Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1616 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)



Αριθμός 1616/2007



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης x1και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακόπουλο, για αναίρεση της 88-89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο, δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Kατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 παρ. 5 β΄ του ν. 2721/1999), ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α΄) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β΄) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ΄) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Η διάταξη της περ. γ΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β΄ του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 ''για τους καταχραστές του Δημοσίου'', όπως έχει αντικατασταθεί, στον ένοχο των εγκλημάτων, του άρθρου (μεταξύ άλλων) 258 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου κ.λ.π. και το όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.), υπολογιζόμενο επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, στο σύνολό του, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης''. Η αναφερόμενη νέα ρύθμιση, κατά το πρώτο μέρος της, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως προϋποθέτει, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αξίωνε και η προηγούμενη) και ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 15.000 Ευρώ) του αντικειμένου της (πρόσθετα δηλαδή στοιχεία), ενώ, κατά τα δεύτερο μέρος της, είναι δυσμενέστερη, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκείται σε ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ) του αντικειμένου της, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων τεχνασμάτων. Επί εγκλήματος, όμως, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με συνολική ζημία αυτού μεγαλύτερη του ποσού των 146.000 Ευρώ, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα ευνοϊκότερης ρύθμισης και εφαρμογής, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., του επιεικέστερου νόμου, αφού η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ωφέλεια που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε και ζημία που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, συνολικά μεγαλύτερη του ποσού των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.). Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται. α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε, θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, προ της ενάρξεως της ισχύος του ν. 2721/1999, την 3η Ιουνίου 1999, για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δρχ. (146.000 ευρώ), λαμβανόταν υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 ''για τους σεισμόπληκτους των νήσων'' (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων και κατά την οποία, ''οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση, με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων''), το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη και δεν είχε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή, η διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του (και την προσθήκη παρ. 2), με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, κατά την έννοια της οποίας, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση λαμβανόταν υπόψη, εν όψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953. Η τελευταία αυτή διάταξη, δεν καταργήθηκε από της ισχύος του ν. 2721/1999 (την 3η Ιουνίου 1999), με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 του Π.Κ. παρ. 2 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ.. Σε περίπτωση, επομένως, εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3η Ιουνίου 1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 88-89/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη x1 υπηρετούσε στο Γραφείο του ΙΚΑ στην ............ Ηλείας ως υπάλληλος με σχέση δημοσίου δικαίου κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο 1993 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999. Στα υπαλληλικά της καθήκοντα, μεταξύ των άλλων, ήταν: 1) η είσπραξη των οφειλομένων προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών από τους εργοδότες των διαφόρων οικοδομικών έργων και η έκδοση της σχετικής αποδείξεως εισπράξεώς των, 2) η ενημέρωση δια την εν λόγω καταβολή της Δ/νσεως Πληροφορικής του ΙΚΑ και του πίνακος (καρτέλλας) που ετηρείτο για τον κάθε εργοδότη χωριστά στο αυτό γραφείο, 3) η καταχώρηση της αποδείξεως καταβολής στην ημερήσια κατάσταση εισπράξεως από οικοδομικά και τεχνικά έργα και 4) η αποστολή των χρημάτων στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Αμαλιάδος, υπό την διοίκηση του οποίου υπαγόταν το προαναφερόμενο Γραφείο, στο οποίο αυτή (κατηγορουμένη) προΐστατο, έχουσα την ευθύνη της ομαλής λειτουργίας του και ειδικότερα της εισπράξεως από τους οφειλέτες-εργοδότες των εργοδοτικών εισφορών και της εν συνεχεία αποδόσεως των στο ανωτέρω υποκατάστημα. Η κατηγορουμένη από τον μήνα Δεκέμβριο 1993 έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο ενσωματώσεως στην ατομική της περιουσία (υπεξαιρέσεως) μεγάλου μέρους από τα χρήματα που εισέπραττε ως εργοδοτικές εισφορές επ' ονόματι και για λογαριασμό του προαναφερόμενου ασφαλιστικού οργανισμού. Για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού της υπεξαιρέσεως και για τα χρηματικά ποσά που σκόπευε να υπεξαιρέσει προέβαινε στις ακόλουθες μεθοδεύσεις (τεχνάσματα): 1) εξέδιδε αποδείξεις καταβολής από ανεπίσημα μπλοκ, τα οποία δεν της είχε χορηγήσει το υποκατάστημα Αμαλιάδος, στο οποίο ήταν υπόλογη, αλλά τα είχε προμηθευτεί από άγνωστη πηγή, 2) με τις επιλήψιμες αποδείξεις που παρέδιδε στους τρίτους εργοδότες ενημέρωνε με καταστάσεις καταβολής την Δ/νση Πληροφορικής του ΙΚΑ στην Αθήνα, ώστε στα κεντρικά διοικητικά όργανα του εν λόγω Οργανισμού οι διάφοροι οφειλέτες εργοδότες να μην εμφανίζονται υπερήμεροι, ενώ είχαν εξοφλήσει, οπότε, οχλούμενοι για μία εκ νέου καταβολή, θα μπορούσε να διαπιστωθεί η υπ' αυτών καταβολή και η υπεξαίρεση των χρημάτων, αφού οι εν λόγω οφειλέτες είχαν υπό την κατοχή τους εξοφλητικές αποδείξεις από τα ανωτέρω ανεπίσημα μπλοκ, 3) στην ημερήσια κατάσταση (καρτέλλα) δεν καταχωρούσε τα καταβαλλόμενα ποσά που ήθελε να υπεξαιρέσει. Έτσι, άλλες καταστάσεις καταβολών αποστέλλονταν στην κεντρική διεύθυνση Πληροφορικής του ΙΚΑ στην Αθήνα και άλλες ήσαν εκείνες που τηρούσε η κατηγορουμένη στο άνω Γραφείο και οι οποίες ευρίσκοντο υπό τον τακτικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του προαναφερομένου υποκαταστήματος. Στις καταστάσεις που αυτή τηρούσε δεν εμφανιζόντουσαν όλες οι γενόμενες καταβολές, αλλά μέρος αυτών, ενώ το υπόλοιπο, που δεν εμφανιζόταν, αποτελούσε αντικείμενο υπεξαιρέσεως. Με την εγκληματική αυτή μεθόδευση, που δεν υπήρξε πρόσκαιρη, διαρκέσασα επί σειρά ετών, η κατηγορουμένη υπεξήρεσε το συνολικό ποσό των 88.921.093 δραχμών, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 1993 μέχρι τον Δεκέμβριο 1999. Τα επί μέρους εισπραχθέντα από την κατηγορουμένη και υπεξαιρεθέντα ποσά, αντιστοιχούντα σε κάθε εργοδότη είναι τα εξής: (Στη συνέχεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικός πίνακας στον οποίον αναγράφονται τα 332 επί μέρους ποσά που εισέπραξε η κατηγορουμένη από διάφορους εργοδότες και οι αριθμοί των αντιστοίχων αποδείξεων, συνολικού ποσού 88.921.041 δρχ.).
Η ανακάλυψη της υπεξαιρέσεως έγινε από ένα τυχαίο γεγονός απρόβλεπτο από την κατηγορουμένη. Συγκεκριμένα ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, υπαγομένου από την άποψη καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο ανωτέρω Γραφείο, εζήτησε σχετική βεβαίωση ενημερότητας καταβολής εισφορών, δεδομένης της υπ' αυτού ολοσχερούς καταβολής των. Όταν ζητήθηκε η χορήγησή της, ο αρμόδιος υπάλληλος του Γραφείου ..............., που συμπτωματικώς αντικαθιστούσε την κατηγορουμένη, συμβουλευόμενος τις αναγραφές στην τηρούμενη καρτέλλα του άνω Ιερού Ναού, διαπίστωσε την μη αναγραφή των γενομένων καταβολών σ' αυτή, παρότι ο ανωτέρω εκπρόσωπος ήταν κάτοχος αντιστοίχων τριπλοτύπων καταβολής υπογεγραμμένων από την κατηγορουμένη. Με αφορμή το τυχαίο αυτό γεγονός, διατάχθηκε από το ΙΚΑ, από επιθεωρητές, διαχειριστικός έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη, με τις άνω μεθοδεύσεις, είχε υπεξαιρέσει το άνω ποσό, το οποίο, αν και εισέπραττε, δεν απέδιδε στο ΙΚΑ. Η κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε την υπ' αυτής είσπραξη από τους διάφορους εργοδότες του παραπάνω ποσού των 88.921.041 δραχμών, ισχυρισθείσα ότι το απέδωσε στο ΙΚΑ και ειδικότερα στο υποκατάστημα Λεχαινών. Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά άρνηση της κατηγορίας, είναι αβάσιμος. Καμία απολύτως καταβολή του άνω ποσού δεν έγινε στα αρμόδια όργανα του υποκαταστήματος Αμαλιάδος ή Λεχαινών. Τέτοια καταβολή δεν διαπιστώθηκε κατά τον γενόμενο διαχειριστικό έλεγχο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη υπεξαιρέσεως του άνω ποσού, με το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου που της χορηγήθηκε πρωτοδίκως, χωρίς την επιβαρυντική περίσταση ότι το υπεξαιρεθέν άνω ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεδομένου ότι δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του ελαχίστου ορίου των 50.000.000 δραχμών στο οποίο θεμελιώνεται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως κατ' αρθρ. 258 στοιχ. β' του ΠK".
Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με επελθούσα ζημία αυτού, συνολικά μεγαλύτερη των 146.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ), χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικειμένου της πράξης, (άρθρα 26 13 εδ.α', 258 στοιχ.β και γ ΠΚ, 1 παρ.1 ν.1608/1950, όπως ισχύει), ενώ της αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α΄ του Π.Κ και το Δικαστήριο της επέβαλε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά και αιτιολογείται πλήρως η κρίση του Δικαστηρίου για την τέλεση της πράξης από την αναιρεσείουσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα (έκδοση αποδείξεων που είχε προμηθευθεί από άγνωστη πηγή, που παρέδιδε στους τρίτους εργοδότες και στη συνέχεια ενημέρωνε με καταστάσεις καταβολής την Διεύθυνση Πληροφορικής του ΙΚΑ στην Αθήνα, που συνέτασσε τους πίνακες στοιχείων της με βάση τις αποδείξεις αυτές, ώστε να μην εμφανίζονται οι εργοδότες ότι δεν είχαν εξοφλήσει και έτσι να γίνει αντιληπτή η ιδιοποίηση των χρημάτων κλπ), και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί απλώς το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 146.000 ευρώ (50.000.000 δρχ.). Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 αρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1608/1950, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, και στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1.1. του ν. 2721/1999, κατά το οποίο η ιδιαίτερη μεγάλη αξία του αντικειμένου της πράξεως θα ληφθεί συνολικά υπόψη, εφόσον ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στη συνολική αυτή αξία του αντικειμένου της πράξεως. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, κατά τον οποίο το Δικαστήριο, με το να μη λάβει υπόψη του και να εφαρμόσει την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ (14 παρ.1.1 του ν. 2721/1999), εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 98 παρ.2 και 258 του ΠΚ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά, οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι " η κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε την υπ' αυτής είσπραξη από τους διάφορους εργοδότες του παραπάνω ποσού των 88.921.041 δραχμών, ισχυρισθείσα ότι το απέδωσε στο υποκατάστημα Λεχαινών. Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά άρνηση της κατηγορίας, είναι αβάσιμος....", έρχεται σε αναντιστοιχία με της καταθέσεις των μαρτύρων "δημιουργώντας έτσι ασάφεια, ως προς την αιτιολογία και αφετέρου έλλειψη νομίμου βάσεως" και ότι δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικά μέσα που αναφέρει (αναγνωσθέντα έγγραφα), από την γραφολογική εξέταση των οποίων, όπως υποστηρίζει, προέκυψε ότι δεν συντάχθηκαν από αυτήν, αλλά από συνάδελφό της, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αναφερόμενη δε από την αναιρεσείουσα "γραφολογική εξέταση" των πιο πάνω εγγράφων δεν αφορά πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ., υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο τέτοια πραγματογνωμοσύνη. Περαιτέρω οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν κλητεύθηκε να εξετασθεί η Διευθύντρια του Καταστήματος του ΙΚΑ Λεχαινών, προκειμένου να διαψεύσει ή επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό της ότι παρέδιδε σε αυτήν τα χρήματα για τα οποία αυτή καταδικάστηκε ότι υπεξαίρεσε και ότι δεν αναγνώσθηκε το Βιβλίο Διοίκησης του Καταστήματος ΙΚΑ ............, από το οποίο προέκυπτε η παραλαβή, προέλευση κλπ των μπλόκ αποδείξεων, από τα οποία εξέδιδε τις γνήσιες, όπως υποστηρίζει, αποδείξεις καταβολής, δεν δύνανται να στηρίξουν λόγο αναιρέσεως από τους διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι αυτή ζήτησε να κληθεί και να εξετασθεί η πιο πάνω μάρτυρας και να αναγνωσθούν τα έγγραφα που αναφέρει και ότι το Δικαστήριο απέρριψε τα σχετικά αιτήματά της ή δεν αποφάνθηκε γι' αυτά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. . Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την 32/4-7-2006 αίτηση αναιρέσεως της x1 και ήδη κρατουμένης Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού, κατά της 88-89/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών . Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Αυγούστου 2007.







Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή