Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 735 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 735/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Πεπόνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Δ. Κ. του Ι., 2) Κ. Γ. του Γ. και 3. Ι. Π. του Χ., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό , για αναίρεση της υπ'αριθ. ΖΤ3404-3530/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 2397/21-2-2019 κοινή αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/2019.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 21-2-2019 αίτηση (αρ.πρ. 2397/2019) των: 1) Κ. Γ. του Γ., 2) Ι. Π. του Χ. και 3) Δ. Κ. του Ι., για αναίρεση της απόφασης ΖΤ-3404,3530/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και, κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2 ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικό με το είδος της διακινδυνεύσεως τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 Π Κ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικό την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1300/2017). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κωδικός λόγο αναιρέσεις, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενό, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη ΖΤ-3404, 3530/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ.) και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών ο καθένας την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν (κατά την πλειοψηφούσα γνώμη) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11-5-2011 πραγματοποιήθηκε γενική απεργία και διαδήλωση - πορεία εργατικών συνδικάτων στο κέντρο της …, η οποία κινήθηκε επί των οδών .... Στην πορεία και διαδήλωση παρεισέφρυσαν ομάδες αντιεξουσιαστών, οι οποίες, έμπροσθεν του ξενοδοχείου -"...", προέβησαν σε ρίψη αντικειμένων (θραύσματα από μάρμαρο, πέτρες, ξύλα, βόμβες μολότοφ) κατά των αστυνομικών δυνάμεων που είχαν διαταχθεί να πλαισιώσουν την διαδήλωση - πορεία και βρίσκονταν επί του οδοστρώματος της οδού Πανεπιστημίου. Επρόκειτο, συγκεκριμένα, για τις διμοιρίες Α-534 και Α-535 ΔΙ,Α.Τ. στις οποίες υπηρετούσαν οι τρεις κατηγορούμενοι. Η ρίψη αντικειμένων συνεχίσθηκε μέχρι το ύψος της οδού …. έμπροσθεν του πολυκαταστήματος ''...", όπου είχαν ταχθεί οι αστυνομικές δυνάμεις, όταν, αίφνης, ενας εκ των διαδηλωτών, τα στοιχεία του οποίου παρέμειναν άγνωστα στην προανάκριση, βρέθηκε στη μεση σχεδόν του οδοστρώματος, σε απόσταση από τους υπόλοιπους διαδηλωτές - αντιεξουσιαστές, χωρίς να δέχεται τη συνδρομή άλλων προσώπων για να επιτεθεί στους παρευρισκόμενους αστυνομικούς. Κατά τον χρόνο που ο εν λόγω διαδηλωτής βρισκόταν πλησίον της αστυνομικής δύναμης και κατόπιν βίαιης σωματικής επαφής με τα παρευρισκόμενα κατά το συμβάν αστυνομικά όργανα, ο τελευταίος (διαδηλωτής) βρέθηκε πεσμένος στο οδόστρωμα, όπου δέχθηκε αλλεπάλληλα σφοδρά κτυπήματα με την υπηρεσιακή αστυνομική ράβδο (γκλοπ), με την οποία ήταν εξοπλισμένος ο δεύτερος κατηγορούμενος και μάλιστα στον δεξιό βραχίονα και ψηλά στον δεξιό ώμο εγγύς του αυχένα. Ενόσω ο ίδιος ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα και δεχόταν τα κτυπήματα του δευτέρου κατηγορουμένου, ο τρίτος κατηγορούμενος τού κατάφερε δύο αλλεπάλληλα κτυπήματα με την ακμή της ασπίδας που έφερε ψηλά στην πλάτη εγγύς του αυχένα του παθόντος. Ακολούθως και αμέσως μόλις ο άγνωστος διαδηλωτής είχε δεχθεί τα κτυπήματα του δευτέρου και του τρίτου εκ των κατηγορουμένων, ο πρώτος κατηγορούμενος του κατάφερε λάκτισμα (κλωτσιά) στο κεφάλι, το οποίο, προτού δεχθεί το λάκτισμα του πρώτου εκ των κατηγορουμένων, ήταν σχεδόν κατά πρόσωπο με το οδόστρωμα, μετέπειτα όμως, εξαιτίας της σφοδρότητας του λακτίσματος, εκτινάχθηκε από το οδόστρωμα, ενόσω το υπόλοιπο σώμα του αγνώστου διαδηλωτή εξακολουθούσε να βρίσκεται σε επαφή με αυτό. Όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιλαμβάνονται στην εις βάρος τους κατηγορία, αποδεικνύονται πέραν πάσης αμφιβολίας ως αληθή. Τούτο διότι προκύπτουν τόσο από το σύνολο των αποδείξεων όσο και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μέσου αποτύπωσης εικόνας (dvd) που συσχετίσθηκε στη δικογραφία και προβλήθηκε στο ακροατήριο μεριμνεί του Εισαγγελέα, με το κατάλληλο ηλεκτρονικό - τεχνικό μέσο (φορητό Η/Υ - tablet) από το διαδίκτυο όπου εξακολουθούσε να διατηρείται ανηρτημένο στην ιστοσελίδα .... Ας σημειωθεί ότι ναι μεν δεν επισκοπήθηκε - αναπαράχθηκε το συγκεκριμένο dvd που έχει συσχετισθεί στη δικογραφία, πλην όμως αναπαράχθηκε - επισκοπήθηκε, με τη συναίνεση μάλιστα των συνηγόρων των κατηγορουμένων, το περιεχόμενο του, με συναφές αποτέλεσμα η αναπαραγωγή που πραγματοποιήθηκε στο ακροατήριο να ισοδυναμεί με αναπαραγωγή - επισκόπηση του ιδίου dvd, καθόσον ενδιαφέρον ζήτημα είναι το περιεχόμενο του εγγράφου (εν προκειμένω του εν λόγω dvd), το οποίο τέθηκε υπό την αναγκαία, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, δημοσιότητα και όχι το dvd καθ' εαυτό ως υλικός φορέας του αποτυπωμένου περιεχομένου. Αντίθετη, τυχόν, θεώρηση του πράγματος, έκτος του ότι θα αποτελούσε υπερβολικό φορμαλισμό, θα ήταν εκτεθειμένη σε εύλογα επιχειρήματα αντεγκληματικής πολιτικής, εισάγοντας μη δικαιολογημένη αποδεικτική απαγόρευση, που ενέχει κίνδυνο παρεμποδίσεως ανευρέσεως της ουσιαστικής αλήθειας, τελικά δε και ματαιώσεως της αρχής της νομιμότητας, με μόνο ορατό αποτέλεσμα την δι' ατιμωρησίας οιονεί επιβράβευση μιας παραβατικής συμπεριφοράς (βλ. αντιστοίχως για την αξιοποίηση των εμμέσων αποδεικτικών στοιχείων: Δ., οπ.π., σελ. 10). Ας σημειωθεί ακόμη ότι το περιεχόμενο που αποτυπώθηκε στον ανωτέρω υλικό φορέα και προβλήθηκε - επισκοπήθηκε στο ακροατήριο αφορά συμπεριφορά των κατηγορουμένων που εκδηλώθηκε εκτός της ιδιωτικής τους σφαίρας, εντός των πλαισίων της υπηρεσιακής δραστηριότητάς τους, εκδηλώθηκε δημόσια, κατά την παρουσία πολλών παρευρισκομένων προσώπων και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στην προστασία των άρθρων 5 Α, 9, 9 Α και 19 του Συν/τος και του άρθρου 370 Α ΠΚ (βλ. συναφώς Δ., οπ.π. σελ. 9, καθώς και Μ.. ΠοινΛογ 2004, σελ. 2082: Δεν θεωρείται υποκλοπή η αποτύπωση δημοσίων συνομιλιών ή πράξεων). Τέλος, ως αποδεικτικό μέσο που αποκτήθηκε κατά τρόπο θεμιτό, η χρήση του δεν απαγορεύεται (πρβλ, άρθρα 370 Α παρ. 2. 3 ΠΚ και 177 παρ. 2 ΚΠΔ). Το θεμιτό της απόκτησης του ενισχύεται με τον συλλογισμό ότι το πρόσωπο, έστω και ιδιώτης, που προέβη στη λήψη και αποτύπωση του συμβάντος, δεν έπραξε κάτι αλλο παρα επιχείρησε να σταματήσει την παρούσα και άδικη επίθεση (καταφορά των κτυπημάτων) που δεχόταν ο άγνωστος παθών, με την κατ αυτόν τον τρόπο αποκάλυψή της, στρεφόμενος κατ' εκείνων που πραγματοποίησαν την επίθεση (βλ, συναφώς Σ. - Κ., οπ.π. σελ. 467, σημ. 25). Εξάλλου, το γεγονός ότι η παράνομη και άδικη πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος τους, τελέσθηκε από τους κατηγορουμένους επιρρωνύεται από την ένταση των κτυπημάτων που δέχθηκε ο άγνωστος διαδηλωτής, ενόσω παρέμενε αδρανής, χωρίς να προτάσσει καμία αντίσταση, τα μέσα, τον τρόπο καταφοράς τους και τα σημεία του σώματος του που δέχθηκαν τα κτυπήματα των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, καθ' όλη τη διάρκεια του συμβάντος, δηλαδή καθ' ον χρόνο οι τελευταίοι κτυπούσαν τον άγνωστο παθόντα, εκείνος προσπαθούσε να προφυλάξει το κεφάλι του. το οποίο βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση (σχεδόν σε επαφή) από το οδόστρωμα, με τα χέρια του, μη προτάσσοντας καμία αντίσταση, παρά μόνον δεχόμενος τα καταφερόμενα κτυπήματα, γεγονός που καταδεικνύει - ως γεγονός κοινής πείρας- την πρόκληση έντονου πόνου, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως παράγων που -με τη σειρά του- καταδεικνύει βλάβη της ύλης του σώματος, αλλά και βλάβη της υγείας του αγνώστου παθόντος. Τούτο το συμπέρασμα ενισχύει η διαπίστωση ότι η αστυνομική ράβδος (γκλοπ) είναι δυνατόν να προξενήσει κάταγμα (βλ. συναφώς ΑΠ 1356/2016, δημοσ."Νόμος"), αλλά και σοβαρότερο ακόμη τραυματισμό, όταν με αυτήν καταφέρονται κτυπήματα με σφοδρότητα σε σημείο ευπαθές και κατά τρόπο (αλλεπάλληλη καταφορά, ένταση) επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου, όπως τα κτυπήματα που κατάφερε ο δεύτερος κατηγορούμενος στον άγνωστο παθόντα. Αλλά και η αστυνομική ασπίδα, κατασκευασμένη από σκληρό πλαστικό, παρότι προορίζεται για την αυτοπροστασία των αστυνομικών οργάνων -εν προκειμένω του τρίτου κατηγορουμένου-, εάν χρησιμοποιηθεί και μάλιστα με την ακμή της για να καταφερθούν με φορά κάθετη κτυπήματα στην πλάτη ή τον αυχένα ενός ακίνητου σχεδόν, ευρισκομένου στο έδαφος, ατόμου, που αδυνατεί να πράξει οτιδήποτε για να τα αποφύγει, είναι δυνατόν να προξενηθεί βαρειά σωματική βλάβη, όπως κατάγματα πλευρών ή σοβαρές κακώσεις σπονδύλων, με ενδεχόμενη συνέπεια ακόμη και την πρόκληση αναπηρίας στον παθόντα. Ακόμη το λάκτισμα στο κεφάλι, που κατάφερε στον άγνωστο παθόντα ο πρώτος κατηγορούμενος, είναι δυνατόν να προξενήσει αιμορραγία, αμνησία, απώλεια όρασης, αστάθεια στη βάδιση ή να προξενήσει σοβαρές εν γένει για την υγεία του ατόμου συνέπειες, δυνάμενες να εκδηλωθούν είτε αμέσως είτε σε χρονική απόσταση απο την καταφορά του κτυπήματος. Πολλώ δε μάλλον είναι δυνατόν να προκληθούν οι βλαπτικές και σοβαρές για την υγεία του ατόμου συνέπειες όταν συνδυασθεί η καταφορά όλων των κτυπημάτων αυτών (με γκλοπ, ασπίδα και λάκτισμα) στο ίδιο άτομο, όπως συνέβη εις βάρος του άγνωστου διαδηλωτή. Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφαση, ληφθείσα σιωπηρώς, έστω και κατά την έναρξη των κτυπημάτων που κατάφερε πρώτος στον άγνωστο παθόντα ο δεύτερος κατηγορούμενος, με τη γνώση και θέληση της πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας και των περιστάσεων από τις οποίες αντικειμενικά προέκυψε ο κίνδυνος πρόκλησης βαρειάς σωματικής βλάβης στον άγνωστο παθόντα. Τον τελειωτικά άδικο χαρακτήρα της κατηγορούμενης πράξης και το καταλογιστό σε ενοχή τους δεν αναιρεί ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η βία που ασκήθηκε εις βάρος του αγνώστου διαδηλωτή ήταν η επιτρεπτή στα πλαίσια της ασκήσεως του αστυνομικού έργου και σαν τέτοια αποτελούσε ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος, που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης τους, σύμφωνα με το άρθρο 20 ΠΚ. Ισχυρίζονται, συγκεκριμένα, επικαλούμενοι προφανώς το άρθρο 119 περ. ε' του π.δ/τος 141/1991, πως ο,τι έπραξαν αποσκοπούσε ακριβώς στην ακινητοποίηση, χειροπέδηση και σύλληψη του αγνώστου διαδηλωτή, την οποία (σύλληψη) απέτρεψε η εκ νέου εις βάρος τους επίθεση, την οποία δέχθηκαν από πολυπληθέστερη ομαδα αντιεξουσιαστών και, ως εκ τούτου, εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους να τον συλλάβουν, προκειμένου να συνδράμουν τους άλλους συναδέλφους τους (αστυνομικούς) και να μην απομονωθούν, όντες αριθμητικά λιγότεροι από τους αντιεξουσιαστές. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός αποβαίνει αναπόδεικτος και αβάσιμος, καθόσον ουδείς εκ των κατηγορουμένων προέβη σε ακινητοποίηση του αγνώστου διαδηλωτή, π.χ. με το βάρος του σώματός του, με το γόνατο του στην πλάτη του διαδηλωτή, ώστε έτερος συνάδελφος του να τον χειροπεδήσει, αλλά και οι τρεις κατάφεραν συνεχή κτυπήματα σ αυτόν, ενόσω η σύλληψή του, όπως κατά την απολογία του ανεφερε σαφώς ο δεύτερος κατηγορούμενος, δεν απαιτούσε χρόνο μεγαλύτερο από πέντε δευτερόλεπτα, ακόμη και αν επρόκειτο για ένα μεγαλόσωμο άτομο, όπως ήταν ο άγνωστος παθών. Η κρίση αυτή ενισχύεται από τον εξής συλλογισμό: Οι κατηγορούμενοι, αφού είχαν συνείδηση της ήδη επικίνδυνης κατάστασης που δεν είχε παρέλθει, εφόσον εξακολουθούσαν να παραμένουν σε μικρή απόσταση οι πολυπληθείς διαδηλωτές - αντιεξουσιαστές, όφειλαν να προβούν άμεσα στην ακινητοποίηση και χειροπέδηση του αγνώστου διαδηλωτή, καθότι ο τελευταίος είχε πέσει και παρέμενε σε επαφή με το οδόστρωμα δίχως να ανθίσταται και να εκδηλώνει πρόθεση φυγής {πρβλ. συναφώς άρθρο 278 παρ. 2 ΚΠΔ: "Τα αρμόδια για τη σύλληψη όργανα (...) δεν πρέπει να μεταχειρίζονται βία παρά μόνο αν υπάρχει ανάγκη και δεν επιτρέπεται να τον δεσμεύουν, παρά μόνον όταν ο συλλαμβανόμενος αντιστέκεται ή είναι ύποπτος φυγής}, όχι όμως να καταφέρουν εις βάρος του συνεχή κτυπήματα, ώστε κατόπιν, επικαλούμενοι τη συνέχιση της αντιπαράθεσης με τους πολυπληθείς διαδηλωτές, να δύνανται να προτείνουν την αρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, την οποία είχαν από υπαιτιότητά τους τελέσει. Ο ίδιος ισχυρισμός, έστω και ερευνούμενος στα πλαίσια του ενδεχομένως ασκηθέντος δικαιώματος άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), αποβαίνει αβάσιμος και απορριπτέος. Συγκεκριμένα, n πράξη που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι δεν βρίσκεται σε συνάφεια με τη φερόμενη ως προηγηθείσα κατ' αυτών επίθεση του αγνώστου διαδηλωτή, αφού δεν αποδεικνύεται ότι προηγήθηκε επίθεση (λ.χ. με ρίψη αντικειμένων) απο τον τελευταίο ή ότι εκείνος δημιούργησε στα αστυνομικά όργανα τη βάσιμη υπόνοια ότι επρόκειτο να πραγματοποιήσει τέτοια εκ βάρος τους επίθεση δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα (πρβλ. συναφώς το άρθρο 119 περ. δ' π.δ. 141/1991). Αντίθετα, οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι δικαιολόγησαν την ενέργειά τους επικαλούμενοι την προκλητική έναντί τους συμπεριφορά του άγνωστου διαδηλωτή, φραστική και έμπρακτη (χειρονομίες), συμπεριφορά με την οποία ήταν προφανώς δυσανάλογη η καταφορά των κτυπημάτων που ακολούθησε εις βάρος του. Αλλά και το γεγονός ότι ήταν μεγαλόσωμος, είχε μακριά μαλλιά, μούσι και φορούσε στρατιωτικές αρβύλες δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετό ώστε να δημιουργηθούν υπόνοιες επικείμενης τέλεσης εγκληματικής ενέργειας από τον άγνωστο διαδηλωτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στην … την 11.5.2011. αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας, με πρόθεση, απο κοινού, δηλαδή έχοντας κοινό δόλο συνιστάμενο στη γνώση καθενός εξ αυτών ως προς την πρόθεση του άλλου για τέλεση αξιόποινης πράξης και στην πρόθεση διάπραξης αυτής με ταυτόχρονες και διαδοχικές ενέργειες, προξένησαν σε άλλον (επικίνδυνη) σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με τροπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωη του ή βαριά σωματική του βλάβη και πιο συγκεκριμένα, υπηρετούντες στην Δ/νση Αστυν. Επιχειρήσεων Αττικής/Υ.Α.Τ./Γ'Τ.Α.-Τ, στην 534 ΔΙ.ΑΤ ο πρώτος και στην 535 ΔΙ.AT. οι λοιποί και διατεθέντες κατά τις ώρες 03:00 - 00:30 σε υπηρεσία μέτρων τάξης στο κέντρο της … στην πορεία συνδικάτων της Γ.Σ.Ε.Ε. και Α.Δ.Ε.Δ.Υ., στην οποία εισχώρησαν και αριστεριστικές οργανώσεις αντιεξουσιαστων, κατά τα επεισόδια που έλαβαν χώρα περί την 13:50 ώρα στην οδό Πανεπιστημίου μεταξύ των διμοιριών που πλαισίωναν την πορεία και ομάδων αντιεξουσιαστών που επιτίθεντο εναντίον τους, επετέθησαν κατά διαδηλωτή αγνώστων στοιχείων, που εξήλθε από την ομάδα των αντιεξουσιαστών και συγκεκριμένα αφού οι εκ των κατηγορουμένων Κ. Γ. και Ι. Π. ακινητοποίησαν αυτόν όταν έπεσε στο οδόστρωμα, ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. - Κ. του κατάφερε λακτίσματα στο άνω μέρος του σώματος του με το δεξί του πόδι, οι δε δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων τον έπληξαν επανειλημμένα με την ασπίδα και την αστυνομική τους ράβδο καταφέροντάς του κτυπήματα στο δεξί μπράτσο, τον ώμο και στην πλάτη, προκαλώντας του. άγνωστες, κατά την προδικασία σωματικές κακώσεις, αυτή δε η ενέργεια τους. λόγω του άκρως επικίνδυνου τρόπου και μέσου τελέσεως της ήτοι σφοδρά κτυπήματα δια θλόντων - αμβλέων οργάνων και λακτίσματα σε ευπαθή σημεία του σώματος του παθόντος, μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη". Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς, κατ' αρχήν , στο διατακτικό διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών του παθόντος, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, αλλά και λόγω της αντίφασης σκεπτικού και διατακτικού ως προς τη διακινδύνευση αυτή, δημιουργήθηκε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε. Δηλαδή, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ και η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω, όμως, η απόφαση στερείται αιτιολογίας, τόσο ως προς τις καταδικαστικές παραδοχές, όσο και ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από μέρους των αναιρεσειόντων (αστυνομικών) αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 20 του ΠΚ (εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο). Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών ότι η δράση των αναιρεσειόντων αστυνομικών σχετίζεται με την εκπλήρωση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων στο κέντρο των …, κατά τη διάρκεια ογκώδους και επεισοδιακού συλλαλητηρίου με συγκρούσεις των αστυνομικών με διαδηλωτές του <<αντιεξουσιαστικού χώρου>>, που έριχναν βόμβες <<μολότωφ>>, πέτρες, θραύσματα μαρμάρων κλπ κατά των αστυνομικών οργάνων που ήταν εντεταλμένα νια την τήρηση της τάξης (βλ. καταθέσεις μαρτύρων), εντούτοις δεν παρατίθενται τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, δεν παρατίθεται η ακριβής θέση του αγνώστου διαδηλωτή (εναντίον του οποίου φέρεται ότι ενήργησαν οι αναιρεσείοντες), η προέλευσή του, καθώς και η δραστηριότητα του κατά το αμέσως προγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο επιχειρήθηκε η σύλληψή του από τους αναιρεσείοντες αστυνομικούς καθόσον, ενώ φέρει τον άγνωστο παθόντα "πλησίον της αστυνομικής δύναμης", δέχεται αμέσως μετά "βίαιη σωματική επαφή αυτού με τα παρευρισκόμενα κατά το συμβάν αστυνομικά όργανα", χωρίς να διευκρινίζει, πως καλύφθηκε η μεταξύ του διαδηλωτή και των αστυνομικών απόσταση και ποιος από τα δύο μέρη διήνυσε την απόσταση και κινήθηκε βίαια εναντίον του άλλου. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης καθώς και εκ πλαγίου παράβασης της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης (κατόπιν αυτεπάγγελτης εφαρμογής κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, ως προς την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 308 του ΠΚ) είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση ΖΤ-3404,3530/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή