Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1693 / 2018    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1693/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τόλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Γούση- Γωνιοτάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4238/10-11-2014. Εκδόθηκαν η 1618/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 2827/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 815/15-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "Αν με σύμβαση μεταβιβάσθηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Επί μεταβίβασης μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάσθηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία, που του μεταβιβάσθηκε, αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Αρκεί, επομένως, και η μεταβίβαση ενός περιουσιακού στοιχείου, εφόσον αυτό ήταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, το μοναδικό ή το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του μεταβιβάζοντος (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1151/2014). Τα χρέη της μεταβιβαζόμενης περιουσίας μπορεί να είναι οποιασδήποτε φύσης, προερχόμενα είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, με εξαίρεση πάντως τα προσωποπαγή χρέη, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ενώ δεν απαιτείται για τη δημιουργία ευθύνης του αποκτώντος να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών κατά τη μεταβίβαση, ούτε απαιτείται αυτά να είχαν μέχρι τότε αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή (ΑΠ 1228/2014, ΑΠ 909/2010).
2. Κατά το άρθρο 1 περ. β' του ν. 383/1976 "περί διενέργειας εμπορευματικών μεταφορών δια φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως και άλλων τινών διατάξεων", όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του νόμου αυτού με το άρθρο 15 του ν. 3887/2010, ως μεταφορικές επιχειρήσεις θεωρούνται α) οι κεκτημένες νομική προσωπικότητα εμπορικές εταιρίες, στις οποίες εισφέρεται η κυριότητα ή μόνο η χρήση φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, β) η ιδιότυπη μεταφορική εταιρία που προβλέπεται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου και γ) οι ατομικές επιχειρήσεις, ως και οι εν κοινωνία δικαιώματος συνιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου νόμου, η σύσταση της ιδιότυπης μεταφορικής εταιρίας (ΙΜΕ), που διέπεται από τη σχετική περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης νομοθεσία, επιτρέπεται υπό τις εκεί αναφερόμενες παρεκκλίσεις, μεταξύ των οποίων, α) το εταιρικό κεφάλαιο αποτελείται από εταιρικά μερίδια, καθένα των οποίων έχει αξία τουλάχιστον 1.000 δραχμών ανά τόνο μικτού βάρους συμμετέχοντος φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο καταβάλλεται τοις μετρητοίς κατά τη σύσταση της εταιρίας, β) κάθε εταίρος υποχρεούται να συνεισφέρει στην εταιρία, αφενός την άσκηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης του φορτηγού αυτοκινήτου δια του οποίου συμμετέχει, καθ' όλη τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης, δυνάμενος να παρακρατεί πάντα τα λοιπά επ' αυτού δικαιώματα και ιδίως την κυριότητα και νομή, αφετέρου δε τη διάθεση, κατ' αποκλειστικότητα, στην εταιρία και για το έργο αυτής του φορτηγού αυτοκινήτου σε κατάσταση πλήρους και αδιάλειπτης ετοιμότητας καθ' όλη τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης. Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του ν. 3887/2010 "οδικές εμπορευματικές μεταφορές" (ΦΕΚ Α' 174/30-9-2010), από την έναρξη ισχύος του οποίου καταργήθηκε ο προγενέστερος ν. 383/1976, προβλέπεται η σύσταση μεταφορικών εταιριών με τη μορφή ΑΕ ή ΕΠΕ, με σκοπό την εκτέλεση διεθνών, εθνικών, νομαρχιακών και ειδικών μεταφορών, για μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες αυτές. Οι εν λόγω εταιρίες επιτρέπεται να συσταθούν με τους ακόλουθους τρόπους: α) με εισφορά της κυριότητας ΦΔΧ, στην περίπτωση δε αυτή κεφάλαιο της εταιρίας, εκτός από εκείνο που καταβάλλεται σε χρήμα, αποτελεί η αξία των εισφερόμενων οχημάτων, που έχουν ειδική άδεια κυκλοφορίας, καθώς και η άυλη υπεραξία των οικείων αδειών ΦΔΧ, β) με μίσθωση των ΦΔΧ, στην περίπτωση δε αυτή το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας καταβάλλεται σε χρήμα και δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκείνο που προβλέπεται ως ελάχιστο καταβαλλόμενο για τις ΑΕ και ΕΠΕ, γ) με εισφορά της κυριότητας των ΦΔΧ και μίσθωση άλλων, σύμφωνα με τα εδάφια α' και β' της παρ.2, δ) με ίδρυση επιχείρησης, σύμφωνα με την παρ.1, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται από αυτή τα κριτήρια πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα, όπως καθορίζονται στο π.δ. 346/2001 και στον κανονισμό 1071/2009. Με την παρ.5 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι επιτρέπεται η συγχώνευση μεταφορικών εταιριών, ανεξαρτήτως εάν αυτές λειτούργησαν πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (30-9-2010). Με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3887/2010, από την έναρξη ισχύος του οποίου καταργήθηκε ο προγενέστερος νόμος 383/1976, προβλέπεται η σύσταση μεταφορικών εταιριών με τη μορφή ΑΕ ή ΕΠΕ, με σκοπό την εκτέλεση μεταφορών, οι οποίες επιτρέπεται να συσταθούν με έναν από τους τρόπους που παρατίθενται ανωτέρω, ενώ επιτρέπεται και η συγχώνευση μεταφορικών εταιριών, ανεξαρτήτως εάν αυτές λειτούργησαν πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 3.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 681/2014).
4.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι το έτος 1992 είχε συσταθεί η μεταφορική εταιρία με την επωνυμία "..." και εταίρους τους Σ. Π., Σ. Κ. και Ε. Κ., η δε επωνυμία αυτής στη συνέχεια άλλαξε σε "... Ευθύνης ...". Ότι στην εταιρία εισφέρθηκαν κατά χρήση από τους εταίρους τα 24 οχήματα που αναφέρονται στο τροποποιημένο καταστατικό της 19-11-2004, οι δε εταίροι Σ. Π., Μ. Π. και Χ. Π. είχαν, αντίστοιχα, από 341, 224 και 117 εταιρικά μερίδια (ΦΕΚ 14232/30-11-2004, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), με αναλογία ποσοστών 50% ο πρώτος και 50% οι δύο άλλοι. Ότι το έτος 2006 το καταστατικό της εταιρίας τροποποιήθηκε και η επωνυμία της άλλαξε σε "... Ε. Π. ΕΠΕ ΙΜΕ" (ΦΕΚ 1124/10-2-2006, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Ότι στις 6-4-2006, με νέα τροποποίηση του καταστατικού, αποφασίσθηκε από κοινού η είσοδος στην εταιρία, ως νέου εταίρου, του Α. Π., η μίσθωση οχημάτων τρίτων από την εταιρία, καθώς και η εισφορά χρήσης στην εταιρία νέων οχημάτων. Ότι ο νέος εταίρος Α. Π. θα εισέφερε κατά χρήση στην εταιρία οχήματα ιδιοκτησίας του. Ότι στο ίδιο καταστατικό αναφέρονται τα οχήματα που εκμισθώνονται και παραχωρούνται κατά χρήση στην εταιρία, τα οποία ανήκαν στους εταίρους ή σε τρίτους. Ότι τα εταιρικά μερίδια διαμορφώνονται σε 439 για τον Σ. Π., σε 244 για τον Μ. Π., σε 244 για τον Χ. Π. και σε 131 για τον Α. Π.. Ότι το έτος 2007, με νέα τροποποίηση του καταστατικού, εισήλθαν στην εταιρία νέα μέλη, οι Γ. Δ., Γ. Σ. και Ι. Τ., οι οποίοι εισέφεραν κατά χρήση τα ανήκοντα σε αυτούς κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή οχήματα, που αναφέρονται στο 24264/14-9-2007 συμφωνητικό της συμβολαιογράφου Χανίων Μ. Π.- Φ.. Ότι μετά το έτος 2007 δεν αποδείχθηκε άλλη τροποποίηση της ως άνω εταιρίας. Ότι το έτος 2013 συστήθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιριών η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (ΦΕΚ 7232/24-10-2013, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), με έδρα στα ... και με σκοπό τις οδικές μεταφορές και τις άλλες δραστηριότητες, που αναφέρονται στο καταστατικό της. Ότι ιδρυτής της ήταν ο Α. Π., ο οποίος στην ΙΜΕ είχε το μικρότερο μερίδιο σε σχέση με τους άλλους εταίρους. Ότι το έτος 2014 έγινε τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας ως προς την επωνυμία της σε "..." και ως προς το μετοχικό κεφάλαιο που ανήλθε σε 646.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 6.460 μετοχές, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ, εκ των οποίων έλαβαν ο Α. Π. 1.440, ο Χ. Π. 2.460 και ο Μ. Π.ς 2.560, με ποσοστά καθένας εξ αυτών, αντίστοιχα, 22,30%, 38,08% και 39,62% (ΦΕΚ 7821/28-7-2014). Ότι η εταιρία αυτή, σύμφωνα με το 17902/30-1-2014 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ι. Σ., προήλθε από τη συγχώνευση της εταιρίας "..." και των ατομικών επιχειρήσεων των Α. Π., Χ. Π. και Μ. Π., με απορρόφηση των ατομικών επιχειρήσεων των τελευταίων από την πρώτη, δηλαδή τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία. Ότι της σύμβασης συγχώνευσης είχαν προηγηθεί οι από 27-11-2013, 11-12-2013 και 28-11-2013 εκθέσεις εκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2190/1920 για τις ατομικές επιχειρήσεις των Μ., Α. και Χ. Π. και η από 18-12-2013 απόφαση της γενικής συνέλευσης της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας (ΦΕΚ 7821/28-7-2014 και 13434/22-12-2014). Ότι με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και στις δύο εταιρίες "... Ε. Π. ΕΠΕ ΙΜΕ" και "..." κοινοί μέτοχοι ήταν οι Α. Π., Μ. Π.ς και Χ. Π.. Ότι την 27-2-2014, δηλαδή μετά τη σύσταση της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, με το 17960/27-2-2014 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ι. Σ., αποφασίσθηκε η λύση της ως άνω ιδιότυπης μεταφορικής εταιρίας, η θέση της υπό εκκαθάριση και ορίσθηκε εκκαθαριστής, με απόφαση όλων των εταίρων, ο Α. Π.. Ότι οι ως άνω τρεις εταίροι της (Μ., Χ. και Α. Π.), με το ίδιο συμφωνητικό, αποφάσισαν και εισέφεραν στην εταιρία "..." τα 61 αυτοκίνητα (δημόσιας χρήσης οχήματα φορτηγά, ελκυστήρες, επικαθήμενα), που αναφέρονται στο σχετικό συμφωνητικό. Ότι από αυτά, τα 33 αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης (επικαθήμενα, ελκυστήρες, φορτηγά) ήσαν αυτοκίνητα που είχαν εισφερθεί κατά χρήση στην εταιρία "... Ε. Π. ΕΠΕ ΙΜΕ" (τα με αριθμούς κυκλοφορίας ….), τα οποία οι ιδιοκτήτες τους στη συνέχεια εισέφεραν στη μονοπρόσωπη ΑΕ. Ότι κατά το χρόνο εκείνο, το εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ, που είχε σχηματισθεί από εισφορές των εταίρων σε μετρητά, όπως αναφέρεται στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, ανερχόταν σε 4.426,99 ευρώ, οι δε εταίροι Α. Π., Σ. Π.ς, Χ. Π. και Μ. Π.ς, είχαν, αντίστοιχα, 233, 465.5, 451 και 459 εταιρικά μερίδια. Ότι παράλληλα με την ΕΠΕ, ο Α. Π. διατηρούσε και ατομική επιχείρηση μεταφορών, της οποίας άρχισε η λειτουργία την 13-12-1999, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία. Ότι με το ν. 3887/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε την 30-9-2010 και από τότε, σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, καταργήθηκε ο προγενέστερος ν. 383/1976, δόθηκε η δυνατότητα στις εταιρίες, που λειτουργούσαν με τη μορφή της ιδιότυπης μεταφορικής εταιρίας πριν την ισχύ του νέου νόμου, να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μετατροπής τους μέσα σε τρία (3) έτη από την έναρξη ισχύος του (άρθρο 14 παρ.1 ν. 3887/2010), είτε με τη μορφή ΑΕ είτε με τη μορφή ΕΠΕ και με τη διαδικασία που ορίζεται στο νόμο αυτό. Ότι, με βάση το νέο νόμο, συστάθηκε η μονοπρόσωπη ΑΕ από τον Α. Π. και στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 2013, η εναγομένη "...", κατόπιν συγχώνευσης της μονοπρόσωπης ΑΕ με τις ατομικές επιχειρήσεις των Α. Π., Χ. Π. και Μ. Π., όπως προαναφέρθηκε. Ότι στην εταιρία "..." είχαν εισφερθεί 61 αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης των Α., Χ. και Μ. Π.. Ότι από τα 61 αυτοκίνητα, τα 33 χρησιμοποιούσε η εταιρία "...", η οποία διέθετε προς χρήση 52 δημόσιας χρήσης αυτοκίνητα, εκ των οποίων τα 16 ανήκαν στον Σ. Π., μη εταίρο της. Ότι ήδη η εναγομένη συνεχίζει τη δραστηριότητα των οδικών μεταφορών με τη χρήση συναφούς επωνυμίας με την ΙΜΕ (το επώνυμο των μετόχων), έχοντας μετόχους τους ως άνω, πλην του Σ. Π., εκμεταλλευόμενη μεγάλο μέρος των φορτηγών αυτοκινήτων που διέθετε και η πρώτη, πλην όμως η ατομική επιχείρηση του Α. Π., ο οποίος ανέλαβε με την απορρόφηση των ατομικών επιχειρήσεων των αδελφών του την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, προϋπήρχε. Ότι έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η νέα εταιρία κτίσθηκε πάνω στη φήμη της παλαιάς, αφού οι αδελφοί Π. παράλληλα ασκούσαν και ατομικές επιχειρήσεις και ουσιαστικά όλες οι επιχειρήσεις, εταιρίες και ατομικές, εξυπηρετούσαν επιχειρηματικά συμφέροντα αρχικά του πατέρα και των αδελφών και στη συνέχεια των αδελφών Π. και τρίτων, καθόσον στις συναλλαγές γνωστότερο ήταν το όνομα "Π." παρά ο τύπος της επιχείρησης (ατομικής ή εταιρικής), υπό την οποία δραστηριοποιούνταν. Ότι αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι, μετά τη διάλυση της ΙΜΕ, παρότι δεν αποδείχθηκαν άλλες οφειλές αυτής προς τρίτους, δεν έγινε μετατροπή της εταιρίας σε ΑΕ ή ΕΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου νόμου, αλλά σύσταση νέας εταιρίας, αρχικά της μονοπρόσωπης ΑΕ και στη συνέχεια της εναγομένης. Ότι στην ΙΜΕ ο Α. Π. είχε τα λιγότερα εταιρικά μερίδια (233) και τα περισσότερα όλων τα είχε ο Σ. Π.ς (465,5), ο οποίος δεν μετείχε στη νέα εταιρία. Ότι, αντίθετα, η μονοπρόσωπη ΑΕ συστάθηκε αρχικά από τον Α. Π. και στη συνέχεια απορρόφησε τις ατομικές επιχειρήσεις του ιδίου και των αδελφών του. Ότι, δηλαδή, η νέα εταιρία συστάθηκε από τους αδελφούς Π., ενώ στην ΙΜΕ τις περισσότερες μετοχές κατείχε ο πατέρας τους Σ. Π.ς. Ότι επιπλέον στην ΙΜΕ μετείχαν και τρίτα πρόσωπα, οι Γ. Δ., Γ. Σ. και Ι. Τ.. Ότι, επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της ΙΜΕ μεταβιβάσθηκαν στη νέα εταιρία, ούτε αποδείχθηκε με συγκεκριμένα στοιχεία μεταβίβαση περιουσίας από την ΙΜΕ προς την εναγομένη. Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3887/2010, οι μεταφορικές εταιρίες επιτρέπεται να συσταθούν α) με εισφορά της κυριότητας ΦΔΧ, οπότε στην περίπτωση αυτή κεφάλαιο της εταιρίας, εκτός από εκείνο που καταβάλλεται σε χρήμα, αποτελεί η αξία των εισφερομένων οχημάτων (ΦΔΧ, ρυμουλκούμενων ή ημιρυμουλκούμενων), που έχουν ειδική άδεια κυκλοφορίας, καθώς και η άυλη υπεραξία των οικείων αδειών ΦΔΧ, β) με μίσθωση των ΦΔΧ και, στην περίπτωση αυτή, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας καταβάλλεται σε χρήμα και δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκείνο που προβλέπεται ως ελάχιστο καταβαλλόμενο για τις ΑΕ ή ΕΠΕ, οι δε συμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες, που έχουν εκμισθώσει το όχημά τους, υποχρεούνται να διαθέτουν αυτό κατ' αποκλειστικότητα στην εταιρία και για το έργο αυτής έναντι μισθώματος, χωρίς οδηγό, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 91/1988, γ) με εισφορά της κυριότητας των ΦΔΧ και μίσθωση άλλων, δ) με ίδρυση επιχείρησης, σύμφωνα με την παρ.1, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται από αυτή τα κριτήρια πρόσβασης στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα, όπως καθορίζονται στο π.δ. 346/2001 και στον κανονισμό 1071/2009. Ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους της ΙΜΕ, ήτοι αυτοκινήτων κατά κυριότητα ή άλλων κεφαλαίων, η οποία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκκαθάρισης, οι δε εργασίες της δεν έχουν περαιωθεί και διατηρεί απαιτήσεις κατά τρίτων, επιδιώκει δε ως διάδικος την ικανοποίησή τους, όπως προκύπτει από την έκδοση της 369/2014 διαταγής πληρωμής κατά της εταιρίας "...", ποσού 37.085,05 ευρώ. Ότι, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της ΙΜΕ προς την εναγομένη, στοιχείο απαραίτητο για τον προσδιορισμό του ορίου της ευθύνης της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί μεταβίβασης επιχείρησης, κατ' άρθρο 479 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, κατά παραδοχή των λόγων που αναφέρονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 38.160 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι δεν έγινε μεταβίβαση περιουσίας και δη αυτοκινήτων κατά κυριότητα ή άλλων σημαντικών περιουσιακών στοιχείων από την "ΙΜΕ" προς την εναγομένη, η οποία ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του ν. 3887/2010. Ειδικότερα, με σαφήνεια δέχεται ότι από τα αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που διέθετε η εναγομένη εταιρία, τα τριάντα τρία (33) από αυτά ήταν αυτοκίνητα που οι ιδιοκτήτες τους τα είχαν εισφέρει (μόνο) κατά χρήση στην ιδιότυπη μεταφορική εταιρία και στη συνέχεια, με την αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος, οι ιδιοκτήτες τους τα εισέφεραν στη μονοπρόσωπη ΑΕ, η οποία συστήθηκε από τον Α. Π. και ακολούθως συστήθηκε η εναγομένη, κατόπιν συγχώνευσης της μονοπρόσωπης ΑΕ με τις ατομικές επιχειρήσεις των τριών αδελφών Π.. Κατά συνέπεια, τα ως άνω αυτοκίνητα η ιδιότυπη μεταφορική εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να τα μεταβιβάσει στην εναγομένη, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν ανήκαν σε αυτή κατά κυριότητα, αλλά είχε μόνο τη χρήση τους, η δε εισφορά αυτών από τους ιδιοκτήτες τους στη μονοπρόσωπη ΑΕ, η οποία συγχωνεύτηκε με τις ατομικές επιχειρήσεις και προήλθε η εναγομένη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταβίβαση περιουσίας εκ μέρους της "ΙΜΕ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, οι εργασίες της οποίας δεν έχουν ακόμη περαιωθεί. Προσέτι, με σαφήνεια δέχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία δεν κτίσθηκε πάνω στη φήμη και την πελατεία της "ΙΜΕ", αφού οι αδελφοί Π. παράλληλα διατηρούσαν και ατομικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταν στις οδικές μεταφορές, στις δε συναλλαγές γνωστότερο ήταν το όνομα "Π." παρά ο τύπος της επιχείρησης (ατομικής ή εταιρικής). Κατόπιν αυτών, στις διαλαμβανόμενες ανωτέρω παραδοχές ουδεμία αντιφατικότητα υπάρχει, αφού προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό του και είναι εφικτός ο έλεγχος της σωστής εφαρμογής του νόμου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 479 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 815/15-11-2017 αίτηση για αναίρεση της 2827/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή