Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 579 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών (κατά πλειοψηφία), με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, λόγω αποκλεισμού και μη αξιολόγησης άλλων αποδεικτικών μέσων. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 579/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 53, 54, 55/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 25/24.4.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 696/2008.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, β) της παράνομης οπλοφορίας και γ) της παράνομης οπλοχρησίας, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, μεταξύ των οποίων η από 9-8-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή ....., η από 9-8-2005 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης και η από 27-10-2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το θύμα Α, ηλικίας 54 ετών, ήταν από το 17° έτος χρήστης ναρκωτικών ουσιών (χαπιών και ηρωίνης). Ζούσε λόγω της εξαρτήσεώς του αυτής εγκαταλελειμμένος από το συγγενικό του περιβάλλον στην πεπαλαιωμένη πατρική μονοκατοικία (χαμόσπιτο) επί της οδού ..... στην ..... . Στην ανωτέρω οικία, το θύμα φιλοξενούσε κατά διαστήματα και τον κατηγορούμενο, που ήταν και αυτός χρήστης ναρκωτικών ουσιών και με τον οποίον διατηρούσε φιλικές σχέσεις, αφού και οι δύο για να εξοικονομήσουν τη δόση τους, πουλούσαν σε τοξικομανείς της ..... χάπια που έγραφαν οι γιατροί στο θύμα. Τις πρωινές ώρες της 9-6-2005 βρέθηκε στην παραπάνω οικία του νεκρό το θύμα από τον γείτονα και φίλο του Β, αστυνομικό - συντηρητή επίπλων της Βουλής, ο οποίος διατηρούσε το εργαστήριό του σε όμορο κτίριο και ο οποίος τον συνέδραμε γενικώς, όπως και οι λοιποί γείτονές του. Κλήθηκε η αστυνομική αρχή και διενήργησε αυτοψία κατά την οποία βρέθηκε: α) το θύμα δολοφονημένο στο κρεβάτι του (σε δωμάτιο που παρουσίαζε εικόνα ρυπαρότητας και παραμέλησης) σε προχωρημένη σήψη, ενδεδυμένο, φέροντα πολλαπλά τραύματα κυρίως στην οπίσθια θωρακική χώρα από νύσσον και τέμνον όργανο, β) ένα αναδιπλούμενο μαχαίρι (σουγιά) με σπασμένη λαβή και ίχνη αίματος στη λαβή και στη λάμα του, πάνω σε θερμάστρα που υπήρχε ανάμεσα στο κρεβάτι και την πόρτα εισόδου, γ) διάσπαρτες κηλίδες αίματος στην πόρτα του ψυγείου, σε μία πλαστική σακκούλα, σε μία καρέκλα, στον τοίχο και σε χαλί δαπέδου (βλ. έκθεση αυτοψίας και φωτογραφίες). Από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής, που διενεργήθηκε την 10-6-2005, διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός του είχε επέλθει 10 ημέρες περίπου από της νεκροτομής, ήτοι περί την 1-6-2005, από πολλαπλά τραύματα του θώρακος δια νύσσοντος άμα και τέμνοντος οργάνου προκληθέντα. Συγκεκριμένα, το θύμα έφερε είκοσι βαθειά τραύματα στην οπίσθια θωρακική χώρα, δύο στη μέση στερνική χώρα, ένα στη δεξιά υποκλείδιο χώρα, τέσσερα στην έξω επιφάνεια αριστερού ημιθωρακίου και έξι τραύματα στην έξω επιφάνεια δεξιού ημιθωρακίου. Από τα ανωτέρω, όμως, αποδεικτικά στοιχεία κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε, και μάλιστα κατά τρόπον που να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ότι ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο του θύματος και δη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι εντός του εκτιμώμενου κατά την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας χρόνο θανάτου του θύματος και δη την 1-6-2005, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να φιλοξενείται στην οικία του θύματος, αφού σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρος Γ, ο κατηγορούμενος τις τελευταίες είκοσι ημέρες πριν από τη σύλληψή του (του μάρτυρος) που έγινε την 16-6-2005 δηλαδή από τις 26-5-2005 εφιλοξενείτο στη δική του οικία και όχι σε εκείνη του θύματος. Αλλά και από την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση της μάρτυρος Δ, αδελφής του θύματος, η οποία κατέθεσε "όταν πήγαμε σπίτι, την ίδια ημέρα που τον βρήκαν, μια γειτόνισσα μου είπε ότι είδε την προηγούμενη ημέρα δύο άτομα, ένα ψηλό και ένα κοντό, να πηδάνε και να φεύγουν" προκύπτει ότι, εκτός από τον κατηγορούμενο, επισκέπτονταν το θύμα και άλλα άτομα, των οποίων δεν έγινε γνωστή η ταυτότητα. Εξάλλου το θύμα, λόγω της εμπλοκής του με τα ναρκωτικά και της ενασχόλησής του με τη διακίνηση αυτών, ερχόταν σε επαφή με πολλά άτομα που ανήκαν στο χώρο των εξαρτημένων ατόμων, με τα οποία ενδεχομένως δημιουργήθηκαν διαφορές, τις οποίες ο άγνωστος δράστης έλυσε με τον προαναφερόμενο τρόπο. Ενόψει όλων αυτών, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την ενοχή του κατηγορουμένου και πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας". Η αιτιολογία, όμως, αυτή που παραθέτει το Δικαστήριο, βάσει της οποίας εξέδωσε την αθωωτική, κατά πλειοψηφία, για τον κατηγορούμενο απόφαση του, ούτε πλήρης είναι, ούτε σαφής. Δεν είναι πλήρης γιατί δεν εκθέτει τα ουσιώδη περιστατικά που αποδείχθηκαν, για να καταδειχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, προκειμένου, η επικρατήσασα στο Δικαστήριο της ουσίας γνώμη, να καταλήξει στην ως άνω κρίση του. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, προκειμένου να σχηματίσει την ως άνω κρίση, περιορίστηκε μόνο σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάποια άλλα. Έτσι, περιορίστηκε με ρητή αναφορά μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων, Γ και Δ, που εξετάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, να αξιολογήσει, παντελώς και με οποιοδήποτε τρόπο και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν, στο ίδιο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα των μαρτύρων Β, Ε και Δ, για το περιεχόμενο της καταθέσεως των οποίων δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αναφορά. Περαιτέρω, η γνώμη της πλειοψηφίας, δεν αξιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο, την υπ' αριθμό ..... Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, για την οποία, η γνώμη της πλειοψηφίας, περιορίσθηκε σε απλή μόνο αναφορά, ότι αυτή αναγνώσθηκε. Πράγματι, η ως άνω έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και αποτελεί, κατ' άρθρο 178 και 183 του Κ.Π.Δ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι δεν αξιολογήθηκε από τη γνώμη της πλειοψηφίας, παρόλο που στην έκθεση αυτή γίνεται ειδική αναφορά, που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, ότι το βιολογικό υλικό των αναφερομένων σ' αυτήν πειστηρίων, προέρχεται από τον κατηγορούμενο Χ. Τέλος, η γνώμη της πλειοψηφίας, δεν αξιολόγησε και την υπ' αριθμό ..... εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, που και αυτή αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να διαπιστωθεί η χρήση, από μέρους του παθόντος, φαρμακευτικών ουσιών ή δηλητηρίου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη συνέχεια για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 53, 54 και 55/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή