Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1214 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1214/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αυγητίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1860/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2367/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 6-4-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ.2367/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 4-10-2019 έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 1860/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την από 14-2-2018 αγωγή της, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 11-5-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 6-4-2022 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). I. Η εμφανιζόμενη στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές "σύμβαση πρακτορείας" (ή "σύμβαση πρακτορεύσεως") εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον "εντολέα" τους ή στο ευρύ κοινό (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ159/2018, ΑΠ 42/2015, ΑΠ1728/2014, ΑΠ 2219/2014). Αντικείμενο της σύμβασης δύναται να είναι η διενέργεια υλικών πράξεων από τον πράκτορα ή και η σύναψη συμβάσεων από αυτόν, κατά κανόνα, στο όνομα του προσώπου που του έχει αναθέσει την υπόθεση (αντίθετα με τον παραγγελιοδόχο που ενεργεί στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 90 ΕμπΝ), το δε ζήτημα εάν ο πράκτορας συμβάλλεται στο όνομα του αναθέτοντος ή το δικό του, ήτοι ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος, κρίνεται κατά περίπτωση (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014, ΑΠ 697/2012). Η ρύθμιση του εν λόγω συμβατικού τύπου στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής και ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", η οποία ανάγεται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας. Ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ.427/1995, του ασφαλιστικού πράκτορα που προβλέπεται στο άρθρο 2 ν. 1569/1985 και του πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων που προβλέπεται στο ν. 1905/1990.

Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση πρακτορείας, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της, εμπεριέχει τα στοιχεία της εντολής και προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου (κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου) είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου. Η νομοθετική ρύθμιση της σύμβασης πρακτορείας, μολονότι αναγκαία, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ελλιπής, με συνέπεια να διαπιστώνεται η ύπαρξη ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού και να εφαρμόζονται αναλογικά σε αυτήν οι διατάξεις, αφενός μεν του Αστικού Κώδικα για την εντολή και δη τα άρθρα 713-719 ΑΚ (στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 ΕισΝΑΚ-ΑΠ 158/2018), αφετέρου δε και οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή και ταυτίζεται μ' αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν.3577/2007, που προβλέπει ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014). Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι πράκτορες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ.219/1991 και ειδικότερα: α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (ΟλΑΠ 15/2013 , ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 455/2014). Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρο 4 παρ. 1 Σ και 288 ΑΚ), γίνεται δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν.3577/2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 2219/2014).
II. Η καταγγελία αποτελεί έναν από τους λόγους τερματισμού και λύσης διαρκών ενοχικών σχέσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, και είναι δυνατόν να προβλέπεται στο νόμο ή στη σύμβαση μεταξύ των μερών των σχέσεων αυτών. Είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ` ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα διάρκεια κάθε διαρκούς ενοχικής σχέσης, ήτοι εάν πρόκειται για σύμβαση με ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, γίνεται δεκτό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 386,585, 588, 594, 612, 613, 672, 725, 766 ΑΚ (βλ. και 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991), ότι επιτρέπεται να καταγγελθεί αυτή σε κάθε περίπτωση για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά (ΑΠ 165/2015, ΑΠ 346/2014, ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 416/2013). Η έκτακτη καταγγελία άλλοτε είναι απρόθεσμη (π.χ 594, 588, 672, 766 ΑΚ) και άλλοτε ισχύει μετά από προθεσμία (π.χ 612, 612 Α, 613 ΑΚ). Από το δικαίωμα αυτό (έκτακτης) καταγγελίας δεν επιτρέπεται παραίτηση εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα θα αντιβαίνει, ενόψει της έννοιας του σπουδαίου λόγου, στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, είναι επιτρεπτή, ωστόσο, στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας (361 ΑΚ), η συμφωνία των μερών ότι η άσκησή του θα υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως π.χ. την τήρηση ορισμένης διαδικασίας ή την ενέργεια της καταγγελίας μετά από ορισμένο χρόνο.

Περαιτέρω, στις διαρκείς ενοχές αορίστου χρόνου είναι δυνατή η λύση τους και με τακτική καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ήτοι χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον ο νόμος ή τα μέρη δεν έχουν προβλέψει διαφορετικά. Επιτρέπεται, δηλαδή, ο περιορισμός ή η παραίτηση ενός ή αμφοτέρων των μερών από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμός ή η παραίτηση δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) Την αρχή της συμβατικής ελευθερίας (361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων από τα ίδια συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και ως προς τον τρόπο και τους όρους λύσης της μεταξύ τους σχέσης, β) Το γεγονός ότι η ίδια η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου συνιστά επιτρεπτό αποκλεισμό από τα μέρη του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την καθορισθείσα ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, γ) Τον ενδοτικό χαρακτήρα επιμέρους νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα λύσης άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου επιμέρους διαρκών ενοχών αορίστου χρόνου, ιδίως αυτών στις οποίες το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών έχει αυξημένη σημασία, όπως του άρθρου 218 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας (εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά και το συμφέρον του αντιπροσώπου), του άρθρου 669 εδ. β ΑΚ για το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του άρθρου 676 ΑΚ για την καταγγελία της σύμβασης εμπιστευτικών εργασιών, του άρθρου 724 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (η οποία μπορεί να αποκλεισθεί εάν αφορά αποκλειστικά ή και το συμφέρον του εντολοδόχου - ΑΠ 392/2006 - με συνέπεια να είναι καταρχήν άκυρη η τυχόν γενομένη ανάκληση και να επιτρέπεται αυτή μόνο για σπουδαίο λόγο, είτε με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 725 παρ. 2 ΑΚ για τον εντολοδόχο, είτε βάσει της γενικής αρχής του δικαίου του άρθρου 288 ΑΚ-αρχή της καλής πίστης -ΑΠ 1663/2003).

Εξάλλου, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 984/2019).

Περαιτέρω, ναι μεν δεν επιδέχεται αίρεση, γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης και δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, στην περίπτωση όμως που η προσθήκη αίρεσης δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου και επομένως είναι έγκυρη η καταγγελία υπό τη διαλυτική αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα εγκρίνει πρόταση του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των όρων της σύμβασης (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 217/2017), ενώ αποτελεί και θεμιτό τόπο επιδίωξης σύναψης νέας σύμβασης, στο μέτρο που ο καταγγέλλων έχει ούτως ή άλλως το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση και αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 72/2019). Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις πρακτορείας είναι και αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 που προβλέπει, σχετικά με το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, τα εξής: "...3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων", ενώ, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία, ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν μεν είναι αόριστης διάρκειας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία). Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας).

Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων (λχ μη εκπλήρωση των εμπορικών στόχων- ΑΠ 1441/2015, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 636/2015), καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων (λχ σπουδαίος λόγος καταγγελίας-ΑΠ 964/2015). Η έννοια επομένως της διάταξης είναι ότι αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών (ΑΠ 984/2019). Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης, αξιολογώντας ότι η κατ` ανώτατο όριο προθεσμία των έξι (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου. Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1441/2015).

Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ` αναλογία, εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ περί εντολής μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας, καθώς και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 881/2010). Η ανάκληση της εντολής αποτελεί καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, ο δε νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο αντί του όρου καταγγελία λόγω του ατελούς αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της σύμβασης εντολής. Το δικαίωμα πάντως προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 390/2004 ΔΕΕ 2005.65, ΑΠ 849/2002 ΕλλΔνη 2002.1613) Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ ) όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ ) καλόπιστης από αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1519/2013).

Περαιτέρω, κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 984/2014, ΑΠ 1864/2014, 1ΑΠ 519/2013, ΑΠ 697/2012), γίνεται δεκτό ότι στις συμβατικές σχέσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, με έντονο το στοιχείο εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής (λχ σύμβαση περί αποκλειστικής διανομής), η καταγγελία, λόγω της διάρρηξης της σχέσης εμπιστοσύνης που επιφέρει μεταξύ των μερών, είναι έγκυρη και επιφέρει τη λύση της σύμβασης ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας), καθώς, επίσης, και αν ασκείται άκαιρα (ήτοι άνευ σπουδαίου λόγου, σε χρόνο που η διατήρηση της συμβατικής σχέσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται για αυτόν την πρόκληση ζημίας, με συνέπεια την αντίθεση της καταγγελίας στην καλή πίστη- ΑΠ 1630/2013), ή ακόμη και καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων του άρθρου 8 π.δ. 219/1991 περί καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και των άρθρων του Αστικού Κώδικα περί ανάκλησης και καταγγελίας της σύμβασης εντολής (724 - 725 ΑΚ), τα οποία εφαρμόζονται αναλογικά στη σύμβαση πρακτορείας, κατά τα προλεχθέντα, στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εντολέας - αντιπροσωπευόμενος έχει δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, ενόψει της φύσης της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της (ΑΠ 419/2018 , ΑΠ 697/2012, ΑΠ 163/2011, ΑΠ 390/2004), δημιουργούμενης μόνο ευθύνης του καταγγέλλοντος προς αποζημίωση για την παράβαση διατάξεων του νόμου ή των όρων της σύμβασης με την καταγγελία. Η εν λόγω νομολογιακή θέση δεν διακρίνει εάν η εντολή αφορά και στο συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ή τρίτου), σύμφωνα με το άρθρο 724 εδ. β' ΑΚ. ωστόσο, δεδομένου ότι σε κάθε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω του αμφοτεροβαρούς της χαρακτήρα, η διαχείριση τον υποθέσεων του αντιπροσωπευόμενου αφορά και στο συμφέρον του αντιπροσώπου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταλαμβάνει προδήλως και την περίπτωση αυτή.

Συνεπώς, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί εγκύρως παραίτηση του εντολέα - αντιπροσωπευόμενου από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (που αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου), δεν προκαλείται ακυρότητα της τυχόν ασκηθησόμενης από τον αντιπροσωπευόμενο τακτικής καταγγελίας, αλλά μόνο ενδοσυμβατική του ευθύνη, λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης. Τα παραπάνω γίνονται δεκτά, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724 - 725 ΑΚ , και στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του εντολοδόχου από τον εντολέα, και επομένως δεν γεννάται δικαίωμα για τον εντολοδόχο να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης και η καταγγελία επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 419/2018).

III. Αναφορικά με τη ρύθμιση του καθεστώτος των πρακτορείων ΟΠΑΠ, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ του ν.2557/1997, η 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (Β`2004/11.11.1999) με τίτλο "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ". Στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης εκδόθηκε η 2518/29.1/5.2.2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού (ΒΊ24 και διόρθωση σφαλμάτων ΒΊ85), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ ΑΕ". Τα άρθρα 1, 2 και 3 της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης προέβλεπαν τα εξής: "ΑΡΘΡΟ 1 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ 1. Ο ΟΠΑΠ χορηγεί ενιαία άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών τον ή οποιουδήποτε άλλου παιγνιδιού θα διοργανώνει ή εποπτεύει ή διαχειρίζεται στο μέλλον, κατά την κρίση του, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τη μορφή εταιρείας εφόσον πληρούνται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο Οργανισμός για το κάθε παιγνίδι χωριστά. Η χορήγηση γίνεται σε συνάρτηση με: την απόσταση του υπό ίδρυση πρακτορείου από τα ήδη υπάρχοντα πρακτορεία της περιοχής, τη δημογραφική και πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, την εμπορικότητα της περιοχής, τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων πρακτορείων στην περιοχή σε σχέση με την κίνησή τους, την εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων, τα επιχειρησιακά σχέδια του Οργανισμού και τους στόχους που θέτει για κάθε παιγνίδι. 2. ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ. Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος : α) Να υπογράφει την σύμβαση "χορήγησης άδειας" με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται σ' αυτή, β) Να είναι ενήλικας, γ) Να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, δ) Να είναι απόφοιτος 3ης Γυμνασίου ή ισότιμης αναγνωρισμένης σχολής, ε) Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, στ) Να μην έχει οφειλές στο Δημόσιο. ΙΚΑ κ.λ.π, ζ) Να μην έχει καταδικαστεί με ποινή στέρησης της ελευθερίας του για ατιμωτικά αδικήματα ή και για αδικήματα που βάσιμα δημιουργούν την υπόνοια αφερεγγυότητας, ή εκκρεμεί εις βάρος του δικαστική δίωξη για τα πιο πάνω αδικήματα, η) Να αποτελεί η πρακτόρευση των παιγνιδιών την κύρια απασχόλησή του, ι) Να κρίνεται ικανός και κατάλληλος, μετά την εκπαίδευση που θα παρακολουθήσει, για να εκτελέσει την εργασία που θα του ανατεθεί ια) Να διαθέτει κατάστημα ισόγειο εμβαδού ικανής χωρητικότητας, ώστε να εξυπηρετούνται λειτουργικά, εμπορικά και παραγωγικά τα παιχνίδια του Οργανισμού. 3.ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ Δεν χορηγείται άδεια πρακτορείου : α) Στους μαθητές, στρατευμένους. δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, εργαζόμενους με σταθερή σχέση εργασίας, ελεύθερους επαγγελματίες καθώς και συνταξιούχους, β) Στους εν ενεργεία ποδοσφαιριστές, προπονητές και διαιτητές των επαγγελματικών κατηγοριών, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται από Νόμο, γ) Στις ή στους συζύγους ή τους συγγενείς Α βαθμού με τους αναφερόμενους στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, δ) Στους πρώην πράκτορες ΟΠΑΠ που τους αφαιρέθηκε η άδεια για οικονομικές ατασθαλίες και άλλα παραπτώματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος καθώς επίσης και στους ή στις συζύγους αυτών, ε) Σε υπαλλήλους ή συμβούλους αθλητικών σωματείων, εντάσεων και ομοσπονδιών που έχουν σχέση με τη διεξαγωγή των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, στις/στους συζύγους και στους συγγενείς τους μέχρι Α` βαθμού, στ) Στις περιπτώσεις χορήγησης αδείας σε Νομικά πρόσωπα τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.2 και 13 καθώς και κάθε άλλη διάταξη του παρόντος Κανονισμού αφορούν το νόμιμο εκπρόσωπο".

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 καθορίζονταν περιοριστικά οι λόγοι, για τους οποίους ήταν δυνατόν να αφαιρεθεί η άδεια πρακτόρευσης από έναν πράκτορα και ειδικότερα προβλέπονταν τα εξής: "1) Η άδεια αφαιρείται στις περιπτώσεις που παραβιάζονται από τον παρόντα κανονισμό τα παρακάτω: α. Εάν μετά την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου ο πράκτορας εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφια α. β και στ β. Άρθρο 3 παρ. 3, 14, 20, 21 α, β και γ, παρ. 30, παρ. 33 εδάφια α, β και γγ. Άρθρο 5 παρ. 2 2) α. Η άδεια αφαιρείται άμεσα και δεν επαναχορηγείται όταν μετά από συλλογή στοιχείων από την Αρμόδια Υπηρεσία του Οργανισμού προκύπτουν αποδείξεις για διεξαγωγή παράνομου στοιχήματος, β. Η άδεια αναστέλλεται σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη του πράκτορα ή του νόμιμου εκπρόσωπου ή διαχειριστή ή εταίρου της εταιρίας, για παράνομο στοίχημα και αφαιρείται οριστικά με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ και δεν επαναχορηγείται μετά την έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση αίρεται η αναστολή και επαναχορηγείται η άδεια αμέσως μετά την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος από το Αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή αθωωτικής απόφασης με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ. 3) Επίσης, η άδεια αφαιρείται όταν ο πράκτορας : α. Ενεργεί με δόλο κατά του Οργανισμού και των παικτών, β. Δεν εφαρμόζει καθ` υποτροπή τις οδηγίες, εγκυκλίους και ανακοινώσεις του Οργανισμού, που αφορούν στη σωστή λειτουργία του πρακτορείου και στην εν γένει εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων. γ. Δεν παρακολουθεί καθ` υποτροπή τα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διοργανώνονται από τον Οργανισμό και η απουσία του δεν αιτιολογείται με δημόσια έγγραφα, δ. Υποπίπτει σε διαπιστωμένη αξιόποινη πράξη. 4) α. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να αποφασίσει την αφαίρεση άδειας πράκτορα εάν οι εισπράξεις του δεν καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα του Οργανισμού, β. Μεταφορά του πρακτορείου σε άλλο Κατάστημα χωρίς την έγκριση του Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να επιφέρει ακόμη και την ποινή της αφαίρεσης". Από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προέκυπτε: Α) Ο αναγκαστικός χαρακτήρας της σύμβασης ως προς την ΟΠΑΠ ΑΕ, δεδομένου ότι για τη χορήγηση άδειας πρακτόρευσης (και συνακόλουθα τη σύναψη σύμβασης πρακτορείας) προβλεπόταν η λήψη υπόψη περισσοτέρων κριτηρίων, μεταξύ των οποίων και της εμπορικής στρατηγικής της ΟΠΑΠ ΑΕ , η οποία ανάγεται στους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς της. Β) Ότι απαγορεύθηκε με αυτές η συνομολόγηση από τον πράκτορα και την ΟΠΑΠ ΑΕ, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας, οποιουδήποτε άλλου λόγου καταγγελίας, πέραν των προβλεπομένων στην ως άνω Υπουργική Απόφαση λόγων αφαίρεσης της άδειας του πράκτορα, δηλαδή δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, ούτε ότι δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί με τη σύμβαση (πολλώ δε μάλλον με νεότερο νόμο) δικαίωμα τακτικής καταγγελίας με προθεσμία προειδοποίησης, χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου. Περαιτέρω, αναφορικά με την εν λόγω υπουργική απόφαση θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Αυτή εκδόθηκε ως προαναφέρθηκε, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ του ν.2557/1997 (Β`2004/11.11.1999) και στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης εκδόθηκε η προαναφερθείσα 2518/29.1/5.2.2003 υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ Α.Ε.".

Η τελευταία αυτή απόφαση, ωστόσο, ακυρώθηκε με την 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας με το σκεπτικό ότι η παρασχεθείσα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ του ν.2557/1997 εξουσιοδότηση ήταν αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατόπιν τούτου με το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3905/2010 (ΦΕΚ 219/23.12.2010) ορίστηκαν τα εξής: "Η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του νόμου 2557/1997 (ΦΕΚ Α` 271) και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές". Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου ορίζονται σχετικώς τα εξής: "Με την παράγραφο 3 καταργείται η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 24, στοιχείο γ` του ν.2557/1997 (ΦΕΚ A 271), η οποία έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικράτειας, καθώς επίσης και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής, διασφαλίζοντας όμως για λόγους ασφάλειας των συναλλαγών και προστασίας της οικονομικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας ότι οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ ΑΕ και των πρακτόρων που ήδη υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές".

Επομένως, η ως άνω 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 24 στοιχ. γ του ν. 2557/1997 καταργήθηκε με τον παραπάνω νόμο και απέβαλε την ισχύ της, ως άλλωστε ορίζεται στο άρθρο 2 ΑΚ. Περαιτέρω, με το άρθρο 24 παρ. 60 του ν. 4141/2013 καταργήθηκε και ρητώς η προαναφερθείσα 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (βλ. και την παρ. 63 το ιδίου άρθρου). Η οικεία αιτιολογική έκθεση αναφέρει, επί των διατάξεων των παρ. 15 έως 62 του εν λόγω άρθρου 24 με τις οποίες καταργούνται διάφορες προϋφιστάμενες ρυθμίσεις, τα εξής: "Στο παρελθόν, κατά τη ρύθμιση λειτουργίας της ΟΠΑΠ και της διεξαγωγής των παιγνίων της, είχε υιοθετηθεί η πρακτική διάφορες διατάξεις να καταργούνται σιωπηρά με την έκδοση νεότερων, και όχι ρητά. Αυτή η πρακτική έχει δημιουργήσει τον κίνδυνο να προκύπτουν ερμηνευτικές δυσχέρειες σε σχέση με το εάν οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν καταργηθεί ή όχι. Για λόγους σαφήνειας, λοιπόν, του νομικού πλαισίου, καταργούνται ρητά οι προτεινόμενες διατάξεις και/ή ολόκληρα νομοθετήματα" (ΣτΕ 1601/2019). Μετά την κατάργηση της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης ,η σχέση ΟΠΑΠ ΑΕ και πρακτόρων παρέμεινε νομοθετικά αρρύθμιστη, χωρίς κανονιστικό πλαίσιο, και διεπόταν μόνο από τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την έκδοση της 229/2/18.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β 3923/7.12.2017), ως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την απόφαση της ΕΕΕΠ 242/2/17.1.2017, η οποία εκδόθηκε εγκύρως (βλ ΣτΕ 1601/2019).

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 101 §§ 1 και 2 ΣΛΕΕ, το οποίο τυγχάνει άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή καθώς γεννά απευθείας δικαιώματα υπέρ των υποκειμένων δικαίου, τα οποία τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν να προστατεύουν (ΔΕΕ C-453/9 Courage σκ. 22, 23, ΔΕΕ C-282/95 Curin automobiles κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σκ. 39, ΔΕΕ C-127/73 BRT και Sabamm σκ. 14, 16), είναι αυτοδικαίως άκυρες "οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες που συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσόμενων προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 § 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ), οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οφείλουν να εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 § 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν μία υπόθεση κρίνεται από τα εθνικά δικαστήρια, πρέπει να συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού (νυν ενδοενωσιακού) εμπορίου. Κρίσιμη πάντως σε κάθε περίπτωση είναι η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών (ΔΕΕ C-8/08 - Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanberstuurvande Nederlandse σκ. 50). Για την κατάφαση της ύπαρξης συμφωνίας κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαιτείται η σύμπτωση βούλησης μεταξύ ανεξάρτητων οικονομικών οντοτήτων (ΔΕΕ C-74/2004 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Volkswagen σκ .37). Μονομερείς συμπεριφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρου άρθρου. Συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κρίθηκε από το ΔΕΕ ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς τη συνδρομή ετέρου, αλλά προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βούλησης του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 Bundesverband der Arzneimittel-Importeure eV και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Bayer AG σκ. 101 και 102). Μάλιστα, το γεγονός και μόνο ότι φαινομενικά μονομερείς συμπεριφορές μίας επιχείρησης, όπως ένα μέτρο που λαμβάνεται από τον παραγωγό, το οποίο έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, εντάσσεται σε ένα πλέγμα διαρκών εμπορικών συμβατικών σχέσεων με τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται (μεταπωλητές, διανομείς κ.α.), δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 σκ. 141). Απαιτείται επομένως, για να θεωρηθεί ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά, η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ), η απόδειξη της ύπαρξης ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας μονομερούς συμπεριφοράς (ΔΕΕ C-450/2005 Automobile Peugeot κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 174 επ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής "Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς" (2010/C 130/01), μεταξύ των κάθετων συμφωνιών που δεν εμπίπτουν κατά κανόνα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, είναι οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας. Καθοριστικό δε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως συμφωνίας εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 § 1 (και αντιστοίχως του άρθρου 1 του ν.3959/2011) είναι ο χρηματοοικονομικός ή εμπορικός κίνδυνος που φέρει ο αντιπρόσωπος ως προς τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει διοριστεί ως αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο (ΓενΔΕΕ Τ-325/01 Damler Chrysler κατά Επιτροπής, ΔΕΕ C-217/05 Confederation Espanola κατά CESPA). Υπάρχουν τρεις μορφές χρηματοοικονομικού ή εμπορικού κινδύνου που είναι κρίσιμες για να ορισθεί μια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 101 § 1 ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 101 § 1, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως γνήσια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, εάν ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και ως προς άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος. Ωστόσο οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του ως αντιπροσώπου ή από γενικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν είναι ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 12-15). Μια συμφωνία χαρακτηρίζεται συνεπώς κατά κανόνα ως συμφωνία αντιπροσωπείας, εφόσον ο αντιπρόσωπος δεν αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται ή δεν παρέχει ο ίδιος τις υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση και εφόσον ο αντιπρόσωπος: α) δεν συμβάλλει στις δαπάνες για την προμήθεια/αγορά των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά ή σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του κόστους μεταφοράς των αγαθών, β) δεν διατηρεί με δικό του κόστος ή κίνδυνο αποθέματα των αγαθών, γ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι τρίτων για ζημίες που προκαλούνται από το πωλούμενο προϊόν (ευθύνη για το προϊόν), εκτός αν, ως αντιπρόσωπος, υπέχει ευθύνη για σχετικό ελάττωμα, δ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τη μη εκτέλεση της σύμβασης από τον εκάστοτε πελάτη, με εξαίρεση των απώλεια της προμήθειας του αντιπροσώπου, εκτός αν υπάρχει υπαιτιότητα (πχ παράλειψη λήψης μέτρων ασφάλειας) ε) δεν έχει, άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση να επενδύσει στην προώθηση των πωλήσεων, στ) δεν πραγματοποιεί ειδικές για την αγορά επενδύσεις σε εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή εκπαίδευση του προσωπικού, ζ) δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες εντός της ίδιας αγοράς προϊόντος που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος (Κατευθυντήριες γραμμές, αρ. 16). Εν ολίγοις για να κριθεί η έκταση του χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού κινδύνου που αναλαμβάνει ο αντιπρόσωπος κρίσιμοι είναι ιδίως, πρώτον, οι κίνδυνοι που συνδέονται άμεσα με τις συμβάσεις που συνάπτει ο αντιπρόσωπος, όπως η χρηματοδότηση αποθεμάτων, και, δεύτερον, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις (κατά κανόνα μη ανακτήσιμες) επενδύσεις που απαιτούνται για την συγκεκριμένη μορφή δραστηριότητας, καθώς και οι συναφείς κίνδυνοι από την απαξίωση, φθορά, ή καταστροφή των πιο πάνω στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης. Αντιθέτως δεν φέρει κατ' αρχήν αξιόλογο επιχειρηματικό κίνδυνο, αν ο ρόλος του περιορίζεται στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου με προμήθεια γιατί, στην περίπτωση αυτή, και ο εμπορικός του κίνδυνος περιορίζεται στον κίνδυνο απώλειας της προμήθειας, αν δεν πραγματοποιηθεί πώληση, χωρίς να διακινδυνεύει ίδιο κεφάλαιο. Αν τους κινδύνους από την οικεία δραστηριότητα δεν τους φέρει ο ίδιος, αλλά ο εντολέας του, ο αντιπρόσωπος, ως μεσάζων, παρά την από νομικής άποψης αυτοτέλειά του, δεν λειτουργεί σε αυτή την σχετική αγορά ως ανεξάρτητη και αυτοτελής οικονομική οντότητα, αλλά ως ενιαία οικονομική μονάδα με τον αντιπροσωπευόμενο, υπό την έννοια δε αυτή "ενσωματώνεται" στην επιχειρηματική δομή του τελευταίου, ως εάν ήταν βοηθός εκπληρώσεως ή υπάλληλός του, υποχρεούμενος να ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές, τις οδηγίες, και τις υποδείξεις του (ΓενΔΕΕ Τ 325/01,Daimler Chrysler κατά Επιτροπής σκέψεις 81-116 επ, ΔΕΕ C-217/05, Confederation Espanola κατά CESPA σκέψεις 34-66 επ και ΣΤΕ 2341/2018).

Στην περίπτωση συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας καμία από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 § 1, οι δε ακόλουθες υποχρεώσεις από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου θεωρούνται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας: α) περιορισμοί όσον αφορά την εδαφική περιοχή εντός της οποίας μπορεί να πωλήσει τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, β) περιορισμοί σχετικά με τους πελάτες προς τους οποίους μπορεί να πωλεί τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, γ) τιμές και όροι πώλησης ή αγοράς των εκάστοτε αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 18). Όμως αν, εκτός από τη ρύθμιση των όρων πώλησης ή αγοράς των συμβατικών αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας περιέχουν διατάξεις με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο (διατάξεις προώθησης ενός μόνου σήματος) ή με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λήξη της σύμβασης, οι οποίες αφορούν τον διασηματικό ανταγωνισμό, οι διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος συνιστά χωριστή επιχείρηση από τον αντιπροσωπευόμενο, μπορεί να συνιστούν παραβίαση του άρθρου 101 § 1 ΣΛΕΕ, αν οδηγούν η συντελούν σε (σωρευτικό) αποκλεισμό της σχετικής αγοράς στην οποία πωλούνται ή αγοράζονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση. Οι εν λόγω διατάξεις μπορεί να τύχουν απαλλαγής κατά κατηγορία, ιδίως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του σχετικού Κανονισμού ΕΕ 330/2010. Μπορούν επίσης να δικαιολογηθούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις για λόγους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας βάσει του άρθρου 101 § 3, κατά τα αναφερόμενα στις παρ. 144-148 των Κατευθυντήριων Γραμμών (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 19). Παρόμοια διατύπωση με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει το άρθρο 1 του ν.3959/2011 (για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού στην ελληνική επικράτεια), που προβλέπει στην παρ. 3 αυτού την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες εμπίπτουν στην παρ. 1 αυτού, ήτοι έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην ελληνική επικράτεια και ως προς τις οποίες δεν εφαρμόζεται η παρ. 3, δηλαδή δεν πληρούν αθροιστικά τις αναφερόμενες στην παρ. 3 προϋποθέσεις. Πάντως για να απαγορευθεί βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μία συμφωνία ή μεμονωμένος όρος αυτής θα πρέπει να ελέγχεται, αν πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύτηκε αισθητά (ΔΕΕ C 8/2008 T mobile Netherlands σκ 28 και 30, ΔΕΕ C 501, 513, 515, 519 /2006 GlaxoSmithKline κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 55) και να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή αναπτύσσει τις συνέπειες της και ειδικότερα, το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσουν τη δράση τους οι οικείες επιχειρήσεις, τη φύση των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η συμφωνία, καθώς και τους πραγματικούς όρους λειτουργίας και τη διάρθρωση της αγοράς (ΔΕΕ C 234/1989 S. D. v Henninger Brau AG σκ. 14), αλλά και τα δυνητικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού (ΔΕΕ C 238/2005 Asnef-Equifax Servicios, v Credito σκ . 50). Αξιολογείται ειδικότερα, αν σε περίπτωση μη εφαρμογής της επίμαχης συμφωνίας θα υφίσταντο πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες διείσδυσης στην αγορά ενός ανταγωνιστή και μάλιστα η είσοδος του δυνητικού ανταγωνιστή (ορισμός του οποίου προβλέπεται στον Κανονισμό 330/2010 στην παρ. 1γ του άρθρου 1 ως "οι επιχειρήσεις οι οποίες, αν δεν υπήρχε η κάθετη συμφωνία, κατά πάσα πιθανότητα θα αναλάμβαναν, με ρεαλιστικό σχεδίασμά και όχι ως θεωρητικό ενδεχόμενο, σε περίπτωση μικρής αλλά μόνιμης αύξησης των σχετικών τιμών, εντός σύντομης χρονικής περιόδου, τις απαραίτητες συμπληρωματικές επενδύσεις ή άλλο απαραίτητο κόστος μετατροπής προκειμένου να εισέλθουν στη σχετική αγορά") θα πρέπει να μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα (ΓενΔΕΕ Τ 461/2007 Visa Europe Ltd και Visa international Service κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 166, 167,169).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (από το πεδίο εφαρμογής του οποίου δεν προκύπτει ότι αποκλείονται οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου στο πλαίσιο σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και αν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν.3959/2011, κατά τα παραπάνω - ΕπΑντ 237/ΙΙΙ/2003, ΦΕΚ /653/2003, απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, η κατάχρηση δε αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, και δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Η διαφοροποίηση ως προς το ζήτημα της ακυρότητας για την παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ είναι κατανοητή, δεδομένου ότι η καταχρηστική συμπεριφορά δεν υλοποιείται μόνο μέσω της δικαιοπρακτικής οδού, αλλά και με άλλους τρόπους. Πανομοιότυπη διατύπωση έχει και το άρθρο 2 του ν.3959/2011, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς όμως να προβλέπει ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών. Η απουσία αστικής φύσης κύρωσης περί ακυρότητας των σχετικών πράξεων που συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, τόσο στη διάταξη του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 2 του ν.3959/2011, δεν αποτελεί ακούσιο κενό στο δίκαιο που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 § 2 του ν.3959/2011 και του άρθρου 101 § 2 ΣΛΕΕ.

Συνεπώς, αφού το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ακυρότητα βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ δεν επέρχεται αυτοδίκαια από το ενωσιακό δίκαιο (ipso iure communitatis), αλλά πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε γενικά ως ακυρότητα της απαγορευμένης από το νόμο δικαιοπραξίας ή ειδικά ως ακυρότητα της δικαιοπραξίας που στοιχειοθετεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 AK η ακυρότητα δικαιοπραξίας (της καταγγελίας περιλαμβανομένης- ΑΠ 98/2004, ΑΠ 1431/2002) που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή, διότι ενδεχομένως τότε η απαγόρευση έχει άλλο στόχο. Στην περίπτωση δε δικαιοπρακτικών μέτρων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, δεν επέρχεται ως αστική συνέπεια η ακυρότητα κατ' άρθρο 174 AK , καθώς το άρθρο 2 του ν. 3959/2011 δεν αποδοκιμάζει την αντιανταγωνιστική δικαιοπραξία καθ' εαυτήν, αλλά τις συνθήκες σύναψής της και την εν γένει συμπεριφορά της δεσπόζουσας επιχείρησης, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη πράξη επισύρουσα χρηματική ποινή, ύψους 30.000 έως 300.000 ευρώ, στο άρθρο 44 του ίδιου νόμου, όμως θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του θιγόμενου υπό τους όρους του άρθρου 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 387/2016, ΑΠ 1864/2014, ΑΠ 1286/2011).

Εξάλλου, συμπληρωματικά αναφέρεται ότι όσον αφορά στην παράβαση του άρθρου 102, το άρθρο 103 ΣΛΕΕ ορίζει ότι με τη θέσπιση των αναγκαίων κανονισμών και οδηγιών σκοπείται η εξασφάλιση της τήρησης των απαγορεύσεων που εισάγονται με αυτή με την πρόβλεψη προστίμων και χρηματικών ποινών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο δε από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής (ΑΠ 1802/2014, ΑΠ 655/2010, ΑΠ 1734/2009). Πηγή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κανόνας της έννομης τάξης, άσχετα από την ιεραρχική του θέση. Έτσι, ο ουσιαστικού δικαίου κανόνας που παραβιάστηκε μπορεί να περιέχεται: α) Στο Σύνταγμα π.χ. άρθ. 24 § 1, 117 § 3, 17 § 2, 14, 4 § 1 κλπ. β)στους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι τα διεθνή έθιμα, γ)στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7, 8/2006, ΕλλΔνη.46), δ)στο δίκαιο της ΕΕ, πρωτότυπο και παράγωγο, δηλαδή στη Συνθήκη της ΕΕ, στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ της 7.12.2000, όπως αναπροσαρμόστηκε στις 12.12.2007 (άρθ. 6 ΣΕΕ), στη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ και στους Κανονισμούς (άρθ. 288 ΣυνθΛΕΕ), που έχουν άμεση ισχύ (ΑΠ 7/2009, ΑΠ 1404/2011) ή στις Οδηγίες, εφόσον οι τελευταίες περιέχουν κανόνες σαφείς και ορισμένους, χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, οπότε η παράλειψη του νομοθέτη να τις εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση, από τη λήξη της προθεσμίας ισχύ της έναντι του κράτους και των κρατικών φορέων (κάθετη ισχύς) (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 23/1998 ΕλλΔνη 1998.792), ε)στους νόμους που ψηφίζει η Βουλή, στους αναγκαστικούς νόμους, στα νομοθετικά διατάγματα και στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ , με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020). Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997.1060). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).

Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 46/2023, ΑΠ. 252/2016, ΑΠ 44172015). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 678/2024, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023). Επίσης πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς και οι αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το σφάλμα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).

Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 797/2014, ΑΠ 726/2016, ΑΠ 1059/2017), και προς τα οποία εξομοιώνονται και οι κανόνες της τυπικής λογικής (ΑΠ 1142/2006) δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και γι'αυτό η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2017), εκτός αν χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για την υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών γεγονότων και παραβιαστούν, οπότε ιδρύεται ο εκ του αριθ. 1 λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (AΠ 678/2024, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 1583/2011). Από την παραδεκτή επισκόπηση των υπό των διαδίκων νομίμως προσκομισθέντων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 14-2-2018 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίσθηκε ότι στις 28-9-2009 προέβη στη σύναψη έγγραφης συμβάσεως αορίστου χρόνου με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΟΠΑΠ ΑΕ, η οποία διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα οργάνωσης, λειτουργίας, διαχείρισης και διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και στοιχημάτων στην Ελλάδα για λογαριασμό του Δημοσίου έως το έτος 2030, δυνάμει νόμου, της από 15-12-2000 σύμβασης μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου και της από 12-12-2011 πρόσθετης πράξης στην ως άνω σύμβαση, με τις οποίες αυτή (η εναγομένη/αναιρεσίβλητη) της παραχώρησε άδεια πρακτόρευσης για κάθε τυχερό παίγνιο που διοργανώνει στην Ελλάδα. Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβάσεως λειτούργησε επιχείρηση πρακτορείου τυχερών παιγνίων της εναγομένης/αναιρεσίβλητης στην Καλλιθέα Αττικής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης (Σύμβαση 2009), που εκτίθενται ειδικότερα στην αγωγή, προβλεπόταν, μεταξύ άλλων: α) Ότι με τη σύμβαση παρέχεται άδεια πρακτόρευσης όλων των παιγνίων που διεξάγει η ΟΠΑΠ ΑΕ και οι θυγατρικές εταιρείες αυτής στην Ελλάδα (άρθ. 1 § 1), ότι η σύμβαση δεν παρέχει στα μέρη το δικαίωμα αντιπροσώπευσης του άλλου (ενδεικτικώς σύναψη συμβάσεων μίσθωσης, παροχή εγγυήσεων, διενέργεια ανακοινώσεων επ' ονόματι ή για λογαριασμό ο ένας για τον άλλο ή εμφάνισής τους ότι έχουν τέτοιες εξουσίες), πλην της σχέσης πρακτόρευσης, ως προς την οποία, ρητώς αναφερόταν ότι ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις ανατεθείσες από την ΟΠΑΠ ΑΕ δραστηριότητες (άρθ. 1 τελευτ. παράγρ.), ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με την επιχειρηματική της πολιτική και το ισχύον θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, να αποφασίζει τη διακοπή, την τροποποίηση, τη μεταβολή ή την αναστολή της διεξαγωγής ή λειτουργίας των παιγνίων και στοιχημάτων ή την οργάνωση νέων (άρθ. 1 § 3), ότι η σχέση μεταξύ τους έχει, λόγω της φύσης και του αντικειμένου της, έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, είναι σχέση αποκλειστική, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στον πράκτορα να παραχωρεί, να εκμισθώνει ή να μεταβιβάζει αυτή, ή δικαιώματα εξ αυτής σε οποιονδήποτε τρίτο και με οποιοδήποτε τρόπο και νομική μορφή, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της ΟΠΑΠ ΑΕ, καθώς και να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές της ΟΠΑΠ ΑΕ επιχειρήσεις, αντίθετα η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συνεργάζεται με περισσότερους πράκτορες (άρθ. 2 § 3), η δε ΟΠΑΠ ΑΕ δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την αποδοτικότητα του καταστήματος του πράκτορα (άρθ. 2 § 4), β) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, προδιαγραφές και βασικούς κανόνες που ορίζει η ΟΠΑΠ ΑΕ για τη λειτουργία του δικτύου πρακτόρων αυτής και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο μέγεθος, στη διαρρύθμιση, στη διακόσμηση, στον εξοπλισμό του καταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών όψεων και επιγραφών του καταστήματος, της σύνθεσης των χρωμάτων, στο μέτρο που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικτύου, και της εμφάνισης του προσωπικού, στις ώρες λειτουργίας του, στην οικονομική, λογιστική και εμπορική του οργάνωση, την τιμολογιακή πολιτική και στην αντιμετώπιση του παράνομου στοιχηματισμού, η δε ΟΠΑΠ ΑΕ διαβιβάζει τις κατευθυντήριες γραμμές με τη μορφή εγχειριδίων, εγκυκλίων υποδείξεων γραπτών ή οπτικοακουστικών μηνυμάτων, σεμιναρίων και άλλων μέσων (άρθρο 5), ενώ υποχρεούται να παρακολουθεί ο ίδιος, και αν το κρίνει σκόπιμο, και το τυχόν προσωπικό της επιχείρησής του τα επιμορφωτικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από την ΟΠΑΠ ΑΕ για την αρχική εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση του πράκτορα (άρθρο 9), γ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ παρέχει στον πράκτορα για τις ανάγκες λειτουργίας του καταστήματος του τον αναγκαίο για τη διεξαγωγή των παιγνίων τεχνολογικό εξοπλισμό, η παροχή γίνεται δωρεάν, καταρτιζόμενης σύμβασης χρησιδανείου, συντηρεί με δαπάνες της τον εξοπλισμό και δικαιούται να προσδιορίζει και να εγκαθιστά στο πρακτορείο με δικά της έξοδα εξοπλισμό της επιλογής της που δεν συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των παιγνίων, όπως έπιπλα, επιγραφές και κατασκευές προβολής των σημάτων και προϊόντων της, ενώ ο πράκτορας επιβαρύνεται μόνο με μέρος του κόστους χρήσης του εξοπλισμού που αφορά στον πάροχο τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης (άρθ. 19 §§ 1 και 2, Παράρτημα IV παρ. 8), δ) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται προσωπικώς να διευθύνει και να ελέγχει το κατάστημα αδιαλείπτως κατά πάντα χρόνο, τόσο από άποψη οικονομική και λειτουργική, όσο και σε σχέση με την πιστή τήρηση των ειδικότερων όρων της σύμβασης, ότι προσλαμβάνει προσωπικό με δικές του δαπάνες και ουδεμία συμβατική σχέση δημιουργείται μεταξύ του προσωπικού αυτού και της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθ. 7 §§ 1 και 2), ε) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται σε εχεμύθεια για τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτόν και σχετίζονται με τη σύμβαση (άρθ. 10), στ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ δικαιούται να προβαίνει σε έλεγχο των νομικών, φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του πράκτορα (άρθ. 12), ζ) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συνεργάζεται αποκλειστικά με την ΟΠΑΠ ΑΕ και δεν επιτρέπεται να δέχεται την πρακτόρευση ή την με οποιονδήποτε τρόπο δραστηριοποίηση ή προβολή στο κατάστημά του άλλων εταιρειών και επιχειρήσεων ή διεξαγωγή άλλων παιγνίων εκτός από τα κρατικά λαχεία και τον ΟΔΙΕ, δύναται δε να ασκεί δραστηριότητα είσπραξης για λογαριασμό εταιρειών ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών και ύδρευσης, η οποία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερο από το 30% της επιφάνειας του καταστήματος, ενώ για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται γραπτή έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 13), η) Ότι ο πράκτορας απαγορεύεται να προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις προς την ΟΠΑΠ ΑΕ, ως προς την οποία υπέχει υποχρέωση πίστης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση (άρθρο 14), θ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ προβαίνει με δικές της δαπάνες σε έκδοση ενημερωτικού και προωθητικού υλικού, το οποίο ο πράκτορας το χρησιμοποιεί κατά τις οδηγίες της και πρέπει να έχει στη διάθεση των ενδιαφερομένων στο πρακτορείο, ενώ κάθε προωθητική προβολή με πρωτοβουλία του πράκτορα απαιτεί έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ, ενώ απαγορεύεται στον πράκτορα η διάθεση διαφημιστικού, προωθητικού ή άλλου ενημερωτικού υλικού ανταγωνιστικών της ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρειών (άρθρο 15), ι) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να παρέχει στους παίκτες πληροφορίες και ενημέρωση για τη διεξαγωγή των παιγνίων που προσφέρει η ΟΠΑΠ ΑΕ, να χορηγεί σε αυτούς δελτία συμμετοχής, να καταβάλει σε αυτούς τα κέρδη από τα παίγνια, εφόσον το επιτρέπει η ταμειακή του ρευστότητα και να δέχεται παράπονα πελατείας (άρθρο 16, παράρτημα IV παρ. 6), ια) Ότι κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 17 εδάφιο β), ιβ) Ότι ο πράκτορας λαμβάνει ως προμήθεια τα ποσοστά επί της παραγωγής του, όπως καθορίζονται από ειδικότερες κανονιστικές πράξεις και ειδικότερα Υπουργικές Αποφάσεις που αναφέρονται αναλυτικά στη σύμβαση, τα οποία παρακρατούνται από αυτόν άμεσα κατά τη διεξαγωγή κάθε παιγνίου και δεν δικαιούται προμήθειας σε περίπτωση ακύρωσης ή ματαίωσης διαγωνισμού για την οποία δεν είναι υπαίτια η ΟΠΑΠ ΑΕ, ενώ δικαιούται αυτής αν η ακύρωση γίνεται με υπαιτιότητα της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 18), ιγ) Ότι η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, κάθε μέρος μπορεί να την καταγγείλει για σπουδαίο λόγο χωρίς προθεσμία, ως τέτοιου νοουμένου για την ΟΠΑΠ ΑΕ της μη συμμόρφωσης του πράκτορα με τις υποχρεώσεις του, για τον δε πράκτορα η παύση των δραστηριοτήτων της ΟΠΑΠ ΑΕ στα τυχερά παίγνια, η χορήγηση αδειών για τη συγκεκριμένη περιοχή του καταστήματος, κατά παράβαση των όρων της σύμβασης και η αδικαιολόγητη αποσύνδεση του πρακτορείου από το μηχανογραφικό σύστημα της ΟΠΑΠ ΑΕ για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ημερών, το δε δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δύναται να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που αποτελεί το λόγο καταγγελίας. Επίσης, ότι ο πράκτορας μπορεί να την καταγγείλει χωρίς σπουδαίο λόγο εντός προθεσμίας που ορίζεται ειδικότερα στη σύμβαση (άρθρο 23), ιδ) Ότι, μετά τη λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, ο πράκτορας απαγορεύεται να διενεργεί πράξεις ανταγωνισμού στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημά του, για χρονικό διάστημα ενός έτους (άρθρο 26 παρ. 1), καθώς και να παραχωρήσει, να εκμισθώσει ή να υπεκμισθώσει τους χώρους του καταστήματος για χρήση ίδια ή παρεμφερή, άνευ γραπτής συναίνεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ, για τρία έτη (άρθρο 26 παρ. 2).

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 7-12-2016 δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως η 229/2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π.) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ", η οποία έχει ήδη προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικράτειας από 11 σωματεία πρακτόρων. Ότι χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον κανονισμό αυτό, η εναγομένη κοινοποίησε σε όλους τους πράκτορες (περίπου 4.500), μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, στις 24-2-2017, καταγγελία της συμβάσεώς της πρακτόρευσης, με χρόνο έναρξης ισχύος αυτής την πάροδο προθεσμίας 12 μηνών από την κοινοποίηση. Ότι περαιτέρω της δήλωσε, με την ως άνω καταγγελία, ότι αν υπογράψει τη συγκοινοποιηθείσα νέα έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης έτους 2017 (Σύμβαση 2017), η οποία εναρμονιζόταν, κατά τους ισχυρισμούς της, με τον νέο Κανονισμό Πρακτόρων, και της την αποστείλει μέχρι τις 24-3-2017, η μεταξύ τους συνεργασία θα συνεχιζόταν και θα ρυθμιζόταν πλέον αποκλειστικά από τους όρους της νέας σύμβασης πρακτόρευσης. Ότι η Σύμβαση 2017 προέβλεπε: α) στο άρθρο 13 παρ. 1 αυτής απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκειά της και δεδομένου ότι ήταν αορίστου χρόνου, η απαγόρευση αυτή θα εξακολουθούσε να ισχύει ακόμα και μετά την παύση του de jure μονοπωλίου της εναγόμενης ΟΠΑΠ ΑΕ στα τυχερά παίγνια, β) στο άρθρο 13 παρ. 2 αυτής την απαγόρευση ανταγωνισμού του πράκτορα προς την ΟΠΑΠ ΑΕ ή προς τις συνδεδεμένες με την ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρείες ή προς τρίτα πρόσωπα, τις υπηρεσίες των οποίων έχει επιλέξει η ΟΠΑΠ ΑΕ για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το αντικείμενο της σύμβασης, είτε στο δικό του όνομα, είτε ως μέτοχος ή εταίρος άλλων εταιρειών, είτε ως μέλος διοικητικού συμβουλίου ή ως καθ` οιονδήποτε τρόπο ασκών τη διοίκηση ή διαχείριση, ή ως υπάλληλος ή συνεργάτης άλλων εταιρειών, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (το δε αντικείμενο της σύμβασης, ως προέκυπτε από τον νέο Κανονισμό Πρακτόρων αφορούσε σε διαμεσολαβητικές υπηρεσίες, ήτοι ταχυδρομικές, κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης), γ) στο άρθρο 13 παρ. 3 αυτής την απαγόρευση ανταγωνισμού για ένα έτος μετά από το πέρας της σύμβασης και τέλος δ) στο άρθρο 13 παρ. 4 αυτής την απαγόρευση άσκησης έστω και μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Ότι η ως άνω καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης ήταν άκυρη: 1) Λόγω παράβασης των διατάξεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και 1 και 2 του ν.3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά και των άρθρων 174 και 179 ΑΚ. Ειδικότερα, ότι τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 του ν.3959/2011, διότι στο πλαίσιο της καταγγελθείσας σύμβασης με την εναγόμενη, οι πράκτορες αποτελούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις και συγκεκριμένα: α) Η προμήθειά τους ήταν ανεξάρτητη των εσόδων της εναγομένης, διότι υπολογιζόταν επί του αντιτίμου που καταβάλει ο παίκτης για κάθε παίγνιο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, ήτοι ακόμη και αν υπήρχε κέρδος για τον παίκτη και ζημία για την εναγόμενη, β) Η προμήθειά τους, καθώς και τα έσοδα της εναγομένης από τυχερά παίγνια, απαλλάσσονταν νομοθετικά από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, γ) Είχαν αναλάβει σημαντικό οικονομικό κίνδυνο που αφορούσε: ί) στην απόδοση των εισπράξεων στην εναγομένη, ακόμη και στην περίπτωση απώλειάς τους λόγω κλοπής ή ληστείας, ii) στην υποχρέωση χορήγησης εγγυητικής επιστολής στην εναγομένη για τη διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια, μονομερώς καθοριζόμενα από αυτή, καθώς και για την εξασφάλισή της για την εκ μέρους του παίκτη καταβολή του αντιτίμου του παιγνίου, iii) στην καθημερινή διαβίβαση από την εναγομένη στην τράπεζα, όπου τηρείτο ο λογαριασμός κάθε πράκτορα, των ποσών που έπρεπε να χρεωθεί ή να πιστωθεί ο λογαριασμός του (πωλήσεις μείον προμήθεια μείον τα πληρωθέντα κέρδη σε παίκτες), iv) στην αδυναμία ακύρωσης των συμμετοχών στο παίγνιο "Στοιχηματισμός επι γεγονότων σε εξέλιξη- Πάμε Στοίχημα Live", με συνέπεια, σε περίπτωση εσφαλμένου χειρισμού ή εμπλοκής του μηχανογραφικού συστήματος, η άρνηση του παίκτη να καταβάλει την αξία συμμετοχής, επειδή διαπίστωσε διαφορά στην απόδειξη συμμετοχής από την προφορική του εντολή, να επιβαρύνει τον πράκτορα, ν) στην ανάληψη από τους πράκτορες του κινδύνου των αδιάθετων αποθεμάτων για την περίπτωση της μη διάθεσης του συνόλου των λαχνών πέντε μερίδων του Λαϊκού Λαχείου, το κόστος των οποίων χρεώνεται ο πράκτορας από την εταιρία "Ελληνικά Λαχεία ΑΕ", θυγατρική της εναγομένης, vi) στην οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα από πρωτοβουλίες του για την προώθηση των παιγνίων, όπως στην περίπτωση της προώθησης ομαδικών συστημάτων (δελτίων υψηλής αξίας συμμετοχής, επιμεριζόμενων σε περισσότερες μερίδες), των οποίων οι μερίδες μένουν αδιάθετες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, vii) στη συμμετοχή του πράκτορα στα έξοδα μεταφοράς των δελτίων συμμετοχής στα παίγνια με τη μεταφορά τους με ίδια μέσα από τα κεντρικά σημεία κάθε νομού, στα οποία αποστέλλονται από την εναγομένη προς τα πρακτορεία, viii) στο κόστος εκτύπωσης από το διαδίκτυο των μεταβαλλομένων από την εναγομένη αποδόσεων κέρδους των προσφερομένων στοιχημάτων για αθλητικά γεγονότα, προκειμένου να καταστούν προσιτά στο κοινό, με συνέπεια να είναι άχρηστες οι έντυπες εκδόσεις που χορηγεί η εναγόμενη, ix) στη συμμετοχή του πράκτορα στο 65% του κόστους τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης με το Κεντρικό Μηχανογραφικό Σύστημα της εναγομένης, x) στη συμμετοχή στη διαφημιστική δαπάνη του πράκτορα μέσω της υποχρέωσής του να ενημερώνει προφορικά τους παίκτες άλλων παιγνίων για το παιχνίδι ΚΙΝΟ και να προμηθεύεται, με δαπάνες του ιδίου εξοπλισμό, ήτοι οθόνες προβολής περιεχομένου, καλωδιώσεις, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δρομολογητές, δορυφορικά πιάτα κ.α., για τη διεξαγωγή του παιγνίου ΚΙΝΟ, στο πλαίσιο της οποίας διαφημίζεται περαιτέρω το εν λόγω παίγνιο, xi) στην υποχρέωση του πράκτορα να συνάπτει συνδρομές στις πλατφόρμες ΟΤΕ TV και NOVΑ μέσω της αντίστοιχης κεντρικής συμφωνίας της εναγομένης με τις εταιρείες αυτές, επιβαρυνόμενος με τη σχετική δαπάνη, δ) Ότι στην προταθείσα από την εναγομένη Σύμβαση 2017 προβλεπόταν ρητά ότι ο πράκτορας ασκεί ανεξάρτητη επιχείρηση, φέρει τους κινδύνους από τη λειτουργία του πρακτορείου και βαρύνεται με το σύνολο των δαπανών λειτουργίας και ανακαίνισής του, καθώς και το κόστος χρήσης του εξοπλισμού που χορηγεί η εναγομένη και το κόστος μετεγκατάστασης σε περίπτωση σχετικής απαίτησης της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Περαιτέρω, ότι με την από 23-2-2017 καταγγελία η εναγομένη, επεδίωξε να αντικαταστήσει την ισχύουσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση (σύμβαση 2009) με την προδιατυπωμένη, από την ίδια, σύμβαση πρακτόρευσης 2017, αορίστου χρόνου, η οποία εμπεριέχει περιοριστικές του ανταγωνισμού ρήτρες, ήτοι: α) την απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης (άρθρο 13 παρ. 1 Σύμβασης 2017), δηλαδή ακόμη και μετά την παύση του μονοπωλίου της ΟΠΑΠ στα τυχερά παίγνια, και την απαγόρευση συμμετοχής του πράκτορα ως μετόχου σε ανταγωνιστική εταιρία (άρθρο 13 παρ. 2), τόσο έναντι της εναγομένης και των συνδεδεμένων με αυτή εταιριών όσο και έναντι των τρίτων προσώπων, τις υπηρεσίες των οποίων επιλέγει η εναγομένη για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης, β) την απαγόρευση ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης για ένα έτος στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημα του πράκτορα (άρθρο 13 παρ. 2), γ) την απαγόρευση άσκησης μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της σύμβασης χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια της εναγόμενης (άρθρο 13 παρ. 4), ρήτρες που είναι αντίθετες στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 1 του ν. 3959/2011, καθώς και αποτελούν ταυτόχρονα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της εναγομένης, ως και τις κάτωθι, επίσης κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, ρήτρες που περιλαμβάνουν: δ) την υποχρέωση συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα, επιλογής της εναγομένης για την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες δεν έχουν σχέση με τα τυχερά παίγνια (λ.χ. για υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, ταχυδρομικών υπηρεσιών), προς το κοινό, τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης όσο και μετά το τέλος αυτής (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α και β), ε) τη δυνατότητα της εναγομένης να μη διοργανώνει ούτε ένα παίγνιο (άρθρο 1 παρ. 3), στ) την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις πολιτικές της εναγομένης που καθορίζονται μονομερώς από αυτήν με κύρωση μη συμμόρφωσης την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο (άρθρο 3), ζ) την αφαίρεση των παιγνιομηχανημάτων από τα πρακτορεία τύπου ΣΤ στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο τιθέμενος από την εναγομένη στόχος (άρθρο 4 παρ. 3), η) την υποχρέωση του πράκτορα να διαφημίζει τα παίγνια της εναγομένης, ακόμη και αν δεν τα παρέχει αυτός (άρθρο 4 παρ. 8), θ) τον υπολογισμό της προμήθειας των πρακτόρων (άρθρο 10 και Παράρτημα) κατά τρόπο που θα οδηγήσει σε μείωση του ετήσιου ποσοστού αποζημίωσης, με βάση τις προβλέψεις για τις προμήθειες των ετών 2017 - 2021 που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, από τις οποίες προκύπτει ότι για να διατηρήσουν οι πράκτορες την αποζημίωση στο ύψος που θα ανερχόταν, με βάση την καταγγελθείσα σύμβαση (σύμβαση 2009), θα πρέπει να κατορθώσουν για το διάστημα αυτό αύξηση πωλήσεων κατά 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ, ι) την απαγόρευση μίσθωσης από τον πράκτορα του καταστήματος σε τρίτο για την άσκηση της ίδιας η παρεμφερούς δραστηριότητας άνευ της αδείας της εναγομένης (άρθρο 13 παρ. 2), για δύο έτη μετά τη λύση της σύμβασης. Ότι για τους παραπάνω λόγους η επίδικη καταγγελία, η οποία αφορά και καταλαμβάνει το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας και επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο, ασκήθηκε προκειμένου να υπογράψουν οι πράκτορες, ήτοι και η ενάγουσα, τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017, η οποία περιέχει τους ανωτέρω όρους που αντίκεινται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και 1 και 2 του ν.3959/2011 και 174 και 179 ΑΚ. 2) Διότι η Υ.Α.25148/1999 που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως της ενάγουσας και η οποία εξακολουθούσε να την διέπει κατά την καταγγελία της από την εναγομένη, δεν επέτρεπε τη λύση της σύμβασης και την αφαίρεση από την εναγομένη της συνδεόμενης αρρήκτως με την ισχύ της σύμβασης Ενιαίας Άδειας Πρακτόρευσης της ενάγουσας με τακτική καταγγελία, ενώ η εναγομένη δεν επικαλέστηκε ως σπουδαίο λόγο έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 8 της Υπουργικής Απόφασης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, 3) Λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, θεωρούμενης ως τακτικής, διότι η εναγομένη είχε παραιτηθεί ρητώς από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης και ανάκλησης της εντολής, η οποία αφορούσε και στο συμφέρον των εντολοδόχων - πρακτόρων αλλά και των παικτών, με το άρθρο 23 της ισχύουσας σύμβασης πρακτόρευσης, ενόψει του περιεχομένου του όρου αυτού και της πραγματικής βούλησης των μερών, δεδομένου και του ιστορικού των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της συνομολόγησης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου από τα μέρη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή η παραίτηση είναι έγκυρη, αφού η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί και το δικό τους συμφέρον, αλλά και αυτό των παικτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 724 εδ. β ΑΚ, 4) Σε περίπτωση που η καταγγελία θεωρηθεί ως έκτακτη, λόγω ακυρότητας αυτής οφειλομένης στην έλλειψη σπουδαίου λόγου, άλλως λόγω απόσβεσης του δικαιώματος καταγγελίας, διότι δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που συνιστά το λόγο καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 23 των καταγγελθεισών συμβάσεων, 5) Λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη, διότι: α) η καταγγελία είχε ως σκοπό να εξαναγκάσει τους πράκτορες στην προσχώρηση στη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017 που είχε διατυπωθεί μονομερώς από την εναγόμενη, β) η εν λόγω νέα σύμβαση προέβλεπε για πρώτη φορά μετά από 60 έτη νέο τρόπο υπολογισμού των προμηθειών των πρακτόρων, ο οποίος δεν προβλέπεται στον Κανονισμό Πρακτόρων του 2016, αλλά διατυπώθηκε από την εναγομένη και με τον οποίο οι προμήθειες υπολογίζονταν όχι πλέον επί του χρηματικού ποσού που καταβάλει κάθε παίκτης εκάστου τυχερού παιγνίου, αλλά επί του υπολοίπου που απομένει μετά την αφαίρεση από τον κύκλο εργασιών της εναγομένης του ποσού που αντιστοιχεί στο ποσοστό απόδοσης κερδών των νικητών ανά παιχνίδι και του ποσού συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα καθαρά έσοδα της εναγόμενης, γ) στη νέα σύμβαση προβλέπεται εγγυημένη μείωση της προμήθειας των πρακτόρων μέχρι το 2021 και δυνατότητα περαιτέρω μείωσης μετά το 2021, δ) στην ίδια σύμβαση προβλέπεται η υποχρέωση του πράκτορα να μετεγκαταστήσει το πρακτορείο, εφόσον η εναγομένη το απαιτήσει, χωρίς να αναλάβει αυτή το κόστος μετεγκατάστασης και χωρίς αποζημίωση για το κόστος της υφιστάμενης υποδομής και την απώλεια πελατείας, ε) στη σύμβαση προβλέπεται υποχρέωση του πράκτορα να ανακαινίζει το πρακτορείο ή να μεταβάλει τον τύπο του πρακτορείου με δικά του έξοδα, στ) στη σύμβαση προβλέπεται ότι η εναγόμενη δικαιούται να μοιράζει σε κάθε πρακτορείο όποια και όσα παιχνίδια επιθυμεί, ζ) στη σύμβαση προβλέπεται υποχρέωση του πράκτορα να καλύψει το κόστος τηλεπικοινωνιακής υποδομής, να εκπαιδεύει τους πελάτες για την ανταγωνιστική ως προς τον ίδιο διαδικτυακή διεξαγωγή των παιχνιδιών της εναγόμενης, η) με τη σύμβαση προβλέπονται περισσότεροι λόγοι καταγγελίας της σύμβασης από την εναγόμενη χωρίς αποζημίωση του πράκτορα, θ) στη σύμβαση προβλέπεται ότι ο πράκτορας συμφωνεί με οποιαδήποτε μεταβολή στη σύμβαση επιφέρει μονομερώς η εναγόμενη, ι) με τη σύμβαση καταργείται η πρόβλεψη ότι οι πράκτορες αποτελούν το μοναδικό φυσικό δίκτυο της εναγόμενης και η υποχρέωση της εναγόμενης περί ισότιμης μεταχείρισης των πρακτόρων, ια) η νέα σύμβαση εμπεριέχει όρους άκυρους κατ` άρθρο 174 και 179 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα για τον πρώτο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών, ιβ) το συνδικαλιστικό όργανο των πρακτόρων ΠΟΕΠΠΠ είχε προτείνει στην εναγομένη την προσθήκη στις ισχύουσες συμβάσεις ενός τροποποιητικού παραρτήματος για την προσαρμογή της στον Κανονισμό Πρακτόρων 2016 δύο φορές, το οποίο απέρριψε η εναγόμενη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ιγ) η εναγόμενη μεθόδευσε τις καταγγελίες χωρίς προηγουμένως να δοθεί η δυνατότητα διαβούλευσης με τους πράκτορες, ιδ) το δικαίωμα καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, τακτικής ή έκτακτης, είχε αποδυναμωθεί μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος 8 ετών από το 2009 έως το 2017, χωρίς να προβεί σε καταγγελία για λόγο διαφορετικό από τους προβλεπόμενους στη σύμβαση και την ΥΑ 25148/1999 με συνέπεια να δημιουργηθεί δικαιολογημένη πεποίθηση στους πράκτορες ότι οι συμβάσεις τους δύνανται να καταγγελθούν μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους σπουδαίους λόγους. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε: α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως πρακτόρευσης μεταξύ αυτής και της εναγομένης, β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις από την καταγγελθείσα σύμβαση και ειδικότερα, ενδεικτικά: 1)να υποχρεωθεί να διατηρήσει το πρακτορείο της πλήρη λειτουργία κατά το ρυθμιστικό πλαίσιο των καταγγελθεισών συμβάσεων. 2) Να υποχρεωθεί να την αντιμετωπίζει ισότιμα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 των συμβάσεων αυτών και συγκεκριμένα να προσδιορίσει ισότιμα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο καθαρών οικονομικών της συναλλαγών που προκύπτει με βάση τις πωλήσεις του πρακτορείου, αφαιρουμένων των κερδών που αποδίδονται στους παίκτες, και να την εντάσσει ισότιμα σε κάθε νέο πρόγραμμα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων, όπως έπραττε μέχρι την καταγγελία. 3) Να υποχρεωθεί να προβαίνει στη συντήρηση του υφιστάμενου εξοπλισμού του πρακτορείου και την παροχή των απαραιτήτων αναλωσίμων γι' αυτό, κατά τους όρους της καταγγελθείσας συμβάσεως που μνημονεύονται ειδικότερα στην αγωγή. 4) Να υποχρεωθεί να της χορηγεί όλα τα παίγνια που διαχειρίζεται κατά το άρθρο 1.2 της καταγγελθείσας συμβάσεως, 5) Να προβαίνει σε υπολογισμό της αποζημίωσής της κατά το άρθρο 18 και το Παράρτημα IV παρ. 7 της συμβάσεως. γ) Να καταδικασθεί η εναγόμενη σε χρηματική ποινή ποσού 50.000 ευρώ για κάθε ημέρα λειτουργίας του πρακτορείου, κατά την οποία παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από την καταγγελθείσα σύμβαση, δ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να την αντιμετωπίζει ισότιμα με τους λοιπούς πράκτορες, με βάση την εκάστοτε πολιτική δικτύου της και συγκεκριμένα να ανεχθεί τη συμμετοχή της στα υφιστάμενα προγράμματα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων, ε) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να διατηρήσει τον εξοπλισμό του πρακτορείου για τη διεξαγωγή των παιγνίων κατ` άρθρο 6.1. της καταγγελθείσας συμβάσεως, στ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να μην επιτρέψει τη λειτουργία νέου πρακτορείου περιμετρικά του πρακτορείου της σε ακτίνα μικρότερη των 200 μέτρων ή καθ` υπέρβαση της αναλογίας 1 πρακτορείο προς 3.500 κατοίκους, όπως ορίζεται στα άρθρα 4.2 και 2.2. αντιστοίχους της μεταξύ τους συμβάσεως. ζ) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να ανέχεται την από αυτήν επιλογή του προσωπικού του πρακτορείου κατά τα άρθρα 7.2. και 3.2. της μεταξύ τους συμβάσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της, διότι, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, δεν θεμελιώνονται στο νόμο τα αγωγικά αιτήματα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως πρακτορείας και την καταδίκη της εναγομένης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την σύμβαση αυτή, για τους εξής λόγους: Η καταγγελθείσα επίδικη σύμβαση πρακτορείας διέπεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή για το περιεχόμενό της, από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες, διατάξεις του π.δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του Αστικού Κώδικα περί εντολής, σύμφωνα με την υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθότι προκύπτει ότι η διαμεσολαβητική δραστηριότητα της ενάγουσας ως πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών και ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δεδομένου ότι με την καταγγελθείσα σύμβαση η ενάγουσα είχε αναλάβει υποχρεώσεις ανάλογες με του εμπορικού αντιπροσώπου (σύναψη συμβάσεων αναφορικά με τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης κατ` αποκλειστικότητα, παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασης, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγομένης) και η επιχείρησή της, ακόμη και αν συστηνόταν ως επιχείρηση ξεχωριστή έναντι της εναγομένης απέναντι στις φορολογικές αρχές, δεν ήταν αυτόνομη και ανεξάρτητη από αυτή της εναγομένης, αλλά κατέστη αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, στο οποίο άλλωστε όλοι οι εντασσόμενοι πράκτορες ακολουθούσαν την ίδια εμπορική πολιτική, αυτής της εναγομένης. Αυτό άλλωστε ρητώς αναφερόταν στην σύμβαση όλων των πρακτόρων (Σύμβαση 2009), όπως και της ενάγουσας, στις οποίες προβλεπόταν ότι ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί από την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 1).

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ως άνω Σύμβασης 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή, προκύπτει ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι πράκτορες, ήτοι και η ενάγουσα, αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η εναγομένη, ενσωματωμένα στην επιχείρησή της ως μέλη του πανελληνίου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, μετά από έλεγχο των προϋποθέσεων τους και έγκρισή τους, έχοντας (οι πράκτορες) την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική πολιτική της, χωρίς τη δυνατότητα να ασκήσουν αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, και χωρίς να έχουν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες - παίκτες υπηρεσιών της εναγομένης, με τη διενέργεια επενδύσεων ή με άλλες δραστηριότητες που είχε η εναγομένη στην ίδια αγορά, άπαντες δε τους βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους τους έφερε η εναγομένη. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο των συμβάσεών τους (Σύμβαση 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή) προκύπτουν, πέραν του ότι οι πράκτορες δεν αποκτούν κυριότητα σε κάποιο από τα προϊόντα που τους μεταβιβάζονται από την εναγομένη ΟΠΑΠ ΑΕ και ότι ο τεχνολογικός εξοπλισμός, τα έπιπλα, οι επιγραφές και οι κατασκευές προβολής των σημάτων και προϊόντων της εγκαθίσταται στο πρακτορείο με δαπάνες της εναγομένης και με κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου, διάρκειας όσης και της σύμβασης πρακτορείας (άρθρο 6 της Σύμβασης 2009), και τα εξής ουσιώδη στοιχεία: α) η εκπαίδευση των ίδιων και του προσωπικού των πρακτορείων παρεχόταν και βάρυνε την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 της Σύμβασης 2009), β) η απαιτούμενη τεχνική υποστήριξη και συντήρηση του αναγκαίου για τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων και των υπηρεσιών τεχνολογικός εξοπλισμός, οι αναγκαίες συμβουλές για την προώθηση των παιγνίων και την ανάπτυξη των πρακτορείων και ακόμη και τα δελτία των παιγνίων παρέχονταν από την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρα 6, 15, 19 της Σύμβασης 2009), γ) οι διαφημιστικές δαπάνες, το ενημερωτικό και προωθητικό υλικό για τα τυχερά παίγνια βάρυναν την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 15 της Σύμβασης 2009), δ) η αμοιβή των πρακτόρων, ως προμήθεια επί του καταβαλλόμενου από τους παίχτες αντιτίμου, δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση της παροχής της ΟΠΑΠ ΑΕ, αλλά παρακρατείτο άμεσα κατά τη διεξαγωγή του κάθε παιγνίου (άρθρο 18 της σύμβασης 2009), ε) οι πράκτορες ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγομένη για τη λειτουργία του δικτύου, μεταξύ άλλων και ως προς την τιμολογιακή πολιτική (άρθρο 5 της Σύμβασης 2009), στ) η ΟΠΑΠ ΑΕ είχε το δικαίωμα ελέγχου των νομικών, φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησής του, των ασφαλιστικών και λοιπών εργοδοτικών υποχρεώσεών του, καθώς και το δικαίωμα απεύθυνσης συστάσεων και κατάπτωσης ποινικής ρήτρας σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του πράκτορα (άρθρα 12 και 22 της Σύμβασης 2009), ζ) Κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες, ήτοι του αντιτίμου για την παροχή των υπηρεσιών της ΟΠΑΠ ΑΕ, κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της (άρθρο 17 της Σύμβασης 2009). Τα παραπάνω δεν μεταβάλλονται, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι αγωγικοί ισχυρισμοί για τις συμβατικές υποχρεώσεις που φέρεται να είχε αναλάβει η ενάγουσα, καθώς με αυτές δεν ανέλαβε κανένα ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο ή δαπάνη. Ειδικότερα: α) Η ανεξαρτησία των προμηθειών που δικαιούνταν οι πράκτορες από το ύψος των κερδών της εναγομένης ΟΠΑΠ ΑΕ δεν συνεπάγεται την ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου από αυτούς, το δε γεγονός ότι οι προμήθειές τους εισπράττονταν στην πηγή, δηλαδή παρακρατούντο από τους πράκτορες όταν πλήρωνε ο παίκτης, δεν είναι νομικά κρίσιμο στοιχείο, αφού αφορά μόνο τον τρόπο είσπραξης των προμηθειών και ουδέν άλλο, β) Τυχόν προνομιακή φορολογική μεταχείριση της προμήθειας των πρακτόρων, και δη η απαλλαγή της από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, όχι μόνο δεν στηρίζει τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ανεξαρτησίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει την οικονομική τους ταύτιση με την επιχείρηση της εναγομένης που απολαμβάνει εκ του νόμου το ίδιο προνόμιο, σύμφωνα με την αγωγή, γ) Δεν προκύπτει η ανάληψη ουσιώδους ή σημαντικού οικονομικού κινδύνου από την ενάγουσα, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ήτοι κινδύνου που απορρέει i) από τις συμβάσεις, στις οποίες μεσολαβεί ο μεσάζων, ii) από τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι` αυτό το είδος της δραστηριότητας και iii) από άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος, καθότι οι συναφείς αγωγικοί ισχυρισμοί είτε αφορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή περιπτώσεις αναγόμενες σε πταίσμα του πράκτορα (απώλεια εισπράξεων, διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια και μη καταβολή αντιτίμου από παίκτες για τα επιπλέον ποσά, εσφαλμένος χειρισμός ή εμπλοκή συστήματος στα παίγνια "Στοιχηματισμός επι γεγονότων σε εξέλιξη-Πάμε Στοίχημα Live", επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων μερίδων Ομαδικού Συστήματος), είτε δεν οδηγούν σε ουσιώδη οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα ή ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου, συνδεόμενου άμεσα με την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγομένης ενόψει της συνολικής διάρθρωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2009 (συμμετοχή σε έξοδα μεταφοράς δελτίων συμμετοχής, εκτύπωση αποδόσεων κέρδους, προμήθεια εξοπλισμού διαφημιστικής προβολής του τυχερού παιγνίου "KINO", διαβίβαση εντολών για ποσά χρεοπιστώσεων από την ΟΠΑΠ ΑΕ σε τράπεζα, επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων λαχνών Λαϊκού Λαχείου έναντι τρίτης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Λαχεία ΑΕ", συμμετοχή σε κόστος τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης). Συνοψίζοντας, η εναγομένη ήταν αυτή που καθόριζε τους βασικούς όρους διεξαγωγής της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων, είχε δικαιώματα ελέγχου και εξέτασης της συμμόρφωσης του πράκτορα, ενώ είχαν κοινό επιχειρηματικό προσανατολισμό στην επιτυχία της επιχειρηματικής δράσης.

Συνεπώς πληρούνται τα δύο καθοριστικά κριτήρια, ήτοι η απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης των πρακτόρων και η ανάληψη από την εναγομένη ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων, ώστε να χαρακτηρισθεί η σχέση που τους συνδέει εμπορική αντιπροσωπεία. Στη διαπίστωση περί του ότι η σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων έχει χαρακτηριστικά σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (αλλά και δικαιόχρησης-franchising) κατέληξε και η απόφαση 1601/2019 (σκ. 30) του Συμβουλίου Επικράτειας, η οποία κρίνοντας επί της από 6-2-2017 αίτησης ακύρωσης που άσκησαν ορισμένοι πράκτορες και σωματεία κατά της 229/2/18.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ", σε συνέχεια του οποίου έλαβαν χώρα οι ένδικες τροποποιητικές καταγγελίες, απέρριψε την ως άνω αίτηση, κρίνοντας ότι ο νέος Κανονισμός είναι έγκυρος. Επίσης και η 430/V/2009 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία δεν προσεβλήθη ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων με την άσκηση προσφυγής, απεφάνθη ότι οι πράκτορες της εναγομένης, εφόσον δεν αναλαμβάνουν κανέναν κίνδυνο συνιστούν γνήσιους εμπορικούς αντιπροσώπους και δεν αποτελούν επιχειρήσεις σύμφωνα με το δίκαιο του ανταγωνισμού και επομένως οι συμβάσεις που συνάπτουν δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 703/1977. Ως εκ τούτου, ενόψει της φύσης της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπως προκύπτει από το κείμενο της καταγγελθείσας συμβάσεως, αορίστου χρόνου και της εφαρμογής των διατάξεων περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του π.δ.219/1991, η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, είτε θεωρηθεί ως τακτική (χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου), με ενιαύσια προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της (ήτοι κατ' αποτέλεσμα υπερβαίνουσα την ανώτατη προθεσμία προειδοποίησης των έξι μηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991), είτε ως έκτακτη (με συνδρομή σπουδαίου λόγου και χωρίς την τήρηση προθεσμίας), ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ασκήθηκε, είτε αντίθετα με τη συμφωνία των μερών περί παραίτησης της εναγομένης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας χωρίς σπουδαίο λόγο με τήρηση προθεσμίας (παραίτηση, η οποία πάντως δεν προβλέπεται στο άρθρο 23 της Σύμβασης 2009, αφού δεν αναφέρεται στη διατύπωσή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΠΑΠ ΑΕ μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, με αποτέλεσμα η ΟΠΑΠ ΑΕ, ελλείψει σχετικής συμβατικής δέσμευσης, να μπορεί να την καταγγείλει οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς σπουδαίο λόγο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 724 εδ. α ΑΚ, με τήρηση πάντως των προθεσμιών του αναλογικώς εφαρμοζόμενου άρθρου 8 παρ 3 του π.δ.219/1991), είτε άκαιρα, ήτοι χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, μετά την παρέλευση της συμβατικής δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας μετά την επέλευση του γεγονότος που συνιστά το λόγο αυτόν, είτε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ήτοι καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ ή αντίθετα στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ , επέφερε σε κάθε περίπτωση τη λύση της συμβάσεως πρακτορείας, δεν είναι άκυρη και δύναται να δημιουργήσει (εφόσον αποδειχθεί η αντίθεσή της στη σύμβαση ή το νόμο) μόνο αποζημιωτική ευθύνη της εναγόμενης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη που προηγήθηκε, για την κρατούσα νομολογιακή προσέγγιση των επιπτώσεων της καταγγελίας στις διαρκείς συμβάσεις με έντονο τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, οι οποίες, όπως οι επίδικες, διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και υπό την εκδοχή ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν.3959/2011 (που προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), είτε κατά παράβαση του άρθρου 2 του ν. 3959/2011(που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης στην υπό κρίση έννομη σχέση και στοιχειοθετείται μόνο αποζημιωτική ευθύνη, κατά τα ήδη αναφερθέντα στις υπό στοιχεία (I) και (II) νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, είτε τέλος κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι ούτε ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει αυτή τη συνέπεια για την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αλλά μόνο ποινικές κυρώσεις, ενώ στοιχειοθετείται, κατά το εθνικό δίκαιο, και αποζημιωτική ευθύνη, κατά τα ήδη αναφερθέντα στις υπό στοιχεία (I), (II) και (IV) νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Επιπλέον, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη η θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στον, κατά την ενάγουσα, νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης με την Υπουργική Απόφαση 25148/1999 διότι πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι υφίστατο τέτοιος περιορισμός από το κείμενό της, σε κάθε περίπτωση η ως άνω υπουργική απόφαση είχε καταργηθεί ήδη από το έτος 2010 και κατά το χρόνο της καταγγελίας, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ρυθμίζονταν μόνο συμβατικά, χωρίς εφαρμογή του παραπάνω κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (III) νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι με την ένδικη καταγγελία επιδιώχθηκε, επήλθε ή ήταν δυνατόν να επέλθει η νόθευση ή ο περιορισμός του ενδοενωσιακού ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών και συνεπώς ότι ήταν άκυρη αυτή, σύμφωνα με τον άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή κανόνα του άρθρου 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των εξής:Α) Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η επιχείρηση της ενάγουσας συνιστούσε χωριστή επιχείρηση από αυτή της εναγομένης, η καταγγελία αυτή αποτελούσε μία μονομερή δικαιοπραξία από τη φύση της, η οποία τελούσε υπό την εξουσιαστική - με την έννοια ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη βούλησή της- διαλυτική αίρεση ότι η αντισυμβαλλόμενη της ΟΠΑΠ ΑΕ ενάγουσα θα ενέκρινε την πρόταση της καταγγέλλουσας ΟΠΑΠ ΑΕ για τροποποίηση των όρων της σύμβασης τους (Σύμβαση 2009) και ισχύος αυτών της νέας σύμβασης (Σύμβαση 2017), η οποία περιείχε τις αναφερόμενες στην αγωγή (αντιανταγωνιστικές) ρήτρες προώθησης ενός σήματος και μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού. Επομένως, η καταγγελία αυτή είχε το χαρακτήρα τροποποιητικής καταγγελίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη που προηγήθηκε και μόνο στην υποτιθέμενη περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της εναγομένης εκ μέρους της ενάγουσας και σύμπτωσης των βουλήσεών τους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμφωνία που να συνιστά παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, λόγω της ύπαρξης των προαναφερομένων ρητρών, εφόσον βέβαια δεν συνέτρεχαν οι λόγοι απαλλαγής που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού 330/2010 ή δικαιολόγησης αυτών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις Κατευθυντήριες Γραμμές (αρ. 19) και την υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη που προηγήθηκε. Τέτοια όμως συναίνεση της ενάγουσας στην τροποποίηση των συμβάσεων πρακτόρευσης και ισχύος της Σύμβασης 2017, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό, δεν υπάρχει, αντιθέτως μάλιστα αυτή εκδήλωσε εμπράκτως, με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την πλήρη εναντίωσή της στην τροποποιητική καταγγελία και στην προτεινόμενη τροποποίηση των όρων της σύμβασής της με την εναγομένη. Β) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ. 1 της Σύμβασης 2017, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017, οι δυνάμενοι ενδιαφερόμενοι να δραστηριοποιηθούν στην αγορά των επίγειων τυχερών παιγνίων τρίτοι πάροχοι δεν εμπίπτουν στην έννοια του δυνητικού ανταγωνιστή, σύμφωνα με την υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθώς η είσοδός τους δεν είναι λογικά και ρεαλιστικά αναμενόμενη εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, δηλαδή ανταγωνισμός δεν υφίσταται και δεν μπορεί να υφίσταται έως τουλάχιστον το έτος 2030, αφού η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει αποκτήσει, βάσει του ν. 2843/2000 (άρθρο 27 παρ. 2 α), της από 15-12-2000 Σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο και της πρόσθετης πράξης αυτής, το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής τους μέχρι τότε, δικαίωμα που άλλωστε έχει κριθεί συμβατό με το ενωσιακό δίκαιο (ΟλΣΤΕ 3167/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΔΕΕ C-186/2011 και C 209/11 Stanleybet International Ltd σκ. 24). Εξάλλου, είναι υποθετικό το ενδεχόμενο ότι, έστω και το έτος 2030, θα ανοίξει με νομοθετική πρωτοβουλία η αγορά σε τρίτους παρόχους επίγειων τυχερών παιγνίων αντίστοιχων με της ΟΠΑΠ ΑΕ, καθώς αυτό προϋποθέτει τη ριζική αλλαγή προσέγγισης στην κρατική πολιτική ελέγχου της αγοράς τυχερών παιγνίων, που σήμερα παρέχει η εναγομένη, πολιτική που διαχρονικά βασίζεται στη θέση ότι η προστασία από τους συνυφασμένους με τα τυχερά παίγνια κινδύνους στη χώρα παρέχεται αποτελεσματικότερα με το σύστημα χορήγησης αποκλειστικών δικαιωμάτων διεξαγωγής σε έναν πάροχο, υποκείμενο σε εξαιρετικά αυστηρό κανονιστικό έλεγχο. Γ) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται αμφότερες στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017, και εκτείνονται, πέραν των τυχερών παιγνίων, και σε υπηρεσίες τρίτων παροχών ή θυγατρικής της ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρείας, τις οποίες η ΟΠΑΠ ΑΕ θα επιλέξει να διαθέτει μέσω του δικτύου της και αφορούν σε ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης, αυτές αφορούν υπηρεσίες που παρέχονται και προωθούνται με εκτενή πρόσβαση από τους εκάστοτε παρόχους τους είτε με δικό τους δίκτυο (επίγεια δίκτυα, τηλεφωνικά κέντρα, μέσω ιστοσελίδων τους online) είτε με επίγεια, online κλπ δίκτυα τρίτων (πχ τράπεζες, συνεργαζόμενες αλυσίδες λιανικού εμπορίου κλπ), δηλαδή με ύπαρξη εναλλακτικών καναλιών διανομής τους, γεγονός εκ του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δίκτυο των καταστημάτων των πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί βασική υποδομή για την άσκηση της δραστηριότητας των τρίτων παροχών, επομένως ότι παρεμποδίζεται, περιορίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός. Ως εκ τούτου, από το σύνολο των παραπάνω αναπτύξεων προκύπτει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της". Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ. 1860/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την από 14-2-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης ως νόμω αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: (α) Η σχέση μεταξύ της ΟΠΑΠ ΑΕ και των πρακτόρων, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον νόμο, προσιδιάζει αφενός μεν σε σύμβαση γνήσιας εμπορικής αντιπροσωπείας, αφετέρου δε σε σύμβαση εντολής, αναλογικώς εφαρμοζόμενων των αντίστοιχων διατάξεων του π.δ 219/1991 και του ΑΚ περί εντολής, (β) Η αναιρεσείουσα δεν συνιστά (αυτοτελή) εμπορική επιχείρηση, ακόμη κι αν συστήνονταν ως επιχείρηση έναντι της ΟΠΑΠ ΑΕ, έναντι των λοιπών αρχών ή και συλλήβδην προς τα έξω, καθώς δεν ήταν αυτόνομη ή ανεξάρτητη οντότητα, αλλά αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του δικτύου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ΟΠΑΠ ΑΕ, (γ) η αναιρεσείουσα αποτελούσε βοηθητικό όργανο για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η αναιρεσίβλητη, ενσωματωμένη στην επιχείρησή της, ως μέλος του πανελλήνιου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων. Περαιτέρω έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, καθώς δεν έχει αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες υπηρεσιών. Εξάλλου, το Εφετείο έκρινε, ότι με τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί σε σημαντικές επενδύσεις, ενώ, επίσης, όλους τους βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους τους έφερε η ΟΠΑΠ ΑΕ.

Συνεπώς, η απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας αλλά και η ανάληψη από την ΟΠΑΠ ΑΕ ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων αποτελούν στοιχεία που προσιδιάζουν σε σύμβαση με χαρακτηριστικά εμπορικής αντιπροσωπείας, (δ) η καταγγελία της συμβάσεως ήταν τροποποιητική, από την οποία δεν ήταν δυνατόν να επέλθει νόθευση ή περιορισμός του ανταγωνισμού σύμφωνα με τη (μη εφαρμοστέα) ΣΛΕΕ 101 παρ. 2. Τούτο διότι: ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσείουσα συνιστούσε χωριστή επιχείρηση, η καταγγελία πάντως αποτελούσε μια μονομερή δικαιοπραξία (όχι συμφωνία επιχειρήσεων), η οποία τελούσε υπό την εξουσιαστική- διαλυτική αίρεση ότι η αναιρεσίβλητη θα ενέκρινε την πρότασή της για τροποποίηση των όρων της σύμβασης με την κατάρτιση νέας τοιαύτης. Τη νέα αυτή σύμβαση που, κατά την αγωγή, περιείχε τις αναφερόμενες σ'αυτήν αντιανταγωνιστικές ρήτρες, η αναιρεσείουσα δεν την υπέγραψε. Αντιθέτως μάλιστα, εκδήλωσε εμπράκτως την πλήρη εναντίωσή της στην τροποποιητική καταγγελία και στην προτεινόμενη τροποποίηση των όρων της σύμβασής της από την εταιρεία ΟΠΑΠ ΑΕ. Ώστε και γι' αυτόν τον λόγο να μην πληρούται το ειδικό πραγματικό της διάταξης του άρθ.101 § 2 ΣΛΕΕ, (ε) Συναφώς, η υπό κρίση σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ανταγωνισμού και ιδίως των άρθρων 1 ν. 3959/2011 και 101 ΣΛΕΕ, καθώς δεν συνιστά συμφωνία μεταξύ διακεκριμένων αυτόνομων οντοτήτων - επιχειρήσεων, ικανής να θέσει περιορισμούς στον ανταγωνισμό, (στ) Απόρροια των ανωτέρω είναι ότι η καταγγελία μίας σύμβασης συνιστά από τη φύση της μονομερή δικαιοπραξία και όχι συμφωνία ή σύμπτωση δηλώσεων βουλήσεως, η οποία θα μπορούσε να ελεγχθεί υπό το πρίσμα των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011.

Έτσι, έκρινε η προσβαλλομένη ότι, οι πράκτορες (όπως η αναιρεσείουσα) δεν αποτελούν "επιχειρήσεις" δραστηριοποιούμενες σε ενιαία αγορά κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου, αλλ' αντιθέτως χαρακτηρίζονται από την απόλυτη ένταξή τους στο δίκτυο, στην τεχνογνωσία και στο επιχειρηματικό πλάνο της ΟΠΑΠ ΑΕ καθώς επίσης από τη μη ανάληψη ουσιώδους επιχειρηματικού κινδύνου. Επιπλέον, με πειστική επάλληλη αιτιολογία, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης της ΟΠΑΠ ΑΕ (υπό την έννοια του άρθρ. 102 ΣΛΕΕ και 2 του ν. 3959/2011), διότι όλες οι προβαλλόμενες εκ μέρους της αναιρεσείουσας αιτιάσεις για τη νέα σύμβαση αφορούν αυτήν ακριβώς τη νέα σύμβαση πρακτορείας του 2017, την οποία αυτή δεν υπέγραψε, και όχι στην καταγγελία της παλαιάς συμβάσεως, η οποία αποτελεί μονομερή δήλωση βουλήσεως.(ζ) σε κάθε περίπτωση η καταγγελία επέφερε τα αποτελέσματά της, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθ. 1 του ν. 3959/2011, είτε κατά παράβαση του άρθ. 2 του ν. 3959/2011, είτε, τέλος, κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, διότι ούτε ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει την ακυρότητα ως συνέπεια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και σε κάθε περίπτωση υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης, με συνέπεια να στοιχειοθετείται (δυνητικά) μόνο αποζημιωτική ευθύνη υπό προϋποθέσεις.(η) από τη σαφή διατύπωση της συμβάσεως, σαφώς συνάγεται ότι δεν είχε συμφωνηθεί παραίτηση της ΟΠΑΠ ΑΕ από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας και συνεπώς ορθά το δικαστήριο δεν κατέφυγε στην ερμηνεία του όρου που περιέχεται στο άρθ. 23 της συμβάσεως του 2009 υπό το πρίσμα των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, ενώ εν συνεχεία έγινε δεκτό ότι το σχετικό δικαίωμα προβλεπόταν τόσο από τους γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλες τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, όσο και ειδικώς από το αναλογικώς εφαρμοζόμενο π.δ. 219/1991 (άρθ. 8 §§ 3-5). Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αλυσιτελώς προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθ. 724 εδ. β ΑΚ σχετικά με το ελευθέρως ανακλητό της σύμβασης εντολής αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν δέχθηκε παραίτηση από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας. θ)όπως προκύπτει και από την ίδια τη φύση της σύμβασης, η σχέση της αναιρεσείουσας με την ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί σχέση με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης, αφού ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση αλλότριων υποθέσεων και παρέχει τις υπηρεσίες του επί τη βάσει ενός οργανωμένου από την ΟΠΑΠ ΑΕ επιχειρηματικού σχεδίου, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση του κύκλου εργασιών της, ενώ, συγχρόνως, κατά τη διενέργεια της δραστηριότητας του στοιχηματισμού και μέχρι την οικονομική εκκαθάριση, διαχειρίζεται και έχει στην κατοχή του χρηματικά ποσά, τα οποία κατά ένα μέρος ανήκουν στην ΟΠΑΠ και της αποδίδονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όταν γίνονται αμοιβαίες εκκαθαρίσεις. Λόγω δε του χαρακτήρα της αυτού, στην σύμβαση πρακτορείας βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής, ως γενικές, αναλογικώς δε οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας ως ειδικότερες.

Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία της εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, εφαρμόζονται αναλογικά σ'αυτήν οι διατάξεις του ΑΚ περί εντολής, καθώς και αυτές του π.δ/τος 219/1991, όπως προεκτέθηκε. Με βάση τα παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 173, 200 ΑΚ (1ος λόγος) και 101 § 1 ΣΛΕΕ και 1 § 2 ν.3959/2011 με την προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία της (2ος λόγος) είναι αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ σχετικά με το χαρακτήρα της υπό του πράκτορα ασκουμένης δραστηριότητος, καθόσον, όπως ορθά κρίθηκε από την προσβαλλόμενη, η αναιρεσείουσα δεν συνιστά (αυτοτελή) εμπορική επιχείρηση, ακόμη κι αν συστήνονταν ως επιχείρηση έναντι της ΟΠΑΠ ΑΕ, έναντι των λοιπών αρχών ή και συλλήβδην προς το καταναλωτικό κοινό, καθώς δεν ήταν αυτόνομη ή ανεξάρτητη οντότητα, αλλά αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του δικτύου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ΟΠΑΠ ΑΕ, αποτελούσε βοηθητικό όργανο για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η αναιρεσίβλητη, ούσα ενσωματωμένη στην επιχείρησή της, ως μέλος του πανελλήνιου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων και ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, καθώς δεν έχει αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η επίδικη καταγγελία της σύμβασης του 2009 συνιστούσε μονομερή δικαιοπραξία και δεν ενέπιπτε στις διατάξεις των άρθ. 101 § 1 ΣΛΕΕ και 1 § 1 ν.3959/2011, αφού η καταγγελία της σύμβασης του 2009 αποτέλεσε το μόνο και αδήριτο "όχημα" της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να επιβάλει περιορισμούς του ανταγωνισμού και επομένως, συνιστά, παράνομη συμπραξιακή συμπεριφορά, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 άρθρ. 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011 και είναι άκυρη, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 άρθρ. 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011. Σε κάθε δε περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ζήτημα του αν συνιστά συμφωνία, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 101 ΣΛΕΕ, καταγγελία με την οποία διώκεται, ή επιτυγχάνεται η επιβολή περιοριστικών του ανταγωνισμού ρητρών, δεν έχει εισέτι ειδικά αντιμετωπισθεί και ότι συντρέχει περίπτωση διατύπωσης προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθότι η επίκληση του αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ότι η καταγγελία της σύμβασης του 2009 αποτέλεσε το όχημα της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να επιβάλει περιορισμούς του ανταγωνισμού και επομένως, ότι με την έννοια αυτή συνιστά, παράνομη συμπραξιακή συμπεριφορά, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 άρθρ. 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011 και είναι άκυρη, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 άρθρ. 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011, προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά παράβαση του άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ . Σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος καθόσον για την κατάφαση της νομικής αβασιμότητος της αγωγής ελήφθη υπόψη και η καθοριστική υπ'αριθ. 787/2022 απόφαση του Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία κρίθηκε ότι η κρίσιμη καταγγελία είναι μονομερές μέτρο άρα μονομερής δικαιοπραξία, στην οποία δεν συμπράττει ο πράκτορας και άρα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθ. 1 § 1 ν.3959/2011. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε αρμοδίως. Με τους συναφείς πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους αναίρεσης, εν συνόλω ερευνώμενους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη ομοίως η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθ. 102 ΣΛΕΕ και 2 ν.3959/2011 κρίνοντας ότι η καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης θα επέφερε τη λύση της, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι αυτή αντέκειτο στις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ότι εν προκειμένω η καταγγελία της συμβάσεως ήταν αντίθετη στα άρθρα 102 ΣΛΕΕ και 2 ν. 3959/2011 και ότι, εντούτοις, επέφερε τη λύση της συμβάσεως (οπότε και μόνο θα παρίστατο ως λυσιτελής η προσβολή της κρίσης αυτής με αναίρεση). Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, η ερμηνεία των διατάξεων αυτών από το Εφετείο είναι ορθή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και κατά την νομική ανάλυση των κρίσιμων νομικών εννοιών υπό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συντασσόμενη πλήρως με την Επιτροπή Ανταγωνισμού όταν αποφάνθηκε ότι δεν είναι κατά νόμον άκυρη μία καταγγελία μιας εμπιστευτικής συμβάσεως, όπως η προκειμένη, η οποία (καταγγελία) λαμβάνει χώρα (καθ'υπόθεση) κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Με βάση το σκεπτικό που προηγήθηκε, το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, το οποίο άσκησε η αναιρεσίβλητη, αναγνωρίζεται και σε επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση, οι οποίες έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα επιλογής συνεργατών και του τρόπου οργάνωσης του δικτύου τους. Όπως δε εκτέθηκε κατά την παράθεση των νομικών εννοιών, η τακτική καταγγελία μιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας δεν μπορεί κατ'αρχήν να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης. Οποιαδήποτε συμβατική ρύθμιση με την οποία περιορίζεται ή αποκλείεται το δικαίωμα καταγγελίας, ελέγχεται με βάση τα άρθ. 178 και 179 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση της εδώ ενδιαφέρουσας τροποποιητικής καταγγελίας, όπου η επικαλούμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης αφορά σε μεμονωμένους όρους της νέας σύμβασης (που διαφοροποιείται από την προηγούμενη), α) η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ως τέτοια δεν αποτελεί αποτέλεσμα αποδοκιμαζόμενο από τις διατάξεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, β) η (τροποποιητική) καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, όπου ο εμπορικός αντιπρόσωπος αποτελεί επιχείρηση με την οποία η καταγγέλλουσα δεν βρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού δεν μπορεί παντάπασιν να θεωρηθεί άκυρη. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν οι ακόλουθοι λόγοι: α) οι συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας αποτελούν συμβάσεις που βασίζονται στην ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, β) Το π.δ. 219/1991 προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις προστασίας των εμπορικών αντιπροσώπων σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας, γ) το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού επιχειρεί να αποτρέψει την εκτόπιση των ανταγωνιστών και όχι τη διατήρηση συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας στο διηνεκές και δ) το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού προβλέπει σημαντικές κυρώσεις σε βάρος επιχειρήσεων που προβαίνουν σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης αυτών.

Παράλληλα, προβλέπονται ευρείες αξιώσεις αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται αναγκαία η κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1784/2014). Ο τελευταίος αυτός λόγος συνδέεται και με την αποτελεσματικότητα των εθνικών ρυθμίσεων του δικαίου του ελευθέρου ανταγωνισμού. Επομένως, οι πέμπτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναφορικά με την ύπαρξη έγκυρης παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας. Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή, ένσταση κλπ. ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 893/2008, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 615/2019) όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ομοίως απαράδεκτος είναι και ο δέκατος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, καθόσον η έρευνα του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 289/2017, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 936/2002 ΕΕΝ 2003.544), όπως εν προκειμένω. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, επι του αιτήματος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, λεκτέα τα εξής: Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19 παρ. 3 στοιχ. β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Το ΔΕΕ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης, που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης (άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 423/2018). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα εθνικά δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, απαλλάσσονται από την υποχρέωση του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ εφόσον διαπιστώσουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο ή ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ (ΔΕΕ Kubera, απόφαση του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως του ΔΕΕ της 15ης Οκτωβρίου 2024, στην υπόθεση C-144/23, υπόθεση C-144/23, σκ. 36, με παραπομπές σε νομολογία του ΔΕΕ). Επομένως, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις αυτές, τα εθνικά δικαστήρια δεν υποχρεούνται να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ακόμη και αν το ζήτημα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διάταξης του δικαίου της Ένωσης εγείρεται από διάδικο στην ενώπιόν τους διαδικασία. Επίσης, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, για να είναι παραδεκτό το προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ πρέπει το εθνικό δικαστήριο να έχει προσδιορίσει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα οποία γεννάται θέμα ερμηνείας ενωσιακού νομοθετήματος (ΔΕΕ, απόφαση Eckelkamp κ.λπ., C 11/07, EU:C:2008:489, σκέψη 52, ΔΕΕ Mlamali, EU:C:2013:763, σκέψη 19). Για το λόγο αυτό, το εθνικό δικαστήριο, όταν υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να κάνει μνεία με τρόπο σαφή των συγκεκριμένων λόγων που το ώθησαν να θέσει το ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει ως απαραίτητη την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ (ΔΕΕ ABNA κ.λπ., C 453/03, C 11/04, C 12/04 και C 194/04, EU:C:2005:741, σκέψη 46, και Mora IPR, EU:C:2013:98, σκέψη 36, καθώς και διάταξη Mlamali, EU:C:2013:763, σκέψη 20). Προϋπόθεση τούτου είναι να προκύπτουν με σαφήνεια στην ενώπιον του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου δίκη τα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τα οποία θα εγεννάτο θέμα ερμηνείας ενωσιακού νομοθετήματος, έτσι ώστε, υπό τους προεκτεθέντες περιορισμούς, να γεννάται υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν συνιστά ένδικο βοήθημα που παρέχεται στους διαδίκους εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της αναίρεσής της, υπέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικουρικώς (3ος και 5ος λόγοι), αίτημα διατύπωσης προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), περί του ζητήματος, αν συνιστά συμφωνία, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 101 ΣΛΕΕ, η καταγγελία με την οποία διώκεται ή επιτυγχάνεται η επιβολή περιοριστικών του ανταγωνισμού ρητρών (3ος λόγος αναίρεσης) και ότι "το ζήτημα, αν είναι αποτελεσματική η εφαρμογή του άρθρ. 102 ΣΛΕΕ, όταν λόγω της εφαρμογής εθνικού κανόνα δικαίου ή/και εθνικού νομολογιακού κανόνα, η καταχρηστική συμπεριφορά δεν πλήττεται με ακυρότητα, αλλά, αντιθέτως, εκλύει μόνον αποζημιωτικές αξιώσεις, δεν έχει εισέτι ειδικά αντιμετωπισθεί..." (5ος λόγος αναίρεσης). Όμως, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, από τις παρατεθείσες στην υπο IV μείζονα σκέψη αποφάσεις του ΔΕΕ, για την κατάφαση της ύπαρξης συμφωνίας κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαιτείται η σύμπτωση βούλησης μεταξύ ανεξάρτητων οικονομικών οντοτήτων (ΔΕΕ C-74/2004 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Volkswagen σκ.37), ενώ μονομερείς συμπεριφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρου άρθρου. Συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς τη συνδρομή ετέρου, αλλά προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βούλησης του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 Bundesverband der Arzneimittel-Importeure eV και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Bayer AG σκ. 101 και 102). Απαιτείται επομένως, για να θεωρηθεί ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά, η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 § 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ), η απόδειξη της ύπαρξης ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας μονομερούς συμπεριφοράς (ΔΕΕ C-450/2005 Automobile Peugeot κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 174 επ). Περαιτέρω, ως προς την κρίση της προσβαλλόμενης ότι σε κάθε περίπτωση η καταγγελία επέφερε τα αποτελέσματά της, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθ. 1 του ν. 3959/2011, είτε κατά παράβαση του άρθ. 2 του ν. 3959/2011, είτε, τέλος, κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, διότι ούτε ο εθνικός νομοθέτης έχει προβλέψει την ακυρότητα ως συνέπεια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και σε κάθε περίπτωση υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης, με συνέπεια να στοιχειοθετείται (δυνητικά) μόνο αποζημιωτική ευθύνη υπό προϋποθέσεις, δεν αντίκειται στις διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου, είναι πάγια η ερμηνεία και η νομολογία των ημεδαπών δικαστηρίων επί των οποίων ερείδεται η ένδικη υπόθεση σε βάρος της αναιρεσείουσας, και λόγω της συναφούς διατύπωσης των ως άνω διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, όπου έχει νομολογιακά κριθεί ότι η "συμφωνία" κατά τις διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011 προϋποθέτει κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, τη σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ ανεξαρτήτων οικονομικών οντοτήτων (απόφαση ΔΕΕ C - 74/04 Ρ της 13.7.2006, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Volkswagen AG, σκέψη 37), με συνέπεια να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων οι μονομερείς συμπεριφορές, όπως η καταγγελία. Το πότε συντρέχει περίπτωση "συμφωνίας" και πότε περίπτωση "μονομερούς συμπεριφοράς" κρίνεται ad hoc. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ως προς τα παραπάνω τιθέμενα από την αναιρεσείουσα, ζητήματα, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2022 αίτηση της Κ. Κ. για την αναίρεση της υπ'αριθ.2367/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή