Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 842 / 2019    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 842/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... Α.Ε.), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (.... Α.Ε.) και 2)Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σάμπαλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 467/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/4/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.04.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 467/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης των από 28.04.2016 και 15.04.2016 εφέσεων των διαδίκων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 86/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε αμφότερες τις εφέσεις και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ. α` του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα συνεργεία, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ` αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι` αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, AΠ 1389/2018, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" συνάγεται ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του Ν.1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο. Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά όμως και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1389/2018). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 ( ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 1389/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον τού Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 966/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την 09.01.2012 ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι είναι υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, η οποία υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στη θέση της αρχικώς εναγομένης ... ΑΕ , με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη σταθμών και υποσταθμών από 23-7-1984. Ότι στις 28-4-2011 κατά την διάρκεια της εργασίας του συνέβη εργατικό ατύχημα, κάτω από τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέροται στην αγωγή, από υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, χειριστή γερανού, υπαλλήλου- προστηθέντος της πρώτης εναγομένης, εξαιτίας του οποίου προκλήθηκε σοβαρός τραυματισμός του (σημειώνεται ότι όσον αφορά τον τρίτο αρχικά εναγόμενο, ο ενάγων με δήλωσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής). Ενόψει αυτών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 22.432,37 Ευρώ και το ποσό των 1.000.000 ευρώ , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη (αφαιρουμένου του ποσού των 40 Ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να παραστεί ως πολιτική αγωγή στα ποινικά Δικαστήρια). Επι της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 86/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους δύο πρώτους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 84.275,46 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί των ασκηθεισών από τα διάδικα μέρη εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε αυτές. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακολουθα: " Ο ενάγων τυγχάνει υπάλληλος της πρώτης αρχικά εναγομένης ... ΑΕ, στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος η πρώτη εναγομένη ... ΑΕ και εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη σταθμών και υποσταθμών (Τ4/Β) από 23-07-1984. Στις 28-4-011 κλιμάκιο της Υπηρεσιακής Μονάδας της ... (στην οποία ανήκει ο παθών), αποτελούμενο από τον ενάγοντα, τον τρίτο εναγόμενο και έτερο μη διάδικο τον Μ. Α., με επικεφαλής τον τρίτο εναγόμενο, μετέβη στον Υ/Σ ... - ..., προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες αφύγρανσης ελαίου μετασχηματιστή. Για την εργασία αυτή υπάρχει ειδικός εξοπλισμός με την ονομασία φίλτρο αφύγρανσης ελαίου. Παράλληλα, ο επικεφαλής του κλιμακίου είχε επικοινωνήσει με την Υπηρεσιακή Μονάδα ….ν (Γραφείο κίνησης ΡΟΥΦ) και είχε συμφωνηθεί να μεταβεί στον Υ/Σ …. υπηρεσιακό όχημα της ..., εφοδιασμένο με πτυσσόμενο γερανό, με σκοπό την μεταφορά του φίλτρου ελαίου από την …. στον Σταθμό της …. Περί ώρα 11.00 π.μ. , έφθασε στο χώρο του Υ/Σ ... το με αριθ. κυκλοφορίας ...15 υπηρεσιακό όχημα της ..., με οδηγό τον δεύτερο εναγόμενο, κάτοχο άδειας χειριστή για μηχανήματα Γ ομάδας (γερανοφόρα οχήματα) και Τάξης Α'. Στην προσπάθεια να φορτωθεί το φίλτρο ελαίου στην καρότσα του υπηρεσιακού οχήματος χρησιμοποιήθηκε ο πτυσσόμενος γερανός που έφερε το ίδιο το υπηρεσιακό όχημα, πλην όμως, αυτό δεν κατέστη δυνατό διότι η ανυψωτική ικανότητα του γερανού δεν ήταν ικανή να σηκώσει το βάρος του φίλτρου (περίπου 2,5 - 3,0 τόνους). Μετά την διαπίστωση αυτή, ο επικεφαλής του κλιμακίου τρίτος εναγόμενος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με ιδιώτη, κάτοχο γερανοφόρου οχήματος, προκειμένου να μεταβεί ο τελευταίος με το όχημα του στον Υ/Σ ... και να φορτώσει το φίλτρο στο υπηρεσιακό όχημα της .... Από την στιγμή εκείνη, το κλιμάκιο και ο δεύτερος εναγόμενος ήταν σε αναμονή ενώ είχαν αφήσει το φίλτρο ελαίου συνδεδεμένο με την μπίγα του γερανού με τους ιμάντες τεντωμένους και περασμένους στον γάντζο της μπίγας. Το φίλτρο ελαίου ήταν εγκιβωτισμένο σε κλειστό ορθογώνιο μεταλλικό πλαίσιο και τοποθετημένο σε τρέϊλερ, το οποίο έφερε κοτσαδόρο. Το μεταλλικό αυτό πλαίσιο είχε μήκος 2,0 μέτρα πλάτος 1,80 μέτρα, ενώ το ύψος από το έδαφος μέχρι την πάνω επιφάνεια του πλαισίου ήταν περίπου 2,70 μέτρα. Μετά από πολύωρη αναμονή και περί ώρα 16.30 μ.μ. ο τρίτος εναγόμενος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ιδιώτη οπότε και ενημερώθηκε ότι σε λίγο θα έφθανε στον Υ/Σ. Στην συνέχεια, οι εργαζόμενοι βγήκαν από το κτίριο του Υ/Σ και ο Μ. Α. ανέβηκε στην καρότσα του υπηρεσιακού οχήματος, ενώ ο ενάγων με χρήση φορητής κλίμακας ανέβηκε στο επάνω μέρος του μεταλλικού πλαισίου με σκοπό να γίνει αποδέσμευση του γερανού (του υπηρεσιακού οχήματος) από το φίλτρο. Το φίλτρο ελαίου ήταν τοποθετημένο δίπλα ακριβώς από την καρότσα του υπηρεσιακού οχήματος και σε μικρή απόσταση από το χειριστήριο του αναπτυσσόμενου γερανού. Ο δεύτερος εναγόμενος έβαλε σε λειτουργία το όχημα και με το χειριστήριο κατέβασε την μπίγα, ώστε να χαλαρώσουν οι ιμάντες , για να μπορέσει ο παθών να τους αποδεσμεύσει από τον γάντζο της μπίγας, ο οποίος πράγματι τους έβγαλε . Στην συνέχεια, ο δεύτερος εναγόμενος χειριστής προσπάθησε να μαζέψει την μπίγα , χωρίς όμως να βεβαιωθεί ότι δύναται να ενεργήσει τον συγκεκριμένο χειρισμό με ασφάλεια και χωρίς να έχει πλήρη ορατότητα με αποτέλεσμα εξαιτίας εσφαλμένου χειρισμού του η μπίγα να έρθει σε επαφή με το σώμα του παθόντος (δεξιά πλευρά αυτού) . Αποτέλεσμα της επαφής ήταν ο ενάγων να χάσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος, και να τραυματιστεί βαρύτατα στο κεφάλι και στην σπονδυλική του στήλη. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ως άνω ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του δεύτερου εναγομένου χειριστή, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός χειριστής, προέβη σε μετακίνηση της μπίγας, με εσφαλμένους χειρισμούς, χωρίς να έχει πλήρη ορατότητα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς εργαζομένους και χωρίς να περιμένει, ως όφειλε , εντολή από τον παθόντα ότι μπορεί να προβεί στην μετακίνηση αυτή , αφού πρώτα θα είχε φύγει από την επικίνδυνη ζώνη - ζώνη κίνησης της μπίγας ή να είχε κατέβει από το επάνω τμήμα του μεταλλικού πλαισίου, μέσα στο οποίο βρισκόταν το φίλτρο ελαίου και είχε χρησιμοποιηθεί ως δάπεδο εργασίας από τον παθόντα (άρθρο 4 παρ. 4,εδάφιο 3.2.4 της παρ. 3.2 του Παραρτήματος 11 του ΠΔ 395/1994 , όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με το ΠΔ 89/99,330 ΑΚ). Η προρρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ιδίως i) στην σαφή και αιτιολογημένη από 13/06.05.2011 Έκθεση Έρευνας συνθηκών εργατικού ατυχήματος των τεχνικών επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας Ν. Δ. και Μ. Π., ii) στην προανακριτική κατάθεση από 28-4-2011 του αυτόπτη υπαλλήλου Α. Μ. και iii) στην από 28-4-2011 αναγγελία του ατυχήματος από τον Ι. Α., Τομεάρχη, προς την Επιθεώρηση Εργασίας και την Αστυνομική Διεύθυνση στην οποία γίνεται λόγος για λάθος χειρισμό από τον χειριστή, χωρίς να αποδίδεται οιανδήποτε άλλη αμέλεια στον παθόντα. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι οι εναγόμενοι διατείνονται ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα τυγχάνει και ο παθών, αφενός διότι πραγματοποίησε την συγκεκριμένη εργασία με τον προαναφερόμενο επικίνδυνο τρόπο, χωρίς να έχει τέτοια εντολή, αφετέρου διότι αδιαφόρησε στην προειδοποίηση του χειριστή του γερανού, να κατέβει από την οροφή του κοντέινερ, παρότι την αντιλήφθηκε. Ωστόσο, οι ως άνω ισχυρισμοί, τους οποίους επαναφέρουν οι εναγόμενοι και ως λόγο έφεσης, ουδόλως αποδείχθηκαν. Αντιθέτως, από το σύνολο του εισφερθέντος στην παρούσα δίκη αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι τόσο ο παθών όσο και ο έτερος υπάλληλος ενήργησαν κατόπιν συγκεκριμένων εντολών. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Π. Μ., Προϊστάμενος του συνεργείου αναφέρει επί λέξει στις εξηγήσεις που έδωσε για το συμβάν "Αφού τελείωσα την συνομιλία μου με τον ιδιοκτήτη του γερανού βγήκα έξω από την αίθουσα και είδα το συνάδελφο Δ. Κ. να έχει ανέβει με σκάλα στην οροφή του φίλτρου διαστάσεων (2,70 X 1,80) και ύψους 2,70 μέτρα και σε συνεργασία με τον χειριστή του γερανού της ... κ. Π. Ι. να λύνει τους ιμάντες από το γάντζο της μπίγας του γερανού", ενώ αν διαπίστωνε ότι ενεργούσε αυθαίρετα, χωρίς εντολή, θα τον είχε ασφαλώς σταματήσει και θα είχε αναφέρει το σφάλμα αυτό του παθόντος στις ως άνω εξηγήσεις. Η ως άνω δε, κατάθεση αναιρεί την ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο υπάλληλος Α. Μ., στις 5-6-2013, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του I. Α., που όψιμα για πρώτη φορά αναφέρουν ότι ο παθών ενήργησε χωρίς εντολή, χωρίς παρά ταύτα να αναφέρουν πως ακριβώς θα έπρεπε να εκτελέσει αυτός την συγκεκριμένη εργασία με βάση τις εντολές που είχε. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο παθών αντιλήφθηκε οιανδήποτε προειδοποίηση του χειριστή ότι θα ενεργήσει ελιγμό του γερανού και παραταύτα παρέμεινε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ενώ ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε οπτική επαφή με τον παθόντα, λόγω του ότι του έκοβε την θέα ο βραχίονας του γερανού, γεγονός το οποίο συνομολογεί και ο ίδιος στην απολογία του , προέβη σε κινητοποίηση του γερανού, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια και χωρίς να αναμένει, ως όφειλε, τις εντολές του παθόντος για αυτό. Μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο ….., και ακολούθως στο ….. Νοσοκομείο ….., όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ευμέγεθες επισκληρίδιο αιμάτωμα κροταφοβρεγματικά (ΔΕ) με σύνοδες φυσαλίδες αέρος και ελαφρά παρεκτόπιση των δομών της μέσης γραμμής, κάταγμα κροταφικού και βρεγματικού οστού (ΔΕ), κάταγμα λιθοειδούς, κάταγμα σφηνοειδούς οστού, με αιμορραγική συλλογή στο σφηνοειδή κόλπο και τις ηθμοειδείς κυψέλες και κάταγμα ζυγωματικού οστού(ΔΕ) χωρίς παρεκτόπιση, μικρή συλλογή στο (ΑΡ) γναθικό άντρο, Κάταγμα του (ΑΡ) πλαγίου του τόξου του Α2, με συνοδό στροφική καθήλωση του Α2 (ΔΕ) και παρεκτόπιση του οδόντα (ΑΡ) της μέσης γραμμής, έντονη οστεοφύτωση της ΑΜΣΣ. Σύμφωνα δε, με την από 28.4.2011 γνωμάτευση του Διευθυντού του ακτινοδιαγνωστικού τμήματος του …..Νοσοκομείου ….. Ι. Π.: "Το κάταγμα του (ΑΡ) πλαγίου του τόξου του Α2 τραυμάτισε τον νωτιαίο μυελό και του προκάλεσε αυχενική μυελοπάθεια .Το αυτό κάταγμα του (ΑΡ) πλαγίου του τόξου του Α2, (ο οποίος ρυθμίζει την κίνηση της κεφαλής) προκάλεσε στροφική καθήλωση του Α2 σπονδύλου (ΔΕ), με συνέπεια την αδυναμία κίνησης της κεφαλής του αριστερά.- Η αιτία που προκάλεσε το κάταγμα του Α-2 σπονδύλου ( η εντονότατη πίεση που δέχθηκε η σπονδυλική του στήλη) προκάλεσε και οπισθοπλάγια κέντρου και αριστερή πρόπτωση του μεσοσπονδύλιου δίσκου στο διάστημα Α5-Α6". Για τις βαρύτατες κακώσεις στο κεφάλι ο ενάγων υποβλήθηκε αμέσως σε χειρουργική επέμβαση - κρανιοτομία και αφαίρεση του αιματώματος και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο στην ΜΕΘ και στην Νευροχειρουργική κλινική από 28-4-2011 έως 9-5-2011. Στην συνέχεια, εισήλθε στις 02.11.2011 στην Κεντρική Κλινική …., προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυχενική μυελοπάθεια, όπου υποβλήθηκε υπό γενική αναισθησία σε δισκεκτομή Α4-Α5 και Α5-Α6 και σπονδυλοδεσία με χρήση μεταλλικών κλωβών πληρουμένων με οστικό μόσχευμα στα διαστήματα Α4-Α5 και Α5- Α6, ενώ τοποθετήθηκαν και πλάκες τιτανίου. Από την ως άνω δε ψυχοτραυματική εμπειρία υπέστη και καταθλιπτική συνδρομή. Εξαιτίας του προαναφερόμενου τραυματισμού του ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 65% δυνάμει της από 14-3-2013 γνωμάτευσης της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του κέντρου πιστοποίησης αναπηρίας ΙΚΑ- ... και ανίκανος για εργασία για το διάστημα από 16-11-2012 έως 30-11-2014, ενώ με την από 18-9-2015 γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας ως άνω υγειονομικής επιτροπής κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 75% και ανίκανος για το επάγγελμά του με ποσοστό ανατομοφυσιολογικής βλάβης σε ποσοστό 67%, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2015 έως 30-7-2018. Κατόπιν τούτων, το αίτημα των εναγομένων περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, το οποίο επαναφέρουν, κρίνεται απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, καθώς το Δικαστήριο από την πληθώρα των ιατρικών πιστοποιητικών και εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον ενάγοντα κατόρθωσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τις συνέπειες του επίδικου ατυχήματος στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος . Ωστόσο, για τον ανωτέρω τραυματισμό του στο κεφάλι ευθύνεται και ο ίδιος ο παθών σε ποσοστό 30%, καθώς προέκυψε ότι δεν έκανε χρήση του προστατευτικού κράνους που του είχε χορηγηθεί, οπότε πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι (άρθρο 300 ΑΚ). Περαιτέρω, εξαιτίας του βαρύτατου τραυματισμού του, προέκυψε ότι ο ενάγων είχε ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου για χρονικό διάστημα 191 ημερών, ήτοι από 05.05.2011 έως 10.11.2011 (οράτε το από 30-4-2011 ιατρικό σημείωμα του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ... Νοσοκομείου ….) και για όλο το 24ωρο, υπηρεσίες τις οποίες κάλυψαν άνευ αμοιβής η σύζυγος και τα τέκνα του ενάγοντος, με μέτρο που υπερέβαινε την από την ηθική επιβαλλόμενη υποχρέωσή τους για φροντίδα και βοήθεια του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, με υπερένταση και εντατικοποίηση των προσπαθειών της, με αντίστοιχο περιορισμό των δικών τους αναγκών και σε βάρος των δικών τους ασχολιών, οπότε ο ενάγων διατηρεί την αξίωση αυτή σε βάρος των υπαίτιων εναγομένων. Το ελάχιστο ημερομίσθιο της αποκλειστικής νοσοκόμου σύμφωνα με την ΚΥΑ 11781/2006 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ανέρχεται σε 29,39 ευρώ ενώ η νυκτερινή απασχόληση προσαυξάνεται κατά 25% ήτοι κατά 7,35 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 38,45 ευρώ, ενώ η εργασία που πραγματοποιείται κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες αμείβεται με προσαύξηση 75% και συνεπώς για την κάλυψη του 24ωρου, το κόστος είναι 95,52 ευρώ για τις καθημερινές και 167,16 ευρώ για Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες. Εκ δε των 191 ανωτέρω ημερών, 161 ήταν καθημερινές, 30 Κυριακές και εξαιρετέες και συνεπώς το συνολικό ποσό για τη δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχεται σε 20.393,52 ευρώ (161 x 95,52 + 167,16 x 30 = 15.378,72 + 5014,80). Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, οπότε δικαιούται το ποσό των 14.275,46 Ευρώ (20.393,52-30%). Τέλος, ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα, της φύσης και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος, του βαθμού υπαιτιότητας των εμπλεκομένων μερών, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ο πρώτος υπέστη ηθική βλάβη, η χρηματική ικανοποίηση της οποίας αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 70.000 Ευρώ. Επομένως, αμφότεροι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας (η πρώτη ανώνυμη εταιρία ως προστήσασα το δεύτερο εναγόμενο υπάλληλό της, ο οποίος τέλεσε την αδικοπραξία), το συνολικό ποσό των 84.275,46 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα και οι περί αντιθέτου λόγοι εφέσεως κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι." Οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου την από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔικ, αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2. 60 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915, δεδομένου ότι όταν έλαβε χώρα το ως άνω αναφερόμενο εργατικό ατύχημα αυτος υπάγονταν στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ι.Κ.Α) και ότι συνεπώς η πρώτη αναρεσείουσα απαλλάσσονταν της υποχρέωσης αποζημιώσεως για δαπάνη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου. Ότι περαιτέρω η προσβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης, αφού στο σκεπτικό της δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες που να αφορούν την απαλλαγή της από το παραπάνω κονδύλιο αποζημιώσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον οι αναιρεσείοντες επικαλούνται μεν με το αναιρετήριο δικόγραφο ότι τα προς θεμελίωση της προσβαλλομένης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεως ως άνω πραγματικά περιστατικά απαλλαγής της πρώτης εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον αυτού (δικαστηρίου της ουσίας) εφέσεως και προτάσεων δεν προκύπτει η προβολή των επικαλούμενων ως άνω πραγματικών περιστατικών από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι περιορίστηκαν μόνο στην προβολή ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος και στην άρνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της κονδυλίου της αγωγής, που αφορά την δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου. Επίσης, αφού στο δικαστηριο της ουσίας δεν προβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός περί απαλλαγής (άρθρα των άρ 34 παρ.2. 60 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951 σε συνδυαμό με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν. 551/1915), το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει στο σκεπτικό του αιτιολογία περί απαλλαγής της πρώτης αναιρεσείουσας Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.04.2018 και με αριθ. καταθ. 34/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 467/2017 απόφασης του (Μονομελούς) Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή