Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 830 / 2024    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 830/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "A. A. S. C. L.", που εδρεύει στη ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μουστάκα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Διονυσοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 656/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από ...2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 705/2021, 692/2014). Τέτοια σύμβαση είναι και η σύμβαση εργασίας με την οποία ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Για το κύρος δε της σύμβασης αυτής δεν απαιτείται, κατά κανόνα, η τήρηση τύπου, εκτός αν ο νόμος το ορίζει ρητά (ΑΠ 1135/2010). Μεταξύ των διατάξεων που ρυθμίζουν τη σύμβαση εργασίας είναι και η διάταξη αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 672 ΑΚ που ορίζει ότι "καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει την σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία", από το συνδυασμό της δε με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, προκύπτει ότι α) κάθε μέρος δύναται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, οποτεδήποτε και άνευ τηρήσεως προθεσμίας, εάν συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος, δηλαδή ένα ή περισσότερα περιστατικά τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, κρινόμενα αντικειμενικώς, καθιστούν μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβάσεως για ένα των συμβαλλομένων και αδύνατη την εξακολούθηση της συμβατικής του δεσμεύσεως και β) απαγορεύεται και είναι άκυρη η συμφωνία με την οποίαν αποκλείεται εκ των προτέρων το δικαίωμα τούτο ή η άσκηση αυτού συνδέεται με ιδιαιτέρως δεσμευτικές προϋποθέσεις σε βάρος του καταγγέλλοντος, ως συμβατικές ποινές, αποζημιώσεις κ.λπ., οι οποίες κατ' ουσίαν συνεπάγονται το αυτό αποτέλεσμα (ΑΠ 1513/1998, 1031/1982). Έτσι και το δικαίωμα παραίτησης του εργαζομένου δεν μπορεί να αποκλειστεί με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών στην σύμβαση εργασίας, καθώς περιορίζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία του είτε ρητά είτε εμμέσως με την πρόβλεψη επαχθών ρητρών. Η δε επαγγελματική ελευθερία, ως έκφανση της προσωπικότητας του εργαζομένου, η προστασία της οποίας απορρέει από το άρθρο 5 του Συντάγματος, αναφέρεται τόσο στην επιλογή και έναρξη ενός επαγγέλματος, όσο και στην απόφαση για την συνέχιση, την παύση ή την αλλαγή του. Ελλείψει ειδικών νομοθετικών προβλέψεων, βάση για δικαστικό έλεγχο της σχετικής ρήτρας παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 178, 179 ΑΚ. Ωστόσο ακόμη και αν οι όροι της εργασιακής σύμβασης δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, δηλαδή δεν περιέχουν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου και δεν αντίκεινται γενικώς στα χρηστά ήθη, είναι δυνατόν να χαρακτηρίζονται από δυσανάλογη κατανομή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, οφειλομένων στη συμβατική ανισοδυναμία των συμβαλλομένων μερών, οπότε ελέγχονται με τις διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, ως παραβιάζοντες τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Συνεπώς, η ρήτρα της σύμβασης εργασίας που υποχρεώνει τον εργαζόμενο να καταβάλει, σε περίπτωση που αυτός αποχωρήσει από την εργασία του πριν από την πάροδο ορισμένης προθεσμίας, ό,τι δαπάνησε ο εργοδότης του για την εκπαίδευση, μετεκπαίδευση ή επιμόρφωσή του, η οποία τέθηκε από τον εργοδότη εξυπηρετώντας δικαιολογημένα οικονομικά συμφέροντά του, είναι δυνατόν να ακυρωθεί ως καταχρηστική, στο βαθμό που, μέσω της οικονομικής επιβάρυνσης που επιβάλλει στον εργαζόμενο, περιορίζει σοβαρά την ελευθερία του στην επιλογή της θέσης εργασίας και προσβάλλει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική του ελευθερία. Η κρίση, όμως, για την διαπίστωση της καταχρηστικότητας ή μη της εν λόγω ρήτρας απαιτεί τη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των συμβαλλομένων και ελέγχεται ως προς την αναλογία του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού του εργαζομένου που δύναται να προβληθεί και κατ' ένσταση, εξετάζει αν η παροχή του εργαζομένου, η δέσμευσή του δηλαδή να παραμείνει στην επιχείρηση για ορισμένο χρονικό διάστημα, βρίσκεται σε μια εύλογη σχέση με την αντιπαροχή του εργοδότη, δηλαδή με τα επαγγελματικά οφέλη που αποκομίζει ο εργαζόμενος μέσα από την εκπαίδευση ή την επιμόρφωσή του, ώστε να διατηρηθεί η ισόρροπη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, η οποία δεν επιτρέπεται να διαταραχθεί εάν δεν συντρέχει κάποιος ειδικός και σοβαρός λόγος. Για να ελεγχθεί δε από το δικαστήριο ένας όρος ως αξιολογικά ισορροπημένος, σταθμίζονται τα εκατέρωθεν συμφέροντα των συμβαλλομένων και στην περίπτωση που αιτία του περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου είναι η εκπαίδευσή του με πρωτοβουλία του εργοδότη, κρίσιμα στοιχεία συνιστούν το κόστος της εκπαίδευσης, το γεγονός ότι η εκπαίδευση του εργαζομένου έχει σημασία μόνο για τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή αν, αντίθετα, αυτή βελτιώνει γενικότερα τις επαγγελματικές του δυνατότητες και τη θέση του στην αγορά εργασίας, ώστε όσο μεγαλύτερα είναι τα επαγγελματικά ωφελήματα του εργαζομένου μέσω της επιμόρφωσης ή εκπαίδευσής του, τόσο μεγαλύτερη είναι η αξίωση που διατηρεί ο εργοδότης για δέσμευση του εργαζομένου να παραμείνει στην επιχείρηση και, στην περίπτωση που αποχωρήσει πρόωρα, να καταβάλει τα έξοδα που αυτός ήδη δαπάνησε για την εν λόγω εκπαίδευση. Κρίσιμα στοιχεία, επίσης, είναι οι οικονομικές συνέπειες της αποχώρησης του εργαζομένου για τον εργοδότη και ιδίως αν ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να υποβληθεί στο κόστος της εκπαίδευσης του νεοπροσλαμβανόμενου αντικαταστάτη του, αλλά και ο λόγος της αποχώρησης του μισθωτού. Δεδομένου ότι δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση της χρονικής δέσμευσης του μισθωτού σε σχέση με τη διάρκεια της εκπαίδευσης, στο δικαστήριο εναπόκειται η κρίση αν αυτή είναι ανάλογη με τη διάρκεια και την ποιότητά της τελευταίας, σύμφωνα με όσα αποδεικνύονται σε κάθε εξατομικευμένη περίπτωση. Η δέσμευση του εργαζομένου πρέπει, κατ' αρχήν, να είναι ανάλογη της διάρκειας της εκπαίδευσης, συνεκτιμάται όμως και με τις παραμέτρους που προαναφέρθηκαν και ιδίως το κόστος στο οποίο υποβλήθηκε ο εργοδότης. Ως κόστος νοείται το σύνολο των πραγματικών δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε και όχι η συνομολογημένη στη σχετική σύμβαση εργασίας προβλεπόμενη δαπάνη, η οποία, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λειτουργεί ως ποινική ρήτρα κατ' άρθρο 404 ΑΚ, καθιστώντας, δυνητικώς, τον σχετικό όρο καταχρηστικό.
Περαιτέρω με το λόγο του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, που εκδίκασε έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, υπόκειται σε αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως ο λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ. (ΑΠ 1395/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με την 656/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που δίκασε ως εφετείο, έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 281/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή, η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίστηκε και απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της. Σύμφωνα με τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία εδρεύει στη Λάρνακα Κύπρου και παρέχει υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής αεροσκαφών, προσυμφώνησε εγγράφως, την ...2013, την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο ..., μεταξύ δε των όρων του συμφωνητικού ήταν να ακολουθήσει ο τελευταίος θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, το κόστος της οποίας αποτιμήθηκε σε 10.500 ευρώ, με αντίστοιχη υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να παραμείνει στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας για τρία χρόνια μετά το τέλος της εκπαίδευσης, σε περίπτωση δε πρόωρης αποχώρησής του να καταβάλει πριν από τη συμπλήρωση α) του έτους το σύνολο του κόστους της εκπαίδευσης, β) των δυο ετών το ποσό των 7.875, δηλαδή το 75% του κόστους και γ) των τριών ετών το ποσό των 5.250 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 50% του κόστους της εκπαίδευσης. Ότι το θεωρητικό σκέλος της εκπαίδευσης διήρκεσε τους μήνες …. και ……. και διεξήχθη στο ….. Αττικής και το πρακτικό μέρος στο ….. της Αγγλίας επί τριήμερο. Ότι την …2014 οι διάδικοι συνήψαν στη Λάρνακα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε εκτέλεση της οποίας ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία του με την ιδιότητα του ... στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου ή σε αεροδρόμια εκτός Κύπρου για χρονικό διάστημα δέκα μηνών (μέχρι την 31.12.2014) έναντι μικτών αποδοχών 2.253 ευρώ. Ότι πριν από τη λήξη του ανωτέρω διαστήματος συμφώνησε με την αναιρεσείουσα να εκπαιδευτεί σε δυο ακόμη τύπους αεροσκαφών γι αυτό και συντάχθηκε το από …. 2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσείουσα ανέλαβε το κόστος της εκπαίδευσης, το οποίο προσδιορίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στο ποσό των 8.000 ευρώ με αντίστοιχη υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να τής παρέχει την εργασία του για τουλάχιστον τρία έτη από το τέλος της εκπαίδευσης και να της καταβάλει α) το σύνολο του ποσού αν αποχωρήσει πριν από τη συμπλήρωση του πρώτου έτους, β) 6.000 ευρώ (το 75%) αν αποχωρήσει μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους και πριν από τη συμπλήρωση του δεύτερου και γ) 4.000 ευρώ (το 50%) αν αποχωρήσει πριν από τη συμπλήρωση του τρίτου έτους. Ότι η αναιρεσείουσα παρείχε θεωρητική εκπαίδευση που διήρκεσε τους μήνες … και … στην Αθήνα και πρακτική από …έως …2015 στη Λάρνακα. Ότι στο διάστημα της εκπαίδευσης ο αναιρεσίβλητος δεν αμειβόταν, καθώς δεν παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα, ενώ μετά το πέρας της εκπαίδευσης συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην Αθήνα, δυνάμει της αρχικής σύμβασης εργασίας, για τη λήξη της οποίας, μετά τη συμφωνηθείσα διακοπή της (λόγω της εκπαίδευσης), απέμεναν δυο μήνες περίπου, μέχρι και την …2015, οπότε έπαυσε να προσφέρει την εργασία του στην αναιρεσείουσα για δικούς του λόγους, η δε αποχώρησή του συνέπεσε και με τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της από ….2014 σύμβασης εργασίας του. Εν συνεχεία δε η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός περί προφορικής ή σιωπηρής παράτασης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσιβλήτου και επομένως ο αναιρεσίβλητος, που αποχώρησε μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης, δεν παρέβη καμία συμβατική υποχρέωση περί παροχής της εργασίας του στην αναιρεσείουσα επί τριετία, αφού η σύμβαση εργασίας του έιχε ήδη λήξει. Αιτιολόγησε δε την ανωτέρω παραδοχή με το επιχείρημα ότι αφενός η αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου συνέπεσε με τη λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του των δέκα μηνών και αφετέρου, για την ενεργοποίηση της συμφωνίας των διαδίκων σχετικά με την παροχή του αναιρεσιβλήτου, τέθηκε από τα μέρη ως όρος η σύναψη σύμβασης εργασίας, όπως ευχερώς συνάγεται από τα συμφωνητικά ορισμένου χρόνου διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών, όρος ο οποίος δεν πληρώθηκε με βούληση της αναιρεσείουσας, η οποία για μεν την από ...2013 συμφωνία προέβη σε σύναψη σύμβασης εργασίας διαρκείας μόλις δέκα μηνών και για την από ….2014 έγγραφη συμφωνία δεν προέβη σε καμία σύναψη σύμβασης εργασίας με τον αναιρεσίβλητο. Και ότι ως εκ τούτου, εφόσον δεν πληρώθηκε ο τεθείς από τους συμβαλλόμενους όρος περί σύναψης σύμβασης εργασίας διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών, ο αναιρεσίβλητος σε καμία παραβίαση τέτοιας σύμβασης δεν προέβη ούτε και η αναιρεσείουσα έχει για την αιτία αυτή αξίωση εναντίον του περί επιστροφής των καταβαλλομένων από την ίδια δαπανών εκπαίδευσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ αυτή έπρεπε να απορριφθεί. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης, περί μη υπάρξεως συμβάσεως εργασίας δεσμευτικής για τον αναιρεσίβλητο κατά το χρόνο της αποχώρησής του πλήττεται, πλην του πρώτου λόγου και του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης, με το δεύτερο λόγο αυτής, ως παράβαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης που δέχθηκε την σε βάρος του αγωγή, προκύπτει ότι κατά την ανάπτυξη του λόγου της έφεσής του για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αφενός δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι είχε ήδη λυθεί η σύμβαση εργασίας του και δεν είχε ανανεωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφετέρου παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι ο ίδιος είχε καταγγείλει την ισχύουσα, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, σύμβαση εργασίας του ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, για τον οποίον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υφίστατο. Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη η οποία στήριξε το σκεπτικό της για την απόρριψη της αγωγής στην παραδοχή ότι, όταν αποχώρησε ο αναιρεσίβλητος από την εργασία του, είχε λυθεί η σύμβαση εργασίας, λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου αυτής, συνάγοντας περαιτέρω το συμπέρασμα ότι, εφόσον έληξε η σύμβαση εργασίας, ο αναιρεσίβλητος δεν δεσμευόταν από τους όρους της και δεν ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του στην αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη της πράγμα το οποίο δεν προτάθηκε και ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται ουσιαστικά βάσιμος, παρελκομένης της έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική του εμβέλεια και με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων ως προς τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας. Με τον αριθμό 6 του άρθρου 560, αντίστοιχου του αριθμού 19 του άρθρου 559, επιτρέπεται η αναίρεση κατά της απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος πρωτοδικείου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1149/2019). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ακυρότητας της ρήτρας για την καταβολή των δαπανών εκπαίδευσης σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης ως καταχρηστικής. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι αναφορικά με την πρώτη, από ...2013, σύμβαση παροχής εκπαίδευσης, η εκπαίδευση, η οποία παρασχέθηκε και διήρκεσε όχι περισσότερο από δυο μήνες, δεν δικαιολογούσε δέσμευση του τελευταίου στη σύμβαση εργασίας μεγαλύτερη του έτους, δεδομένου ότι δεν αποκόμισε αυτός από την εν λόγω εκπαίδευση ιδιαίτερο εφόδιο εργασίας, λαμβανομένων υπόψιν πρώτον της προηγηθείσας πολυετούς εμπειρίας του ως εργαζομένου σε αεροπορική εταιρεία μεγάλης εμβέλειας, χωρίς μάλιστα να είναι εφοδιασμένος με τη συγκεκριμένη πιστοποίηση, γεγονός που καταδεικνύει την μικρή σημασία της για τον κλάδο αυτό της εργασίας, και δεύτερον της ευχέρειάς του να αποκτήσει τέτοια πιστοποίηση οποτεδήποτε από άλλο φορέα πιστοποίησης και σε χαμηλότερο κόστος από το απαιτούμενο από την ενάγουσα, χωρίς ανάληψη από μέρους του καμιάς υποχρέωσης πέραν της καταβολής των διδάκτρων. Ότι στην πραγματικότητα ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε να εκπαιδευτεί από την αναιρεσείουσα με μοναδικό σκοπό να προσληφθεί στην επιχείρησή της, καθότι βρέθηκε άνεργος μετά την απόλυσή του από την ... για λόγους που δεν τον αφορούσαν. Ότι από τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται δυσανάλογη κατανομή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ωφελημάτων και βαρών των συμβαλλομένων μερών, οφειλομένων στη συμβατική ανισότητα αυτών. Ότι επιβλήθηκε στον ασθενέστερο συμβαλλόμενο αναιρεσίβλητο από την αναιρεσείουσα εργοδότρια, προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά και μόνο των δικών της οικονομικών συμφερόντων, χωρίς να εξυπηρετεί ουσιαστικά τα δικά του επαγγελματικά συμφέροντα, ενώ δια της οικονομικής επιβάρυνσης που του επιφέρει ως προς την άσκηση του δικαιώματος αποχώρησης από την εργασία του, περιορίζει σοβαρά την ελευθερία του επιλογής θέσης εργασίας. Ότι λαμβανομένων υπόψιν όλων των προαναφερθέντων ο ίδιος όρος τιθέμενος και στην δεύτερη σύμβαση εκπαίδευσης, είναι άκυρος ως καταχρηστικός για τον επιπλέον λόγο ότι δεν θέτει σαφή όρια στην χρονική διάρκεια της δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου στην εργασία του, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται σε αυτήν, ούτε μπορεί να συναχθεί ευχερώς η ακριβής έναρξη αυτής και άρα και η λήξη της, καθώς στο μεγαλύτερο μέρος της συμπίπτει με την αντίστοιχη συμφωνηθείσα στην πρώτη σύμβαση εκπαίδευσης. Ότι οι δυο επίμαχες συμφωνίες, σε συνδυασμό μεταξύ τους, περιορίζουν δυσανάλογα υπέρ της εργοδότριας αναιρεσείουσας την επαγγελματική ελευθερία του αναιρεσιβλήτου για μεγάλο χρονικό διάστημα και μη προκαθορισμένο εξ αρχής. Με τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως αόριστο, απέρριψε, κατά τα λοιπά, την αγωγή με την οποία ο αναιρεσίβλητος καλούνταν να καταβάλει στην αναιρεσείουσα την ορισθείσα με τα ιδιωτικά συμφωνητικά δαπάνη εκπαίδευσης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές όμως η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ) ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας και αυτής του άρθρου 281 ΑΚ διότι: α) Θεώρησε εκ προοιμίου δυσανάλογη τη διάρκεια της εκπαίδευσης με τη διάρκεια της χρονικής δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου καθώς και ότι αυτός δεν αποκόμισε ιδιαίτερα οφέλη από την εκπαίδευση λόγω της πολυετούς εμπειρίας του, χωρίς ωστόσο να εκθέτει τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου και τη σύγκριση αυτών πριν από και μετά την εκπαίδευση, ώστε να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το αν ωφελήθηκε από αυτήν, ούτε εάν η προηγούμενη εμπειρία του ήταν αρκετή για να εργαστεί στην επισκευή και συντήρηση διαφόρων τύπων αεροσκαφών που συνιστούσαν το αντικείμενο εργασίας της αναιρεσείουσας και των άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο ίδιο αντικείμενο ή εάν, αντιθέτως, η εκπαίδευσή του επαύξησε τα επαγγελματικά του προσόντα, διευκολύνοντάς τον στην εξεύρεση άλλης θέσης με καλύτερους όρους αμοιβής και εργασίας, β) θεώρησε ασαφή τα χρονικά όρια της δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου, ενώ, σύμφωνα με όσα δέχθηκε, ήταν σαφές ότι αυτή θα διαρκούσε επί τρία έτη μετά το πέρας της δεύτερης εκπαίδευσης, γ) δεν μνημονεύει ποιο είναι το πραγματικό κόστος της εκπαίδευσης που βάρυνε την αναιρεσείουσα, αλλά περιορίζεται, χωρίς παράθεση στοιχείων, να αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε με δικές του δαπάνες, όχι ιδιαίτερα υψηλές, να εξασφαλίσει την ίδια εκπαίδευση, δ) δεν αναφέρει εάν η αναιρεσείουσα θα υποβληθεί εκ νέου σε δαπάνες για την εκπαίδευση τυχόν αντικαταστάτη του αναιρεσιβλήτου, δ) δεν εξέτασε το ύψος της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου ως πιθανό αντιστάθμισμα στα χρονικά όρια της δέσμευσής του και ε) δεν ερεύνησε τον λόγο που ο αναιρεσίβλητος διέκοψε την παροχή της εργασίας του στην αναιρεσείουσα και ιδίως αν υπήρχαν λόγοι που καθιστούσαν δυσχερή τη συνέχιση της παροχής της και οι οποίοι θα μπορούσαν αντικειμενικώς να ενταχθούν στην έννοια του σπουδαίου λόγου για την καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου ή αν, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις που απέκτησε κατά την εκπαίδευση, αθέτησε τη συμβατική του δέσμευση προς την αναιρεσείουσα με σκοπό να παρέχει την εργασία του σε άλλο εργοδότη και, παρά τις ανωτέρω ελλείψεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα ωφελήθηκε υπέρμετρα από την εν λόγω σύμβαση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία δεν διέλαβε στο σκεπτικό της, είναι ωστόσο αναγκαία για να κριθεί η καταχρηστικότητα και εντεύθεν η κατά τη διάταξη του άρθρου 180 του ΑΚ ακυρότητα του σχετικού όρου της σύμβασης, καθώς και η καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης παρίσταται ουσιαστικά βάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ή συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξεως, η συμπεριφορά δε αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 78/2020). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019). Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 15/2021, 1048/2020, 704/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής δικονομικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από ...2015 αγωγή της, η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι ο αναιρεσίβλητος, εξ αιτίας της αντισυμβατικής, παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του, την οποία και περιγράφει, με την αιφνίδια και απροειδοποίητη υπαναχώρησή του από τη σύμβαση, την άρνησή του να απαντά στις προσκλήσεις της για την ανάληψη εργασίας ή να της γνωστοποιήσει τις προθέσεις του, προκάλεσε προβλήματα στην στελέχωση των σταθμών συντήρησης αεροσκαφών που διατηρεί σε Ελλάδα και Κύπρο και την ανάγκασε να προβεί σε εκτεταμένες τροποποιήσεις των επιχειρηματικών της σχεδιασμών, προκαλώντας της με τον τρόπο αυτό ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας ζήτησε το αιτούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, μέρος του οποίου της επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Η αναιρεσιβαλλομένη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό κρίνοντας ότι το αίτημα θα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστο. Με την κρίση της αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, καθώς η αναιρεσείουσα περιγράφει την αναστάτωση που της προκάλεσε η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου στην οργάνωση της επιχείρησής της, χωρίς όμως να αναφέρει ότι επλήγη είτε η φήμη της είτε η εμπορική της δραστηριότητα. Επομένως, ο σχετικός, τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, κατά την έκταση που καθορίζεται από τους πρώτο έως και τρίτο λόγους αυτής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 656/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή