ΑΡΙΘΜΟΣ 1339/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου K. S. του A., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 46-55/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου και με Πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) H. R. του S. 2) I. R. του Y. 3) O. R. του Y. και 4) Y. R. του D., ... και ήδη αγνώστου διαμονής, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 20 Οκτωβρίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 141/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας καθείρξεως, κατά δεν την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο, Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ, για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής που αποτελεί προϋπόθεση της επιεικέστερης μεταχείρισης, πρέπει η υπερδιέγερση ενός συναισθήματος να έχει εξελιχθεί σε τέτοια ψυχική κατάστασης, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα του δράστη να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξεως και εκείνα που τον συγκράτησαν από αυτήν, όχι όμως και να έφθασε σε κατάσταση διαταράξεως της συνειδήσεως του κατά την έννοια του άρθρου 34 και 38 ΠΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 29 και 308 παρ. 1 και 311 παρ. 1 ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης απαιτείται εκτός από το δόλο του δράστη για την πρόκληση της σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια του δράστη ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου που επακολούθησε. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ’ άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχείο Ε’ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, Τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα οπό αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο γιο το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως της αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκότερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, άλλως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και ο περί βρασμού ψυχικής ορμής (απρομελετήτου δόλου, άρθρ. 299 παρ. 2 του ΠΚ) και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στη επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι; εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και ο ισχυρισμός περί αμύνης από τα άρθρα 22; 84, 299 παρ. 2 και 311 του ΠΚ. Στο άρθρ. 22 του ΠΚ ορίζεται ότι: "1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις υπόλοιπες περιστάσεις". Στη δε διάταξη του άρθρου 23 του ΠΚ ορίζεται ότι: "Όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ’ αυτό τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση". Για την ύπαρξη της άμυνας σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις απαιτείται παρούσα και άδικη επίθεση. Δεν αποτελούν περιπτώσεις παρούσας επίθεσης, οι μελλοντικές επιθέσεις που σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, θα μπορούσαν να αποκρουσθούν είτε με μεγαλύτερο κόστος είτε και καθόλου. Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας, όταν συντρέχει περίπτωση αμοιβαίας επίθεσης και απόκρουσης, όπου δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο από τον αποκρούοντα. Περαιτέρω, για την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ του ΠΚ πρέπει στην πρώτη περίπτωση να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που καθορίζονται στην περίπτωση α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Για το ορισμένο και παραδεκτό του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ,, δεν αρκεί η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων θετικών περιστατικών έντιμης ζωής και επωφελούς για την κοινωνία συμπεριφοράς, ούτε αρκεί η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε μέχρι τότε η συνήθης συμπεριφορά με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος, Επίσης δεν είναι αρκετή για τον αποκλεισμό της μία καταδίκη για την πράξη που έγινε περιστασιακά και δεν έχει σοβαρή κοινωνική απαξία και δεν είναι εξίσου αρκετή για την κατάφαση της η εκ συμπτώσεως έλλειψη προηγούμενης ποινικής καταδίκης. Για τη ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ, σύμφωνα με την έννοια της διατάξεως αυτής, αυτή θα πρέπει να είναι όχι μόνο ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του και δεν αρκεί μόνη η ρηματική μετάνοια του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 46-55/2014 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ο αναιρεσείων K. S. του A., κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επεβλήθη ποινή ισοβίου καθείρξεως για την πρώτη πράξη και φυλακίσεως 8 μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ για τη δεύτερη και φυλακίσεως 8 μηνών για την τρίτη και συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν ΜΟΕ, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-11-2010 και περί ώρα 19.50, ο κατηγορούμενος, που τυγχάνει αλβανός υπήκοος, αφού συναντήθηκε με τον ομοεθνή του E. R. του Y. (παθόντα) στην πλατεία ..., κατευθύνθηκε μαζί μ’ αυτόν στην άκρη της πλατείας, στη διασταύρωση των δύο οδών που οδηγούν ο ένας στο λιμάνι και ο άλλος στο χωριό ..., για να συζητήσουν αναφορικά με λεκτικό επεισόδιο που είχε λάβει χώρα μεταξύ τους την προηγούμενη ημέρα (13-11-2010) και περί ώρα 23.45, καθώς αυτοί βρίσκονταν σε κοινή παρέα και συνδιασκέδαζαν στο μπαρ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο .... Συγκεκριμένα, το προηγούμενο βράδυ, ενώ ο παθών θύμα λογομαχούσε με κάποιον Ρουμάνο, που διασκέδαζε με διαφορετική παρέα στο ίδιο παραπάνω μπαρ, ο κατηγορούμενος παρενέβη ζητώντας από τον παθόντα να σταματήσει να λογομαχεί με τον Ρουμάνο και δημιουργήθηκε έτσι ένταση μεταξύ τους. Λίγα, λοιπόν, λεπτά μετά την προαναφερόμενη συνάντηση τους στις 14-11-2010, ο παθών και ο κατηγορούμενος, συνεπλάκησαν και καθώς κτυπούσε ο ένας τον άλλο, ο κατηγορούμενος με μαχαίρι, που έφερε μαζί του, έπληξε τον παθόντα σε καίρια σημεία του σώματος του δώδεκα συνολικά φορές με σκοπό να του αφαιρέσει τη ζωή. Ο ανθρωποκτόνος αυτός σκοπός του κατηγορουμένου προκύπτει από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τη μανία με την οποία, καθώς αποδείχθηκε, επέφερε στον παθόντα τα πλήγματα, από τον αριθμό των πληγμάτων και από τα σημεία στα οποία κατέφερε αυτά, δηλαδή στα βρεγματικά (τρία πλήγματα), στο κάτω έσω τεταρτημόριο του αριστερού μαζικού αδένα, στο κάτω έξω τεταρτημόριο του αριστερού μαζικού αδένα, στη ξιφοειδή απόφυση του στέρνου, δεξιά του ομφαλού, στο υπογάστριο, στο άνω έξω τεταρτημόριο της αριστερής γλουτιαίας χώρας, στο άνω τριτημόριο του αριστερού μηρού, στην οπίσθια επιφάνεια (δύο πλήγματα), και στο κάτω τριτημόριο του αριστερού μηρού, στην οπίσθια επιφάνεια. Σημειώνεται ότι δυο ομοεθνείς του θύματος και του κατηγορουμένου, οι οποίοι αντιλήφθηκαν την προπεριγραφόμενη συμπλοκή από τον εξώστη της λέσχης "...", όπου κάθονταν, προσέτρεξαν για να τους χωρίσουν. Φθάνοντας, όμως, εκεί είδαν τον μεν κατηγορούμενο να απομακρύνεται με γρήγορο βήμα, το δε θύμα να πέφτει στο έδαφος αιμορραγώντας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας των προαναφερόμενων πληγμάτων στην καρδιά του θύματος, που προκλήθηκαν από το μαχαίρι του κατηγορουμένου, επήλθε ο θάνατος του E. R. του Y., όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση. Από τα αποδειχθέντα δε ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτό και ότι την πράξη αυτήν την είχε προμελετήσει και αποφασίσει και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δεδομένου ότι, μετά το φραστικό επεισόδιο που είχε την προηγούμενη ημέρα για ασήμαντη αφορμή με το θύμα, έφερε μαχαίρι γνωρίζοντας ότι κάποια από τις επόμενες ημέρες θα συναντούσε το θύμα και έτσι θα υλοποιούσε την απόφαση του αυτή. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το επίμαχο μαχαίρι του χρησίμευε στην εργασία του και για τον λόγο αυτόν το έφερε μαζί του, δεν ευσταθεί, αφού αυτός απασχολείται σε οικοδομικές εργασίες, στις οποίες δεν είναι συνηθισμένη ούτε αναγκαία η χρήση μαχαιριού. Κατά τον χρόνο, άλλωστε, που έλαβε χώρα το επεισόδιο είχε βγει για βόλτα, λόγω δε της διενέργειας την ημέρα εκείνη των βουλευτικών εκλογών δεν είχε πάει καθόλου στην εργασία του και έτσι, σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε λόγος να φέρει μαχαίρι. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, εξάλλου, προκύπτει ότι κατά την επίμαχη συμπλοκή ανάμεσα στο θύμα και τον κατηγορούμενο υπήρξε αμοιβαία επίθεση και απόκρουση, όπου δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο και τον αποκρούοντα και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας και καθ’ υπέρβαση των ορίων αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τον προπεριγραφόμενο τρόπο ενεργείας του κατηγορουμένου, όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, τις συνθήκες υπό τις οποίες προκάλεσε αυτός τον θάνατο του παθόντος, το μέσο το οποίο χρησιμοποίησε για να πλήξει τον τελευταίο, δηλαδή μαχαίρι (το οποίο δεν βρέθηκε, διότι ο κατηγορούμενος το πέταξε πριν τη σύλληψη του) και τον αριθμό των πληγμάτων, που ο κατηγορούμενος κατάφερε κατά του παραπάνω παθόντος και μάλιστα σε ευπαθή και ζωτικά σημεία του σώματος του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε την θέληση να αφαιρέσει τη ζωή του παθόντος και όχι να του προκαλέσει μόνο σωματική βλάβη, ενήργησε δε ευρισκόμενος σε ψυχική ηρεμία που του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης του τόσο κατά την λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση και ότι ενήργησε υπό καθεστώς βρασμού ψυχικής ορμής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο κατηγορούμενος είχε αποφασίσει πριν από την προαναφερόμενη συνάντηση τους στις 14.11.2005 (sic) να φονεύσει το θύμα, προκύπτει και από το ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, κατά τη συνάντηση τους έφερε μαζί του μαχαίρι και επιπλέον συνήνεσε στο να κατευθυνθούν στο παραπάνω απόμερο σημείο, όπου έλαβε χώρα η μεταξύ τους συμπλοκή, Έτσι, η απόφαση του κατηγορουμένου για την αφαίρεση της ζωής του θύματος δεν λήφθηκε κατά τον χρόνο της συμπλοκής αλλά κατά τον προαναφερθέντα πρότερο χρόνο και ενόσω ήταν σε ήρεμη ψυχική διάθεση. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, είναι φανερό ότι δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως βάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και πρέπει να απορριφθούν. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να διαπράξει την παραπάνω ανθρωποκτονία, έκανε χρήση όπλου κατά την έννοια του ν. 2168/1993, δηλαδή μαχαιριού, το οποίο κατείχε και έφερε τούτο πριν την διάπραξη αυτής, χωρίς να έχει άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή του για οικιακή, επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, αλιεία, θήρα ή άλλη συναφή χρήση. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος όλων των παραπάνω άδικων πράξεων, που του αποδίδονται, όπως αυτές κατά τα λοιπά περιγράφονται στο διατακτικό...". Κατ’ ακολουθία τούτων κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "Α) Στο ... στις 14.11.2010 και περί ώρα 19.45, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αφού συνάντησε σε δημόσια οδό τον συμπατριώτη του αλβανό υπήκοο R. E. του Y. και H., με τον οποίο είχε διαπληκτιστεί το προηγούμενο βράδυ στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης "..." του ..., τον έπληξε επανειλημμένα, ήτοι δώδεκα (12) φορές με μαχαίρι, αγνώστων διαστάσεων, σε καίρια σημεία του σώματος του, μεταξύ των οποίων και στη καρδιά, η οποία ετρώθη δύο φορές, συνεπεία δε των εν λόγω τραυμάτων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε άμεσα ο θάνατος του. Β) Στο ..., στις 14.11.2010 και περί ώρα 19.45, έφερε παράνομα μαζί του μαχαίρι, κατά την έννοια του ν. 2168/1993 και συγκεκριμένα, χωρίς την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του, έφερε μαζί του μαχαίρι του οποίου η κατοχή δεν δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα ή αλιεία ή άλλη συναφή χρήση, ενώ αυτό απαγορεύεται και Γ) Στο ..., στις 14.11.2010 και περί ώρα 19:45 με χρήση όπλου διέπραξε κακούργημα και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το αναφερόμενο υπό στοιχείο Β μαχαίρι, το οποίο αποτελεί όπλο κατά την έννοια του ν. 2168/1993, για να διαπράξει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του προαναφερθέντος R. E. του Y. και H....". Το Δικαστήριο της ουσίας, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα αρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 94, 299 παρ. 1 ΠΚ και 1 παρ. 2β, 10 παρ. 1, 13 β, 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα α) Εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε η ανθρωποκτονία του αλβανού υπηκόου R. E. του Y. από τον κατηγορούμενο που έπληξε το θύμα με μαχαίρι 12 φορές σε καίρια σημεία του σώματος, μεταξύ των οποίων και στην καρδιά, στην ξιφοειδή απόφυση του στέρνου, δεξιά του ομφαλού στο υπογάστριο κλπ. Αναφέρεται επίσης, ότι η πρόθεση αυτού και η ψυχική του κατάσταση διαφαίνεται από τον αριθμό των πληγμάτων, από το μέσον που προκλήθηκαν τα πλήγματα αυτά, δηλαδή με μαχαίρι, το οποίο έφερε μαζί του ο κατηγορούμενος, μετά το φραστικό επεισόδιο που είχε με το θύμα για ασήμαντη αφορμή την προηγούμενη ημέρα, γνωρίζοντας ότι κάποια από τις επόμενες ημέρες θα συναντούσε το θύμα και έτσι θα υλοποιούσε την απόφαση αυτή, β) Η αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για μεταβολή της κατηγορίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη καθ’ υπέρβαση των ορίων της αμύνης και ανθρωποκτονία τελεσθείσα σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής είναι η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά την επίμαχη συμπλοκή ανάμεσα στο θύμα και τον κατηγορούμενο υπήρξε αμοιβαία επίθεση και απόκρουση, όπου δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο από τον αποκρούοντα και έτσι δεν συνέτρεχε περίπτωση άμυνας. Επίσης το δικαστήριο δέχθηκε ότι η πρόθεση του αναιρεσείοντος να θανατώσει τον παθόντα και όχι να του προκαλέσει μόνο σωματική βλάβη, ενήργησε δε ευρισκόμενος σε ψυχική ηρεμία, που του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης του, τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση της, προκύπτουν από το γεγονός ότι αυτός κτύπησε το θύμα σε ευπαθή σημεία του σώματος κατ’ επανάληψη και μάλιστα είχε φέρει μαζί του το μαχαίρι πριν τη συνάντηση τους και επιπλέον συνήνεσε στο να κατευθυνθούν στο απόμερο σημείο όπου έλαβε χώρα η συμπλοκή μεταξύ τους, γ) Το δικαστήριο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ ΠΚ, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι αυτοί ήταν αόριστοι, διότι δεν επικαλέσθηκε περιστατικά που να τους θεμελιώνουν, δεν απεδείχθη θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Ειδικότερα απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς με την εξής αιτιολογία "... να απορριφθούν ως αόριστοι και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας, διότι δεν επικαλέστηκε αυτός και δεν αποδείχθηκαν άλλωστε περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Για την αναγνώριση δε του πρώτου από τα παραπάνω ελαφρυντικά δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου ή η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων αλλ’ απαιτείται απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσεως και συμπεριφοράς που εδώ δεν αποδείχθηκαν, ενώ για την αναγνώριση του δευτέρου ελαφρυντικού απαιτείται η επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών δηλωτικών του ότι η μετάνοια του κατηγορουμένου είναι έμπρακτη, πράγμα που εδώ επίσης δεν αποδείχθηκε, δεν αρκεί δε η δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μετανοεί ή ότι ζητεί συγγνώμη από τους συγγενείς του θύματος. Η κρίση άλλωστε τούτη ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος δεν προσέφερε στον τελευταίο καμιά βοήθεια αλλά τον εγκατέλειψε και έσπευσε να εξαφανιστεί". Όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε "την αναγνώριση στο πρόσωπο του εντολέα της των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου και της ειλικρινούς μεταμελείας". Έτσι, όμως, όπως διατυπώθηκαν οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί, δηλαδή με επιγραμματική επίκληση της σχετικής διατάξεως του Ποινικού Κώδικα, είναι εντελώς αόριστοι, αφού δεν συνοδεύτηκαν με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορουμένου (αρθρ. 84 παρ. 2 α ΠΚ) και ότι αυτός επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια (αρθρ. 84 παρ. 2 δ ΠΚ). Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς προεχόντως ως αόριστους, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, η δε παρατεθείσα αιτιολογία για την κατ’ ουσία απόρριψή τους, παρατέθηκε άνευ ανάγκης. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο σχετικός υπό Ι πρώτος λόγος των παραδεκτώς ασκηθέντων προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία δεν είναι ούτε νόμιμη, ούτε επαρκής, ούτε ειδική αλλά αυθαίρετη, διότι δεν αναφέρει αρνητικά περιστατικά και ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση της συμπεριφοράς του θύματος, είναι αβάσιμες και πλήττουν με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και ως εκ τούτου απαράδεκτες. Από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β’ και δ’ του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας και ακουσθούν οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα είτε ειδικώς του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Κατά δε το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όχι όμως και όταν διορίζεται διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων (ΑΠ 1092/2010). Η "διάταξη" του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποίαν ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, που καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος, δε συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ και δε χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται από τη μη ακρόαση του Εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 1480/2013). Με τον δεύτερο υπό Ι πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου, περί διορισμού διερμηνέα, εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον αναιρεσείοντα για να εκθέσει τις απόψεις του ως προς το αν έχει διορίσει συνήγορο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά την έναρξη της συζητήσεως, μετά την εκφώνηση του ονόματος του αλλοδαπού κατηγορουμένου και τη μη απόκριση αυτού, σημειώνονται τα εξής: "ο Πρόεδρος επειδή αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, αλλά την αλβανική, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠοινΔ ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, διόρισε, ως διερμηνέα, από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων (από προφανή παραδρομή αντί διερμηνέων) που τηρείται στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης την T. S....". Κατόπιν η ανωτέρω διερμηνέας, ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, σύμφωνα με το άρθρο 236 ΚΠοινΔ, ότι θα διερμηνεύσει. Από τα πρακτικά αυτά συνεδριάσεως προκύπτει ότι, αφού βεβαιώνεται ότι ο διορισμός διερμηνέα έγινε στην αρχή της συνεδριάσεως από το Πρόεδρο του Δικαστηρίου, μετά πρόταση του Εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠοινΔ , που ορίζει ότι ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από τον οικείο πίνακα που καταρτίζει κατ’ έτος το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κλπ, έπεται ότι ο άνω διορισμός διερμηνέα έγινε από τον οικείο πίνακα και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία άλλη ειδικότερη αιτιολόγηση της συγκεκριμένης διατάξεως του Προέδρου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αναγκαίο, στην περίπτωση αυτή του διορισμού διερμηνέα προσώπου από το οικείο πίνακα διερμηνέων να ακουσθεί ο κατηγορούμενος και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ή έλλειψη ακροάσεως επήλθε από το ότι πράγματι δεν ακούστηκε προηγουμένως ο αγνοών την Ελληνική γλώσσα κατηγορούμενος, προεχόντως αφού αυτός, στο στάδιο αυτό, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί όσα συνέβαιναν και να εκθέσει τις απόψεις του και έτσι αναγκαίως εδόθη ο λόγος στον κατηγορούμενο να δηλώσει εάν έχει συνήγορο μετά την όρκιση της διερμηνέως διότι προ του διορισμού της δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. (ΑΠ 1092/2010).
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Η’ του ΚΠοινΔ συναφείς αιτιάσεις στον υπό Ι δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Δεν επήλθε δε απόλυτη ακυρότητα από τον διορισμό διερμηνέως πριν διορισθεί συνήγορος υπερασπίσεως, κατά τα αμέσως προεκτεθέντα. Η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Η’ του ΚΠοινΔ αιτίαση στον αυτό λόγο ότι η απόφαση είναι αναιρετέα από την "μη παροχή" στον αναιρεσείοντα "ουσιαστικής και λυσιτελούς υπερασπίσεως" (όπως ο αναιρεσείων διατείνεται) είναι αβάσιμη διότι η υποχρέωση του διευθύνοντος την συζήτηση για διορισμό συνηγόρου, όπου τούτο επιβάλλεται, εξαντλείται στον διορισμό συνηγόρου από τα μέλη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση του έργου του διοριζομένου Δικηγόρου, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, η ποιότητα του οποίου (έργου) θεσμικώς δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια, ώστε να ελέγχεται με ένδικα μέσα η επιλογή αυτή, απορριπτομένων και των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ συναφών αιτιάσεων στον υπό Ι τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ως αβασίμων. Η περαιτέρω αιτίαση στον άνω υπό Ι δεύτερο πρόσθετο λόγο ότι ο χρόνος που ετέθη η δικογραφία στην διάθεση της διορισθείσας συνηγόρου δεν ήταν επαρκής και ότι δεν έτυχαν της βοηθείας της διερμηνέως κατά την διακοπή, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά σχετική αιτίαση της διορισθείσας συνηγόρου ή του κατηγορουμένου, δεν υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καθ’ όσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά η συνήγορός του δεν δήλωσε ότι ο χρόνος ήταν ανεπαρκής για την ενημέρωσή της. Η αιτίαση στον αυτό υπό Ι πρώτο πρόσθετο λόγο ότι απουσίαζε ένας μάρτυρας κατηγορίας χωρίς να προκύπτει ότι κλητεύθηκε δεν υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Οι περαιτέρω αιτιάσεις στον αυτό υπό Ι δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, με τις οποίες, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις στον αυτό υπό Ι δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. α και 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων, εξαιτίας κακής σύνθεσης του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 394 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "Πριν αρχίσει να συζητείται κάθε υπόθεση, διαβάζεται σε δημόσια συνεδρίαση με την παρουσία του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου ο κατάλογος των ενόρκων της δωδεκαήμερης περιόδου, για την οποία προσδιορίστηκε η υπόθεση τα ονόματα που υπάρχουν στον κατάλογο διαβάζονται δυνατά με τη σειρά που είναι γραμμένα, ωσότου συμπληρωθεί από τους παρόντες ενόρκους ο αριθμός δέκα (10). Τα ονόματα αυτών των δέκα (10) ενόρκων μπαίνουν στην κληρωτίδα για να κληρωθούν οι τέσσερις (4) που μετέχουν με τους τακτικούς δικαστές στη σύνθεση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου που θα δικάσει την υπόθεση". Με τις διατάξεις αυτές η συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων θεμελιώνεται επί της τύχης και η παραβίαση τους και ειδικότερα εκείνης για τη θέση στην κληρωτίδα των δέκα (10) ενόρκων που βρέθηκαν παρόντες κατά την εκφώνηση των ονομάτων, κατά τη σειρά του καταλόγου και μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των δέκα, επιφέρει, σύμφωνα με το άνω άρθρο 171 παρ. 1 εδ α ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπ’ αρ. 46-55/2014 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι, μετά την κρίση του εκ τακτικών δικαστών δικαστηρίου ότι η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ήταν τυπικά δεκτή, ο Πρόεδρος παράγγειλε την Γραμματέα να διαβάσει τον οικείο κατάλογο των ενόρκων που είχαν κληρωθεί για το δωδεκαήμερο εκείνης τη συνόδου μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των δέκα (10) ενόρκων και ταυτόχρονα παράγγειλε τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα ενόρκους να ανακοινώσουν την παρουσία τους κατά την εκφώνηση του ονόματος τους. Η γραμματέας διάβασε τον κατάλογο και βρέθηκαν παρόντες οι ένορκοι: 1) Α. Ζ., 2) Χ. Ζ., 3) Μ. Β., 4) Π. Ζ. 5) Ο. Β., 6) Μ. Α., 7) Ν. Α., 8) Θ. Γ., 9) Ν. Κ., 10) Σ. Β. και 11) Δ. Β.. Στον εμφανισθέντα ένορκο Ν. Κ. που κλητεύθηκε να παρουσιαστεί στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου είχε χορηγηθεί άδεια απουσίας, με την προγενεστέρα υπ’ αριθμ. 45/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, γι’ αυτό και, καίτοι ευρέθη σωματικώς παρών στο ακροατήριο, δεν υπολογίστηκε στους διαθεσίμους παρόντες ενόρκους και συνεχίστηκε η ανάγνωση από τον κατάλογο και 11ου ονόματος ενόρκου και συγκεκριμένα του ενόρκου Δ. Β., ο οποίος ευρέθη παρών. Στα πρακτικά σημειώνεται ότι έτσι συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός των 10 παρόντων ενόρκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 394 και 395 ΚΠοινΔ, και ότι βρέθηκαν απόντες οι ένορκοι: 1) η με αύξοντα αριθμό καταλόγου … Φ. Γ., που της χορηγήθηκε άδεια απουσίας σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 44/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, 2) η με αύξοντα αριθμό καταλόγου … Μ. Ζ., που όμως δεν κλητεύτηκε να παρουσιαστεί στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, επειδή διαμένει στα ..., όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της Δ. Σ., δικαστικής επιμελήτριας στην Εισαγγελία Εφετών Βορείου Αιγαίου. Ακολούθως ο Πρόεδρος έθεσε στην κληρωτίδα τα ονόματα των παραπάνω δέκα (10) ενόρκων 1) Α. Ζ., 2) Χ. Ζ., 3) Μ. Β., 4) Π. Ζ. 5) Ο. Β., 6) Μ. Α., 7) Ν. Α., 8) Θ. Γ., 9) Σ. Β. και 10) Δ. Β. και τους υπενθύμισε ότι απ’ αυτούς είναι αναγκαίοι τέσσερις (4), για τη συγκρότηση μαζί με τους τακτικούς Δικαστές, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, το οποίο θα δικάσει την προκειμένη υπόθεση, που θα αναδειχθούν με κλήρωση. Σημειώνεται ότι δεν προβλήθηκε καμία αίτηση ή δήλωση κατ’ άρθρο 395 ΚΠοινΔ περί ασυμβιβάστου των πιο πάνω ενόρκων που διαβάστηκαν από τον οικείο κατάλογο. Ο αναιρεσείων προβάλλει με τον υπό
ΙΙ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, διότι ενώ, κατά την ανάγνωση των ονομάτων των ενόρκων, βρέθηκαν παρόντες οι παραπάνω δέκα ένορκοι, τα ονόματα των οποίων αναγνώσθηκαν με τη σειρά εγγραφής τους στον σχετικό κατάλογο ενόρκων, και έτσι είχε συμπληρωθεί ο κατά το άρθρο 394 ΚΠοινΔ απαιτούμενος αριθμός των δέκα (10) παρόντων ενόρκων, παρά ταύτα συνεχίστηκε η ανάγνωση και 11ου ονόματος παρόντος ενόρκου και συγκεκριμένα του ενόρκου Δ. Β., καίτοι φέρεται ότι δήλωσε παρών ο προηγούμενος αυτού στον οικείο κατάλογο Ν. Κ., ο οποίος δια της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου παραιτήθηκε εμπράκτως του δικαιώματος αδείας του και έπρεπε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 394 και 395 του ΚΠοινΔ να τεθεί στην κληρωτίδα το όνομα αυτού και όχι το μεθεπόμενο κατά τη σειρά του καταλόγου των ενόρκων Δ. Β.. Η παραπάνω αιτίαση είναι αβάσιμη και πρέπει, κατά το σκέλος αυτό, να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ υπό
ΙΙ πρόσθετος αναιρετικός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας, διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο ένορκος Ν. Κ. παραιτήθηκε από την χορηγηθείσα σ’ αυτόν άδεια , κατά τα προεκτεθέντα, ούτε από διάταξη νόμου προκύπτει ότι η φυσική παρουσία στο ακροατήριο του τυχόντος αδείας ενόρκου λογίζεται ως παραίτησή του από την άδεια του που του χορηγήθηκε και τέθηκαν στην κληρωτίδα τα δέκα (10) ονόματα ενόρκων, που βρέθηκαν παρόντες και μη αδειούχοι κατά την ανάγνωση των ονομάτων τους, κατά τη σειρά του οικείου καταλόγου.
Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντα προκειμένου να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του και προέβη αυτεπαγγέλτως στον διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεως του, παραβιάζοντας έτσι τα υπερασπιστικά του δικαιώματα συνεκτιμωμένου και του ελαχίστου χρόνου που είχε η διορισθείσα αυτεπαγγέλτως συνήγορος για τη νομότυπη πρόταση υπερασπιστικών ισχυρισμών και για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί ως προς το σκέλος του αυτό ο περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας πρόσθετος αναιρετικός λόγος, διότι το δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα ως αβάσιμο το αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο κατηγορούμενος, δηλώνοντας "ότι προσπαθεί να πουλήσει τα χωράφια του στην πατρίδα του και με τα χρήματα που θα εισπράξει από την πώληση τους θα μπορέσει να πληρώσει δικηγόρο της επιλογής του", με την ειδική και επαρκή αιτιολογία ότι είναι "άδηλο αν και πότε θα εκποιήσει αυτός τα κτήματα του και θα αποκτήσει την οικονομική δυνατότητα να διορίσει συνήγορο". Ακολούθως, συννόμως μετά την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος αναβολής έπρεπε να διοριστεί αυτεπαγγέλτως συνήγορος του κατηγορουμένου και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, διορίστηκε για να τον υπερασπιστεί η παρευρισκομένη στο ακροατήριο Δικηγόρος Μυτιλήνης Χρυσοβαλάντη Χρήστου, στη διάθεση της οποίας, έθεσε ο Πρόεδρος την δικογραφία για να την μελετήσει και να προπαρασκευάσει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αφού συνεννοηθεί μαζί του μέσω της διερμηνέως παρέχοντας σ’ αυτήν τον απαραίτητο προς τούτο χρόνο. Εξάλλου ο διορισμός διερμηνέως έγινε, κατ’ άρθρο 223 ΚΠοινΔ, πριν ερωτηθεί ο αναιρεσείων αν έχει συνήγορο υπερασπίσεως, διότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα αλλά την αλβανική καθόσον σε σχετικές ερωτήσεις του αναφορικά με τα στοιχεία της ταυτότητας του, ο κατηγορούμενος δεν αποκρίθηκε. Μετά τον διορισμό της ευρισκόμενης στο ακροατήριο διερμηνέως T. S., με τη βοήθεια αυτής ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε, αν έχει αντίρρηση για το διορισμό της και αυτός απάντησε αρνητικά. Η ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος αναβολής και ο διορισμός συνηγόρου δεν παραβίασε ούτε δυσχέρανε το έργο της αυτεπαγγέλτως διορισθείσης συνηγόρου του αναιρεσείοντος, από το να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, ο δε περί του αντιθέτου υπό Ι πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο και ο υπό
ΙΙ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠοινΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου να ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠοινΔ: "Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει, από πίνακα που καταρτίζει κάθε χρόνο τον Ιανουάριο το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, υποχρεωτικά συνήγορο στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας... Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από το διορισμένο συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει σε αυτόν άλλο συνήγορο από τον ίδιο πίνακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουμένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κακουργήματος χωρίς διορισμό συνηγόρου". Από το πλέγμα των άνω διατάξεων συνάγεται ότι εάν ο πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Εφετείου που δικάζει κακούργημα διορίσει συνήγορο, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το μοναδικό συνήγορο που διορίστηκε από τον πρόεδρο, αν δε παρά ταύτα αρνηθεί την υπεράσπιση του από το διορισμένο συνήγορο, ο πρόεδρος του διορίζει άλλον από τον ίδιο κατάλογο και αν αρνηθεί και αυτόν τότε δικάζεται χωρίς συνήγορο.
Συνεπώς μετά τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου δεν συγχωρείται η αναβολή της δίκης για τον διορισμό συνηγόρου της επιλογής του κατηγορουμένου, ενώ δεν εμποδίζεται ο διαρκούσης της δίκης διορισμός συνηγόρου της επιλογής του κατηγορουμένου, ο οποίος θα ασκήσει τα καθήκοντα του λειτουργήματός του παραλλήλως προς τον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα ή μόνος, εάν ο κατηγορούμενος έχει παραμείνει, λόγω αρνήσεως και του δευτέρου διορισθέντος, χωρίς συνήγορο. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι κατά τη διάρκεια της απολογίας του ζήτησε "να αναβληθεί η υπόθεση του για να βρει δικηγόρο της επιλογής του, να τον πληρώσει και να τον υπερασπιστεί", πλην όμως, το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, ούτε δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επ’ αυτού. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί διότι ο αναιρεσείων στο σημείο εκείνο της δίκης μετά τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου δεν άσκησε δικαίωμα που του δίδεται από τον νόμο αφού μετά τον διορισμό συνηγόρου από το Δικαστήριο δεν συγχωρείται η αναβολή της δίκης για τον διορισμό συνηγόρου της επιλογής του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει επί του προαναφερθέντος αιτήματος.
Συνεπώς και ο υπό
ΙΙ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Η’ του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Ο αναιρεσείων, επίσης, προβάλλει την αιτίαση ότι ο διευθύνων τη συζήτηση κατά την εκδίκαση της υποθέσεως παρέλειψε να δώσει το λόγο είτε στον ίδιο τον κατηγορούμενο ατομικά είτε στην αυτεπαγγέλτως διορισθείσα συνήγορο υπερασπίσεως του, προκειμένου να ασκήσει το από τα άρθρα 333 παρ. 2 και 358 ΚΠοινΔ δικαίωμά του, δηλαδή να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό μέσο των αναγνωσθέντων εγγράφων αλλά και μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα στο ακροατήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠοινΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι, έχουν το δικαίωμα,... Να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν". Η ως άνω διάταξη δεν δημιουργεί υποχρέωση στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να δίνει τον λόγο αυτοβούλως στον κατηγορούμενο, παρά μόνον όταν ζητηθεί από τον τελευταίο η άσκηση του θεμελιωμένου στο άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του και μετά την άρνηση του Προέδρου προσφύγει πάραυτα στο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε αυτήν παρανόμως ή αναιτιολόγητα είτε δεν αποφάνθηκε επ’ αυτής. Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και αντίστοιχη δικονομική ακυρότητα, ενώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αν δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 1671/2003, ΑΠ 1934/2001, ΑΠ 800/2001, ΑΠ 1305/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ο Πρόεδρος "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα έδινε τον λόγο στον Εισαγγελέα, στους τακτικούς Δικαστές, στους ενόρκους, καθώς και στη συνήγορο της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, για να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες, αν είχαν, καθώς και στον κατηγορούμενο, μέσω της διερμηνέως αν έχει κάτι να ερωτήσει ή να υπενθυμίσει, εκείνοι δε, υπέβαλαν ερωτήσεις και οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις αυτές... Επίσης, κατά της εξετάσεως των μαρτύρων, ουδείς προέβαλε αντίρρηση". Προσθέτως δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα αν ο διευθύνων τη διαδικασία δεν καλέσει τον κατηγορούμενο προ της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας να προβεί σε κάποια διευκρίνιση, κατ’ άρθρο 368 ΚΠοινΔ, καθώς ουδόλως τέτοια ακυρότητα προβλέπεται στο νόμο. Αντίθετα, προκαλείται ακυρότητα σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει το δικαίωμα του αυτό και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι δεν του δόθηκε ο λόγος αμέσως προ της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας είναι αβάσιμη διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αν ο διευθύνων δεν καλέσει τον κατηγορούμενο να προβεί σε κάποια διευκρίνιση κατά το στάδιο που ακολούθησε την απολογία.
Συνεπώς και ο υπό
ΙV πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. A του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή είναι κανονιστικές αποφάσεις. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξης τους, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα περιλαμβάνονται α) " το με αριθ.πρωτ. βφ1-2010-25-21-1-2011 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μυτιλήνης μετά των συνημμένων σε αυτό εγγράφων " καθώς και β) " δύο φωτογραφίες". Από την αναφορά στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν τα ως άνω έγγραφα (ειδικά δε για τις φωτογραφίες με την έννοια της επισκοπήσεως αυτών), τα οποία είναι και τα μοναδικά κατ’ είδος έγγραφα που συμπεριλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, καθώς και του αριθμού αυτών, δεν δημιουργείται ασάφεια και αμφιβολία ως προς το αν τα εν λόγω έγγραφα αναγνώστηκαν από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεώς του. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η συνήγορος του σαφώς είχαν τη δυνατότητα, εάν το επιθυμούσαν, να προβούν στις κατ’ άρθρο 358 ΚΠοινΔ δηλώσεις και εξηγήσεις. Επομένως ορθώς το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου έλαβε υπόψη του και τα προαναφερθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου υπό VI πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι δεν προσδιορίστηκε η ατομικότητα των ως άνω εγγράφων και εντεύθεν θεωρούνται ως μη αναγνωσθέντα και απαραδέκτως ελήφθησαν υπόψη είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η ανάγνωση και λήψη υπόψη για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, καταθέσεως που δόθηκε στην προδικασία απολιπομένου στο ακροατήριο μάρτυρα, δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, εάν δεν αντέλεξε στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά ο αναιρεσείων ή η συνήγορος του δεν προέβαλαν αντίρρηση για την ανάγνωση της από 14-11-2010 ένορκης εξέτασης του μάρτυρα R. S. του H., και συνεπώς δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση της. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων οι περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες καθώς και ο επί του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ερειδόμενος υπό V πρόσθετος αναιρετικός λόγος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει ... την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες... Δίνει επίσης σ’ αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται ... παρ. 3 "όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι", 335 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον Πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ. 2, 333, ... μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο". Από αυτές προκύπτει ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους όταν το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά την υπόθεση, που συζητείται, εάν δε αυτός που ζήτησε τον λόγο για να υποβάλει κάποια αίτηση, ένσταση κτλ. είναι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ο διευθύνων την συζήτηση δεν έχει υποχρέωση, μετά την απάντηση του εισαγγελέως και των τυχόν λοιπών διαδίκων να δώσει και πάλι, εκ νέου δηλαδή τον λόγο σε αυτόν τελευταίο. Μόνο αν ζητήσει αυτός και πάλι τον λόγο και δεν του δοθεί υπό του διευθύνοντος την συζήτηση και προσφύγει αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό αρνηθεί να δώσει το λόγο, επέρχεται κατ’ άρθρον 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ ακυρότητα. Και αυτό διότι στην άνω γενική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 333 αναφέρεται ότι "έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο, (όπως άλλωστε και στη διάταξη του άρθρου 369 παρ.3 ΚΠοινΔ ειδικώς για την μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας αγόρευση), και όχι ότι "αυτός που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο", όπως στο β’ εδάφιο της παρ. 2 αυτού του άρθρου 333, η δε παραβίαση του εκ του άρθρου 333 παρ. 3 δικαιώματος του κατηγορουμένου επιφέρει ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 2 δ’ ΚΠοινΔ (ΑΠ 1958/2010). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν δόθηκε στον αναιρεσείοντα ο λόγος από τον πρόεδρο για να σχολιάσει την εισαγγελική πρόταση περί απορρίψεως του αιτήματος του περί αναβολής για να διορίσει συνήγορο υπερασπίσεως της εμπιστοσύνης του. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι ο αναιρεσείων αν και είχε ήδη διορισθεί διερμηνέας, δεν ζήτησε τον λόγο για να σχολιάσει την ως άνω εισαγγελική πρόταση και συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠοινΔ σχετικός πρόσθετος αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ακροάσεως είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα που υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Τέλος οι αρνητικοί των κατηγοριών ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος, ετέρου λόγου προς έρευνα οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι κρίνονται αβάσιμοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το κατατεθέν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σημείωμα που παραδόθηκε για καταχώρηση στα πρακτικά κατ’ άρθρ. 141 του ΚΠοινΔ δεν αξιολογείται. Η καταχώρηση του άνω σημειώματος δεν επετράπη από την Πρόεδρο του Τμήματος, και δεν ασκήθηκε προσφυγή κατά της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα δεν προβλέπεται τέτοια κατάθεση σημειώματος για καταχώρηση στα πρακτικά ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η εφαρμογή της διατάξεως προϋποθέτει δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις ελέγχονται αναιρετικώς, κατά δε την ενώπιον Αρείου Πάγου διαδικασία δεν προβάλλονται αυτοτελείς ισχυρισμοί ή πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως αλλά μόνον επιχειρήματα για τα οποία από τον Κώδικα των Δικηγόρων προβλέπεται η υποβολή γραπτού υπομνήματος, για το οποίο προβλέπεται αμοιβή του Δικηγόρου (παράρτημα Ι του ν 4194/2013), οι δε αγορεύσεις των συνηγόρων, καθ’ αυτές, δεν προβλέπεται να καταχωρούνται στα πρακτικά, ώστε να παραδίδεται περί του περιεχομένου αυτών προς καταχώρηση σχετικό σημείωμα. Συνακολούθως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2014 αίτηση αναιρέσεως και τους από 20-10-2015 (κατατεθέντες την 26-10-2015) προσθέτους λόγους αναιρέσεως του K. S. του A. και της T., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 46-55/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ