Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 804 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Ακροάσεως έλλειψη, Πρόσθετοι λόγοι, Έφεση Εισαγγελέα.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία. Αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως προς τη μορφή της διακινδύνευσης. Επίκληση λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, λόγω μη ιδιαίτερης αναφοράς στο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 180 του ΚΠΔ). Επίκληση λόγου υπερβάσεως εξουσίας, γιατί δεν αιτιολογείται ειδικά η έφεση του Εισαγγελέως, ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια (ύψος ποινής και αναστολής της ποινής). Δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, από το γεγονός ότι δεν επιτράπηκε στον κατηγορούμενο να υποβάλει ερώτηση, χωρίς προηγουμένως να ασκήσει προσφυγή κατά της διατάξεως του διευθύνοντος. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.





Αριθμός 804/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της 455/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27.2.2007 και 31.1.2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως καθώς και στους από 13.9.2007 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι, από 27 Φεβρουαρίου 2007 και 31 Ιανουαρίου 2007, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1)Χ1 και 2) Χ2 και οι από 13 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετοι λόγοι επί των αιτήσεων αναιρέσεως και ως συναφείς στρεφόμενες κατά της ίδιας υπ' αριθμό 455/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Εξ' άλλου, η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίσταση , παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1α Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε, δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 Π.Κ. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του Π.Κ και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, διότι ο ’ρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 455/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, καταδικάσθηκαν για επικίνδυνες σωματικές κακώσεις από κοινού. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, τέλεσαν την πράξη των επικίνδυνων σωματικών κακώσεων από κοινού (αρθρ. 45, 309-308 παρ. 1α ΠΚ) που αποδίδεται, σ' αυτούς και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτοί, στις 8.9.2005 και περί ώρα 20.15, επιβαίνοντες σε αυτοκίνητο περιφέρονταν στη συνοικία "......" της πόλης της Κέρκυρας αναζητώντας το γραφείο ενοικίασης σκαφών "......" ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος, το οποίο τελικώς τους υπέδειξε η μάρτυρας Γ1. Ο πρώτος από τους κατηγορούμενους μάλιστα, επισκέφτηκε ως πελάτης το γραφείο, για να διερευνήσει αν βρισκόταν σ' αυτό μόνος του ο πολιτικώς ενάγων, ή υπήρχε και άλλο πρόσωπο, πελάτης ή υπάλληλος και όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε εκεί άλλο πρόσωπο, αποχώρησε και ενημέρωσε τον δεύτερο, "που περίμενε στο αυτοκίνητο, και στη συνέχεια, περί ώρα 20.30", εισήλθε στο γραφείο ο κατηγορούμενος αυτός (Χ2) και άρχισε να χτυπά τον πολιτικώς ενάγοντα με τα χέρια και τα πόδια, σε διάφορα σημεία του σώματός του (κεφάλι, θώρακα, κοιλιακή χώρα), επανερχόμενος δε και ο άνω συγκατηγορούμενός του, κατάφερε στον παθόντα με τον ίδιο τρόπο και στα ίδια σημεία, όμοια χτυπήματα όπως ήδη κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, με πρόθεση, να του προκαλέσουν σωματικές κακώσεις κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, και του προκάλεσαν, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέταση του στις 9.9.2005, στο ΓΝΝ Κέρκυρας, από τον ιατροδικαστή: "α) εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση, χροιάς μελανέρυθρης, μετά τραύματος κατά τη βρεγματική χώρα του τριχωτού της κεφαλής, β) θλαστική εξοίδηση του προσώπου, γ) εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση, χροιάς μελανέρυθρης, αρχόμενη από την δεξιά μετωπιαία έως τη σύστοιχη παρειακή χώρα, δ)θλαστική εξοίδηση, μετά εκχυμώσεως, χροιάς μελανέρυθρης, του άνω και κάτω βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού και της σύστοιχης περικογχικής χώρας μετά υποσφάγματος, ε) πολλαπλές θλαστικές εκχυμώσεις, χροιάς μελανέρυθρης, κατά την αριστερή μετωπιαία χώρα, τη χώρα των οφρύων, τη δεξιά κροταφική του τριχωτού της κεφαλής, την αριστερή παρειακή χώρα, τη χώρα της ρινός και του στόματος, των πτερυγίων αμφοτέρων των ώτων, αμφοτέρων των οπισθοωτιαίων χωρών, τη δεξιά υποκλείδιο χώρα, το δεξιό μαστό, τη μεσότητα της έσω επιφάνειας αμφοτέρων των βραχιόνων και τη δεξιά κοιλιακή χώρα", ήτοι του προκάλεσαν απλή σωματική βλάβη, σύμφωνα με το συμπέρασμα της υπ' αριθ. πρωτ. ...... ιατροδικαστικής έκθεσης. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι έσυραν τον παθόντα σε χώρο αποθήκης του γραφείου του, και κλείδωσαν την εξωτερική πόρτα για να μη γίνει αντιληπτός έγκαιρα και να έχουν χρόνο να εξασφαλίσουν άλλοθι (όπως θα γίνει λόγος παρακάτω) και να διαφύγουν με το πλοίο της γραμμής, προς ....... Η πράξη δε αυτή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, που πράγματι επήλθε (ΑΠ 77/1998 ΠΧΜΗ, 740, ΑΠ 1151/1994 ΠΧ ΜΔ, 963), ενόψει του επικίνδυνου τρόπου που τελέστηκε (αλλεπάλληλα χτυπήματα με γροθιές και λακτίσματα) και των ευπαθών σημείων του σώματος του παθόντος, στα οποία τον έπληξαν (κεφάλι, θώρακα, κοιλιακή χώρα), μπορούσαν να προκαλέσουν στον τελευταίο βαριά σωματική βλάβη, για το λόγο δε αυτό, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για μεταβολή της κατηγορίας από επικίνδυνη σε απλή σωματική βλάβη. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και περί ώρα 20.30'-21.00', βρισκόταν σε άλλο τόπο και συγκεκριμένα στο εστιατόριο ...... και γευμάτιζε με το συγκατηγορούμενό του, τον οποίο (ισχυρισμό) προβάλλει ως άλλοθι, αρνούμενος την κατηγορία, δεν αποδείχθηκε από την προσκομιζόμενη απόδειξη πληρωμής του άνω εστιατορίου, με ώρα έκδοσης 20.57", η οποία μπορούσε να έχει εκδοθεί και για άλλο πελάτη, σε κάθε περίπτωση όμως, και αν υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός του, ότι τη συγκεκριμένη ώρα (20.57") βρισκόταν στο εστιατόριο αυτό, δεν αναιρούνται τα παραπάνω, αφού η παρουσία αυτού και του συγκατηγορουμένου του στο χώρο του γραφείου του παθόντος κατά τον παραπάνω χρόνο (20.30") επιβεβαιώθηκε από τις καταθέσεις του παθόντος και της μάρτυρος Γ1, -οι οποίοι και αναγνώρισαν στη συνέχεια τους κατηγορουμένους-, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα ......, καταστηματάρχη της περιοχής, τον οποίο ρώτησαν για την τοποθεσία του γραφείου του παθόντος, το οποίο τελικώς τους υπέδειξε τότε η Γ1, που ακολουθούσε με το αυτοκίνητό της το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν αυτοί, και περαιτέρω, ήταν εύκολο αλλά και δυνατό, αμέσως μετά την τέλεση της πράξης τους οι κατηγορούμενοι να μεταβούν στο άνω εστιατόριο, που δεν βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, και, με την απόδειξη πληρωμής που προμηθεύτηκαν και περιέργως φύλαξαν, να αποκτήσουν το "άλλοθι" που επικαλείται ο παρών κατηγορούμενος, προσκομίζοντας την απόδειξη αυτή. Έτσι, ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα δε να απορριφθεί και το αίτημά του για αναβολή της δίκης, (ή διακοπή της συνεδρίασης) προκειμένου να κλητευθούν ως μάρτυρες (αρθρ. 353 ΚΠοινΔ), οι υπεύθυνοι ή σερβιτόροι της εν λόγω επιχείρησης εστιατορίου, για να επιβεβαιώσουν την παρουσία των κατηγορουμένων εκεί στη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και περί ώρα 20.30"-21.00", γιατί δεν κρίνεται αναγκαία, με τα δεδομένα που προεκτέθηκαν, η κλήτευσή, των, αορίστως άλλωστε, επικαλουμένων μαρτύρων, αφού σε κάθε περίπτωση, η τυχόν επαλήθευση του ισχυρισμού του κατηγορουμένου για τον οποίο ζητεί την κλήτευση τους, δεν αναιρεί τη συνδρομή των περιστατικών τέλεσης από αυτόν της άνω αξιόποινης πράξης, που αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, για την οποία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Πρέπει, τέλος, να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός του "για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου".
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, από την παράθεση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, αναμφισβήτητα προκύπτει, ότι ναι μεν δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη με αριθμό ..... έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης της ιατροδικαστού ....., η οποία διενεργήθηκε συνεπεία της ..... παραγγελίας του Τμήματος Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κερκύρας, όμως προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε και συνεκτίμησε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής, και την παραπάνω έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην αιτιολογία της, μνημονεύει κατ' επανάληψη, τη συγκεκριμένη, με αριθμό ......, έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε και αυτή με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, κήρυξε τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους ενόχους της πράξεως των επικινδύνων σωματικών κακώσεων κατά συναυτουργία και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών στον καθένα. Με τις παραδοχές του αυτές, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 308-309 παρ.1α του Π.Κ, που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, δέχτηκε, σχετικά με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι, ενόψει του επικίνδυνου τρόπου που τελέστηκε με αλλεπάλληλα χτυπήματα με τις γροθιές και λακτίσματα και των ευπαθών σημείων του σώματος του παθόντος, στα οποία τον έπληξαν (κεφάλι, θώρακα, κοιλιακή χώρα), μπορούσαν να του προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, των εννόμων αγαθών του παθόντος των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, η οποία αφορούσε την πρόκληση στον παθόντα, βαριάς σωματικής βλάβης, δεν δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε, ότι συνέτρεξε και δεν παραβίασε έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε'του Κ.Π.Δ, σχετικοί πρώτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και ο αντίστοιχος των προσθέτων λόγων, αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ειδικότερα, το μεν για το ότι δε γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, το δε ότι δεν αιτιολογείται ποια συγκεκριμένη μορφή της σωματικής βλάβης, αφορούσε ο κίνδυνος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, χωρίς να παραβιάζεται στην προκείμενη περίπτωση η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, από μόνο το γεγονός ότι, σε ανάλογες περιπτώσεις, υπήρξε διαφορετική αντιμετώπιση, ενόψει του γεγονότος, ότι δεν είναι δεδομένο ότι το παρόν Δικαστήριο, είχε να αντιμετωπίσει ακριβώς όμοιες με την κρινόμενη υπόθεση περιπτώσεις. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ.25 ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν και την προσωπικότητά τους, για την εκτίμηση, δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν, έστω και εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέγνωσε μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που επέβαλε το πρωτοβάθμιο.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου των αναιρέσεων, (άρθρο 510 παρ.1 παρ. Η' του Κ.Π.Δ), καθώς και ο αντίστοιχος δεύτερος των προσθέτων λόγος των αιτήσεων, και ως προς το τμήμα αυτό, με το οποίο υποστηρίζεται, ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής, προσέτι δε, το μεν ότι αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το δε ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ. α του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, είναι επίσης αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι επίσης και ο τρίτος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, καθ' υπέρβαση εξουσίας, δέχθηκε τυπικά την έφεση του εισαγγελέα, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, διότι αυτή δεν είχε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παρ. 19 εδ. β' του ν. 2408/1996. Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, διότι η επικαλούμενη ως άνω διάταξη, με την οποία προστέθηκε παράγραφος 3 στο άρθρο 486 ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "Η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη", δεν έχει εφαρμογή επί όλων των ασκούμενων από τον Εισαγγελέα εφέσεων, αλλά μόνον επί εκείνων που ασκούνται από αυτόν κατά των αθωωτικών αποφάσεων, όπως τούτο συνάγεται και από τον τίτλο του ως άνω άρθρου 486 ΚΠΔ που ομιλεί για έφεση κατά αθωωτικής απόφασης. Στην προκείμενη δε περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, κατά της οποίας άσκησε την με αριθμό 157 από 19-9-2005 έφεσή του ο Εισαγγελέας Εφετών Κερκύρας, είναι καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες και ο εν λόγω Εισαγγελέας προσέβαλε αυτήν με την άνω έφεσή του, για το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και για τη χορήγηση αναστολής, ισχυριζόμενος, παραδεκτώς και ορισμένως, άλλωστε, ότι "λόγω της βαρύτητας και της βιαιότητος της αξιόποινης πράξης που τους απεδίδετο (επικίνδυνη σωματική βλάβη), ως και του τρόπου και της εντάσεως τέλεσης αυτής και της δολιότητός τους, θα έπρεπε να τους επιβληθεί μεγαλύτερη ποινή και να μην τους χορηγηθεί το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης...". Σε κάθε δε περίπτωση, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και καταδίκασε τον καθένα από τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, μεγαλύτερη εκείνης, που τους επέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να χορηγήσει το ευεργέτημα της αναστολής κατά το άρθρο 100 του Π.Κ, που τους είχε χορηγηθεί από το πρωτοβάθμιο, δεν υπερέβη την εξουσία του και δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 510 παρ.1 παρ. Η'του Κ.Π.Δ, πλημμέλεια. Επίσης, σε αντίστοιχη πλημμέλεια δεν υπέπεσε από το γεγονός ότι, ενώ στη σχετική έκθεση της εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας, αναφέρεται ως λόγος εφέσεως, να μην χορηγηθεί το ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος χορηγήσεως αναστολής της ποινής, αφού είναι γεγονός πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι η έφεση κατά της αποφάσεως από μέρους του ως άνω Εισαγγελέως, αφορούσε, κατά το δεύτερο σκέλος της, τη μη χορήγηση αναστολής και μόνο της ποινής και σε καμία περίπτωση της εφέσεως, που από προφανή παραδρομή αναγράφηκε. 'Αλλωστε, ανάλογη δικαιοδοσία για να κρίνει το ανασταλτικό ή μη αποτέλεσμα της εφέσεως, είχε μόνο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όχι εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να επιληφθεί σχετικού αιτήματος, κατά το άρθρο 497 του Κ.Π.Δ, εάν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 357 παρ. 3 του ΚΠΔ, όπως και οι συνήγοροί του, έχουν το δικαίωμα να κάνουν απ' ευθείας στον μάρτυρα ερωτήσεις, που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του και, επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη, παρά το νόμο, υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Επομένως ο τέταρτος και τελευταίος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, των πρόσθετων, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, γιατί, κατά παραβίαση του άρθρου 357 παρ. 3 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα του συνηγόρου υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος Χ2 να επιτρέψει στο συνήγορό του, να υποβάλει συγκεκριμένη ερώτηση στον μάρτυρα κατηγορίας και πολιτικώς ενάγοντα, εφόσον δεν προβάλλεται αλλά ούτε και από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, κατά της αρνήσεως του διευθύνοντος τη συζήτηση να του επιτρέψει την υποβολή συγκεκριμένης ερωτήσεως, ως μη συνδεόμενης άμεσα με την κρινόμενη υπόθεση, προσέφυγαν στο Δικαστήριο και τούτο, παρά τον νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής, είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος, πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2007 αίτηση και τους επ' αυτής, από 13-9-2007, πρόσθετους λόγους του Χ1 και την από 31-1-2007 αίτηση και τους επ' αυτής, από 13-9-2007, πρόσθετους λόγους του Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμό 455/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα απ' αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή