Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 750 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 750/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πατεράκη, για αναίρεση της απόφασης 5456/2024 του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Ζ. του Λ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 9046/23.12.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθ.πρωτ.9046/23-12-2024 αίτηση της Β. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ.5456/2024 καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της αποτύπωσης σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και β) της χρήσης του φορέα - συνομιλίας που έχει αποτυπωθεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή (άρθρο 370Α παρ.2 β' και 3 του ν. ΠΚ) και επέβαλε σ'αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση της αναιρεσείουσας προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επιδόθηκε σ' αυτόν την 23-12-2024) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 2-12-2024 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την οποία παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του (άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 νέου Ποινικού Κώδικα, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 ν.ΠΚ), "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 543/2022).

Περαιτέρω, οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 370Α του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3674/2008, ορίζουν ότι: "1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 3. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 αυτού του άρθρου ", οι διατάξεις δε των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 370Α του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 10 του ν. 5002/2022, ορίζουν ότι: "1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 3. Όποιος αθέμιτα κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ' αυτές αξιόποινη πράξη της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας δεν διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, η διάταξη, όμως, όπως ίσχυε με το ν. ΠΚ (Ν.4619/2019 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 10 του ν. 5002/2022, οπότε και πάλι περιέχει δυσμενέστερες ως προς την ποινή διατάξεις) περιέχει ευνοϊκότερες ως προς την ποινή ρυθμίσεις που οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, είναι δε εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο στην περίπτωση της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας, δηλαδή από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη, ποινή φυλάκισης από ένα (1) έτος έως πέντε (5) έτη στην περίπτωση της παραβίασης της προφορικής συνομιλίας και φυλάκιση από δέκα (10) ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή στην περίπτωση της χρήσης της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί, ενώ η προηγούμενη διάταξη [που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη αξιόποινων πράξεων της αποτύπωσης σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και της χρήσης του φορέα - συνομιλίας που έχει αποτυπωθεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή (περί τα τέλη του έτους 2016 και 15-3-2018, αντίστοιχα)] προέβλεπε ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη (ΑΠ 654/2023, Α.Π. 2027/2019). Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 370Α του Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου στην παρ. 1 εδ. β' του άρθρου αυτού εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας, μεταξύ του δράστη και τρίτου, με τη μορφή της αποτύπωσης του περιεχομένου της σε υλικό φορέα, πρέπει η αποτύπωση να αφορά ιδιωτική τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ των ανωτέρω προσώπων (δράστη και παθόντος τρίτου), χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, για τη στοιχειοθέτηση δε του προβλεπόμενου στην παρ. 2 εδ. α' του ανωτέρω άρθρου εγκλήματος της παραβίασης προφορικής συνομιλίας, με τη μορφή της αποτύπωσης σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης άλλου, πρέπει η αποτύπωση να αφορά ιδιωτική και όχι δημόσια πράξη του παθόντος.

Περαιτέρω, ιδιωτική είναι η συνδιάλεξη που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή, κατά τη βούληση των συνομιλούντων, δεν προορίζεται να ακουστεί από αόριστο αριθμό προσώπων, ασχέτως χώρου όπου έγινε αυτή (Πολιτική Ολ. Α.Π. 1/2001), ήτοι ανεξαρτήτως του αν η συνομιλία έγινε σε δημόσιο χώρο, καθώς και του αν κάποιος από τους συνομιλούντες είχε την πρόθεση να τη δημοσιοποιήσει μεταγενέστερα και ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος (Α.Π. 654/2023, 1532/2013), ιδιωτική δε είναι η πράξη, όταν αυτός που τον αφορά δεν έχει πρόθεση να την δημοσιοποιήσει, δηλαδή να την καταστήσει γνωστή σε αόριστο αριθμό προσώπων. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 370Α του Π.Κ., η οποία θεσπίστηκε στο πλαίσιο της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος, για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής, γενικότερα δε της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της αποτύπωσης σε υλικό φορέα, αθεμίτως, αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων, που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους.

Εξάλλου, με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 370Α του Π.Κ. προστατεύεται πρωταρχικά η προσωπικότητα του ανθρώπου, εκδήλωση της οποίας αποτελούν τα ιδιωτικά δικαιώματα, η ιδιωτική ζωή και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του προσώπου, ειδικότερα δε η ως άνω διάταξη αποτελεί μέρος του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, καθόσον με αυτήν δεν προστατεύεται μόνον η παρακολούθηση και καταγραφή τηλεφωνικών και άλλων συνομιλιών, αλλά και η αποτύπωση σε υλικό φορέα ή η μαγνητοσκόπηση μη δημόσιας πράξης άλλου, όπου προφανώς δεν ασκείται κάποιο δικαίωμα ελεύθερης ή απόρρητης επικοινωνίας. Δηλαδή, με την άνω διάταξη τιμωρείται όχι η παρακολούθηση, αλλά η αποτύπωση σε υλικό φορέα, μη δημόσιας πράξης άλλου. Ακόμη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 370Α του Π.Κ., ο όρος "αθέμιτα" έχει την έννοια ότι η αποτύπωση σε υλικό φορέα για να είναι αξιόποινη, πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς δικαίωμα που θα παρέχει την αντίστοιχη εξουσία προς διενέργεια στον δράστη, παρά την έλλειψη συναίνεσης του ενδιαφερομένου, ενώ "θεμιτή" είναι η προσβολή, όταν με ρητή διάταξη νόμου χορηγείται αντίστοιχο δικαίωμα προσβολής της ιδιωτικής ζωής ή συντρέχει λόγος δικαιολόγησης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, δηλαδή το "αθέμιτο" προκύπτει από αυτήν καθεαυτήν την αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης του παθόντος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πλην άλλων, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης τρίτων, να αφορά πράξη που δεν εκτίθεται δημόσια, ως εκ τούτου δε, εκείνος που ισχυρίζεται το "θεμιτό" της αποτύπωσης σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης του παθόντος, οφείλει να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του (ΑΠ 654/2023 Α.Π. 1168/2013).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.5456/2024 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση της παριστάμενης στο ακροατήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και την απολογία της κατηγορουμένης), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: "'Εχει υποβληθεί η από 27-4-2018 μήνυση της Π. (Π.) Ζ., ηθοποιού σε βάρος της νυν κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) και κατά παντός υπευθύνου. Η ίδια τυγχάνει ηθοποιός, η δε κατηγορουμένη ασχολείται με την παραγωγή μουσικών εκδηλώσεων. Επ' ευκαιρία μελλοντικής συνεργασίας, για το ανέβασμα τόσο κινηματογραφικής όσο και θεατρικής παράστασης στην Αθήνα με ξένους σκηνοθέτες, βοηθούς, χορηγούς κλπ, αμφότερες οι ανωτέρω διέμεναν προσωρινά σε οικία ιδιοκτησίας του συζύγου της πρώτης, κείμενη στην περιοχή των Αμπελοκήπων Αθηνών. Περί τα τέλη του έτους 2016 σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, σε προφορική ιδιωτική συνομιλία που είχαν οι ανωτέρω διάδικοι εντός της άνω οικίας, στο σαλόνι της οποίας είχε εγκατασταθεί κάμερα μετάδοσης - παρακολούθησης για τις ανάγκες της προμνησθείσης συνεργασίας, η κατηγορουμένη χρησιμοποιώντας την κάμερα κατέγραψε την επίδικη μεταξύ τους ιδιωτική συνομιλία, το δε προϊόν της καταγραφής αποτύπωσε σε υλικό φορέα καταγραφής δεδομένων και δή σε σύστημα i-cloud που διέθετε, με πρόθεση την αποθήκευση και αναπαραγωγή της, χωρίς την ρητή συναίνεση της εγκαλούσας. Εν συνεχεία, την 15-3-2018 έκανε χρήση του καταγεγραμμένου αρχείου της προαναφερόμενης συνομιλίας τους όπως είχε αποθηκευθεί στο i-cloud, προβαίνοντας εν γνώσει της σε ανάρτηση δημοσίως προς τον προσωπικό λογαριασμό "..." που τηρούσε εκείνη [κατηγορουμένη] στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης FACEBOOK, το σχετικό άνω αρχείο, χωρίς την ρητή συναίνεση της εγκαλούσας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ερείδεται στο εισφερθέν αποδεικτικό υλικό, εκ του οποίου δεν προέκυψε παντάπασι η παροχή ρητής συναίνεσης της εγκαλούσης περί αποτύπωσης στο άνω υλικό φορέα της προαναφερομένης ιδιωτικής προφορικής συνομιλίας που έλαβε χώρα μεταξύ αυτής και της κατηγορουμένης. Πέραν αυτού, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι υπήρχε τέτοια ρητή συναίνεση ακόμη και σιωπηρή, δεν συνάγεται ούτε από την φράση "... είναι ανοιχτό το μπλε φωτάκι..." -που η κατηγορουμένη ανέφερε στην απολογία της- όταν η τελευταία απευθύνθηκε προς την εγκαλούσα η οποία ξεκίνησε την επίδικη συνομιλία, υπενθυμίζοντας της [η κατηγορουμένη] ότι η κάμερα ήταν στην φάση λειτουργίας σε μπλε ένδειξη και μετέδιδε, χωρίς να εκφράσει αντίθεση ή εναντίωση η εγκαλούσα, καθώς η άνω φράση είχε την έννοια - όπως την είχε εκλάβει η εγκαλούσα- ότι η συνομιλία παρακολουθείτο από τους προμνησθέντες τρίτους παρατηρητές ενδιαφερομένους σκηνοθέτες, παραγωγούς κλπ, γεγονός στο οποίο είχε συναινέσει η εγκαλούσα, χωρίς, κατά τον ίδιο χρόνο, να παρέχει την ρητή συναίνεσή της ούτε και σιωπηρή τοιαύτη για την καταγραφή της και αποτύπωσή της στον προειρημένο υλικό φορέα. Η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από την σχετική κατάθεση της μάρτυρος Μ. Γ., φίλης της κατηγορουμένης, η οποία δεν ήταν παρούσα στην επίμαχη συνομιλία, εντεύθεν, η κατάθεση της τελευταίας δεν μπορεί να εισφέρει ασφαλή απόδειξη περί της έκφρασης ρητής συναίνεσης η μη, εκ μέρους της εγκαλούσας. Κατ ακολουθία, δέον να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη αμφοτέρων των αποδιδομένων εις αυτήν αξιόποινων πράξεων, στοιχειοθετουμένης τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω πράξεων".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των αξιόποινων πράξεων: α) της αποτύπωσης σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και β) της χρήσης του φορέα - συνομιλίας που έχει αποτυπωθεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ (που της αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως) και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη αμφοτέρων των πράξεων, του ότι: για την α' πράξη, στην Αθήνα τέλη του έτους 2016 και σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο αποτύπωσε σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία με άλλον, χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο χρησιμοποιώντας το κατάλληλο τεχνικό μέσο ηχογράφησης κατέγραψε την προφορική συνομιλία της με την εγκαλούσα, Ζ. Π., σε υλικό φορέα καταγραφής δεδομένων με σκοπό την αποθήκευση και αναπαραγωγή της, χωρίς τη ρητή συναίνεση της τελευταίας, για την β' πράξη, την 15.03.2018 έκανε χρήση του αποτυπωθέντος σε υλικό φορέα υλικού αναρτώντας δημόσια στον προσωπικό λογαριασμό της "..." στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης "facebook" το σχετικό αρχείο καταγραφής ήχου της προφορικής ιδιωτικής συνομιλίας τους, χωρίς τη ρητή συναίνεση της εγκαλούσας." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων: α) της αποτύπωσης σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και β) της χρήσης του φορέα - συνομιλίας που έχει αποτυπωθεί χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 370Α παρ.2 β' και 3 του ν. ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης των ως άνω αδικημάτων, αφού αναφέρεται με επάρκεια: α) η αποτύπωση σε υλικό φορέα του περιεχόμενο ιδιωτικής συνομιλίας, β) ότι η αποτύπωση αυτή έλαβε χώρα χωρίς τη συναίνεση του παθόντος και γ) η χρήση του καταγεγραμμένου αρχείου χωρίς τη συναίνεση του παθόντος. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται: α) Ότι, κατά τον αναφερόμενο χρόνο, σε προφορική ιδιωτική συνομιλία που είχαν η εγκαλούσα- παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας και η κατηγορουμένη -αναιρεσείουσα εντός της οικίας όπου αυτές διέμεναν, στο σαλόνι της οποίας είχε εγκατασταθεί κάμερα μετάδοσης - παρακολούθησης για τις ανάγκες μελλοντικής συνεργασίας, για το ανέβασμα τόσο κινηματογραφικής όσο και θεατρικής παράστασης στην Αθήνα με ξένους σκηνοθέτες, βοηθούς, χορηγούς, η κατηγορουμένη χρησιμοποιώντας την κάμερα κατέγραψε την επίδικη μεταξύ τους ιδιωτική συνομιλία, το δε προϊόν της καταγραφής αποτύπωσε σε υλικό φορέα καταγραφής δεδομένων και δή σε σύστημα i-cloud που διέθετε, με πρόθεση την αποθήκευση και αναπαραγωγή της, β) ότι η ως άνω αποτύπωση στον υλικό φορέα καταγραφής έλαβε χώρα χωρίς την ρητή συναίνεση της εγκαλούσας, καθόσον η τελευταία είχε συναινέσει για τη μετάδοση - παρακολούθηση της ιδιωτικής συνομιλίας τους σε συγκεκριμένους τρίτους παρατηρητές, ενδιαφερομένους σκηνοθέτες για τις ανάγκες μελλοντικής συνεργασίας τους, χωρίς να παράσχει οιαδήποτε συναίνεσή της, ούτε και σιωπηρή, για την καταγραφή της ιδιωτικής τους συνομιλίας στον προειρημένο υλικό φορέα και γ) ότι η αναιρεσείουσα, κατά τον αναφερόμενο χρόνο, έκανε χρήση του καταγεγραμμένου αυτού αρχείου της προαναφερόμενης ιδιωτικής συνομιλίας τους, όπως είχε αποθηκευθεί στο i-cloud, προβαίνοντας εν γνώσει της σε ανάρτηση δημοσίως προς τον προσωπικό λογαριασμό "..." που τηρούσε εκείνη [αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη] στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης FACEBOOK, χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές της η προσβαλλόμενη, με πλήρη αιτιολογία, υπήγαγε ορθά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από αυτή πραγματικά περιστατικά στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, δεχόμενη ότι η επίδικη συνομιλία ήταν ιδιωτική προοριζόμενη να γίνει αντιληπτή από συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι δημόσια. Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αιτιάται την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 370Α παρ.2 β' και 3 του ν. ΠΚ, καθώς, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ), είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ (Ν. 4619/2019) το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος που είναι, κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος, πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην απόφαση για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των, περί παραγραφής, διατάξεων, διαφορετικά, αν δηλαδή ο χρόνος τέλεσης της πράξης δεν προσδιορίζεται επακριβώς και εφόσον αυτός ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξης, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 466/2021, ΑΠ 1425/2019, ΑΠ 662/2018). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ` όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ` αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η θεμελιώδης αυτή αρχή του ποινικού συστήματος in dubio pro reo, αντανακλά και στους λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης, όπως είναι η παραγραφή (ΑΠ 466/2021). Η παραβίαση της αρχής αυτής επάγεται, εκτός από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ (ΑΠ 1705/2022, ΑΠ 931/2022).
Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων της και το Δικαστήριο, με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της, περί συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής από την τέλεση (την 16-9-2016) της α' πράξης (της αποτύπωσης σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του) (άρθρο 510 παρ.1 Α', σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ', και Δ' του ΚΠΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, πριν από την απόφασή του για την ενοχή, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της, περί συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής από την τέλεση της α' πράξης (της αποτύπωσης σε υλικό φορέα της προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του) που έλαβε χώρα την 16-9-2016.

Περαιτέρω από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεχόμενο επί λέξει τα εξής: "Ωσαύτως, απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της πρώτης αξιόποινης πράξης την 16-9-2024, διότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται προς επίρρωση αυτού και δή ένα στιγμιότυπο οθόνης υπολογιστή με φερόμενη ημερομηνία 16-9-2016 [η οποία είναι η ημερομηνία που διατείνεται η κατηγορουμένη ότι προέβη στην αποτύπωση της επίμαχης συνομιλίας σε υλικό φορέα και συνιστά τον χρόνο έναρξης της οκταετούς παραγραφής κατά τους ισχυρισμούς της] δεν κρίνεται αξιόπιστο τοιούτο, καθόσον δεν συνοδεύεται από τεχνική έκθεση αρμοδίου ειδικού επιστήμονος, πραγματογνώμονος κλπ, η οποία να τεκμηριώνει πέραν πάσης αμφιβολίας την άνω διϊσχυρισθείσα ημερομηνία, ενόψει δε του κινδύνου παραγραφής της σχετικής αξιόποινης πράξης, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται στον παρόντα χρόνο να διατάξει σχετική τεχνική πραγματογνωμοσύνη. Διό και τυγχάνει ουσία αβάσιμος ο άνω προταθείς ισχυρισμός".

Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό του, έθεσε την παράμετρο της αμφιβολίας ως προς το χρόνο τέλεσης της α' πράξης (της αποτύπωσης σε υλικό φορέα της προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του), αποδεχόμενο πως τεχνική έκθεση αρμοδίου ειδικού επιστήμονος - πραγματογνώμονος θα μπορούσε να τεκμηριώσει πέραν πάσης αμφιβολίας το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται, στον παρόντα χρόνο, να διατάξει σχετική τεχνική πραγματογνωμοσύνη ενόψει του κινδύνου παραγραφής της σχετικής αξιόποινης πράξης. Το Εφετείο, με την ως άνω ενδοιαστική αιτιολογία του, ως προς τον ακριβή χρόνο τέλεσης της α' πράξης, ο ακριβής καθορισμός της οποίας ασκούσε επιρροή στην παραγραφή της πράξης, και καταλήγοντας, ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε τέλη του έτους 2016 και σε μη επακριβώς προσδιοριθέν χρονικό σημείο, παραβίασε τη θεμελιώδη αρχή του ποινικού συστήματος, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo), η οποία αντανακλά και στους λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης, όπως είναι η παραγραφή. Ενόψει δε του ότι η ως άνω πράξη εκδικαζόταν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την 20-11-2024, της ημερομηνίας 16/9/2016 επί του στιγμιοτύπου οθόνης ως και της διατυπωθείσας εμμέσως πλην σαφώς αμφιβολίας έπρεπε να αποφανθεί ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής της ως άνω πλημμεληματικής πράξης. Η παραβίαση της αρχής αυτής επάγεται, όπως προαναφέρθηκε στην ως άνω νομική σκέψη, εκτός από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Συνεπώς, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` και Δ', είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) ως προς την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη διάταξή της για την α' πράξη, της αποτύπωσης σε υλικό φορέα της προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του, 2) ως προς τις διατάξεις της: α) περί ποινής, έξι (6) μηνών για την α' πράξη και β) περί καθορισμού συνολικής ποινής και, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, πρέπει, κατ' άρθρο 518 ΚΠΔ, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αλλά να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό αναφορικά με την α'πράξη, της αποτύπωσης σε υλικό φορέα της προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για την πράξη αυτή, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5456/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών: 1) ως προς την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη διάταξή της για την α' πράξη (της αποτύπωσης σε υλικό φορέα της προφορικής συνομιλίας με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του), 2)ως προς τις διατάξεις της: α) περί ποινής, έξι (6) μηνών για την α' πράξη και β) περί καθορισμού συνολικής ποινής.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της Β. Γ. του Γ. για την α' πράξη, του ότι: στην Αθήνα τέλη του έτους 2016 και σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο αποτύπωσε σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία με άλλον, χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο χρησιμοποιώντας το κατάλληλο τεχνικό μέσο ηχογράφησης κατέγραψε την προφορική συνομιλία της με την εγκαλούσα, Ζ. Π., σε υλικό φορέα καταγραφής δεδομένων με σκοπό την αποθήκευση και αναπαραγωγή της, χωρίς τη ρητή συναίνεση της τελευταίας.

Απαλείφει τις διατάξεις της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης περί επιβολής ποινής για την αμέσως προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη ως και περί επιβολής συνολικής ποινής.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. πρωτ. 9046/23-12-2024 αίτηση της Β. Γ. του Γ. για αναίρεση της ως άνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή