεων του ερωτηματολογίου υγείας για τον έλεγχο ασφαλισιμότητάς του, που διατυπώνονται με σαφήνεια και επί των οποίων απήντησε ο ενάγων, σχετικά με όσα η εναγομένη και νυν εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία αναφέρει περί προδιαβήτη και λανθάνοντος σακχαρώδη διαβήτη, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι είχε τεθεί σε γνώση του ενάγοντος ο όρος προδιαβήτης ή λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης, κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται σε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό ή στο βιβλιάριο υγείας του, ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι ο ίδιος γνώριζε για το ενδεχόμενο αυτό, ενώ οι παρακλινικές εξετάσεις στις οποίες κατά καιρούς και πριν τον κρίσιμο χρόνο είχε υποβληθεί δεν προκύπτει ότι αφορούσαν την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης πάθησης πολύ περισσότερο δε ότι αυτές αφορούσαν τον έλεγχο προδιαβήτη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στην τελευταία περίπτωση τον έλεγχο δηλαδή του σακχάρου του, εφόσον υπήρχε υπόνοια του ενάγοντος ή του ιατρού του που συνταγογραφούσε τις εξετάσεις, για προδιάθεση του οργανισμού του προς σακχαρώδη διαβήτη ή ύπαρξη αυτού σε λανθάνουσα κατάσταση, οπωσδήποτε θα είχε παραπεμφθεί από τον ιατρό του να πραγματοποιήσει και τις άνευ άλλου τινός εξετάσεις που γίνονται σ' αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα με τα ιατρικά πρωτόκολλα από όλους τους ιατρούς, και δη τεστ ανοχής στη γλυκόζη, καμπύλη σακχάρου, γλυκοζυλιομένη αιμοσφαιρίνη, οφθαλμολογικός έλεγχος, έλεγχος νεφρικής λειτουργίας, κλπ, όπως καταθέτει σχετικά και ο μάρτυρας απόδειξης. Προς τούτο μάλιστα πρέπει χαρακτηριστικά να σημειωθεί ότι, όταν το έτος 2007 καταμετρήθηκε η οριακή τιμή σακχάρου 126 mg/dl, ο ενάγων προέβη σε τέτοιες εξετάσεις. Ως εκ τούτου ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παραβίασε την υποχρέωση, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997 και που συνίσταται στην ακριβή δήλωση προς την ασφαλιστική εταιρία κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Επομένως, η ανωτέρω συμπεριφορά του ασφαλισμένου δεν δικαιολογεί την από μέρους της εκκαλούσας - εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης και δεν συντρέχει νόμιμος λόγος απαλλαγής της τελευταίας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος (υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού δανείου) προς την δανείστρια Τράπεζα.
Συνεπώς, η ένσταση του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, που νομότυπα η εναγόμενη προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με λόγο έφεσης, με την οποία διατείνεται ότι η πάθηση (σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2) του εφεσίβλητου - ενάγοντος είναι προγενέστερη της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης και ότι ο ενάγων δολίως την απέκρυψε κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου υγείας για τον έλεγχο της ασφαλισιμότητάς του και ως εκ τούτου απαλλάσσεται από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα ίδια που έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενη ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 3 παρ.6 του Ν. 2496/1997, δια της μη εφαρμογής της, ενώ ήταν εφαρμοστέα, για την κρίση περί συνδρομής όλων των προϋποθέσεων σύναψης έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης, καθόσον το Εφετείο αρκέστηκε στην αρνητική απάντηση από τον αναιρεσίβλητο στο συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, σε σχέση με το σύνδρομο του σακχαρώδους διαβήτη και δεν αποφάνθηκε για τη συνδρομή ή μη και της δεύτερης, σωρευτικής, προϋπόθεσης, που τάσσει η διάταξη της παρ.6 του άρθρου 3 Ν. 2496/1997. Οι πιο πάνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως και ειδικότερα οι ουσιαστικές κρίσεις αυτής ότι κατά τον επίδικο χρόνο κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης (7-9-2005) ο αναιρεσίβλητος ουδόλως έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και ότι, έτσι, είναι αβάσιμη η ένσταση του άρθρου 3 του ν.2496/1997, την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ότι δηλαδή η πάθηση του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου (σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2) είναι προγενέστερη της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης και ότι ο ενάγων δολίως την απέκρυψε κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου υγείας για τον έλεγχο της ασφαλισιμότητάς του και ως εκ τούτου απαλλάσσεται από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, δεν καθιστούν (οι παραδοχές αυτές) εφαρμοστέα την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 Ν.2496/1997, για δόλια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ.1 του ιδίου άρθρου, όπως η παρ.6 εκτέθηκε, κατά περιεχόμενο, στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1 παρ.6 του ν.2496/1997. Ειδικότερα, διατείνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντί βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να προβεί στην ορθή ερμηνεία για την εφαρμογή της αμέσως παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, που απαιτεί την προηγούμενη γνώση του ασφαλιστή για κάθε περιστατικό ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου που αφορά την υγεία του λήπτη της ασφάλισης, αντιθέτως βάσισε την κρίση της μονομερώς και αποκλειστικά στην υποτιθέμενη τήρηση από τον αναιρεσίβλητο μόνο της δεύτερης επιταγής της διάταξης του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, ήτοι της απάντησης στο ερωτηματολόγιο και αγνόησε την παράλειψη της δήλωσης από τον αναιρεσίβλητο γεγονότος αντικειμενικά ουσιώδους για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος ένεκα της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα ουδόλως αναφέρει ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παράβαση.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, καταλογίζοντας την πλημμέλεια στέρησης της νόμιμης βάσης της. Ειδικότερα διατείνεται ότι η απόφαση του Εφετείου διέλαβε ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, αν κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης (7-9-2005) ο αναιρεσίβλητος έπασχε ή όχι από σακχαρώδη διαβήτη. Στις προεκτεθείσες πραγματικές της παραδοχές, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση και με τις ειδικότερες ουσιαστικές κρίσεις της, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα, διέλαβε ότι: α) για να χαρακτηριστεί κάποιος ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει το σάκχαρο νηστείας να είναι μεγαλύτερο από 126 mg/dl, β) ο αναιρεσείων στις 2-10-2001 είχε σάκχαρο νηστείας 123, στις 25-8-2004 είχε σάκχαρο νηστείας 125 και στις 23-10-2006 τέθηκε σε αντιδιαβητική αγωγή, γ) κατά τον κρίσιμο χρόνο της υπογραφής της αίτησης συμμετοχής του στο αριθ. ... συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης (7-9-2005) ουδόλως έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, δ) οριακή τιμή σακχάρου 126 mg/dl καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 2007, ενώ διάγνωση διαβήτη, εργαστηριακώς βεβαιωμένου υπάρχει από τον Ιούνιο του έτους 2009, μετά την προληπτική αγωγή που δόθηκε από τον Οκτώβριο του έτους 2006 και ε) ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος παραβίασε την υποχρέωση που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2496/1997, η οποία συνίσταται στην ακριβή δήλωση προς την ασφαλιστική εταιρεία κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και ότι, συνεπώς, ήταν αδικαιολόγητη η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης από την αναιρεσείουσα. Στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 3 παρ.6 του Ν. 2496/1997, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, καθιστώντας, έτσι, εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και μη αποστερώντας την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, βάλει κατά της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαντων ανωτέρω αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). -
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2018 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 5370/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ