Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2131 / 2007    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αποδεικτικά μέσα: Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους τους. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο άρθρο 178 ΚΠοινΔ) αποδεικτικό μέσο της πραγμα-τογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτι-μάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις ως απλό έγγραφο. Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης




Αριθμός 2131/2007

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μουζάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11964/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 597/2006.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη, ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ) αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως έγγραφο. Για την ύπαρξη αυτής της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 11964/2005 αποφάσεώς του, ότι "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής την 29-10-99 μετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα ...., όπου υπηρετούσε ως Διευθυντής ο κατηγορούμενος και ζήτησε να του χορηγηθεί μπλόκ επιταγών (10 φύλλων), καταβάλλοντας μάλιστα το αντίτιμο αυτού εκ δραχμών 4400. Ο κατηγορούμενος, δολίως φερόμενος, αφού τον έβαλε να υπογράψει απόδειξη παραλαβής του μπλόκ, τον διαβεβαίωσε πως το κάνει για καλύτερη εξυπηρέτησή του, και λόγω της γνωριμίας τους, και θα το πήγαινε ο ίδιος στο κατάστημα του παθόντος. Όμως ο κατηγορούμενος, αφού ενήργησε τα δέοντα και εκδόθηκε στο όνομα του μηνυτή το μπλόκ των δέκα επιταγών (αριθμός.... έως ....) που αντιστοιχούσε στον .... λογαριασμό του στην εν λόγω Τράπεζα, δεν το πήγε να το παραδώσει στον μηνυτή, όπως τον είχε διαβεβαιώσει, αλλά το κράτησε για τον εαυτό του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-99 έως 1-2-2000, συμπλήρωσε τις επιταγές αυτές θέτοντας στη θέση του εκδότη την υπογραφή του μηνυτή, κατ' απομίμηση και χωρίς την άδεια εκείνου, την έγκρισή του ή τη συναίνεσή του, (δηλαδή πλήρη άγνοια του μηνυτή) και συμπληρώνοντας αυτές τις έθεσε σε κυκλοφορία μεταβιβάζοντας αυτές σε τρίτους με οπισθογράφηση. Συγκεκριμένα στην .... επιταγή ο κατηγορούμενος ανέγραψε ως τόπο εκδόσεως τα ...., ημερομηνία εκδόσεως την ...., ποσό 2.500.000 δραχμές, πληρωτέα σε διαταγή Ζ1 και στη θέση του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή του. Μάλιστα την επιταγή αυτή η ανωτέρω Ζ1 την εμφάνισε την ... στην Τράπεζα προς πληρωμή (ως κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως) πλην όμως σφραγίστηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων (βλ. φωτοτυπία αυτής). Επίσης ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τρόπο πλαστογραφώντας την υπογραφή του μηνυτή και συμπληρώνοντας και τα λοιπά στοιχεία έθεσε σε κυκλοφορία τις .... και ....επιταγές από το ίδιο μπλόκ (βλ. αυτές σε φωτοτυπία, για τις οποίες ναι μεν ο γραφολόγος- πραγματογνώμων ... στην από .... έκθεσή του γνωματεύσει ότι οι υπογραφές εκδότη και πρώτου οπισθογράφου σ' αυτές είναι γνήσιες υπογραφές του μηνυτή, πλην όμως ο τελευταίος εξετασθείς μάλιστα και κατ' αντιπαράσταση με τον κατηγορούμενο διέψευσε κατηγορηματικά αυτή). Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε ο κατηγορούμενος και με τις λοιπές επιταγές. Τις πράξεις του αυτές εξάλλου τις έχει συνομολογήσει ο κατηγορούμενος τόσο με την υπεύθυνη δήλωση (βλ. αυτή) φέρουσα το γνήσιο της υπογραφής του, όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσον αφορά τις οκτώ επιταγές, επικαλούμενος εντελώς αβάσιμα παρανόηση εκ μέρους του, γι' αυτό και προς απόκρουση των κατ' αυτού κατηγοριών προσκομίστηκε η κατά τα άνω από 2-12-2005 κοινή δήλωση του αντιδίκου του, το περιεχόμενο της οποίας δεν πείθει το Δικαστήριο. Ενώ για τις δύο ως άνω επιταγές που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και γνωματεύει ο πραγματογνώμων ότι φέρουν την γνήσια υπογραφή του μηνυτή ο τελευταίος αμφισβήτησε κατά τα άνω αυτή". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο υπεξαγωγής εγγράφου και πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και, αφού αναγνώρισε σ' αυτόν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά στις ποινικές διατάξεις (άρθρ. 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 242 παρ. 2-1, 236β και 216 παρ. 1 του ΠΚ) που εφάρμοσε. Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 2-12-2005 κοινή δήλωση του μηνυτή και του κατηγορουμένου στην οποία διατυπώνεται αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης του τελευταίου τον οποίο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε, καθώς και την από .... έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του .... που ενεργήθηκε κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος, η οποία, εφόσον επρόκειτο περί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, ορθώς εκτιμήθηκε ως απλό έγγραφο, και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δε συμπορεύθηκε με το αντίθετο πόρισμά της. Παρά ταύτα όμως αποκρούει ειδικώς το συμπέρασμά της. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Καθό μέρος το λόγο αυτό προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2006 αίτηση του ....για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11964/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 30 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή